Archive for the ‘Πολιτική’ Category

h1

Σύνταγμα #1

11/06/2011

Μετά τη δουλειά πηγαίνω για λίγο από το Σύνταγμα, θέλω να ελπίζω ότι όλο αυτό είναι κάτι αλλά μάλλον το κάνω για να παρηγορώ τον εαυτό μου. Στην πραγματικότητα ξέρω ότι το Σύνταγμα δεν είναι παρά η χωρική συμπύκνωση της χυδαίας έκφανσης του ελληνικού μεταμοντερνισμού.

Στα πάνω του Συντάγματος, ένα συνονθύλευμα ανθρώπων, όπου ο καθένας φέρνει, εκτός από την κατσαρόλα του, τον τσαμπουκά του και την αποψάρα του και επί της ουσίας δεν διεκδικεί κάτι πέραν της εκτόνωσης και της καθαρτικής συμμετοχής στη διαμαρτυρία. Νοικοκυραίοι που θέλουν να νομίζουν ότι διεκδικούν κάτι αλλά το μόνο που πραγματικά κερδίζουν είναι το να κοιμηθούν λίγο καλύτερα το βράδυ αισθανόμενοι επαναστάτες καθώς άφησαν τον καναπέ και τον Λαζόπουλο και πήγαν τα παιδιά τους στο Σύνταγμα αντί να τα πάνε Λούνα Παρκ. Και μην θίγεστε, έτσι είναι! Δίπλα κάποιοι Ελληνάρες που θυμήθηκαν το καλοκαίρι του 2004 και κατέβηκαν με σχεδόν οπαδικά συνθήματα, με σημαίες και σφυρίχτρες, μαζί με κάποιους άλλους που μέχρι πριν μια βδομάδα είχαν όνειρο την Καγιέν, παραδίπλα διάφορες γκόμενες, περαστικές που βγήκαν να ψωνίσουν στην Ερμού και κρατούν τσάντες και κινητά. Κάπου πιο πίσω ακούγεται Ξυλούρης και στο βάθος κάποιοι μουντζώνουν αυτούς που ψήφιζαν επί 30 χρόνια αντί να μουντζώνονται μεταξύ τους. Όλα αυτά με φόντο τον καπνό και το άρωμα από τα λουκάνικα που ψήνονται στις καντίνες…

Στα χαμηλά τις πλατείας κάποιοι προσπαθούν να κάνουν κουβέντα, αριστερή κουβέντα, την ίδια σχεδόν κουβέντα που κάναμε πριν 10 χρόνια στο πανεπιστήμιο, «αμεσοδημοκρατία»! Δεν μπορώ να μη χαμογελάσω, να μην το δω θετικά όμως δυστυχώς οι εικόνες στα ψηλά του Συντάγματος ακυρώνουν την κουβέντα στα χαμηλά. Αναρωτιέμαι ακόμα αν είναι ποτέ δυνατόν να καθίσουμε όλοι μαζί στο ίδιο τραπέζι και να συνδιαμορφώσουμε και καταλήγω σχεδόν κάθετα ότι οι κάτω της πλατείας δεν θα τα βρουν ποτέ με τους επάνω, γιατί πολύ απλά δεν θέλουν τα ίδια πράγματα, οι επάνω θέλουν να μπορούν να ξαναονειρευτούν Καγιέν και οι κάτω θέλουν να τις κάψουν και να κυκλοφορούμε αποκλειστικά με ποδήλατα…

Το Σύνταγμα δεν είναι παρά οι συσπάσεις ενός μελλοθάνατου λαού χωρίς αριστερά και χωρίς διανόηση, μια αποϊδεολογικοποιημένη απόβαση στο πουθενά.
Επί χρόνια ο αριστερός χώρος καπελώθηκε από κόμματα τα οποία κατέληξαν να θεωρούν ότι παρέχουν το copyright. Οι ιδέες περιχαρακώθηκαν, μπήκαν κόκκινες γραμμές για να διατηρηθεί «η αλήθεια» και τα κόμματα διεκδίκησαν την αποκλειστικότητα της και ταυτόχρονα το δικαίωμα να αποκλείουν ανθρώπους, αιτήματα, συχνά εύλογες απόψεις και ιδέες. Γι’αυτό και ενοχοποιήθηκαν. Το επαναστατικό “know how” για χρόνια αναλώθηκε σε συνδικαλιστικές διεκδικήσεις, συχνά ομφαλοσκοπικές και άνευ ουσίας, τελικά ξοδεύτηκε, ενοχοποιήθηκε κι αυτό και η επαναστατική πρακτική στέρεψε! Η αριστερά για χρόνια κατακερματίζεται και τρώει τα σωθικά της, σκοτώνει τα παιδιά της, διασπάται όλο και περισσότερο χωρίς ουσιαστικό λόγο.

Σήμερα, στην πιο μεγάλη κοινωνική, οικονομική και πολιτική κρίση σπαταλά την μεγαλύτερη ευκαιρία της να συσπειρώσει τον λαό γύρω της (όχι απαραίτητα μέσα της) και τελικά το μόνο που κατορθώνει είναι να πείσει τον Έλληνα ότι δεν έμεινε τίποτα να τον καθοδηγήσει στο μετά, ότι είναι ιδεολογικά και πολιτικά ορφανός και ότι πρέπει να βγει στον δρόμο μόνος του. Τελικά, στο Σύνταγμα έχασε και το τελευταίο που της είχε απομείνει, τον δρόμο! Την εκτόπισαν οι αγουροξυπνημένοι νοικοκυραίοι!

Και καθώς η Αλέκα φτάνει στο προεδρικό μέγαρο με Lexus ο βλάξ ο Τσίπρας χαιρετίζει τους Αγανακτίστας, την ήττα της Αριστεράς δηλαδή… Μπράβο βλάκες!

h1

Μεταξύ μαλακίας και ουτοπίας

02/05/2010

Διαβάζω τα μπλογκς κάποιων φίλων και αναρωτιέμαι αν τελικά υπάρχει πάτος σε αυτό το χάσμα μεταξύ πραγματικότητας και ουτοπίας. Αυτός είναι ο καιάδας που η ελληνική αριστερά πετάει τα παιδιά της εδώ και 35 χρόνια.

Αρχικά, είναι πολύ ευρύς ο όρος «Αριστερά» για να περιγράψει με σαφήνεια την σημερινή στάση ή μάλλον το συνονθύλευμα από πολλές διαφορετικές στάσεις κομμάτων – συνδικαλιστών – οργανώσεων κλπ που ανήκουν στον ευρύτερο χώρο της αριστεράς. Ο Αλέξης (και δεν ξέρω αν συμφωνούν όλες οι συνιστώσες) θέλει δημοψήφισμα για το ΔΝΤ λες και ο λαός απαρτίζεται από οικονομολόγους, χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι με αυτόν τον τρόπο νομιμοποιεί τον Καρατζαφέρη που ζητάει κι αυτός δημοψηφίσματα every now and then. Στον Περισσό η Αλέκα φαντασιώνεται τα κεφάλια των πλουτοκρατών (των οποίων τα ονόματα τα ξέρει αλλά δεν τα λέει) σε πιάτο και την επανάσταση να ξεκινάει αύριο από το σύνταγμα αλλά να την κάνουν κάποιοι άλλοι, όχι τα λαμόγια οι νεοέλληνες που ονειρεύονταν πισίνες και αυτοκίνητα, χωρίς βέβαια να μας λέει που θα βρεθούν αυτοί οι άλλοι και φυσικά χωρίς να αναρωτιέται αν υπάρχουν και πόσοι είναι (ελάχιστοι). Οι εξωκοινοβουλευτικοί λένε κι αυτοί τα δικά τους αλλά δεν ακούγονται, (και πως να ακουστούν; δεν φτάνουν λίγες εφημερίδες και λίγα blogs).Η όλη κατάσταση απλά σκιαγραφεί με λίγο μεγαλύτερη σαφήνεια από ότι στο παρελθόν το πόσο έχει εκφυλιστεί, μαζί με όλα τα άλλα, και η αριστερά. Αυτός είναι κι ο λόγος που ο Έλληνας είναι πλέον τόσο απαισιόδοξος, και στατιστικά, παρόλο που τα ποσοστά των άλλων πέφτουν τα αριστερά κόμματα μένουν περίπου στα ίδια χωρίς να πιστώνονται την λαϊκή οργή.

