Archive for the ‘Στρατός’ Category

h1

Τους Ζυγούς Λύσατε…

14/01/2010

Όντας ξαπλωμένος στο κάτω κρεβάτι, κοιτώντας προς τα πάνω, αυτό που αντικρίζεις είναι ο «μπακλαβάς». Έτσι ονομάζουμε το πλεγμένο σύρμα που συγκρατεί το στρώμα του επάνω κρεβατιού σχηματίζοντας ρόμβους όπως τα συρματοπλέγματα των περιφράξεων. Αν κοιμάσαι στο κάτω κρεβάτι ο μπακλαβάς είναι το πρώτο πράγμα που βλέπεις το πρωί όταν ξυπνάς και το τελευταίο πριν κοιμηθείς το βράδυ. Έτσι, σταδιακά και μάλλον αναπόφευκτα, γίνεται πεδίο προβολής των σκέψεων, των εικόνων, των ιδεών, της μοναξιάς, της απόγνωσης. Τελικά, μέσα από αυτόν συνδέεσαι με τις σκέψεις σου, το συρμάτινο πλέγμα γίνεται φίλτρο, βλέπεις μέσα από αυτό.

Πέρασα μάλλον πάρα πολλές ώρες ατενίζοντας τον μπακλαβά, με σκέψεις ή χωρίς σκέψεις, δεν έχει σημασία. Άλλωστε, στο τέλος με κέρδιζε εκείνος και οι υπνωτικές του ιδιότητες, έπιανα τον εαυτό μου να προσπαθεί να διακρίνει σχήματα και εικόνες συνθέτοντας νοητά τους ρόμβους του, σαν να ήταν ψηφίδες. Το παιχνίδι τελείωνε όταν με έπαιρνε ο ύπνος ή όταν με σήκωνε από το κρεβάτι η αγριοφωνάρα κάποιου μαλάκα από τους πολλούς που υπάρχουν στον στρατό. Μετά επέστρεφα στον μπακλαβά, στο καταφύγιο του κάτω κρεβατιού και την υπνωτική του οθόνη, πάντα για λίγο, πάντα μέχρι το επόμενο εγερτήριο. Έτσι περνούσαν λεπτά, ώρες, μέρες, μήνες.

Έτσι, ένα πρωί ξυπνάς και κοιτάζεις προς τα πάνω και δεν βλέπεις πια μπακλαβά, το λευκό ταβάνι μοιάζει λυτρωτικό. Η επιστροφή της πολιτικής σου ταυτότητας αρκεί για να σε πείσει, ή να σε παραπλανήσει, ότι είσαι πια ελεύθερος. Στην πραγματικότητα το ξέρεις ότι παραμένεις το ίδιο ανελεύθερος, απλά λιγότερο περιορισμένος. Κάποιοι λένε «πάει τώρα, τελείωσε, άστο». Όταν μακρύνουν τα μαλλιά και τα γένια και η όψη τους δεν θυμίζει πια στρατιώτη η μνήμη τους εξασθενεί. Δυστυχώς δεν τελείωσε όμως. Ο μπακλαβάς είναι εκεί, όχι πια μόνο στο κρεβάτι που κοιμόμουν και τώρα κοιμάται κάποιος άλλος, είναι και στο μυαλό μου, στο μυαλό όλων όσων πέρασαν από αυτό. Οι μαλάκες είναι ακόμα εκεί, όπως και η βρωμιά, η βλακεία, ο παραλογισμός και η καταπίεση. Αν εσύ μπορείς να κοιμάσαι ήσυχα το βράδυ γνωρίζοντας ότι υπάρχει αυτό το πράγμα τότε μπράβο σου, ο στρατός πέτυχε τον στόχο του. Εγώ δεν μπορώ, μάλλον σε εμένα δεν πέτυχε!

Όπως και να έχει, η «επαφή από στάση προσοχής» έλαβε τέλος, «ΤΟΥΣ ΖΥΓΟΥΣ ΛΥΣΑΤΕ!»

Υ.Γ.: Αυτούς τους 11 μήνες έμαθα πολλά πράγματα που θα ήταν καλύτερο να μην τα έχω μάθει, είδα πολλά που θα ήθελα να μην είχα δει και έκανα κάποια που δεν θα ήθελα να έχω κάνει. Από κάποιους ανθρώπους εισέπραξα απόρριψη, αν και μάλλον φταίω κι εγώ σ’ αυτό. Βρήκα όμως και ανθρώπους που με βοήθησαν, συχνά με προστάτευσαν και νοιάστηκαν. Έκανα φίλους, τους ευχαριστώ ειλικρινά, δεν είναι ανάγκη να πω ονόματα, εκείνοι ξέρουν.


Advertisements
h1

Επαφή από στάση Προσοχής – Σημείο 6ο

08/08/2009

Η απουσία δεν μπορεί παρά να ακολουθείται από απολογία, όμως τουλάχιστον στην περίπτωση μου είναι δικαιολογημένη (ελπίζω). Δεν φταίει ότι ξέμεινα από χρόνο, ούτε από ενέργεια και κυρίως δεν ξέμεινα από ιδέες. Απλά ο στρατιώτης στην έξοδο του ή την άδεια, όταν δεν κοιμάται, προσπαθεί να ξεχάσει ότι είναι στρατιώτης. Κάπως έτσι απέφευγα να γράφω για καιρό κι αυτό δεν ήταν μια συνειδητή απόφαση αλλά περισσότερο το αποτέλεσμα μιας υποσυνείδητης διαρκούς μετάθεσης της «υποχρέωσης» μου να γράψω.

Το κακό είναι ότι μάλλον φαίνεται σαν να ήμουν ανενεργός αυτόν τον καιρό και ίσως πραγματικά να αισθάνομαι κι εγώ έτσι. Από την άλλη όμως η απουσία δεν συνεπάγεται αποχή ούτε και άρνηση. Δεν κατέβασα το ακουστικό. Η παύση δεν είναι πάντα τελεία, μπορεί να είναι κόμμα.

