Archive for the ‘Uncategorized’ Category

h1

Godspeed – Dead Flag Blues

26/03/2011

Λόγω της ημέρας

The car’s on fire and there’s no driver at the wheel
And the sewers are all muddied with a thousand lonely suicides
And a dark wind blows
The government is corrupt
And we’re on so many drugs
With the radio on and the curtains drawn

We’re trapped in the belly of this horrible machine
And the machine is bleeding to death

The sun has fallen down
And the billboards are all leering
And the flags are all dead at the top of their poles

It went like this

The buildings tumbled in on themselves
Mothers clutching babies picked through the rubble and pulled out their hair

The skyline was beautiful on fire
All twisted metal stretching upwards
Everything washed in a thin orange haze

I said, «Kiss me, you’re beautiful..
These are truly the last days»

You grabbed my hand and we fell into it
Like a daydream or a fever

We woke up one morning and fell a little further down
For sure it’s the valley of death

I open up my wallet
And it’s full of blood

h1

Το Γιαούρτι ήταν Αγελαδίτσα (κι εγώ επέστρεψα!)

21/03/2011

(Είμαι εδώ ακόμα, λέω να επιστρέψω για πιο μόνιμα! Ελπίζω να σας έλειψα…)

Είμαι υπέρ του να γιαουρτώνουν τον Πάγκαλο, είμαι υπέρ του να κράζουν τον Καραμανλή όπου τον πετυχαίνουν, δεν με ενοχλεί καθόλου να πονάει για μερικές ημέρες ο Χατζηδάκης (αρκεί να μην πάθει τίποτα πιο σοβαρό) είμαι υπέρ της αποκαθήλωσης όλων αυτών γιατί έτσι ακριβώς πρέπει να είναι, πρέπει να νοιώσουν ότι οι θεσμοί που έχτισαν και εκπροσωπούν πεθαίνουν και ότι οι ίδιοι δεν είναι θεσμοί αλλά φυσικά πρόσωπα. Δεν είναι παντοδύναμοι που πάντα θα βρίσκονται στο απυρόβλητο αλλά έχουν από κάτω τους μια κοινωνία που βράζει την οποία οι ίδιοι κατασκεύασαν και υποτίθεται ότι εκπροσωπούν.

Το πολιτικό σύστημα στο οποίο ζούμε, το οποίο είναι σε κρίση, του οποίου είμαστε δέσμιοι χωρίς να το έχουμε επιλέξει, καθώς μας έβαλαν συμμέτοχους στο μαγαζί από τη στιγμή που γεννηθήκαμε χωρίς να μας ρωτήσουν, είναι αυτό που δόμησαν οι ίδιοι και αν δεν το δόμησαν το υποστήριξαν ή έστω το συντήρησαν αλλά ακόμα και το τελευταίο δεν είναι απενοχοποιητικό… Ακόμα κι αν τα φάγαμε μαζί, την δική μας ανάγκη να τα φάμε αντί να τα επενδύσουμε θα έπρεπε να την έχει ελέγξει και χαλιναγωγήσει ο Πάγκαλος και η παρέα του, ο Κωστάκης και τα δικά του παιδιά, αυτός ήταν ο ρόλος τους… Εδώ όμως είναι μια ζούγκλα στην οποία βασιλεύει η συλλογική ευθύνη (μαζί τα φάγαμε = φταίμε όλοι) και το «ένοχος μέχρι αποδείξεως του εναντίου» το οποίο περιέργως σε όλες τις περιπτώσεις βαραίνει μόνο τον πολίτη και ποτέ τον πολιτικό ή το κράτος.

Εδώ θα κάνω μια παύση και θα ξαναπώ για να εντυπωθεί ότι αυτή είναι η φράση που περιγράφει ακριβώς τη σχέση πολίτη – κράτους… όχι όμως και τη σχέση πολιτικού – κράτους ή πολιτικού – πολίτη!

Ο πολίτης, από τη στιγμή που γεννιέται, για το κράτος, του θεσμούς και τα όργανα του, είναι «ένοχος μέχρι αποδείξεως του εναντίου». Έτσι τον αντιμετωπίζει και τον μεταχειρίζεται από τα θρανία του σχολείου, τον στρατό, τα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα, την εφορία και το ΙΚΑ, τα δημόσια νοσοκομεία μέχρι την ώρα που πεθαίνει και δεν έχει δικαίωμα να διαλέξει ο ίδιος αν θα ταφεί ή θα αποτεφρωθεί…

Για να το επεκτείνω λίγο και να το συγκεκριμενοποιήσω, το ελληνικό κράτος είναι ένα κράτος που οι δημόσιες υπηρεσίες του δεν χορηγούν βεβαιώσεις ή πιστοποιητικά (πέραν των τυπικών), αντιθέτως ζητούν «υπεύθυνες δηλώσεις»… Αυτό είναι έναν κράτος που αρνείται να πιστοποιήσει το ίδιο, να βεβαιώσει, κοινώς δεν παίρνει θέση, δεν αναλαμβάνει την ευθύνη να πάρει θέση. Αντίθετα ζητά από τον πολίτη του να αναλάβει ο ίδιος την νομική ευθύνη για το οτιδήποτε και το ίδιο απλά βεβαιώνει ότι έλαβε γνώση της ανάληψης της ευθύνης. Καταλαβαίνετε;