Διάβαζα σε φιλικό μπλογκ ότι εδώ και δύο βδομάδες «γίνονται ζυμώσεις κι αυτό είναι θετικό και μπλα μπλα μπλα». Αυτά είναι όμορφα αλλά τουλάχιστον αστεία, οι ζυμώσεις δεν γίνονται εδώ και δυο βδομάδες αλλά επί 35 χρόνια. Στο μεταξύ μεσολάβησαν η κατάρρευση της ΕΣΣΔ, η είσοδος της χώρας στην ΕΕ, η είσοδος στην ΟΝΕ, οι Ολυμπιακοί αγώνες κλπ κλπ. Είναι άλλοι λοιπόν αυτοί που ζυμώνουν και διαμορφώνουν τις εξελίξεις, η αριστερά δεν ζυμώνει, απλά κοσκινίζει τις εξελίξεις οι οποίες τρέχουν και επί 35 χρόνια απλά βυθίζεται στον διχασμό γιατί ο καθένας κρατάει διαφορετικό κόσκινο, βλέπει μόνο μέσα από αυτό και χάνει την πραγματικότητα. Και δικαιολογημένα, το να περιμένουμε από την αριστερά (αυτή την αριστερά), αυτή τη στιγμή, σε περίοδο κρίσης και χωρίς να υπάρχει ψυχραιμία, να κάνει αυτό που δεν κατάφερε εδώ και 35 χρόνια, δηλαδή να συνταχθεί σε ένα ενιαίο μέτωπο, να ανοίξει τα αυτιά της και να ακούσει (αντί να καπελώνει ή να εξοστρακίζει) τις φωνές των μη ενταγμένων και να βρει πραγματικές προτάσεις για το μετά, απαιτεί περισσότερο πίστη στη μεταφυσική από όσο οι περισσότεροι από εμάς (αριστεροί όντες) θα μπορούσαμε να δεχθούμε. Η αριστερά είναι στον κόσμο της, αδυνατεί όχι μόνο να κάνει προτάσεις, αλλά να κάνει στοιχειώδεις αναλύσεις, να παράξει αναγνώσεις της πραγματικότητας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι δηλώσεις Παπαρήγα για τα γεγονότα του Δεκεμβρίου, όταν έβγαινε από το μέγαρο Μαξίμου, «Να σταματήσει ο ΣΥΡΙΖΑ να χαϊδεύει τα αυτιά των κουκουλοφόρων». Αυτή ήταν η βαθυστόχαστη ανάγνωση της Αλέκας, αυτό βρήκε να πει για την έκρηξη μιας συσσωρευμένης κοινωνικής οργής που πυροδοτήθηκε από την εκτέλεση ενός μικρού παιδιού.

Και ρωτάω λοιπόν, μετά από αυτό για ποιο λόγο να συνταχθεί κάποιος μη ενταγμένος με την Αλέκα; Για ποιο λόγο να συμπορευθεί με το ΠΑΜΕ ή με τον Τσίπρα; Για ποιο λόγο να επιθυμεί κανείς μια συστημική αλλαγή που θα έρθει από κάποιους σαν αυτούς; Γιατί αν δεν έρθει από αυτούς δεν έρθει από κανέναν για έναν πολύ απλό λόγο… Γιατί το όνειρο των υπολοίπων δεν είναι η σοσιαλιστική ουτοπία αλλά μια μαύρη Καγιέν. Προσωπικά, δεν θέλω επανάσταση γιατί δεν εμπιστεύομαι κανέναν για να την κάνει (και μη μου πείτε θα την κάνει ο λαός γιατί ειδικά αυτόν τον λαό δεν τον εμπιστεύομαι, δεν έχω κανένα λόγο)

Κάποια φίλη σε ένα blog, απέδιδε την έλλειψη εναλλακτικής πρότασης από την αριστερά στο γεγονός ότι δεν είχε προβλέψει την κρίση… Λάθος! Τι δεν είχε προβλέψει; Την κατάρρευση μιας οικονομικής δομής που βασίζεται στο χρέος και την υπεραξία και λέγεται καπιταλισμός; Μα όχι απλά το έχει προβλέψει αλλά πάνω σε αυτό χτίζεται όλη η ρητορική και η ιδεολογία της, αυτό διδάσκει ότι θα συμβεί, αυτή η κατάρρευση είναι η δικαίωση και μαζί η λύτρωση που περιμένει η αριστερά και αντί να πιάσει την ευκαιρία, να δώσει προτάσεις και απαντήσεις, αυτή μπροστά στην ιστορική συγκυρία δεν είναι έτοιμη (και δεν είναι η πρώτη φορά). Τραγικό είναι αυτό, δεν συμβαίνει κάτι που ήταν μη αναμενόμενο αλλά ακριβώς το αναμενόμενο και είναι αυτονόητο ότι το είχε προβλέψει. Γιατί, αν δεν το είχε προβλέψει τότε η επιστημονικότητα την οποία επικαλείται η αριστερά (και ειδικά το ΚΚΕ) όταν μιλά για ζητήματα οικονομίας (και μάλιστα όχι μόνο για ανάλυση της ήδη υπάρχουσας κατάστασης αλλά και για σύνθεση) δεν είναι παρά ένας επιστημονισμός της κακιάς ώρας (δεν είναι ακριβώς τόσο χάλια αλλά τέλος πάντων).

Στην τελική, δεν χρειάζονται πολλές σκέψεις και συζητήσεις για να βρει η αριστερά ποια τρύπα πρέπει να βουλώσει πρώτα όταν το πλοίο βουλιάζει, ειδικά όταν οι τρύπες ανοίγονταν μια μια στην διάρκεια των 35 χρόνων μεταπολίτευσης και μαζί με τους άλλους τις άνοιγε και η ίδια η αριστερά ή έστω τις έβλεπε να ανοίγουν και δεν τις έκλεινε. Στην τελική από την αριστερά, και ειδικά από αυτή την αριστερά που ήταν μέσα στο καράβι (την κοινοβουλευτική) δεν θα έπρεπε να περιμένει ο λαός την σωτηρία την ύστατη ώρα, θέλαμε προτάσεις πολύ πιο πριν, δεν τις έδωσε και είναι υπόλογη γι’ αυτό. Η αριστερά (και ειδικά η κοινοβουλευτική) έχει κι αυτή το δικό της μερίδιο ευθύνης για το γεγονός ότι βουλιάζει το καράβι, όχι το μεγαλύτερο μερίδιο, αλλά μεγάλο… Άλλωστε η κρίση εκτός από οικονομική είναι και κοινωνική και πολιτική (εδώ και 35 χρόνια) και αυτό το κουβαλάει στα σπλάχνα της και η αριστερά.

Τις τελευταίες μέρες αισθάνομαι πολύ νευριασμένος με όλα, δεν υπάρχει σοβαρότητα πουθενά, δεν υπάρχει καμία σοβαρή ανάλυση, δεν υπάρχει τίποτα για να πιαστεί κανείς και να ελπίζει, και κυρίως δεν υπάρχει κανένας που να μπορώ να πω ότι είναι καθαρός και δικαιούται να μιλάει, όλα βρωμάνε, κι εγώ ακόμα. Αυτό που με ενοχλεί πιο πολύ όμως είναι ότι όλα τα παραπάνω τα αποδίδω εξίσου στην αριστερά η οποία με κάνει να μην ελπίζω σε τίποτα και να μη θέλω να ελπίζω ακριβώς γιατί η ελπίδα έχει καταλήξει να είναι ο αυτοσκοπός για την αριστερά. Δεν ενδιαφέρει πλέον η αλλαγή πρακτικά και πραγματικά αλλά η ελπίδα για την αλλαγή με πίστη σε ένα συγκεκριμένο τρόπο που θα την φέρει. Είναι ο ίδιος λόγος, η αναζήτηση της ελπίδας, που κάνει κάποιους να πιστεύουν στον θεό. Το να περιμένω κάτι θετικό σήμερα από την αριστερά προϋποθέτει λοιπόν κάτι σαν θρησκευτική πίστη αλλά πλέον προτιμώ να είμαι πραγματιστής και κυνικός παρά ουτοπιστής, αιθεροβάμον και, ακόμα χειρότερα, πιστός. Δεν ελπίζω λοιπόν και δεν θέλω να ελπίζω και γι’ αυτό δεν θα συμπαραταχθώ με κανέναν, στην τελική κάποιοι αριστεροί δεν άκουσαν τύπους σαν τον Καστοριάδη, γιατί να ακούσουν εμένα, εσένα… Άσε που με όλους αυτούς που βλέπω να διεκδικούν την αλλαγή δεν πιστεύω πια ότι η επανάσταση θα είναι καλύτερη από το ΔΝΤ… Γιατί το μεγαλύτερο πρόβλημα της Αριστεράς σήμερα είναι οι αριστεροί.

(πριν βιαστείτε να μου αποδώσετε οτιδήποτε, διαβάστε μερικά ακόμα ποστς σε αυτό το blog, μπορεί να αλλάξετε γνώμη)

h1

Αθήνα – Βερολίνο μέσω Καλαβρύτων… Η Ελληνική εφευρετικότητα!