, ξεκινώ με κόμμα λοιπόν, συνεχίζοντας από εκεί που είχα αφήσει το προηγούμενο post… «Το ζητούμενο καταλήγει να είναι όχι το αποτέλεσμα και η ουσία του αλλά το επόμενο βήμα, το μετά το αποτέλεσμα, το μετά το μέχρι… Το μετά τον στρατό…»

Το «μετά τον στρατό» δεν έχει έρθει ακόμα, όμως αυτόν τον καιρό που δεν έγραφα ήλθαν και παρήλθαν πολλά «μέχρι». Έτσι, μέσα από Σισύφειες κυκλικότητες, ανεβάζοντας και κατεβάζοντας σημαίες ο καιρός πέρασε και πλησιάζει ένα «μετά», αυτό που υπάρχει ως πρώτο συνθετικό στην λέξη «μετάθεση». Σύντομα θα φύγω από εδώ και το όνομα μου θα διαγραφεί όχι μόνο από του στρατιωτικούς καταλόγους αλλά κι από το μυαλό των περισσότερων ανθρώπων που παραμένουν εδώ, εντός κι εκτός στρατοπέδου. Πιθανότατα και το δικό μου μυαλό θα τους διαγράψει όπως έχει διαγράψει τους περισσότερους συνεπιβάτες που ταξίδεψαν πλάι μου στα λεωφορεία και τα τρένα που γέμιζαν και άδειαζαν τη ζωή μου όλα αυτά τα χρόνια.

Κι όμως είμαι βέβαιος ότι κάποιοι συνεπιβάτες με θυμούνται όπως τους θυμάμαι κι εγώ. Είναι αυτοί που χωριστήκαμε σε κάποιο σταθμο ή αεροδρόμιο, αφού κοντοσταθήκαμε με χαμόγελο, δίνοντας τα χέρια ικανοποιημένοι ο ένας από την ύπαρξη του άλλου κι αντί για «αντίο» είπαμε «καλή αντάμωση». Κάπως έτσι θα φύγω κι από εδώ σε 10 μέρες, αφού κοντοσταθώ και σφίξω τα χέρια κάποιων ανθρώπων που με γέμισαν με την ύπαρξη τους. Σε μια περίοδο που ένοιωθα ξένος από όλα με αγκάλιασαν και με βοήθησαν να κουβαλήσω το (πραγματικό ή φανταστικό) φορτίο μου, ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Κάποιους τους ήξερα από παλιά, άλλους τους γνώρισα εδώ, όλοι είναι δικοί μου άνθρωποι…

Ευχαριστώ για όλα την Άννα και τον Δημήτρη που είναι υπέροχοι άνθρωποι, τον Βαγγέλη και τον Γιάννη και τις οικογένειες τους που ήταν και παραμένουν πραγματικοί φίλοι μου, τον Νίκο και τον Παναγιώτη που κέρδισαν την εκτίμηση μου κι έγιναν φίλοι μου αυτόν το καιρό. Καλή αντάμωση λοιπόν!

(Επανέρχομαι σύντομα για να γράψω για όλα όσα με απασχολούν αυτόν τον καιρό και για τα οποία όταν μιλάω βάζω θαυμαστικό(ά)! Πάντα από στάση προσοχής…)

h1

Επαφή από στάση προσοχής – Σημείο 5ο

24/05/2009

(Περί στρατιωτικού χρόνου, συνέχεια από το προηγούμενο με αφορμή την κουβέρτα του ’55)

1.

Οι μέρες κυλούν ανεβάζοντας και κατεβάζοντας σημαίες. Κάθε μέρα μια έπαρση και μια υποστολή, συνοδευόμενες από το γνωστό ήχο τύπου ταραταζούμ που δεν είναι παρά η απόδειξη ότι ο στρατός έχει χιούμορ (φυσικά χωρίς να το θέλει) και φροντίζει να το υπενθυμίζει σε καθημερινή βάση. Έτσι, καθώς μέρα με τη μέρα η σημαία παλινδρομεί στον ιστό ο ευθύγραμμος χρόνος κινείται πλέον κυκλικά. Ίσως φταίει το ρολόι που ώρες ώρες μοιάζει να γυρνάει προς τα πίσω, ίσως οι σφραγίδες με την ημερομηνία που πρέπει να περιστρέφω καθημερινά για να σφραγίζω, σημειώνοντας ημερομηνίες αποστολής και παραλαβής πριν υπογράψω και αναλάβω την ευθύνη ενός τίποτα. Ο στρατιωτικός χρόνος (όπως και ο μοναστηριακός και ο εργοστασιακός) μοιάζει με μια αέναη επανάληψη, μια κυκλικότητα η περιστροφή της οποίας είτε σε εγκλωβίζει σαν δίνη στον στρατό και την ρουτίνα του σαν κεντρομόλος είτε σε πετάει έξω με περισσότερη δύναμη, σαν φυγόκεντρος που μοιραία αναπτύσσεται… Χρησιμοποιόντας την φυγόκεντρο έχω πετάξει γάντζο στον προσεχή Φλεβάρη (ημερομηνία απολύσεως), ψάχνω ημερομηνίες ενδιάμεσα και αφορμές για να πατήσω και να ανέβω, μια άδεια, μετάθεση μια έξοδο. Σπάω στο μυαλό μου (και όχι το μυαλό μου) την κυκλικότητα του χρόνου σε κομμάτια και φτιάχνω σκαλοπάτια. Άλλωστε εκτός από κυκλικότητα ο στρατός είναι αποσπασματικότητα και κατάτμηση, κατάτμηση αρμοδιοτήτων, χρόνου, συναισθημάτων, κινήσεων, χώρων… αν πω σκέψεων θα έχω ξεφύγει, στον στρατό δεν σκεφτόμαστε, εκτελούμε όσα σκέφτονται οι άλλοι για λογαριασμό μας…

2.