Ας το κάνω ακόμα πιο συγκεκριμένο. Συνέβη πρόσφατα σε εφορία να ζητήσω μια βεβαίωση ότι δεν έκανα φορολογική δήλωση κατά το προηγούμενο έτος. Η εφορία αντί να ελέγξει το αληθές ή το ψευδές του ισχυρισμού μου, να συντάξει ένα έγγραφο και να το βεβαιώσει με έβαλε να υπογράψω εγώ μια υπεύθυνη δήλωση ότι εγώ «δηλώνω ότι δεν έχω υποβάλει φορολογική δήλωση και αναλαμβάνω την νομική ευθύνη αυτού που δηλώνω» και πιστοποίησε ότι έλαβε γνώση. Έλαβε γνώση όχι ότι εγώ δεν έχω υποβάλλει, αλλά ότι έχω αναλάβει την νομική ευθύνη του ισχυρισμού μου ότι «δεν έχω υποβάλλει» ώστε αν λέω ψέματα να μπορεί να με τιμωρήσει!

Το ακόμα πιο αστείο είναι το χαρτί που υπογράψαμε στον στρατό το οποίο έγραφε, «δηλώνω υπεύθυνα ότι έχω δικαίωμα άσκησης στρατιωτικής θητείας και επιθυμώ να το ασκήσω». Η τραγωδία εδώ είναι ότι αφενός βαφτίζεται δικαίωμα μια υποχρέωση και ταυτόχρονα υποχρεώνεται ο υπόχρεος να αναλάβει πλήρως την ευθύνη μιας επιλογής που δεν έκανε αλλά του φορτώθηκε.

Σε αυτό το σύμπαν (σούπα, πράμα, όπως θέλετε) πέραν της παραχάραξης της πραγματικότητας είναι προφανής η ανισοβαρής σχέση πολίτη κράτους, η ασυμμετρία ισχύος και κυρίως η απροθυμία του κράτους να αναλάβει οποιαδήποτε νομική ευθύνη. Αυτό εν πολλοίς δίνει το δικαίωμα στο κράτος να αυθαιρετεί σε βάρος των πολιτών του, να λειτουργεί μια έτσι και μια αλλιώς, να αναθέτει ευθύνες χωρίς να αναλαμβάνει καμία και τελικά να κρατάει το πολίτη δέσμιο των ευθυνών που του έχει αναθέσει.

(Παρένθεση: Όποιος από εσάς σε αυτό το σημείο σκέφτεται «μα το κράτος είναι κράτος και έτσι λειτουργεί» είναι γιατί η κοινωνική κατασκευή έπιασε και έχει αποδεχτεί τον ρόλο του εξουσιαζόμενου, έναν ρόλο που τον διδαχθήκαμε όλοι σε όλους τους «κλειστούς» χώρους από τους οποίους περάσαμε, από το σχολείο και την εκκλησία μέχρι τον στρατό και την εφορία. Σε παλαιότερα ποστ θα βρείτε την σχετική βιβλιογραφία, κυρίως Φουκώ και Ντελέζ.)

Σε αυτή τη σχέση όπου το ανεύθυνο κράτος είχε και έχει τον του ρόλο ισχυρού ρυθμιστή-ελεγκτή-τιμωρού και επικαλούμενο αφηρημένα, γενικά κι αόριστα το «κοινό καλό» διαχειρίζεται παρεμβατικά και καταχρηστικά τις ζωές και τις τύχες των πολιτών του είναι μοιραίο όταν το κράτος είναι πλέον αποδεδειγμένα τόσο αφερέγγυο οι ρόλοι να αντιστρέφονται και οι διωκόμενοι πολίτες να γίνονται διώκτες…

Είναι αυτό ακριβώς που συμβαίνει, οι ρόλοι πλέον έχουν αντιστραφεί για τα καλά. Ο ελεγχόμενος και διωκόμενος διεκδικεί να γίνει ελεγκτής και διώκτης. Το «δεν πληρώνω» και το γιαούρτι είναι σχετικά ήπιες αντιδράσεις και μάλιστα απόλυτα αναμενόμενες και δικαιολογημένες… Το πρώτο διεκδικεί την απόσπαση του πολίτη από τη σχέση του με το κράτος… Το δεύτερο έρχεται να πέσει σε κάποιους που δεν είναι σαν εμάς τους υπόλοιπους, δεν είναι ένοχοι μέχρι αποδείξεως του εναντίου, δεν είναι καν αθώοι μέχρι αποδείξεως του εναντίου. Είναι αθώοι ακόμα κι όταν είναι ένοχοι!