06/03/2010

Δευτέρα πρωί, το υψωμένο μεσαίο δάχτυλο της Αφροδίτης της Μήλου στο εξώφυλλο του Γερμανικού περιοδικού Focus ήταν αρκετό για να γεμίσει το πρόγραμμα της πρωινής ζώνης… Άλλωστε κάτι τέτοια περιμένουν οι δημοσιογράφοι για να ταΐσουν ύπνο το αποχαυνωμένο κοπάδι των πρωινών νοικοκυραίων που επί χρόνια το αναθρέφουν μαθαίνοντας το να μηρυκάζει τις προκατ τηλεφερώμενες απόψεις, κατασκευάζοντας τεχνητά εχθρούς και ήρωες σε ένα παιχνίδι που η πραγματικότητα έρχεται δεύτερη, προηγείται η θεαματικότητα.

Ο Παπαδάκης στον ΑΝΤ1 φιλοξένησε τον καθηγητή (που διδάσκει αλήθεια;) ιστορίας και φιλολογίας κύριο Σαράντο Καργάκο τον οποίο δεν γνώριζα (πάει καιρός που δεν παρακολουθούσα εντατικά την ελληνική trash TV) αλλά με ελάχιστο κόπο τον βρήκα στο youtube να αγορεύει στην εκπομπή των αδελφών Γεωργιάδη «Ελλήνων έγερσις» και κατάλαβα. Στο απόγειο της τηλεοπτικής του καριέρας λοιπόν, ο κύριος Καργάκος εκλήθη από τον Παπαδάκη για να μιλήσει για τους Γερμανούς και την κατοχή, κρεμάμενος σαν σταφύλι από ένα παράθυρο σε μια οθόνη που με μεγάλα γράμματα έγραφε στο κάτω μέρος της (εκεί όπου η κάθε εκπομπή διαλαλά την πραμάτεια της όπως οι έμποροι στη λαϊκή), «Μνήμες από τη σφαγή στα Καλάβρυτα ξυπνούν οι προκλήσεις των Γερμανών»… Ο Καργάκος λοιπόν αγόρευε ομφαλοσκοπικά κι αυτάρεσκα εναντίον των «κακών» Γερμανών, μια κυρία περιέγραφε το δράμα που έζησε όταν οι γερμανοί εκτέλεσαν τον αδερφό της μαζί με άλλους 500 άνδρες και κάπου εκεί, στη διαδρομή Αθήνα – Βερολίνο μέσω Καλαβρύτων και Διστόμου, η δημοσιογραφική κακογουστιά των Γερμανών του Focus συνάντησε την κακόμοιρη, άστοχη, άκαιρη και ταυτόχρονα ψευτοτσαμπουκαλίδικη ελληνική ιστοριολαγνεία που πάντα βρίσκει τρόπους να δικαιώνει όλα τα στραβά των Ελλήνων ντύνοντας το ελληνικό έθνος με το πέπλο του ιστορικά αδικημένου και αποδίδοντας τις ευθύνες σε τρίτους…

Στο ALTER ο Αυτιάς, περνούσε στην αντεπίθεση προβάλλοντας (σε αποκλειστικότητα) το προσεχές εξώφυλλο του ελληνικού Focus το οποίο θα κυκλοφορήσει ως απάντηση στους Γερμανούς δημοσιεύοντας ένα άρθρο με τίτλο «Ο ΛΑΟΣ ΤΟΥ ΧΙΤΛΕΡ», το οποίο θα γραφτεί και στο εξώφυλλο με μεγάλα γράμματα και φωτογραφία του Χίτλερ που υψώνει φασιστικά το χέρι. Υποψιάζομαι ότι οι Γερμανοί θα απαντήσουν με εξώφυλλο που θα λέει «Ο ΛΑΟΣ ΤΟΥ ΑΥΤΙΑ» και φωτογραφία ένα σαλιγκάρι (είναι το πιο σαλιάρικο και γλοιώδες ον που μπορώ να σκεφτώ, μετά τον Αυτιά φυσικά). Παράλληλα με το εξώφυλλο που έπαιζε πάντα στο video wall της εκπομπής, στο πάνελ φιλοξενούσε και δυο δικηγορίνες οι οποίες θα κάνουν μήνυση στο Γερμανικό περιοδικό για συκοφαντική δυσφήμιση γιατί το άρθρο ήταν υβριστικό και έθιγε τον ελληνικό λαό (είπαν)…

Πίσω στον ANT1, o Παπαδάκης σε μια απόπειρα να χαϊδέψει τα αυτιά των νοικοκυραίων τηλεθεατών του, πριν κλείσει την εκπομπή του, πέταξε την cliché ατάκα των ημερών, «δεν ευθύνεται ο μέσος έλληνας για την κατάντια της χώρας»… Μήπως ευθύνεται ο μέσος Γερμανός;

Όμως επειδή το αυτονόητο στην Ελλάδα παραμένει μια πονεμένη ιστορία ας περάσουμε στην ανάλυση τώρα. Αρχικά, αυτό που με εντυπωσιάζει πάντα σε τέτοια θέματα, είναι η σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζεται από τους παρουσιαστές η ανοησία, η ελαφρότητα, η αποσπασματικότητα και το cliché των απόψεων που φιλοξενούν στις εκπομπές τους. Με ενοχλεί αυτή η σπατάλη και η ανακύκλωση αυτού που κάθε φορά οι πολλοί (οι νοικοκυραίοι δηλαδή) θεωρούν προφανές και θέλουν να ακούσουν να λέγεται και από τηλεόρασης για να ικανοποιήσουν την αυταρέσκεια τους. Έτσι, το κοινωνικά και τηελοπτικά διαμορφωμένο cliché καταλήγει να λέγεται και ξαναλέγεται ακόμα κι αν είναι λάθος, σαν να υπάρχει τρόπος η επανάληψη να δικαιώσει το λάθος και να οδηγήσει στην κάθαρση, όπως η περιστροφή του Δερβίση οδηγεί στην Νιρβάνα.

Έτσι, η είδηση, αφού ανακοινωθεί, γίνεται σχόλιο το οποίο ακολουθείται από άλλο σχόλιο κλπ. πυροδοτώντας μια τεράστια ακολουθία σχολίων που καθιστά την ίδια την αρχική είδηση σχόλιο μεταξύ σχολίων με αποτέλεσμα η ενημέρωση να μην αφορά πια το γεγονός και την ουσία του αλλά όλα όσα περιβάλλουν το γεγονός, είτε σχετίζονται με αυτό έμμεσα είτε άμεσα. Το παράδειγμα του Focus είναι αυτό ακριβώς, δεν μας ενδιαφέρει η κρίση η οποία είναι η πραγματική είδηση, μας ενδιαφέρει ο σχολιασμός, αρχικά του Focus και μετά του Παπαδάκη και του Αυτιά, της Λαμπίρη το μεσημέρι η οποία θα σχολιάσει τι είπε ο Παπαδάκης το ίδιο πρωί, του Λαζόπουλου το βράδυ που θα τους σχολιάσει όλους μαζί… Και κάπου εκεί μείζον πρόβλημα του Έλληνα γίνεται το Focus και οι Γερμανοί. Το χειρότερο είναι ότι αυτό το είδος δημόσιου διαλόγου έχει πλέον γίνει ο στόχος των δημοσιογράφων οι οποίοι αξιώνουν να λειτουργούν, όχι απλά ως εκπρόσωποι, αλλά και ως καθοδηγητές του λαού και το τρομακτικό είναι ότι έχουν κάνει και τον λαό να το πιστέψει… Οι ίδιες ανοησίες που ακούγονται στα τηλεοπτικά πάνελς γίνονται στη συνέχεια αντικείμενο κουβέντας στη δουλειά, στο σπίτι, στη λαϊκή με αποτέλεσμα να συνθέτουν μια «κοινή γνώμη» που παπαγαλίζει την βλακεία του Καργάκου, του Παπαδάκη, του Αυτιά, του τάδε ως έγκυρη άποψη και με κάνει να αναρωτιέμαι αν υπάρχει άλλος λαός που να σπαταλά τόσο πολύ λόγο, τόσο αντιπαραγωγικά, τόσο εσφαλμένα, ασύντακτα, αποσπασματικά, προκατασκευασμένα και άστοχα.

Και ας πούμε ότι θα μπορούσα να συμφωνήσω με τον Παπαδάκη, με το «δεν φταίει ο μέσος Έλληνας», αν δεν είχε προηγηθεί στην εκπομπή του όλη η υστερία εναντίον των Γερμανών και αν προσέθετε στην φράση του μια λέξη ακόμα, την λέξη «αποκλειστικά». Η αλήθεια είναι ότι δεν ευθύνεται ο μέσος Έλληνας αποκλειστικά, ευθύνονται όλοι οι Έλληνες, οι μέσοι, μικρομεσαίοι, μεγαλομεσαίοι και βεβαίως οι μεγαλομεγάλοι. Φταίει βεβαίως και η Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία προχώρησε σε νομισματική ένωση χωρίς πιο πριν να έχει σχεδιάσει μια κοινή οικονομική πολιτική (και ναι γι’ αυτό φταίνε οι Γερμανοί!). Φταίνε οι κερδοσκόποι, το σύστημα, όλα φταίνε. Εκτός όμως από τους μεγαλομεγάλους, το αδηφάγο καπιταλιστικό σύστημα και την ΕΕ φταίνε και οι «μέσοι» Έλληνες, η ευθύνη κάποιων μεγαλύτερων κέντρων δεν αφαιρεί αυτόματα την ατομική ευθύνη, ίσως το κάνει υπό προϋποθέσεις αλλά όχι πάντα και όχι σε αυτή την περίπτωση.