Μέσα σε αυτή την αποσπασματικότητα  δεν είναι καθόλου δύσκολο να χαθείς μέσα σε τεχνητές κατατμήσεις, σε θραύσματα της πραγματικότητας. Ο μικρόκοσμος της αρβύλας σου τη στιγμή που τη γυαλίζεις ή δένεις τα κορδόνια σου γίνεται μεγάκοσμος και συχνά συγκροτεί σαφή όρια. Έτσι, είναι στιγμές που υπάρχει μόνο η πράξη, η στιγμή. Τα κίνητρα που την ενεργοποιούν, οι αιτίες που την επιβάλουν, το τελικό αποτέλεσμα, δεν υπάρχουν, δεν συμμετέχουν. Υπάρχει μόνο ένα χέρι, ή ένα σώμα, που εκτελεί μια κίνηση σαν μηχανή που αποσπάται από το πρίν και το μετά. Καθώς δένω τα κορδόνια μου δεν σκέφτομαι τι θα κάνω αφού τα δέσω, αυτό θα το ξέρω μόνο μετά το τέλος της διαδικασίας, συχνά χωρίς να το σκεφτώ, προς στιγμήν υπάρχουν μόνο τα κορδόνια. Μόνο όταν τα δέσω θα πω με ανακούφιση «πάει κι αυτό» και αυτόματα θα ξεκινήσει κάτι άλλο. Η αρβύλα, το ξύρισμα, η αναφορά, το πρωινό, το μεσημέρι, η μέρα, η εβδομάδα είναι καταστάσεις – μεγέθη που συγκροτούν πολλαπλά αλληλοσυνδεόμενα «μέχρι»… Μέχρι την έξοδο, μέχρι την άδεια, μέχρι την απόλυση, ίσως απλά «μέχρι να κοιμηθώ» – (πόσο θέλω να κοιμηθώ!)

1 + 2 = 3.

Αυτό είναι ο στρατός, αλληλοσυνδεόμενες μικροκλίμακες, παρατιθέμενες χρονικά με τρόπο σειριακό που παραδόξως συγκροτεί κυκλικότητες (φαινομενικά). Ίσως καθόλου παραδόξως τώρα που το ξανασκέφτομαι, ίσως ακριβώς επειδή λειτουργεί σειριακά καταδικάζεται στην επανάληψη και καταλήγει να παράγει κυκλικότητες. Βεβαίως θα μπορούσε κανείς να το δει κι ανάποδα, ο στρατιωτικός χρόνος είναι προκατασκευασμένες κυκλικότητες που κανείς από ανάγκη διασπά σε χρονικές μικροκλίμακες που συνδέει σειριακά, διασπά τον χρόνο σε στιγμές για «να την παλέψει». Σε κάθε περίπτωση προφανώς η κυκλικότητα και η σειριακότητα υπηρετούν η μία την άλλη. Σε αυτό το σύμπαν της κατασκευασμένης επανάληψης που συγκροτείται από πολλαπλά διαδοχικά «μέχρι», η ενασχόληση με το ελάχιστο, η παραγωγή του ελαχίστου, η στείρα διεκπεραίωση δεν είναι παρενέργειες, είναι η φυσική συνέπεια. Το ζητούμενο καταλήγει να είναι όχι το αποτέλεσμα και η ουσία του αλλά το επόμενο βήμα, το μετά το αποτέλεσμα, το μετά το μέχρι… Το μετά τον στρατό…

(Μέχρι τότε παραμένω σε στάση προσοχής…)

h1

Επαφή από στάση προσοχής – Σημείο 4ο

15/05/2009

Από ανάγκη γράφω με μολύβι σε ένα μικρό σημειωματάριο ή σε χαρτάκια που βρίσκω από ‘δω κι από ‘κει κι αφού τα γράψω τα χώνω στις τσέπες μου. Μερικές φορές γράφω κρυφά, κατά τη διάρκεια υπηρεσίας, λίγες λέξεις-κλειδιά μόνο, συνθηματικά, για να συνεχίσω όταν θα μπορώ να γράψω πιο ελεύθερα, όταν οι σκέψεις και τα χέρια μου δεν θα είναι τόσο δεσμευμένα.  —> Παύση – Έφοδος στον θάλαμο όπου κάνω γερμανικό, εκτελώντας χρέη θαλαμοφύλακα – Καταμέτρηση όπλων – Όλα Καλώς – Συνέχεια —> Αυτή την αποδέσμευση την διεκδικώ στα καφέ όπου συχνά κάθομαι σκόπιμα μόνος, ακούγοντας πιο ιδιωτικά την σκέψη μου, συνεχίζοντας τα γραφόμενα μου, συνδέοντας τις λέξεις σε προτάσεις, τις προτάσεις σε παραγράφους, επιχειρώντας να ανασυντάξω τα νοήματα που σκέφτηκα και τα αισθήματα που ένοιωσα όταν μείωνα την σκέψη μου εγκλωβίζοντας την σε ένα συνθηματικό… Οι φαντάροι με παρατηρούν απορημένοι, οι ανώτεροι απλά με παρατηρούν (μου κάνουν παρατήρηση), τα γκαρσόνια μου πιάνουν κουβέντα, ίσως από ενδιαφέρον, ίσως για να διαγνώσουν αν είμαι ψυχοπαθής, ίσως για να το επιβεβαιώσουν…