Το γιαούρτι πέφτει σε κάποιους που απολαμβάνουν τη βουλευτική τους ασυλία ή την ασυλία που τους παρέχει ο νόμος περί ευθύνης υπουργών, ενώ την ίδια στιγμή ο λαός ως σύνολο και ως μονάδες παραμένουν για το κράτος ένοχοι μέχρι αποδείξεως του εναντίου… Το γιαούρτι πέφτει σε κάποιους που ανέλαβαν μια ευθύνη η οποία δεν είναι νομική (λόγω ασυλίας) και μπορεί να είναι μόνο ηθική… Τα έκαναν σκατά και αυτού του είδους η τιμωρία, το γιαούρτωμα, δεν είναι παρά η ηθική τιμωρία γιατί η αλήθεια είναι ότι κάποιοι θα έπρεπε να είναι στη φυλακή… Το γιαούρτι είναι λίγο…

Κάποιοι θα πείτε «μα δεν είναι όλοι οι πολιτικοί ίδιοι, δεν φταίει ο Α, δεν φταίει ο Β»… Ίσως και να είναι έτσι, αλλά εδώ δεν μιλάμε για το τι είναι σωστό να γίνεται αλλά για το τι γίνεται και γιατί. Ακόμα κι αν είναι έτσι, ακόμα και αν οι πολιτικοί δεν είναι όλοι ίδιοι και δεν φταίνε όλοι, εγώ έχω να αντιπαραθέσω ότι για τους πολιτικούς και κυρίως για το κράτος που υπηρετούν όλοι οι πολίτες είναι ίδιοι, το ίδιο ένοχοι μέχρι αποδείξεως του εναντίου. Γι’αυτούς φταίμε όλοι και όλοι πληρώνουμε χωρίς να μας έχει ρωτήσει κανείς ποτέ… Μπορεί να αναλογιστεί κανείς το μέγεθος αυτής της αυθαιρεσίας; Αν ναι ας την συγκρίνει με ένα γιαούρτωμα κι ας μας πει τι είναι πιο αυθαίρετο.

Πλέον και για τον πολίτη το κράτος είναι ένοχο, οι θεσμοί του είναι ένοχοι, τα φυσικά πρόσωπα είναι ένοχα γιατί έτσι είναι… Γιατί όταν επιλέγεις να συμμετέχεις στην διαχείριση της μοίρας ενός ολόκληρου λαού πρέπει να είσαι έτοιμος να υποστείς τις συνέπειες, και ειδικά όταν είσαι ως πολιτικός μέλος μιας κυβέρνησης ενός τόσο παρεμβατικού κράτους και έχεις βάλει τα χέρια σου στα σκατά ή έχεις δώσει το χέρι σου σε κάποιους που το έχουν βάλει, είναι ανόητο να ρωτάς γιατί όταν σου λένε ότι μυρίζεις!

Κι όσοι μιλούν για πολιτική ορθότητα ας αναλογιστούν ότι ο τρόπος που επιλέγει ο κόσμος να εκδηλώσει την αντίθεση και την οργή του δεν είναι παρά ο τρόπος που του δίδαξε το κράτος! Γιατί η αυτοδικία, η αυθαιρεσία, η ασέβεια και η καφρίλα είναι κάτι που ο Έλληνας διδάσκεται από τα γεννοφάσκια του, το ζει στο πετσί του από το ίδιο το κράτος και τους θεσμούς του!

(Όσοι με διαβάζατε γνωρίζετε ότι δεν είμαι καθόλου φαν του Τσίπρα, ότι δεν ανήκω σε κάποιο κόμμα ή πολιτική οργάνωση και ότι η γνώμη για την Ελληνική αριστερά και τους Έλληνες αριστερούς δεν είναι η καλύτερη. Αυτά προς αποφυγή παρεξηγήσεων)

h1

ΣΚ στο Μαϊάμι

24/07/2010

Καλοκαιράκι,

Θάλασσα κι αλμυρό νερό. Χλωριούχο νάτριο και πλήθος από κολοβακτηρίδια και ο ηλικιωμένος κύριος παραδίπλα μάλλον κατούρησε γιατί ένοιωσα κάτι ζεστό… Παρόλα αυτά είναι γνωστές σε όλους οι ιαματικές ιδιότητες της θαλάσσης. Μπαίνεις στο νερό και το αλάτι καίει τι πληγές του σώματος… κάνοντας τον γνωστό ήχο… τσρτσρτσρτσρτσρστσρτστς.