Προσοχή! Δεν λέω ότι οι «μέσοι» Έλληνες είναι αυτοί που έφεραν την χώρα στην κρίση. Λέω κάτι άλλο, λέω ότι το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή η Ελλάδα κατηγορείται ως μη αξιόπιστη δεν είναι ως γεγονός εντελώς αποκομμένο από το τι είναι ο «μέσος» Έλληνας και ποιες είναι οι αξίες του, τα όνειρα, οι διεκδικήσεις και οι προτεραιότητες του και πως διαμορφώθηκε η κουλτούρα του γενικότερα (όχι μόνο η καταναλωτική) μέσα από συγκεκριμένες σχετικά πρόσφατες ιστορικές συγκυρίες.

Άλλωστε, η οικονομική κρίση είναι απλά ένα μικρότερο πρόβλημα, ένα υποσύνολο μιας ευρύτερης κρίσης, όχι μόνο οικονομικής αλλά και αξιακής και όχι αποκλειστικά ελληνικής αλλά παγκόσμιας. Είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι ο καπιταλισμός έχει φτάσει στο σημείο της ύβρεως, όπως είπε η Ségolène Royal. Η κρίση δεν είναι μια παρενέργεια του συστήματος από λάθος χειρισμούς και από κερδοσκοπικά παιχνίδια κάποιων «κακών» όπως προσπαθούν να μας πείσουν κάποιοι, αλλά ένα πρόβλημα ενδοσυστημικό, εγγενές στον καπιταλισμό και στις δομές του (όπως θα έλεγε ο Zizek), όχι μόνο στον τρόπο που λειτουργεί ως οικονομικό σύστημα, αλλά κυρίως στον τρόπο που διαμορφώνει την κοινωνία, τους ανθρώπους, τις αξίες τους. Κι αυτό είναι το χειρότερο και το πιο τρομακτικό!

Σε αυτό το πλαίσιο θα μπορούσα να ασκήσω πάρα πολύ έντονη και σκληρή κριτική στους Γερμανούς ή τους Ολλανδούς (τους οποίους γνωρίζω πολύ καλά) και τους βόρειους γενικότερα για την υπερβολική τους πίστη στο σύστημα, στα μοντέλα, στον σχεδιασμό, τον προγραμματισμό με τρόπο προκατασκευασμένο, παθητικά πειθαρχημένο, αποστειρωμένο και σκληρό. Μπορώ να γράψω σελίδες αναφερόμενος στο segmentation, το fragmentation, το classification και τα προβλήματα της συστημικής σκέψης τους, κατάλοιπο ενός δομικού λειτουργισμού, μονοσήμαντου, δυαδικού, γραμμικού, ντετερμινιστικού, συχνά οριακά φασιστικού! Όμως όσο με ενοχλεί ο Γερμανός και η κουλτούρα του άλλο τόσο με ενοχλεί ο Έλληνας, ίσως και περισσότερο γιατί είμαι υποχρεωμένος να τον υποστώ και να ζήσω μέσα στην ελληνική κουλτούρα.

Σε κάθε περίπτωση, λοιπόν, παρόλο που υπάρχουν πολλά ελαφρυντικά για την κατάντια της Ελλάδας, παρόλο που φταίει περισσότερο ένα παγκόσμιο σύστημα και λιγότερο ο «μέσος» οποιοσδήποτε και παρόλο που δεν αγαπώ τους Γερμανούς περισσότερο από τους Έλληνες, υπάρχουν τραγικά λάθη που επιβάρυναν και επιβαρύνουν την κατάσταση και αυτά είναι λάθη των Ελλήνων, όχι κάποιων άλλων.

Η αλήθεια είναι ότι δεν έχουν εντελώς άδικο οι Γερμανοί όταν λένε ότι οι Έλληνες είναι ανεύθυνοι, παρόλο που το λένε για τους λάθος λόγους και στοχεύοντας σε λάθος σημεία. Δεν είναι μόνο τα ψευδή οικονομικά στοιχεία που έδωσε ο Καραμανλής στην Ένωση καθιστώντας αφερέγγυο το ήδη στοχοποιημένο ελληνικό κράτος (εμείς το ξέραμε, μετά το έμαθαν και οι Ευρωπαίοι), είναι αυτό που κάνουν ακόμα και τώρα σχεδόν όλοι, αυτό που έκανε κι ο Παπαδάκης. Ο Έλληνας αναμασώντας το cliché «δεν φταίει ο μέσος Έλληνας» πετάει την ευθύνη από πάνω του και για να απενοχοποιήσει πλήρως τον εαυτό του, εφευρίσκει ανύπαρκτους λόγους (ή διογκώνει ήδη υπάρχοντες αλλά ασήμαντους) έτσι ώστε για όλα να του φταίει κάποιος άλλος, η πεθερά του, ο γείτονας, ο Αλβανός, ο Τούρκος, τώρα ο Γερμανός, πιο συχνά από όλα όμως η κακή του μοίρα (το κισμέτ!)… Η ευκολία με την οποία ο Έλληνας σβήνει την ατομική ευθύνη και συχνά μερικώς και τη συλλογική είναι αυτή που έκανε και εξακολουθεί να κάνει την κακή κατάσταση χειρότερη.

Εδώ και χρόνια ο «μέσος» Έλληνας δεν είναι αυτός που νομίζουμε, δεν είναι ο φιλότιμος σκληρά εργαζόμενος, φιλόξενος, καθαρός και ντόμπρος λαϊκός άνθρωπος! Αυτή είναι μια ρομαντική εικόνα που έφτιαξαν οι Ελληνικές ταινίες, και ίσως να ίσχυε σε κάποιο βαθμό κάποτε σε μια εποχή που η χώρα ήταν πιο φτωχή, αλλά δεν ισχύει πια. Ο Έλληνας από τότε που η Ελλάδα έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απέκτησε μια νέα ταυτότητα τυχοδιωκτική με απόλυτο στόχο το εύκολο και γρήγορο κέρδος, με κάθε μέσο, κοντόφθαλμα και κουτοπόνηρα. Κάποιοι λίγοι πλούτησαν, οι πολλοί όμως που δεν πλούτησαν ανέπτυξαν το ένστικτο του βολέματος και του παροδικού, «να φάμε ότι μπορούμε τώρα, όσο πιο πολύ τόσο το καλύτερο, για αύριο βλέπουμε». Ο νεοπλουτισμός κατέφθασε, η ποιότητα υποχώρησε σε βάρος της ποσότητας, της αγωνιώδους κατανάλωσης και της άκρατης επίδειξης της για την κατάκτηση ενός κοινωνικού status. Δεν είσαι πια σημαντικός επειδή παράγεις αλλά επειδή καταναλώνεις και το επιδεικνύεις. Ο Έλληνας αυτό σήμερα το πιστεύει και το υπηρετεί, ακόμα κι αν δεν το παραδέχεται!

Για τον λόγο αυτό δεν έχει εντελώς δίκιο ο Έλληνας όταν φορτώνει την ευθύνη αποκλειστικά στα κόμματα, τους πολιτικούς και την πολιτική. Είναι γεγονός ότι αυτοί φταίνε περισσότερο αλλά είναι επίσης γεγονός ότι δεν είναι ξένοι αυτοί που συγκροτούν την πολιτική σκηνή της χώρας. Είναι Έλληνες αυτοί που κυβερνούν εκλεγμένοι από άλλους Έλληνες… Έλληνες είναι και όσοι τους περιβάλλουν, τα άπειρα κομματόσκυλα (από όποιο χώρο κι αν προέρχονται), οι εργατοπατέρες, οι αγροτοπατέρες, δεν είναι από άλλο πλανήτη, Έλληνες είναι. Έλληνες είναι και αυτοί που βρίζουν το δημόσιο στο οποίο όμως οι ίδιοι θέλουν να βάλουν το παιδί τους από την πίσω πόρτα με την βοήθεια του κόμματος που πιο πριν έβριζαν… Έλληνες είναι και αυτοί που έτρωγαν για χρόνια τα χρήματα των Ευρωπαϊκών επιδοτήσεων (αγροτικών , εκπαιδευτικών, επιχειρηματικών), και όσα έφτασαν στους δικαιούχους φαγώνονταν κι αυτά χωρίς ουσιαστική ανάπτυξη, χωρίς ουσιαστικό έργο. Τα άρπαζαν κι αυτοί ευκαιριακά (πολλοί και όχι λίγοι) και τα ξόδευαν αλόγιστα χωρίς να επενδύουν για να βελτιώσουν το μαγαζί τους, την παραγωγή τους, την έρευνα τους ώστε να μείνει κάτι στη χώρα για το μέλλον. Αντίθετα, πολλοί τα έτρωγαν σε αυτοκίνητα, φρουτάκια και πουτάνες. Θέλω να πω ότι τελικά είναι η ίδια λογική που επικρατεί από τα ψηλά μέχρι τα χαμηλά, η ίδια ευκαιριακή νοοτροπία, ο ίδιος οπορτουνισμός.