«Χ. τι γράφεις εκεί;», «ημερολόγιο…» απάντησα ο αφελής στον ανώτερο μου, «Όχι σε ώρα εργασίας, σε παρακαλώ, στον ελεύθερο χρόνο σου, όχι εδώ μέσα»… Περίπου με μάλωσε. «Μα τι να κάνω, αφού κάθομαι»… δεν το είπα, αν το έλεγα θα ήταν «λάθος». Στον στρατό δεν λέμε κάθομαι, δεν καθόμαστε κι αν καθόμαστε δεν το λέμε, ούτε αυτός το λέει παρόλο που το κάνει. Ο λόγος που επιβάλει κάτι τέτοιο είναι ο ίδιος για τον οποίο τα στασίδια των εκκλησιών είναι ο πιο άβολος τύπος καθίσματος, η άποψη ότι η σωματική χαλάρωση επιφέρει και την πνευματική. Πρέπει να είμαστε σε διαρκή εγρήγορση και η προσοχή μας να είναι τεταμένη γι’ αυτό ακόμα κι αν δεν υπάρχει πραγματικός λόγος για να είμαστε σε κινητικότητα πρέπει να τον εφεύρουμε. Βεβαίως, στον στρατό το να μην υπάρχει λόγος για κινητικότητα είναι το σύνηθες, ο κανόνας και όχι η εξαίρεση. Έτσι, το σενάριο απλοποιείται άμεσα, αρκεί αυτοί να εφευρίσκουν δουλειές και προβλήματα και εμείς να εικονογραφούμε την λύση τους δικαιολογώντας το μισθό τους και την 12μηνη θητεία μας…

Έτσι δικαιολογούνται οι φωνές… «Τεντώστε τις κουβέρτες, φτιάξτε τα κρεβάτια», και καθώς το «γιατί» δεν υφίσταται ως ερώτημα, υποκαθίσταται από το «μα πόσο ακόμα να το τεντώσω; Από το τέντωμα το σεντόνι εκτείνεται από τον Έβρο ως την Κρήτη»… Κι όμως, το τέντωμα είναι αυτό που εικονογραφεί την ευταξία και την καθαριότητα. Στην πραγματικότητα βέβαια ο ελληνικός στρατός επιβεβαιώνει ότι μια κουβέρτα που δεν πλαίνεται και δεν αντικαθίσταται παρά μόνο σε καταστάσεις συναγερμού (δηλαδή επίσκεψη στον θάλαμο από αξιωματικό με βαθμό από ταξίαρχο και άνω) δύναται να επιβιώνει από το 1955 μέχρι σήμερα (γεγονός)!

(Κάπου εδώ τελείωσε η υπηρεσία μου και πήγα για ύπνο, ας μου συγχωρεθεί η απουσία…)

h1

Επαφή από στάση προσοχής – Σημείο 3ο

25/03/2009

«Έναν διπλό ελληνικό, φέρ’τον στο γραφείο μου…»
«Μάλιστα…»

Νερό στο μπρίκι, αναπτήρας στο γκαζάκι, φλόγα, καφές και ζάχαρη, ανακάτεμα και καθαρό φλιτζάνι… Ξαφνικά ο γνώριμος τσιριχτός ήχος που θυμίζει γραμμόφωνο. Η υποστολή σημαίας με υποχρεώνει να σταθώ προσοχή καθώς το ανοιχτό παράθυρο με αφήνει εκτεθειμένο… Μεταβολή λοιπόν και προσοχή λίγο πριν ο καφές αρχίσει να φουσκώνει… «Φτου ρε πούστη μου, πάει ο καφές» σκέφτομαι παραμένοντας σε στάση προσοχής και έχοντας αλληθωρίσει καθώς κοιτώ με το δεξί μάτι τη σημαία και με το αριστερό το μπρίκι. Στιγμές αγωνίας, ενώ η σημαία κατεβαίνει, ταυτόχρονα ο ελληνικός αρχίζει να βγάζει τις πρώτες φουσκάλες οι οποίες μαρτυρούν ότι το παιχνίδι ανάμεσα στην υποστολή και τον καφέ θα είναι ένα ντέρμπι που θα κριθεί την τελευταία στιγμή. Για λίγο σκέφτομαι πόσες φορές έβρισα το γκαζάκι επειδή αργούσε να ζεστάνει το νερό, είναι πολύ αργά για να του ζητήσω συγγνώμη, μπορώ μόνο να ελπίζω ότι και αυτή τη φορά θα καθυστερήσει. Η σημαία έχει φτάσει λίγο κάτω από τη μέση του ιστού και ο καφές έχει αρχίσει να φουσκώνει, είναι πια προφανές ότι όλα θα εξαρτηθούν από την ταχύτητα με την οποία θα μετακινήσω το χέρι μου έτσι ώστε από στάση προσοχής να τραβήξω το μπρίκι από τη φλόγα… 3… 2… 1… Υποστολή τέλος! Με μια αστραπιαία κίνηση βγαλμένη από γουέστερν σηκώνω το δεξί μου χέρι σαν να τράβηξα το ρεβόλβερ μου για να γεμίσω τον αντίπαλο καουμπόη με μολύβι, αρπάζω το μπρίκι και κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή σώζω τον καφέ πετυχαίνοντας μάλιστα το ιδανικό καϊμάκι! Με την μεγαλειώδη αδιαφορία που χαρακτηρίζει τον κάθε μεγάλο νικητή γεμίζω το φλιτζάνι, το τοποθετώ στον δίσκο και απομακρύνομαι προς  το γραφείο σαν να απομακρύνομαι προς το ηλιοβασίλεμα…

«Είμαι ένας φτωχός και μόνος καουμπόη μακριά από το σπίτι…»

(Επιστρέφω σύντομα με την συνέχεια του προηγούμενου ποστ…)

h1

Επαφή από στάση προσοχής – Σημείο 2ο

11/03/2009

«Ορκίζομαι»… Όλοι μαζί δυνατά «ΟΡΚΙ-ΖΟΜΑΙ…», «Να φυλάττω πίστιν εις την Πατρίδα»…

Καθώς τα παρατεταγμένα στόματα ανοιγοκλείνουν μηχανικά επαναλαμβάνοντας το προϊόν μιας υπαγόρευσης, μοιάζει η δύναμη και η σύνταξη των φωνών να αντικειμενικοποιεί τεχνητά την έννοια πατρίδα. Άλλωστε στον στρατιωτικό όρκο η λέξη πατρίδα γράφεται «Πατρίδα», με κεφαλαίο πι για να τονίζεται η μοναδικότητα της, σαν να ήταν μια απόλυτη αλήθεια, όπως συμβαίνει και με το κεφαλαίο θήτα στην λέξη Θεός.