Όμως εκτός από το σώμα ευφραίνεται και η ψυχή, ειδικά αν είσαι με έναν φραπέ στο χέρι και αράζεις χαλαρά την αρίδα σου (δεν ξέρω τι είναι η αρίδα) εκθέτοντας τη γαματοσύνη σου επάνω στην ξαπλώστρα (των 5 ευρώ την φορά) ή στην ψάθα (των 5 ευρώ και καθάρισες). Την πέφτεις, ανοίγεις την εφημερίδα και διαβάζεις σε καιρό κρίσης για τις καλοκαιρινές μεταγραφές… Ο Γκοβού έρχεται στον βαζελουά για να βγάλει μύρια κι εσύ δεν έχεις μαντήλι να κλάψεις… Κι όμως, εσύ ξέρεις ότι εσύ είσαι ο μάγκας δικέ μου… Εσύ που θα μπορείς να τον βρίζεις από την εξέδρα αφού πιο πριν έχεις πλερώσει εισιτήριο διαρκείας… Πόσο γαμάτος είσαι τελικά;

Το πραγματικό γαμάτο με τους γαμάτους είναι ότι δεν είναι ανάγκη να πάνε στην Ίμπιζα ή στη Μύκονο για να είναι γαμάτοι. Οι γαμάτοι είναι αυτόφωτοι. Αυτός είναι κι ο λόγος που η δική σου γαματοσύνη δουλεύει αρκετά καλά και στη Λούτσα την οποία κάποιοι φίλοι σου αποκαλούν Αρτέμιδα, μάλλον γιατί οι ίδιοι είναι από το Νέα Λιόσια και θέλουν να σε πείσουν ότι και η δική τους περιοχή λέγεται Ίλιον… Εσύ δεν λες τέτοιες δηθενιές ούτε έχεις τέτοια άγχη γιατί ευτυχώς μεγάλωσες στο Μενίδι που όλοι το αποκαλούν Μενίδι και κανείς δεν λέει πια Αχαρναί…

Στη Λούτσα λοιπόν κι όχι στην Αρτέμιδα… Εκεί ξεδιπλώνεις τη Σαββατιάτικη γαματοσύνη σου. Καβαλάς το παπί κι η σέλλα καίει τα μπούτια σου αλλά όλα κουλ, το ίδιο θα έκαιγε ακόμα κι αν είχες χάρλευ ντέιβιντσον, και ευτυχώς που δεν έχεις γιατί ποιος ξέρει πόσα θα ξόδευες σε βενζίνη για να πας μέχρι τη Λούτσα, άσε που δεν θα άκουγες το κινητό από τη φασαρία… Παπί και πάλι παπί δικέ μου… Βλάκες Χαρλεάδες…

Κι έτσι, κατεβαίνεις με την σαγιονάρα την Abibas στην παραλία, βάζεις μουσικούλα στο κινητό να βαράει το intro της άφιξης σου γιατί είσαι κουλ και θέλεις να το μάθουν και οι άλλοι. Βρίσκεις το σημείο που συνδυάζει γκομενάκια και φραπέ και κάθεσαι στην καυτή άμμο χωρίς να σε νοιάζει, έχεις συνηθίσει από το κάψιμο της σέλλας… Φοράς το rayban μαϊμού και rayban-ίζεις τα ανθυπογκομενίδια που κάνουν παρέλαση σουρταφέροντας τα ροζ λαδωμένα κωλαράκια τους στη Λούτσα με τουπέ που θυμίζει Μαϊάμι… Λούτσα, το δικό μας Μαϊάμι θα έλεγαν κάποιοι, εσύ όμως δικέ μου ξέρεις… το Μαϊάμι δεν είναι παρά μια αμερικάνικη Λούτσα…

Η Λούτσα είναι ο ομφαλός της γης, το ερέθισμα και ο ερεθισμός, νοιώθεις τα βάιμπς, έχεις καταφέρει να είσαι ένα με το μουσικό χαλί του διπλανού μπαρ που δονεί ρυθμικά και ελαφρώς τις τρίχες του στήθους σου, είσαι στο επίκεντρο της δράσης και το γκομενάκι απέναντι μόλις σε κοίταξε φευγαλέα. Θα γαμήσεις δικέ μου… Κοιτάς με το μοναδικό σου κουλ βλέμμα προς το μέρος της και περιμένεις να σε ξανακοιτάξει. Κοιτάζεις που και που ειρωνικά και προς τους φουσκωμένους λαδογκόμενους παραδίπλα που ξούρισαν το στήθος και το πόδι με επιμέλεια που θα την ζήλευε το πρόσωπο τους… Φλώροι… «μετροσέξουαλς», έτσι λέμε τώρα τις αδελφάρες! Εσύ είσαι ο μάγκας δικέ μου, λαϊκό παιδί, νταβραντισμένος και τριχίστατος…

Κοιτάς τους βλάκες πάλι, έβαλαν ένα μαγιό που αγόρασαν με 36 δόσεις και παίζουν ρακέτες στην καυτή άμμο τεντώνοντας τα λυγερά, σχεδόν θηλυκά, άτριχα κορμιά τους για να χτυπήσει το μπαλάκι στο ρακέτο υπό γωνία φ ελπίζοντας μετά φάλτσου να πέσει με επιτηδευμένη τυχαιότητα πλησίον της ψάθας της πιο ωραίας και φαινομενικά πιο εύκολης γκόμενας της παραλίας που εσύ μπανίζεις από ώρα και φυσικά και εκείνη σε κοίταξε. Βλάκες, σιγά μην κάνει τίποτα αυτή η γκομενάρα με τους άτριχους φλώρους, το πολύ πολύ να πέσει το μπαλάκι δίπλα της και να αναφωνήσει «σιγάααα καλέεεε»… Θα ξεκαυλώσει μονομιάς ο ρακετοπαίχτουρας. Θα της πει κι αυτός «σιγά κοπελιά, μπαλάκι είναι»… και καλά υπονοούμενο, θα ξενερώσει και το γκομενάκι κι όλα θα τελειώσουν εκεί… Σιγά μη γίνει τίποτα, αφού κανείς δεν κάνει σεξ πια…