Φταίνε γι’ αυτά οι Γερμανοί; Η αλήθεια είναι πως όχι μόνο δεν φταίνε αλλά αυτά τα πλήρωναν Γερμανοί! Όμως είπαμε, στη συνείδηση του Έλληνα όλα ορίζονται από τρίτους και από τα αόρατα νήματα μιας ήδη γραμμένης μοίρας , ο ίδιος δεν φέρει ευθύνη, κι έτσι καταλήγει να ασχολείται με το εξώφυλλο, την επιφάνεια, το επουσιώδες, το σήμερα, το τώρα και για αύριο «έχει ο Θεός»… Να όμως που δεν έχει άλλο! Το καράβι βουλιάζει και παίρνει στον πάτο και αθώους… Τα αίτια της κρίσης θα τα βρείτε εδώ, τα λέει πολύ καλύτερα από όσο θα μπορούσα εγώ. Δεν είμαι ειδικός στα οικονομικά και αυτό που με απασχολεί άλλωστε δεν είναι τόσο η ύφεση όσο οι Έλληνες, η νοοτροπία τους, το πώς αλλοιώθηκαν, το τι μπορούσε να γίνει και δεν έγινε, το τι ευκαιρίες χάθηκαν, το τι μπορεί να γίνει στο μέλλον…

Αν υπάρχει λύση για το μέλλον τότε αυτή δεν θα έρθει από την Ελλάδα ως κράτος, ως διοικητική δομή αλλά από τον Έλληνα ως πολίτη, ως άνθρωπο. Ανεξάρτητα από το αν αυτή η λύση θα έρθει μέσα ή έξω από το παρόν κοινωνικο-οικονομικό σύστημα, είναι ευκαιρία για σκληρή αυτοκριτική, όχι για να επωμιστεί ο «μέσος» Έλληνας την ευθύνη της κρίσης, ούτε για να δικαιωθεί ως μη υπεύθυνος γι’ αυτή. Είναι απαραίτητη η αυτοκριτική για να καταλάβει τα λάθη του, να αποκτήσει νέα ταυτότητα και αυτογνωσία, να αποκτήσει αξίες που έχει χάσει. Μόνο έτσι θα βγει πραγματικά και ουσιαστικά από την κρίση η οποία επαναλαμβάνω ότι για εμένα δεν είναι αποκλειστικά οικονομική αλλά πολιτισμική και αξιακή… Το οικονομικό είναι το αποτέλεσμα, όμως ο πραγματικός πλούτος ενός κράτους δεν είναι οικονομικός. Πλούτος είναι ο πολιτισμός, η ιστορία, η κουλτούρα, οι άνθρωποι, οι γνώσεις τους, οι ικανότητες τους, οι αξίες τους, η υπευθυνότητα τους… Αυτά οφείλαμε να τα έχουμε διαφυλάξει και δεν το πράξαμε. Γιατί αν υπάρχει κάτι που πρέπει να μας θίγει δεν είναι οι Γερμανοί του Focus ή του Bild, αλλά ότι καταντήσαμε στο σημείο να υπάρχουν σε αυτόν τον τόπο άτομα (μπάτσοι) τόσο ανιστόρητα, ώστε να ρίχνουν δακρυγόνα σε αυτούς που πολέμησαν τους Ναζί, που κατέβασαν τη σημαία τους. Κατάντια είναι τα χημικά στο Μανώλη Γλέζο, όχι το έλλειμμα, ούτε το Focus!…

Καλό κουράγιο…

h1

Λίγο πριν τον στρατό

05/02/2009

Ο Δ έβγαλε φλας, έστριψε αριστερά και επιτάχυνε περνώντας μπροστά από την στάση του λεωφορείου. Εδώ και πολλά χρόνια δεν περιμένω πια εκεί όμως το βλέμμα μου καρφώνεται σε αυτήν την στάση κάθε φορά που περνώ από μπροστά. Πέρασα εκεί πολλά πρωινά να περιμένω το λεωφορείο που δεν είχε αξιόπιστο ωράριο ή συχνότητα για να πάω σχολείο. Εκεί παρέα με το φίλο μου τον Μ ανταλλάζαμε σκέψεις καθισμένοι στο μεταλλικό κάθισμα της στάσης, ή καλύτερα μισοκαθισμένοι καθώς η σχολική τσάντα που κουβαλούσαμε δεν μας επέτρεπε να ακουμπήσουμε αναπαυτικά στην πλάτη του καθίσματος. Το πιο άβολο όμως ήταν ότι όντας καθισμένοι το διαφημιστικό σταντ της στάσης κάλυπτε την θέα από και προς τον δρόμο κι έτσι έπρεπε να σηκωνόμαστε και να βγαίνουμε έξω από αυτή για να δούμε αν έρχεται το λεωφορείο. Έτσι, δεν ήταν λίγες οι φορές που το λεωφορείο πέρασε χωρίς να σταματήσει γιατί ούτε το είδαμε να έρχεται ούτε κι ο οδηγός μας είδε που περιμέναμε. Επίσης δεν ήταν λίγες οι φορές που το λεωφορείο πέρασε αλλά δεν σταμάτησε γιατί ήταν γεμάτο ή γιατί πήγαινε με χίλια και μας είδε την τελευταία στιγμή. Κάποιες άλλες φορές απλά δεν πέρασε καθόλου… Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η λύση ήταν το τρέξιμο, δύο χιλιόμετρα με την γλώσσα έξω για να προλάβουμε την πρώτη ώρα και να μην φάμε απουσία…

Μεγαλώνοντας κατάλαβα ότι η ιστορία με το λεωφορείο δεν ήταν μια κατάσταση κακής οργάνωσης αλλά μια μικρογραφία της Ελλάδας. Ένα αναξιόπιστο σύστημα που σε αφήνει στην μοίρα σου, αδιαφορεί παρόλο που είσαι εκεί, συχνά περνάει από μπροστά σου αλλά δεν σου επιτρέπει την πρόσβαση, σε εγκαταλείπει χωρίς να φταις εσύ και μετά σου ζητάει και τα ρέστα και τελικά εσύ πρέπει να τρέξεις μόνος σου για να μη σε τιμωρήσει κι από πάνω για όλα αυτά που συμβαίνουν και για τα οποία δεν φταις. Βιώνοντας αυτόν τον υποτυπώδη αποκλεισμό αυτό που δεν είχα συνειδητοποιήσει είναι το πώς αυτός ο αποκλεισμός λειτουργεί τελικά ως εγκλεισμός. Είναι οξύμωρο αλλά είμαστε τελικά εγκλωβισμένοι μέσα σε αυτή την κατάσταση του αποκλεισμού, εγκλωβισμένοι έξω από το λεωφορείο, έξω από τη ζωή, έξω από την αξιοπρέπεια, έξω από την αλήθεια και συχνά έξω την πραγματικότητα.

Έχοντας μια αίσθηση του παραπάνω, πριν ακόμα το βίωμα το συγκροτήσω ως γνώση αλλά έχοντας το στο μυαλό μου ως αιτία, πριν από δύο και κάτι χρόνια τα μάζεψα κι έφυγα για σπουδές στην Ολλανδία χωρίς να ξέρω αν θα επιστρέψω. Άφησα πίσω ανθρώπους που αγαπούσα κι ακόμα αγαπώ, πληγώνοντας κάποιους από αυτούς και για να είμαι ειλικρινής το κουβαλάω μέσα μου ως βαρύ φορτίο γιατί κι εγώ πληγώθηκα φεύγοντας. Όμως συνήθως κατά την φυγή έχεις την ψευδαίσθηση ότι το τραύμα επουλώνεται και ότι η αλλαγή, το καινούριο, μπορεί να είναι το φάρμακο που θα φέρει την θεραπεία, όμως συχνά είναι μόνο το αναλγητικό που απλά καλύπτει τον πόνο του τραύματος χωρίς να το επουλώνει. Στην Ολλανδία οι σπουδές μου ήταν επιτυχείς, επιτυχέστατες, όμως για μια σειρά από λόγους συνδυασμένους με ατυχείς συγκυρίες, υποχρεώσεις και την οικονομική κρίση αποφάσισα να επιστρέψω ή αν προτιμάτε σε κάποιο βαθμό αναγκάστηκα και μαζί εξανάγκασα κι ο ίδιος τον εαυτό μου, μάλλον γιατί κατά βάθος δεν ήθελα να μείνω άλλο, δεν άντεχα να ζω ως «ξένος». Βασικό επιχείρημα της επιστροφής ήταν ότι η επιτυχία μπορεί ως έννοια να τέμνεται με την ευτυχία αλλά δεν συμπίπτει με αυτή. Έτσι, καθώς η ανάγκη μου για ευτυχία υπερέχει από αυτήν για επιτυχία διάλεξα το πρώτο. Κάπως έτσι πριν τρεις μήνες επέστρεψα στην Ελλάδα για να έρθω αντιμέτωπος με κάποια ζητήματα.