Όμως αλήθεια, τι είναι μια πατρίδα; Είμαι απολύτως βέβαιος ότι αν κανείς ζητήσει τον ορισμό της λέξης «πατρίδα» από όλους αυτούς που ορκίζονται πίστη σε αυτή θα είναι περίπου αδύνατο να βρει έστω και δύο άτομα που να συμφωνούν για το τι είναι μια πατρίδα, πόσο μάλλον «Η Πατρίδα» με άρθρο οριστικό και όχι αόριστο και με πι κεφαλαίο. Αυτή η πολλαπλότητα και οι ποικιλία των εν δυνάμει ορισμών δεν έχει να κάνει με αδυναμία κατανόησης της λέξης πατρίδα αλλά πολύ απλά με την ίδια την υποκειμενική φύση της έννοιας πατρίδα, ως «καθαυτό».

Στον δικό του ορισμό της λέξης «πατρίδα» ο Ιωάννης Πολέμης λέει, «μην είναι οι κάμποι, μην είναι τ’ άσπαρτα ψηλά βουνά; (…)»

Ναι, πατρίδα για κάποιον μπορεί να είναι κι όλα αυτά όμως ο Πολέμης ενώ παράγει ποίηση μιλώντας για μια πατρίδα όπως την βλέπει ο ίδιος, κάνει ταυτόχρονα το λογικό ατόπημα να μιλάει εξ’ ονόματος όλων μας, διερωτόμενος «τι είναι η πατρίδα μας» αντί του «τι είναι η πατρίδα μου» ή του «τι είναι η πατρίδα για εμένα». Για να μην οδηγηθούμε σε παρεξηγήσεις, σεβόμενος την ελευθερία της τέχνης και την πρόθεση του καλλιτέχνη διευκρινίζω ότι τα παραπάνω δεν συνιστούν κριτική στον Πολέμη και το έργο του, αλλά μια αφορμή για να σκεφτούμε το πως οι άνθρωποι εννοούσαν και εννοούν την λέξη – έννοια πατρίδα. Αυτό που με ενδιαφέρει άλλωστε είναι το πως η λέξη «πατρίδα» και ο τρόπος χρήσης της ιστορικά παράγει μια επικρατούσα αντίληψη για το «είναι» της πατρίδας. Αναφερόμενος λοιπόν στον Πολέμη παίρνω την αφορμή για να μιλήσω για αυτό που εγώ εντοπίζω ως θεμελιώδη παρεξήγηση, το «μας» πίσω από την λέξη «πατρίδα».

Η έννοια Πατρίδα λοιπόν στην οποία ορκιζόμαστε πρώτα εμφανώς επιχειρεί να λειτουργήσει ως στοιχείο παραγωγής και διασφάλισης μιας τεχνητής και πολυεπίπεδης «συνοχής», μέσω της «πίστης» σε ένα κοινό ανώτερο στοιχείο – σημείο, αυτό δηλαδή που αφηρημένα νοείται ως πατρίδα, και το οποίο υποτίθεται ότι έχουμε όλοι ως κοινή αναφορά λόγω μιας κοινής καταγωγής. Σε λειτουργικό επίπεδο, αυτή η «πίστη» υποτίθεται ότι πρέπει να υπάρχει για να διασφαλίζει αυτό που ο όρκος λέει παρακάτω «υπακοή στο σύνταγμα, τους νόμους και τα ψηφίσματα του κράτους». Έτσι, η έννοια Παρτίδα γίνεται κάτι σαν τον Ντοστογιεφσκικό θεό ο οποίος είναι αναγκαίος για επιτελεί έναν καθαρά λειτουργικό ρόλο καθώς γίνεται προϋπόθεση για να υπάρχει τάξη σε μια κοινωνία. «Ακόμα κι αν δεν υπήρχε θεός θα έπρεπε να το εφεύρουμε» λέει ο Ντοστογιέφσκι… «Γιατί οι άνθρωποι θα έκαναν ότι ήθελαν» προσθέτω εγώ επεκτείνοντας την λογική του επιχειρήματός του.

Έναντι του Ντοστογιεφσκικού θεού ή αντίστοιχα της έννοιας Πατρίδα που φιλοδοξούν να λειτουργούν ως παραγωγοί κοινωνικής συγκρότησης και συνοχής, προσωπικά προτιμώ να δεχθώ την πιο φιλική προς τον άνθρωπο άποψη του Καστοριάδη σύμφωνα με τον οποίο οι κοινωνίες μπορούν να φτιάχνουν θεσμούς, κανόνες και νόμους και να τους τηρούν χωρίς να έχουν ανάγκη έναν ανώτερο μεταφυσικό ελεγκτή, μια ανώτερη ιδέα  – κατασκευαστή συνειδήσεων και ηθικολογιών, π.χ. Θεό (εδώ προσθέτω «Πατρίδα»). Αρκεί η συμμετοχή μας στην σύνταξη των πλαισίων των κανόνων και των νόμων μας έτσι ώστε να τους σεβόμαστε και για να πειστεί κανείς γι’αυτό αρκεί να ρίξει μια ματιά στην αρχαία Ελληνική Δημοκρατία, αυτό ονομάζεται «αυτονομία». Κοινώς, είναι δυνατόν να σεβόμαστε τους νόμους για τον πολύ απλό λόγο ότι τους φτιάξαμε οι ίδιοι, ως πολίτες, ως κοινωνοί δηλαδή πολιτείας, πολιτικής, πολιτισμού.