Όπα, τι σου έλεγα δικέ μου; Να έπεσε το μπαλάκι δίπλα της, και καλά τυχαία… Χα… Δες τον βλάκα, πήγε εκεί και της μιλάει… Ανοίγει το τσαντάκι της, φωτιά της ζήτησε, της κάνει το κλασσικό καμάκι του κώλου… Τι κάνει εκεί; του δίνει το κινητό της… Μμμμ… Δεν βαριέσαι, σιγά τη γκόμενα, πολύ αδύνατη τελικά, ξεγελάστηκες από την απόσταση… Η Ελενίτσα είναι μακράν καλύτερη, έχει λίγο κυτταρίτιδα βέβαια και πρέπει να κάνει κάτι με το μουστάκι της. Αλλά έχει βυζάρες, τούμπανο… Αν την είχες πάρει μαζί δικέ μου θα είχε γεμίσει ο κόσμος μπαλάκια γύρω σας…

Ρουφολογάς το καφεδάκι σου και ετοιμάζεσαι για βουτιά… Ώπα μεγάλε, πρέπει να βγάλεις το μπλουζάκι σου πρώτα… Έτσι μπράβο… Χαϊδεύεις την λευκή τριχωτή κοιλίτσα σου και περπατάς με αυτοπεποίθηση προς το κύμα. Τα βλέμματα στρέφονται προς το μέρος σου, εσύ στέκεσαι ευθυτενής και περπατάς ευθεία κοιτώντας μπροστά, προσποιούμενος ότι δεν βλέπεις το αλαλάζων πλήθος… Είσαι ο σταρ της παραλίας, ο πρίγκιπας της Λούτσας… Δικέ μου, από Δευτέρα θα ξεφτιλίζεσαι για 700 ευρώ, σήμερα όμως είσαι ο αυτοκράτορας του Σαββατοκύριακου!…

h1

Από την Οικολογία στην Αυτονομία

05/06/2010

[…Στο κέντρο της προσοχής του οικολογικού κινήματος είναι ολόκληρη η αντίληψη, ολόκληρη η τοποθέτηση των σχέσεων ανάμεσα στην ανθρωπότητα και τον περιβάλλοντα κόσμο, και τελικά το θεμελιακό και αιώνιο ερώτημα: Τι είναι η ανθρώπινη ζωή; Ζούμε για ποιο λόγο;

Στο ερώτημα τούτο υπάρχει κιόλας μια απάντηση, και είναι γνωστή: είναι η καπιταλιστική απάντηση. Επιτρέψτε μου εδώ να κάνω μια παρένθεση και μια σύντομη αναδρομή. Η ωραιότερη και η πιο λακωνική διατύπωση του πνεύματος του καπιταλισμού που γνωρίζω, είναι η γνωστή προγραμματική ρήση του Καρτέσιου: να φτάσουμε στη γνώση και την αλήθεια για «να γίνουμε αφέντες και κτήτορες της φύσης». Σ’ αυτή την απόφαση του μεγάλου ορθολογιστή φιλόσοφου βλέπουμε με τον εναργέστερο τρόπο την αυταπάτη, την τρέλα, τον παραλογισμό του καπιταλισμού (όπως επίσης και μιας ορισμένης φιλοσοφίας και μιας ορισμένης θεσμολογίας που προηγήθηκαν απ’ αυτόν). Τι σημαίνει να γίνουμε αφέντες και κτήτορες της φύσης; Σημειώστε επίσης πως πάνω σε τούτη τη δίχως νόημα ιδέα θεμελιώνονται τόσο ο καπιταλισμός όσο και το έργο του Μαρξ και ο μαρξισμός…]

Κορνήλιος Καστοριάδης – Ντανιέλ Κον Μπεντίτ, Από την Οικολογία στην Αυτονομία, Εκδόσεις Κέδρος, 1981, σελ 32

h1

2 χρόνια Crazy Cows!