Το πρώτο είναι η διαπίστωση ότι για κάποια πράγματα άργησα, σαν να έχασα το λεωφορείο πάλι και να πρέπει να τρέξω για να προλάβω και να μην φάω κι άλλη απουσία, εκτός της διετούς. Πρέπει να ξαναγνωριστώ με κάποιους ανθρώπους και να ξανασυστηθώ σε κάποιους άλλους, πρέπει κυρίως να αποδεχθώ ότι τα πράγματα δεν παρέμειναν όπως τα άφησα και επιπλέον να αφομοιώσω, να κατανοήσω και να προσαρμοστώ σε όλα όσα άλλαξαν όσο έλειψα. Κι αν αυτό σε επίπεδο ανθρώπινων σχέσεων όσο κι αν είναι στενόχωρο παραμένει λογικό και λύνεται με τον καιρό, η πραγματικότητα που το επενδύει το πολλαπλασιάζει και το διογκώνει καθώς δεν επιτρέπει την ομαλή μετάβαση κι αυτό είναι το δεύτερο ζήτημα που καλούμαι να αντιμετωπίσω.

Έτσι λοιπόν η πατρίδα την επιστροφή μου αποφάσισε να την τιμήσει με ένα φύλλο κατάταξης στον στρατό που, αν και γραμμένο με μπλε στυλό, πάνω δεξιά γράφει με κόκκινο «ανυπότακτος». Ο λόγος της ανυποταξίας μου ήταν η ξαφνική αλλαγή των ορίων στράτευσης το καλοκαίρι του 2006 όταν μετά από προγραμματισμό περίπου ενός έτους έφυγα για Ολλανδία. Εγώ είχα προγραμματίσει, είχα γίνει δεκτός, είχα πληρώσει και εκείνοι απλά άλλαξαν τον νόμο την στιγμή που έφευγα. Με βάση τον παλιό νόμο είχα δικαίωμα αναβολής για δυο χρόνια με τον νέο μόνο έναν (που τελικά δεν μου δόθηκε ούτε αυτός γιατί το master μου ήταν διετές). Κοινώς, ενώ με τον παλιό νόμο είχα δικαίωμα να φύγω και να επιστρέψω χωρίς πρόβλημα με τον νέο με έβγαλαν ανυπότακτο μαζί με πολλούς άλλους, με τον ίδιο τρόπο που τα λεωφορεία περνούν όποτε θέλουν και σταματούν για να σε πάρουν όταν θέλουν αυτά, αν δεν μπεις τρως την απουσία, με κόκκινο στυλό πάντα… Ίσως σε ένα τέτοιο κράτος το «ανυπότακτος» να είναι τίτλος τιμής, έτσι επιβραβεύει η Ελλάδα τους νέους επιστήμονες, με στρατοδικείο. Και για να αποφύγω πιθανά σχόλια διευκρινίζω ότι παρουσιάστηκα οικειοθελώς στην στρατολογία. Παρόλα αυτά ποτέ δεν κατάλαβα τον λόγο για τον οποίο κάποιος, αυθαίρετα και χωρίς να ρωτήσει, αλλάζει έναν νόμο και επί της ουσίας διαλέγει για λογαριασμό μου το πότε θα κάνω κάτι και το πως θα προγραμματίσω τη ζωή μου.

Το πιο τραγελαφικό είναι ότι ακριβώς όπως σε όλες τις συναλλαγές με το δημόσιο, έτσι και στον στρατό, κατά την κατάταξη σου ζητούν ακτινογραφία θώρακος. Πιθανότατα είναι ένας τρόπος για να σε φέρουν αντιμέτωπο με τα νεύρα σου, την γραφειοκρατεία, το ΕΣΥ και όλο το χάος για το οποίο έχουν κάνει απίστευτο κόπο για να το στήσουν, γιατί πράγματι θέλει πολύ κόπο για να κάνεις κάτι να λειτουργεί τόσο άθλια…

Έφτασα πριν τις 8 γεγονός αξιοθαύμαστο σε σχέση με τις ώρες που είχα κοιμηθεί (ίσως τρεις), πληροφορίες πουθενά. Εκείνη την ώρα μια υπάλληλος του νοσοκομείου έβριζε μια κοπέλα η οποία είχε παρκάρει σε θέση που ήταν υποτίθεται για το προσωπικό του νοσοκομείου παρόλο που δεν το έγραφε πουθενά. «30 χρόνια δουλεύουμε εδώ κι έρχεστε εσείς και δεν έχουμε που να παρκάρουμε, θα έπρεπε να ντρέπεσαι». Αφού η κυρία μας δίδαξε ότι το δικαίωμα στο παρκάρισμα είναι ευθέως ανάλογο των χρόνων υπηρεσίας και ότι η παραβίαση αυτού του άγραφου νόμου συνιστά αιτία για να ντρέπεται κανείς, αποσύρθηκε πιθανότατα για να ασχοληθεί με αρρώστους δείχνοντας την μεγαλοψυχία της. Αφού περίμενα μισή ώρα για ένα χαρτί με το όνομα μου που το έγραψα ο ίδιος και μια σφραγίδα, με έστειλαν στην γραμματεία του ακτινολογικού όπου δεν υπήρχε κανείς. Περίμενα παρέα με τον πατέρα μου και κάτι γερόντια και καθώς ο κόσμος πολλαπλασιαζόταν δραματικά, περίπου μισή ώρα μετά άρχισα να βρίζω ευγενικά μαζί με τον πατέρα μου. Η περίπλοκη και εξειδικευμένη δουλειά της γραμματέως, δηλαδή το να κρατάει ραντεβού, να ενημερώνει βιβλία κίνησης και να βαράει σφραγίδες, προφανώς δεν επέτρεπε την άμεση εύρεση αντικαταστάτη οπότε το πράγμα καθυστερούσε κι άλλο και εμείς μαζί με κάποιους άλλους συνεχίζαμε να βρίζουμε. «Ησυχάστε κύριε, έχετε δίκιο» μου είπε ένας υπάλληλος. «Δεν θέλω κύριε να έχω δίκιο, θέλω να έχω την ακτινογραφία μου και να πάω σπίτι μου» είπα. Μετά από λίγη ώρα ακόμα και αρκετό βρίσιμο με διάφορους τύπους που δούλευαν στο νοσοκομείο (και αφού κάποιοι Ελληνάρες όσο εμείς βρίζαμε για να τους φέρουμε γραμματέα κοίταξαν πως να μας φάνε την σειρά γιατί αυτό είναι το DNA του Έλληνα) εμφανίστηκε μια κυρία η οποία ήταν η αντικαταστάτρια. Όταν την ρωτήσαμε το όνομα του προϊσταμένου και της υπαλλήλου που απουσίαζε μας είπε ότι είναι «μόνο η αντικαταστάτρια» και ότι δεν θα τα ακούσει αυτή αλλιώς δεν θα μας εξυπηρετήσει. Μετά από σχετικό βρίσιμο και αφού άρχισε να δουλεύει το πράγμα ήρθε η σειρά μου και της είπα ότι θέλω μια ακτινογραφία θώρακος. «Θα σου κλείσω ραντεβού για αύριο» μου λέει. Εκείνη την ώρα κι έχοντας φάει όλη τη μαλακία του πράγματος στη μάπα έσκυψα προς το μέρος της κι άκουσα τον εαυτό μου να της λέει «είμαι εδώ και περιμένω από το πρωί, δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να φάω τη μέρα μου και να τελικά να έρθω αύριο για να φάω την ίδια ταλαιπωρία με σήμερα, μια ακτινογραφία θώρακος θέλω, όχι εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς». Με κοίταξε και μου ανακοίνωσε, «δεν μπορώ να κάνω κάτι…». Εκείνη τη στιγμή τσαλάκωσα το χαρτί που κρατούσα και πήγα να φύγω βρίζοντας αλλά ο πατέρας μου που ήταν λίγο πιο πέρα με πρόλαβε και άρχισε να της τα χώνει φωνάζοντας, «θα με εξυπηρετήσεις τώρα αλλιώς θα σας κάνω μεγάλη πλάκα». Τότε η τύπισσα τρομαγμένη και με μια άγαρμπη ευγένεια μου είπε να μπω μόνος μου στους γιατρούς και να τους πω τι θέλω κι ότι θα με δεχθούν… Το έκανα και μια άλλη γκόμενα εκεί μου είπε ότι πρέπει πρώτα να μου ανοίξουν φάκελο στη γραμματεία, «Έλεος». Μετά από διαδοχικά πήγαινε έλα, δικά μου και του πατέρα μου μεταξύ γραμματείας, γιατρών και προϊσταμένης τελικά κατάφερα και μπήκα κι έβγαλα την ακτινογραφία σε μια διαδικασία που διήρκεσε 30 δευτερόλεπτα και για την οποία περίμενα βρίζοντας επί δύο και κάτι ώρες. Όταν βγήκα κάθισα δίπλα στον πατέρα μου που είχε ηρεμήσει λίγο, εγώ ακόμα μέσα στα νεύρα και την νύστα δεν είχα όρεξη να μιλήσω, μόνο σκεφτόμουν σκέψεις περίπλοκες με το δηλητηριασμένο μυαλό μου. Εκείνη την στιγμή πέρασε από μπροστά μας ένα παλικάρι, με σοβαρό πρόβλημα στο πόδι, με μια πατερίτσα και την υποβοήθηση μιας κυρίας που μάλλον ήταν η μητέρα του. «Αυτά είναι προβλήματα, όχι το σημερινό σκηνικό, να χαίρεσαι που δεν έχει συμβεί κάτι τέτοιο», είπε ο πατέρας μου διαβάζοντας την σκέψη μου, μόνο που την διάβασε μισή γιατί εγώ σκέφτηκα τι είχε τραβήξει αυτός ο άνθρωπος που προφανώς χρειαζόταν κάτι πιο σύνθετο από μια ακτινογραφία θώρακος, σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να είμαι στη θέση του εγώ ή άνθρωποι δικοί μου και να βιώνουμε την ταλαιπωρία του. Σκέφτηκα ότι έτσι είναι όλα στην Ελλάδα, σκέφτηκα πόση βλακεία είχα δει κι ακούσει σήμερα και πόσο πολύ αναξιοπρέπεια υπάρχει, μετά κατάλαβα ότι κι εγώ έγινα αναξιοπρεπής, με έκαναν να γίνω γιατί δεν αντιλαμβάνονται τα προφανή, γιατί δεν κάνουν τη δουλειά τους, γιατί σε γράφουν εκεί που δεν πιάνει μελάνι. Άνθρωποι που έχουν μηδενική παιδεία και που δεν έχουν τις στοιχειώδεις ευαισθησίες ορίζουν τη ζωή σου. Άνθρωποι που έχουν καταλάβει μια θεσούλα και λειτουργούν το σύστημα έχοντας ως εξέχοντα προσόντα το εξής ένα, ήταν παιδιά κομματικών στρατών. Πόσοι έχουν χάσει τη ζωή τους από αυτό το χάος που λέγεται ΕΣΥ; Πόσοι άλλοι έχουν χαραμίσει τη ζωή τους εξαιτίας αυτού του κράτους που δεν μπορεί να χωρίσει δυο γαϊδουριών άχυρα; Η αστυνομία είναι σαν το ΕΣΥ, το ΕΣΥ είναι σαν τον ΟΣΕ, ο ΟΣΕ είναι σαν την παιδεία, η παιδεία είναι σαν τον στρατό, όλα είναι σαν το λεωφορείο και τελικά πάντα εσύ τρως την απουσία, καμία φορά αν είσαι πιο άτυχος πεθαίνεις κιόλας… Ξανακοίταξα το παιδί που κούτσαινε, έβαλα το πρόσωπο μου μέσα στις παλάμες μου και από τα νεύρα, την νύστα και την απελπισία δάκρυσα…