Όμως, σε ένα κράτος και σε ένα σύστημα που η παραγωγή των νόμων, η λειτουργία του κράτους, η κάθε είδους θέσμιση ουσιαστικά είναι αποτέλεσμα και ταυτόχρονα έχει ως προϊόν τον εξοστρακισμό του πολίτη από  αυτό που τον καθιστά πολίτη ουσιαστικά και όχι ονομαστικά, την συμμετοχή, είναι απαραίτητη η πίστη σε μια ανώτερη έννοια ώστε να συντηρηθεί το κράτος και το υπάρχον σύστημα. Η πίστη λοιπόν υπάρχει για να λειτουργεί ως υποκατάστατο της συμμετοχής και να μας καθιστά πολίτες τεχνητά, μέσω «ετερονομιών», μέσω κοινών εξωτερικών αναφορών (πραγματικών και κατασκευασμένων) που μας συνδέουν έμμεσα και όχι μέσω συνδιαμορφώσεων και μιας διαλεκτικής των υποκειμένων που θα μας συνέδεε άμεσα και ουσιαστικά ως συμμέτοχους και συμπαραγωγούς ενός προϊόντος – αγαθού που θα καρπωνόμασταν οι ίδιοι.

Επιπλέον, όλα όσα ζητούν την πίστη μας αποτελούν ταυτόχρονα τα συστατικά αλλά και τα προϊόντα της. Κράτος – πατρίδα – θρησκεία – ιστορία, δεν γίνονται διακριτά ούτε σαν έννοιες ούτε ως θεσμοί αλλά αντίθετα συμπλέκονται και διαπλέκονται μέσα σε αυτό το κατ’ εικόνα μεταμοντέρνο συνονθύλευμα που ονομάζεται Ελλάδα και το οποίο παραδόξως (καθόλου), στις δομές του μοιάζει να κουβαλάει όλες τις αρνητικές παρενέργειες των λογικών ενός ισοπεδωτικού κακώς νοούμενου μοντερνισμού. Έτσι, αυτό που ουσιαστικά είναι ένα είδος «τομής» ανάμεσα στα συνεχή πεδία πολλαπλών εννοιών (κράτος – πατρίδα – θρησκεία – ιστορία) παρουσιάζεται και λειτουργεί τεχνητά ως ταύτιση τους. Το κράτος ταυτίζεται τεχνητά με την πατρίδα, η πατρίδα το ίδιο τεχνητά με την θρησκεία και η θρησκεία με το κράτος και όλα αυτά να έχουν ως κοινή υποστηρικτική έννοια την ιστορία γιατί με αυτόν τον τρόπο αρκεί η πίστη σε ένα από αυτά για να συντηρήσει την ύπαρξη των άλλων. Καθόλου τυχαίο ότι μας ορκίζουν ενώπιον του θεού και μέσω ενός «εκπροσώπου» του ώστε να είμαστε πιστοί σε μια «Πατρίδα» και μέσω αυτού να διασφαλιστεί ότι θα υπακούμε «το σύνταγμα, τους νόμους και τα ψηφίσματα του κράτους». Οι εσωτερικές ασυνέπειες του παραπάνω εγχειρήματος είναι προφανείς.

Από την μια, η λογική ότι ορκίζεται κάποιος σε έναν τέλειο θεό ότι θα υπακούει τους ατελείς ανθρώπινους νόμους μιας τεχνητής ανθρώπινης κατασκευής, του κράτους, σαν ο Θεός να έχει εξουσιοδοτήσει με κάποιο τρόπο το κράτος να λειτουργεί ως αλάθητος εκπρόσωπος του είναι, αν όχι οξύμωρη, τότε σίγουρα λογικά άτοπη (ευχαριστώ τον Β.Ν. που μου το επεσήμανε) ακόμα και για τους πιστεύοντες στον Θεό. Από την άλλη, αυτή η διαδικασία που εμφανώς επιχειρεί να ανάγει τα προϊόντα – κατασκευάσματα της ανθρώπινης ευφυίας (και μαζί ανοησίας) και του νομικού πολιτισμού σε θέσφατα είναι ανειλικρινής. Ίσως θα αρκούσε η παρουσίαση του κράτους ως αυτό που είναι, ως ατελές ανθρώπινο κατασκεύασμα το οποίο είναι υπό διαρκή αναδιαμόρφωση και στο οποίο πρέπει να «πιστεύουμε» (θα προτιμούσα απλά να συμμετέχουμε) γιατί εμείς οι ίδιοι το χτίζουμε και το αναδιαμορφώνουμε. Βεβαίως, οι λόγοι που δεν συμβαίνει αυτό είναι δύο. Ο πρώτος είναι ότι προφανώς δεν έχουμε πρόσβαση στο κράτος και επί της ουσίας η συμμετοχή μας στο κτίσιμο και την αναδιαμόρφωσή του είναι υποβιβασμένη στο επίπεδο μιας ελάχιστης εικονογράφησης. Ο δεύτερος λόγος είναι μαζί αποτέλεσμα και αιτία του πρώτου και έγκειται στο ότι κάποιοι θεωρούν ότι ενώ τα ανθρώπινα κατασκευάσματα είναι ανοιχτά σε κριτική και αμφισβήτηση, τα θέσφατα λειτουργούν αξιωματικά, απαιτούν πίστη, όχι κρίση, αμφισβήτηση ή κριτική, αυτές νοούνται ως αρνητικές παρενέργειες και όχι ως υγιείς αντιδράσεις, εγγενείς σε κάθε είδους σύστημα.