29/05/2009

Δεχόμαστε ευχές και δώρα…

Στις 17 Μαίου το παρόν ιστολόγιο συμπλήρωσε δύο χρόνια ζωής. Υπό κανονικές συνθήκες θα έγραφα πολλά, λόγω στρατού και πιεσμένου ωραρίου ας μου επιτραπέι να γράψω μόνο λίγα από αυτά που σκέφτομαι…

Είμαι μαζί χαρούμενος και ευχάριστα έκπληκτος που το blog υπάρχει εδώ και δύο χρόνια σαν σταθερά, σαν κάτι που επιβίωσε στην καθημερινότητα μου χωρίς να εκφυλιστεί, αλλά αντίθετα αλλάζοντας δυναμικά, τείνοντας προς αυτό που εγώ θεωρώ δέον. Πριν ξεκινήσω δεν πίστευα ότι θα μπορούσα να γράφω επί δύο χρόνια χωρίς να κορεστώ ή να χάσω το ενδιαφέρον μου. Κι όμως, δεν το έχασα και επιπλέον δεν θεωρώ ότι κορέστηκα, κάθε άλλο, έμαθα να αντλώ αφορμές για να γράψω.

Το blog σταδιακά έγινε για εμένα κάτι παραπάνω από εκφραστικό μέσο, αποτέλεσε και αποτελεί νοητικό εργαλείο, με βοήθησε να κατανοήσω πράγματα για εμένα διδάσκοντάς με και πρακτικά αυτό που λέει ο Derrida, «My own words take me by surprise and teach me what I think» (μτφ. οι ίδιες μου οι λέξεις με ξαφνιάζουν και με διδάσκουν αυτό που σκέπτομαι).

Μια ακόμα πηγή ικανοποίησης ήταν η ανταπόκριση που υπήρξε σε κάποια ποστς. Δεν περίμενα ότι αυτά που γράφω θα μπορούσαν να αφορούν κάποιους άλλους και θα αποτελούσαν αφορμές για διάλογο, μάλιστα συχνά για διάλογο ικανό να τροφοδοτήσει τόσο την θεματική όσο και καθαυτό το περιεχόμενο του blog, αποτελώντας αφορμή και ταυτόχρονα βάση για ανασύνταξη και αναδιατύπωση σκέψεων με τρόπο παραγωγικό που δρομολογεί την λύση της σπαζοκεφαλιάς που ονομάζουμε επικοινωνία.

Γι’ αυτόν τον διαρκή διάλογο και για πολλά άλλα ευχαριστώ όλους εσάς που δώσατε και δίνετε νόημα στις απόπειρες μου να συγκροτήσω τη σκέψη μου γράφοντας την στο παρόν ιστολόγιο, υπήρξατε εξαιρετική βοήθεια στην προσπάθεια μου ακόμα κι όταν διαφωνήσατε.

Έχω όρεξη ακόμα…

h1

Graffiti, αστική κουλτούρα και παρανομία

13/09/2008

Τους γκραφιτάδες τους γούσταρα πάντα, είχα αρκετούς φίλους άλλωστε που έκαναν γκράφιτι (ή γκραφίτι) και αισθανόμουν πάντα ότι υπήρχε μια συνάφεια στις απόψεις και στις προσεγγίσεις των πραγμάτων αν και εκείνοι συχνά έμοιαζαν να χάνονται μέσα σε ένα πλαίσιο μάλλον αυτοαναφορικό και τροφοδοτούμενο αποκλειστικά από την «φιλοσοφία» και την «κουλτούρα» τους (πχ το tagging αφορά μόνο αυτούς που το αναγνωρίζουν). Από την άλλη όμως και παρά το γεγονός ότι οι πιο πολλοί πιτσιρικάδες έλεγαν τα κλισέ, «το γκράφιτι είναι τρόπος ζωής» κλπ και ήταν αμφίβολο αν ήξεραν να σου εξηγήσουν τι εννοούν, υπήρχαν και κάποιοι αρκετά φιλοσοφημένοι. Στις συζητήσεις τους, μιλούσαν για τον Guy Debord, την «κοινωνία του θεάματος«, τους καταστασιακούς γενικότερα, την πόλη και την εμπειρία της πόλης κι όλα αυτά μέσα σε μια mild ιδεολογική ατμόσφαιρα και με μια φιλολογία μάλλον αριστερόστροφη αλλά πολύ πιο cool, σύγχρονη (και μεταμοντέρνα στην ουσία της) από την αντίστοιχη των περισσότερων «αριστερών» που κυκλοφορούσαν στα αμφιθέατρα του πανεπιστημίου την ίδια εποχή. Οι γκραφιτάδες δεν με πίεζαν να αλλάξω τον κόσμο σύμφωνα με ιδέες που τροφοδοτούνταν από μια αντικειμενική αλήθεια, αλλά διεκδικούσαν κάτι πολύ πιο απλό, ένα υποκείμενο και μια θέση για την χωρική του έκφραση και αυτό το βρίσκω πολύ ουσιαστικό και μέσα από την επαφή μαζί τους βοηθήθηκα και προσωπικά να καλλιεργήσω την «αρχιτεκτονική» μου συνείδηση και ευαισθησία.