Όταν επέστρεψα σπίτι άνοιξα το κανάλι της βουλής. Εν μέσω οικονομικής κρίσης κι ενώ οι αγρότες είναι στον δρόμο η συνεδρίαση ήταν αφιερωμένη στον στρατηγό Πλαστήρα. Στο βήμα ήταν ο Σιούφας ο οποίος διάβαζε το «σκέφτομαι και γράφω» του στο οποίο εκθείαζε τον μεγάλο άνδρα μιλώντας για την σημασία της συλλογικής αποδοχής της ιστορίας και την αξία της ιστορικής μνήμης… Προφανώς η στροφή στον παρελθόν δεν είναι παρά ο επιτηδευμένος και άτεχνος στρουθοκαμηλισμός ενός κράτους και μιας χώρας χωρίς παρόν και μέλλον.

(Ο Χάρης και οι αγελάδες του θα παρουσιαστούν την Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου για να υπηρετήσουν με χιούμορ και αξιοπρέπεια αυτήν την πατρίδα που περιγράφεται παραπάνω προετοιμάζοντας ταυτόχρονα την δημιουργική επάνοδο τους. Αν τους πετύχετε σε κάποιο στρατόπεδο, σε σκοπιά ή στο ΚΨΜ, μη διστάσετε να τους ζητήσετε τσιγάρο. Παρόλο που δεν καπνίζουν θα χαρούν να κουβεντιάσουν μαζί σας…)

h1

Ανασχηματισμός – ανακάτεμα για το ανακάτεμα

08/01/2009

Αλογοσκούφης: Πρόεδρε, την ανακάτεψες καλά την τράπουλα;
Καραμανλής: Την ανακάτεψα… Είμαι κατηγορηματικός!
Αλογοσκούφης: Πρόεδρε είμασταν πολύ άτυχοι μέχρι τώρα, λες να την κερδίσουμε αυτή την παρτίδα;
Καραμανλής: Θα είμαι ειλικρινής, όπως πάντα άλλωστε… Υπάρχει οργανωμένο σχέδιο για να χάσουμε!
Αλογοσκούφης: Από ποιούς πρόεδρε; Αφού πασιέντζα παίζουμε… μόνοι μας!
Καραμανλής: Ανόητε, από εμάς τους ίδιους… Αφού η τράπουλα μας έχει μείνει με λιγότερα από τα μισά χαρτιά…
Αλογοσκούφης: Ναι αλλά είναι σημαδεμένη πρόεδρε… Έτσι μου είπε ο Βουλγαράκης.
Καραμανλής:
Ακριβώς γι’ αυτό βρεθήκαμε με τα μισά χαρτιά ρε μπουμπούνα, ξεμείναμε από άσσους, βαλέδες και ρηγάδες γιατί ήταν όλοι σημαδεμένοι, με μια ντάμα μείναμε κι αυτή είναι η Ντόρα! Πως να βγει η πασιέντζα του ανασχηματισμού;
Αλογοσκούφης:
Μα τότε πρόεδρε γιατί συνεχίσουμε να παίζουμε αφού σίγουρα θα χάσουμε;
Καραμανλής: Για να κερδίσουμε χρόνο μέχρι να μαζέψουμε τους νέους φόρους, να κάνουμε μάρκες και να ξαναποντάρουμε, γι’ αυτό το γυρίσαμε από την ρουλέτα και το blackjack στην πασιέντζα. Η πασιέντζα καθυστερεί και κερδίζουμε χρόνο… Πήγαινε να κάνεις μάρκες τώρα!
Αλογοσκούφης: Πρόεδρε, βρίσκομαι σε δυσάρεστη θέση αλλά πρέπει να σας  ενημερώσω ότι δεν έχουμε άλλα λεφτά για να κάνουμε μάρκες…
Καραμανλής: Τι έγιναν τόσα λεφτά από τους φόρους; Τα πόνταρες όλα στον προϋπολογισμό και τα έχασες;
Αλογοσκούφης: Περίπου… Έδωσα στις τράπεζες για να μας δανείσουν σε ώρα ανάγκης και στα γαλάζια παιδιά που προσλάβαμε γιατί χρειαζόμαστε κάποιους ανόητους να μας ψηφίζουν και έδωσα μερικά ακόμα στον Ρουσσόπουλο που μου είπε ότι είχε καλό σκοπό, μετά τα χάρισε στους παπάδες για να προσευχηθούν να μας φωτίζει ο Κύριος…
Καραμανλής: Καλά, για το τελευταίο δεν είχα πλήρη εικόνα, μάλλον δεν έπιασε η φώτιση, αναλαμβάνω την ευθύνη εγώ… Εσύ βρες και ξεπούλησε κάτι για να κάνεις μάρκες…
Αλογοσκούφης: Δυστυχώς δεν έχει μείνει τίποτα άλλο πρόεδρε, τα ξεπουλήσαμε όλα, την παιδεία, την υγεία, την αξιοπρέπεια, την ηθική μέχρι και την αστυνομία…
Καραμανλής:
Τότε υποθήκευσε το μέλλον των παιδιών μας, πρέπει πάσει θυσία να συνεχίσουμε αλλιώς θα κάνει μάνα ο Γιωργάκης και θα γίνει πρωθυπουργός, καταλαβαίνεις;
Αλογοσκούφης: Σας καταλαβαίνω πρόεδρε αλλά και αυτό ήδη το κάναμε, το μέλλον των παιδιών είναι υποθηκευμένο από τότε που γίναμε κυβέρνηση, το μόνο που μένει να ξεπουλήσουμε είναι κάτι ψιλά που έχουν απομείνει για να θυμίζει το πολίτευμα μας δημοκρατία…
Καραμανλής: Ακούγεται καλή ιδέα, να παίξω την δημοκρατία κορώνα γράμματα… Καραμανλής ή τανκς;
Αλογοσκούφης: Πρόεδρε, για να παίξετε κορώνα γράμματα χρειαζόμαστε κέρμα και όπως σας είπα δεν υπάρχει σάλιο, πόσο μάλλον κέρμα… έχουμε όμως όπλα, τι λέτε για ρώσικη ρουλέτα;
Καραμανλής: Όχι όχι, είμαστε τόσο άχρηστοι που φοβάμαι ότι μάλλον θα αστοχήσουμε εξ’ επαφής…
Αλογοσκούφης: Μα μπορούμε να βάλουμε κάποιους άλλους να παίξουν αντί για εμάς… να μετράει και ο εξοστρακισμός…
Καραμανλής: Όχι, το κάναμε ήδη δυο φορές και βαρέθηκα να ψάχνω δικαιολογίες, την δεύτερη φορά μάλιστα έπρεπε να βγω από το σπίτι και να τρέχω και στο νοσοκομείο… Καλύτερα να συνεχίσω να ανακατεύω την τράπουλα και αφού μοιράσω τα υπουργεία θα σκεφτώ κάτι…
Αλογοσκούφης: Πρόεδρε, αφού ανακατέψεις να κόψω;
Καραμανλής: Άσε θα κόψω εγώ… Εσένα…