Η πίστη συνεπώς σε μια Πατρίδα (και γενικότερα σε ένα πεδίο αφηρημένων εννοιών), είτε από λάθος, είτε ως κατάλοιπο άλλων εποχών, παραμένει να είναι ένα δομικό, λειτουργικό συστατικό του κράτους. Πως γεννάται λοιπόν μια πίστη; Με αυτό που ονομάζεται κοινωνική κατασκευή, με την τεχνητή αντικειμενικοποίηση συμβόλων, λέξεων, καταστάσεων και έχει ως στόχο την υποταγή του υποκειμενικού στοιχείου, συχνά ακόμα και την χρήση του με τρόπο που να ταυτίζει το άτομο με το αντικείμενο της πίστης του. Γι’ αυτό τον λόγο η λέξη «Πατρίδα» παραμένει να λειτουργεί ως ένα όνομα κενό, ένα empty token (κενό νόμισμα), και να επικοινωνείται ως ένα simulacrum (είδωλο) αποσπασμένο από ένα πραγματικό «είναι», ως ένα σημείο τόσο αόριστο, γενικό κι αφηρημένο ώστε ο καθένας να μπορεί να προβάλλει σε αυτό τον δικό του ορισμό της πατρίδας, να εντάξει μέσα σε αυτόν οτιδήποτε μπορεί να χωρέσει, οτιδήποτε πιστεύει ο ίδιος ότι είναι πατρίδα και τελικά να ορκιστεί πίστη σε αυτήν σαν να επρόκειτο για κάτι αντικειμενικά αναγνωρίσιμο, μάλιστα θεωρώντας εσφαλμένα ότι κι όλοι οι υπόλοιποι ορκίζονται πίστη στην ίδια πατρίδα με αυτόν ενώ επί της ουσίας ορκίζονται πίστη σε ένα κάτοπτρο που αντανακλά το υποκείμενο του καθένα χωριστά.

Ο Πολέμης παράγει κι αυτός ένα κάτοπτρο. Μιλά για κάποιους κάμπους, για κάποια βουνά που δεν έχει ονοματίσει επιτρέποντας στον καθένα να τα δει με τα δικά του μάτια. Κάποιος θεωρεί ότι βλέπει τα βουνά που θυμάται από παιδί, για κάποιον είναι ο Όλυμπος και για άλλον ο Ψηλορείτης, και έτσι γι’ αυτόν η πατρίδα φορτίζεται από την μνήμη του. Για κάποιον τρίτο τα βουνά και οι κάμποι του Πολέμη είναι απλά τα βουνά που θα ήθελε να έχει δει ή τα βουνά που φαντάστηκε και γι’ αυτόν πατρίδα γίνεται και το εν δυνάμει. Άλλοι βλέπουν τα βουνά μέσα από τα θέλω τους, κάποιοι θέλουν μόνο να τα βλέπουν, άλλοι να τα ανέβουν, άλλοι να τα ζωγραφίσουν κι άλλοι να τα κατακτήσουν. Για βουνά και κάμπους μιλά κι ο Γερμανός, ο Γάλλος, ο Ιταλός, ο Ισπανός κλπ μιλώντας ο καθένας για την δική του πατρίδα και τα δικά του αφηρημένα τοπία. Το ερώτημα τελικά είναι αν αυτό που βλέπει ο καθένας συνιστά πραγματικά την Πατρίδα μας με πι κεφαλαίο ή πολλές προσωπικές πατρίδες με μικρό πι, μέσα από πολλαπλές και ποικίλες αναγνώσεις του αφηρημένου όρου «Πατρίδα».

Προσωπικά λοιπόν, από το αφηρημένο και το απρόσωπο μιας «Πατρίδας» η οποία γράφεται με πι κεφαλαίο για να λειτουργεί ως πεδίο προβολής, προτιμώ το συγκεκριμένο και προσωπικό, τον δικό μου ορισμό ή και τον δικό σας αν μπορεί να με συγκινήσει. Η πατρίδα δεν είναι απλά μια φορτισμένη λέξη, είναι μια φορτισμένη λέξη για λόγους που είναι διαφορετικοί για τον κάθε άνθρωπο. Πατρίδα για τον καθένα είναι αυτό που ο ίδιος ορίζει μέσα από την τροχεία του στον χώρο και τον χρόνο, η οποία είναι συγκεκριμένη και αφηρημένη μαζί. Η πατρίδα γεννάται την στιγμή που οι κάμποι και τα ψηλά βουνά δεν είναι πια μια μάζα από εικόνες (όπως αυτές του Πολέμη) αλλά διακρίνονται ξεχωριστά, όχι μόνο αφηρημένα αλλά και συγκεκριμένα, και κανείς μπορεί να τα αναγνωρίσει και να ονοματίσει το καθένα, να πλάσει μύθους και ιστορίες, να έχει μνήμη από αυτά και κυρίως ελπίδα. Πατρίδα μπορεί να είναι και αυτό που θα ήθελες να έχεις, όχι αποκλειστικά αυτό που έχεις ή είχες. Η πατρίδα τελικά δεν είναι ούτε χώρος, ούτε τόπος, είναι κατάσταση.

Η δική μου πατρίδα γράφεται με μικρό πι και δεν ζητάει πίστη γιατί η ίδια με έφτιαξε ώστε να της είμαι πιστός. Πατρίδα μου είναι όλα όσα έζησα, οι άνθρωποι που με περιέβαλλαν, οι χώροι που με φιλοξένησαν και βιωματικά έγιναν τόποι, οι θέες που γέμισαν το βλέμμα μου, οι ήχοι, οι γεύσεις και οι μυρωδιές που ερέθισαν τις αισθήσεις μου, οι στιγμές που συντελούν στο πλήρωμα της μνήμης και της σκέψης μου, όλα όσα γεννούν τόπο φορτίζοντας τον χώρο. Πατρίδα μου είναι και το εν δυνάμει, αυτό που μέσα από το διαρκές γίνωμα ελπίζω για το μέλλον, αυτό που προσδοκώ και μαζί οι προσδοκίες που έχω απολέσει. Αυτά είναι η δική μου πατρίδα, όλα αυτά που με κάνουν να είμαι εγώ, η δική σου είναι μια άλλη πατρίδα, εξίσου μοναδική με την δική μου αλλά εντελώς διαφορετική και γι’ αυτό εσύ είσαι εσύ και όχι εγώ.