Το βασικό πρόβλημα και η βάση της διαφωνίας μου μαζί τους, όπως την καταλαβαίνω σήμερα σκεπτόμενος πιο αναλυτικά από τότε, ήταν ότι γι’ αυτούς η αρχή ήταν το μέσο και αν όχι η πράξη του γκράφιτι καθαυτή, σίγουρα η «αστική δράση» όπως αυτοί την εννοούσαν, δηλαδή περισσότερο ως occupation (κατάληψη) του αστικού χώρου και λιγότερο ως deformation. Δηλαδή παρήγαγαν μια σειρά από αστικές δράσεις που σκοπό είχαν να φτιάξουν «καταστάσεις» (skateboarding) που αλλοιώνουν την εμπειρία και το βίωμα της πόλης εικονογραφώντας την αλλά όχι να αλλάξουν την μορφή της πόλης ως αστικό μόρφωμα και ως δομή (κοινωνική, οικονομική, πολιτική κλπ). Κοινώς το γκράφιτι ήταν κάτι που με γοήτευε και με ενδιέφερε αλλά ήταν κάτι λιγότερο από αυτό που επεδίωκα. Από την άλλη όμως όλα αυτά τα χρόνια ποτέ δεν βρήκα επαρκείς απαντήσεις για το πως δύναται να αλλάξει η δομή της πόλης επιτυχώς και το πιθανότερο είναι να μη βρω καθώς οι απαντήσεις απομακρύνονται όλο και περισσότερο και πολλαπλασιάζονται οι ερωτήσεις. Οπότε ίσως οι γκραφιτάδες να είναι σωστοί κι εγώ λάθος, ίσως πραγματικά το μόνο που μπορεί να παραμορφωθεί χωρίς αρνητικές συνέπειες είναι η εικόνα και η εμπειρία της πόλης, όχι οι δομές της.

Αυτό που θέλω να κρατήσω όμως από όλες αυτές τις γενικότητες είναι η ουσία του πράγματος και αφορά την θέση και το είναι των γκραφιτάδων. Θεωρώ ότι αυτοί οι νέοι είναι φορείς μιας αστικής κουλτούρας που είναι και «αστική» και «κουλτούρα» στην ουσία της γιατί αφορά το άστυ ως χώρο συγκρότησης του υποκειμένου μέσα από την διαλεκτική του σχέση και διάδραση με αυτό. Δεν θα σταθώ στο αν το ίδιο το γκράφιτι είναι κοινωνική έκφραση, επαναστατικό μανιφέστο, εικαστικό γεγονός ή «τέχνη» και δεν με ενδιαφέρει ο ορισμός του ως προϊόν μιας ανάλυσης των κοινωνικών καταβολών του (τουλάχιστον όχι σε αυτό το ποστ, ίσως αρμόδιος να πει πιο πολλά είναι ο φίλος μου ο kert). Με ενδιαφέρει το αυτό του αστικού γεγονότος και κυρίως του ατόμου που το συνθέτει. Για την πόλη λοιπόν το γκράφιτι είναι ένα υπαρκτό φαινόμενο και για το άτομο μια επιλογή ανάμεσα σε πολλές. Θα σταθώ στο δεύτερο και θα πω ότι το να τρέχεις με ένα σακίδιο γεμάτο με σπρέυ για να βάψεις τοίχους και να αφήσεις (συχνά να κεντήσεις) ένα αποτύπωμα δικό σου (και όχι το σύνθημα για μια ομάδα ή ένα κόμμα) κουβαλάει πολύ περισσότερη γοητεία, οραματισμό και αγάπη για τα πράγματα και είναι συνάμα πιο πραγματικό από το να βγαίνεις με το αυτοκίνητο του μπαμπά σου στον Κιάμο όντας μόλις 19. Αυτό δεν έχει να κάνει με το τι είσαι αλλά με το τι θέλεις να είσαι, με το αν διαλέγεις να φτιάχνεις αυτό που ζεις ή να αφήνεις τους άλλους να το φτιάχνουν για εσένα και τελικά με το αν εσύ ο ίδιος επιλέγεις να εικονογραφείς εκτός από το να εικονογραφείσαι.

Δυστυχώς από την άλλη, το παράλογο στο γκράφιτι σήμερα είναι ότι εξακολουθεί να υπάρχει το φλερτ με το κυνηγητό και τα όρια της παρανομίας και γι’ αυτό φυσικά δεν φταίνε οι γκραφιτάδες, αν και είναι γεγονός ότι πολλοί εξιτάρονται από αυτό. Δεν ξέρω αν το γκράφιτι θα ήταν το ίδιο αν δεν υπήρχε το κυνηγητό και η αίσθηση του κινδύνου αλλά νομίζω ότι είναι καιρός να καταλάβει η κοινωνία ότι αυτός ο νέος κόσμος που στρέφεται προς τέτοιες δράσεις δεν είναι απαραίτητα ούτε υπόκοσμος ούτε αλητεία. Προσωπικά μάλιστα νομίζω το αντίθετο, ότι συχνά αυτοί οι νέοι συγκροτούν ή δύνανται να συγκροτήσουν μια νεανική avant garde παίζοντας κυρίαρχο ρόλο στην κουλτούρα και το είναι της πόλης κι ας μου λερώνουν τοίχους ή βαγόνια τρένων. Επιπλέον οφείλουμε να κατανοήσουμε ότι  αυτές οι καταστάσεις δεν είναι απλά μια παρενέργεια στο αστικό τοπίο αλλά το απολύτως φυσικό προϊόν του αστικού τρόπου ζωής που συγκροτείται και συγκροτεί την πόλη ως τέτοια, ως «πόλη» όπου το υποκείμενο συμμετέχει ενεργά συγκροτώντας τον χώρο του και γι’ αυτό πριν να δούμε το φαινόμενο ως γκράφιτι, ως αστική δράση, ως τέχνη κλπ πρέπει να το βιώσουμε ως κάτι απολύτως ανθρώπινο, ως ένα στίγμα ανθρώπινης παρουσίας που διασφαλίζει τον εξανθρωπισμό του αστικού χώρου, που γεννά την έννοια τόπος.

Αντίο φίλε.

h1

Αϋπνίες

01/09/2008

Δεν μπορώ να κοιμηθώ, κάνει μια περίεργη ζέστη απόψε, πηχτή και υγρή, ίσως μου φταίει αυτό. Έτσι αποφάσισα να γράψω μερικές συμβουλές και διαπιστώσεις που σκεφτόμουν αυτές τις μέρες:

1. Ο αθλητισμός είναι πολύ καλός για τον σώμα σας, όχι και για εσάς… θυμηθείτε ότι δεν είστε μόνο το σώμα σας. Πονάω από προχθές, τι το ήθελα το Beach Volley? Βέβαια φταίει και που δεν ήταν καλή η άμμος.

2. Η μπύρα δεν σε κοιμίζει όταν νυστάζεις, απλά σου προκαλεί κατούρημα, ακόμα κι αν καταφέρεις να κοιμηθείς το μόνο βέβαιο είναι ότι θα σηκωθείς στις 6 για τουαλέτα, μισό λεπτό…

3. Η μπύρα κάνει κοιλιά, αν δεν κάνεις αθλητισμό την γάμησες και επειδή ο αθλητισμός κάνει αυτό που περιγράφω στο 1) καλύτερα να κόψουμε την μπύρα.

4. Επίσης η μπύρα ίσως να είναι η απόδειξη ότι υπάρχει θεός καθώς είναι κάτι αντίστοιχο με το άγιο θαύμα του Ιησού, τον πολλαπλασιασμό των άρτων. Έτσι και η μπύρα, μία πίνεις και δέκα κατουράς.

5. Δεν βγαίνει η μέρα με χειροποίητα burgers, αν δεν είναι Burger King να σε φουσκώσουν δεν βγαίνει.

6. Στα Burger Kings προσέχεις τι πίνεις και παίρνεις coka cola, όχι μπύρα αλλιώς αυτοαναφλέγεσαι. Το φαινόμενο της αυτανάφλεξης ονομάζεται και spontaneous combustion και σύμφωνα με ένα επεισόδιο southpark συμβαίνει όταν δεν κάνεις «πριτς» όταν σου έρθει αλλά τις κρατάς!

7. Όταν ο καιρός είναι καλός, όπως αυτέ τις μέρες, οι γυναίκες είναι πολύ πιο ωραίες κι εσύ πολύ πιο ιδρωμένος.

8. Επίσης, οι πλούσιες γυναίκες είναι ωραίες. Είναι λοιπόν απολύτως λογικό να κυκλοφορείς σε ακριβά μέρη.

9. Η ομάδα που υποστηρίζω κερδίζει μόνο όταν δεν βλέπω τον αγώνα… (ΑΕΚ – ΠΑΟ : 2 – 1) και μόνο όταν είναι σε καθεστώς μεγάλης πίεσης.

10. Αγάπα τον πλησίον σου (ε να γράφουμε καμιά φορά και με αναφορές)

11. Σκέφτηκα ότι θα είναι πολύ γαμάτο και αλτέρνατιβ να έχω το πρώτο blog που θα έχει επίσημη ιστοσελίδα! Ποιο το νόημα; Απολύτως κανένα, γι’ αυτό θα είναι αλτέρνατιβ!

12. Ok, ίσως απλά κάνω ένα Group στο facebook… «Crazy Cows Facebook fans»

13. Πρέπει να αλλάξω banner στο blog, δώστε καμιά ιδέα.

14. και να πληρώσω το νοίκι, δώστε και γι αυτό καμιά ιδέα.

15. Καλύτερο από το να μετράς προβατάκια για να κοιμηθείς είναι να γράφεις μαλακίες στο blog σου μέχρι να κλείσουν τα μάτια σου.

16. Όταν δεν νυστάζεις και γράφεις στο blog σου για να νυστάξεις γράφεις χειρότερες μαλακίες.

17. …και τελικά δεν νυστάζεις κιόλας!

18. Όταν γράφεις μαλακίες πρέπει να ξέρεις που να σταματήσεις για να μην γίνεις περισσότερο ρεζίλι!

19. Πάω να μετρήσω προβατάκια…

20. Προβατάκια… Μαύρα, με ράστα που μισούν τους βοσκούς!