Ανοίγοντας το στόμα και φωνάζοντας νοιώθω την ένταση των φωνών να μας ενώνει όλους σε ένα σώμα, αισθανόμενος τις φωνές τον άλλων μαζί με τη δική μου να συντονίζονται κάπου ανάμεσα στο στήθος και τον λαιμό μου. Όμως τι άλλο μας ενώνει εκτός από τον συντονισμό των φωνών και την παράταξη των σωμάτων; Θα μπορούσε να μας ο ενώνει ο από κοινού σεβασμός όλων όσων μας χωρίζουν;

«Ατενώς»…

(Διακοπή και πάλι, συνεχίζεται… Θα χαρώ να απαντήσω σε όλες τις ερωτήσεις που θα διατυπωθούν στα σχόλια, ζητώ όμως την υπομονή και την κατανόηση σας καθώς η πρόσβαση μου στο διαδίκτυο από στάση προσοχής δεν είναι εύκολη)

h1

Επαφή από στάση προσοχής – Σημείο 1ο

25/02/2009

«Άνδρες, προσοχή…» υπόκωφο μπαπ, «Μεταβολή…» κι άλλο μπαπ.

Σηκώνω το κεφάλι και κοιτάζω τον ουρανό. Ένας μάλλον αστείος ήχος από τρομπέτα, που μοιάζει σαν από παλιό γραμμόφωνο που παίζει έναν χιλιοπαιγμένο δίσκο, συνοδεύει την υποστολή της σημαίας αναιρώντας την προτιθέμενη «ιερότητα» της στιγμής. Στάση προσοχής και το βλέμμα μου μένει καρφωμένο ψηλά. Μέσα στο σουρεαλιστικό της σκηνής για μια στιγμή καταφέρνω να απομονώσω τον ήχο της σκέψης μου, «τι ωραίο το σύννεφο, τι όμορφος ο ουρανός και τι ζωντανά χρώματα καθώς ο ήλιος πέφτει!… Κυρίως, πόσο όμορφη kitsch σκέψη!». Ξεχνώ για λίγο ότι τα πόδια μου με πονούν από τα άρβυλα, κοιτώ μόνο τον ουρανό υπερασπιζόμενος την αυτοαναφορικότητα μου… Όλα τα άλλα είναι έξω από εμένα.

Το να ονομάσεις το κοινό κοτόπουλο με ρύζι «chicken cury» και να δώσεις συγχαρητήρια στον σεφ του στρατοπέδου δεν αλλάζει ιδιαίτερα την ποιότητα του φαγητού ούτε την γεύση αν και για να είμαι ειλικρινής το φαγητό δεν είναι τόσο κακό. Το να προσποιείσαι ότι το δωδεκάπλευρο στέγαστρο έξω από το ΚΨΜ είναι ένα καρουζέλ δεν αυξάνει σε καμία περίπτωση την πιθανότητα αυτό να αρχίσει να περιστρέφεται φωτισμένο παίζοντας μουσική. Το να παίζεις μπάλα χωρίς μπάλα και να οδηγείς μηχανάκι χωρίς μηχανάκι δεν μετατρέπει το στρατόπεδο σε ποδοσφαιρικό γήπεδο με φιλάθλους που σε επευφημούν ούτε σου προσφέρει την αίσθηση της ταχύτητας ανεβάζοντας την αδρεναλίνη σου καθώς ο αέρας ανεμίζει τα λιγοστά μαλλιά σου. Το να έχεις προσέξει τι ώρα ανάβουν τα φώτα στο κάστρο και την επομένη να προσποιείσαι ότι τα ανάβεις εσύ τηλεπαθητικά δεν σε κάνει πραγματικό μάγο. Το να συναντιέσαι στο γεφυράκι και να σχεδιάζεις μια φανταστική «επανάσταση» δεν σε κάνει επαναστάτη και τελικά το να επιχειρήσεις να μετρήσεις όλες τις αποστάσεις στο στρατόπεδο με βήματα και να κάνεις έναν χάρτη για τυφλούς δεν έχει ιδιαίτερο νόημα. Άλλωστε δεν υπάρχουν τυφλοί φαντάροι και για κάποιον περίεργο λόγο αυτό δεν θεωρείται κοινωνικός ρατσισμός (αστειεύομαι).

Όλα τα παραπάνω δεν έχουν χρηστική αξία όμως αυτό δεν τα καθιστά μάταια. Είναι η επινόηση ενός παράδοξου φαντασιακού σύμπαντος, ενός παράλληλου κόσμου, μιας παραχάραξης της πραγματικότητας στην οποία καταφεύγεις για να παραμείνεις αυτοαναφορικός. Ο προσωπικός παραλογισμός είναι ο τρόπος για να αντέξεις τον παραλογισμό των άλλων και να μην καταλήξεις σε μια γωνία με σκυμμένο το κεφάλι και με ένα τσιγάρο στο χέρι να λες το κλισέ «δεν την παλεύω», έχοντας πέσει στην παγίδα του να αποδεχθείς πλήρως τον ρόλο που σου ανέθεσαν, του φαντάρου. «Έλα ρε σειρά», μου είπε ένα παλικάρι στον διάδρομο, «φίλε μου δεν είμαι σειρά, είμαι άνθρωπος»…

«Άντρες, μεταβολή», μπαπ…

(Με συγχωρείτε, διακοπή! Η συνέχεια σύντομα, πάντα από στάση προσοχής…)