…Και κάπως έτσι ο Αλογοσκούφης βρέθηκε χωρίς υπουργείο και η νυν, αλλά ήδη πρωην, κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή έβαλε τα ρούχα της αλλιώς και ντύθηκε σαν νέα νυν, αλλά πάντα πρώην, καθώς ετοιμάζεται για τις απόκριες… Αν αντέξει μέχρι τότε…

h1

Ασύμμετρη κυβέρνηση, πολιτική χρεωκοπεία…

06/01/2009

Μια μικρή διαπίστωση από τα λίγα που μπορώ να καταλάβω από την επικοινωνιακή πρακτική / λογική της κυβέρνησης. Τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο, τον Αλέξη, τα στελέχη της κυβέρνησης τον αποκαλούσαν επί δέκα μέρες “ο άτυχος 16χρονος”, λες και το παιδάκι δεν είχε όνομα. Ήταν πιθανότατα μια επικοινωνιακή τακτική / πρακτική που είχε ως στόχο να αποπροσωποποιηθεί ο νεκρός, να γίνει ο θάνατος πιο εύπεπτος από την κοινή γνώμη και με την προσθήκη του «άτυχος» να ενισχυθεί η εκδοχή του «ατυχήματος». Είναι εμμέσως κάτι σαν αυτό που μας είπε ο Κούγιας πιο άμεσα, ότι ο θάνατος είναι προϊόν μιας μοίρας… Έτυχε! Είναι άλλωστε αυτή η ελληνική μοιρολατρία και η πίστη στο κισμέτ που λειτουργεί απενοχοποιητικά για όλους, το «γραμμένο» δεν ζητά ευθύνες…

Αντίθετα με τον Αλέξη, ο τραυματίας αστυνομικός έχει για τον κύριο Προκόπη Παυλόπουλο και όνομα και επίθετο από την πρώτη στιγμή, Αδαμάντιος Μαντζούνης… Την μέρα που τραυματίστηκε δεν πήγε κανείς από την κυβέρνηση στα μπουζούκια ή στο γήπεδο και μάλιστα ο ίδιος ο πρωθυπουργός τον επισκέφθηκε στο νοσοκομείο (και έτσι έπρεπε, απλά δεν πήγε κι αλλού που έπρεπε). Αυτό το παιδί κατά την κυβέρνηση δεν ήταν κάποιος «άτυχος», ούτε το θύμα μιας κακιάς μοίρας που τον έφερε στο λάθος σημείο την λάθος ώρα (όπως τον Αλέξη), ήταν το θύμα ενός οργανωμένου σχεδίου κατά της δημοκρατίας, το θύμα της στοχοποίησης της αστυνομίας…

Για να μην παρεξηγηθώ, δεν συγκρίνω τα δύο περιστατικά, θλίβομαι και για τα δύο και μακάρι το παλικάρι να γίνει σύντομα καλά. Το αίμα δεν ξεπλένεται με αίμα και τα θύματα δεν ανήκουν σε κανέναν αποκλειστικά, ανήκουν σε όλους και πρέπει να το καταλάβουμε. Αυτό που συγκρίνω είναι η στάση που κράτησε η κυβέρνηση στα δυο περιστατικά και αυτό που λέω είναι ότι είναι επιεικώς ανισοβαρής, άλλωστε δεν είναι η πρώτη φορά ούτε το πρώτο φαινόμενο που η κυβέρνηση επιδεικνύει επιλεκτική ευαισθησία. Βέβαια από την άλλη όταν έχεις μια κυβέρνηση που αποδίδει επιλεκτικά δικαιοσύνη η συμμετρία στην ευαισθησία είναι μάλλον κάτι δευτερεύον, είναι ένα αίτημα που μοιάζει με είδος πολυτελείας… Αν κάνω λάθος διορθώστε με!

Η ουσία του επιχειρήματος μου είναι ότι κανένα από τα δυο παιδιά δεν είναι θύμα ενός τυχαίου περιστατικού. Δεν έτυχαν αυτές οι καταστάσεις, υπάρχουν και εκκολάπτονται εδώ και χρόνια. Αυτό που δεν μας είπε κανένας είναι ποιος είναι ο λόγος που στοχοποιείται η δημοκρατία, και τελικά για ποια δημοκρατία μιλάμε σε μια χώρα που η κυβέρνηση της και το κράτος λειτουργεί σαν νταβατζής; Μήπως τελικά το γεγονός ότι σήμερα κάποιοι, είτε αστυνομικοί είτε τρομοκράτες, σηκώνουν πολύ εύκολα το όπλο και πυροβολούν είναι προϊόν μιας κατάστασης την ευθύνη για την οποία πρέπει να αναζητήσουμε στην πολιτική σκηνή της χώρας; Μήπως κανένα από τα δυο περιστατικά δεν ήταν τυχαίο; Ας σκεφτούν κάποιοι ότι ίσως φταίνε οι άχρηστες κυβερνήσεις και οι εκφυλισμένη δημοκρατία που δεν σέβονται τους πολίτες τους και τις ατομικές τους ελευθερίες, που ομαδοποιούν και εξισώνουν προς τα κάτω, που ποδοπατούν τα κεκτημένα και ισοπεδώνουν ατομικότητες, που εκφυλίζουν τη δικαιοσύνη και τους θεσμούς, που εντείνουν τις ανισότητες και το μίσος ανάμεσα στις διαφορετικές κοινωνικές ομάδες χαϊδεύοντας τα αυτιά κάποιων και τοποθετώντας προκλητικά στο περιθώριο κάποιους άλλους…

Μια κυβέρνηση τέτοια που λειτουργεί ανισοβαρώς (ακόμα και σε τέτοια περιστατικά η στάση της είναι ενδεικτική της λογικής της) είναι μια κυβέρνηση που διαχωρίζει τους πολίτες της, που τους βλέπει με διαφορετικά γυαλιά, επιλεκτικά, και γι’ αυτό εντείνει τις κοινωνικές ανισότητες, τις κοινωνικές αντιθέσεις, την πόλωση και τον διχασμό. Αυτά δίνουν λαβή σε τρομοκράτες ή μάλλον για να το πω καλύτερα, αυτά είναι που οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στον κοινωνικό αναβρασμό και στην έξαρση της τρομοκρατίας και ας μην μας ξενίζει καθόλου, ας μην ψάχνουμε για πράκτορες, προβοκάτσιες κι άλλες παλαιοκομμουνιστικές ανοησίες κι ας μην αναζητούμε τις ευθύνες αλλού γιατί αυτό απλά βολεύει τους πραγματικά υπεύθυνους που παρελαύνουν στην τηλεόραση και κάνουν δηλώσεις δήθεν περίλυποι. Κύριοι της κυβέρνησης, είστε εκεί ακριβώς για να προλαμβάνετε και να αποτρέπετε αυτά που συμβαίνουν σήμερα, είναι η δουλειά σας και αποτύχατε παταγωδώς με τρόπο που σας καθιστά όχι απλά άχρηστους αλλά επικίνδυνους!… Φύγετε για το καλό της χώρας… Αυτό είναι θέση, όχι άποψη!

Αυτό που πρέπει να αναζητηθεί τώρα (χθες) είναι το τέλος της κρίσης, η λύση, και αυτό είναι δουλειά των πολιτικών δυνάμεων όμως αναρωτιέμαι τι μπορεί να περιμένει κανείς από την νυν, αλλά ήδη πρώην, κυβέρνηση η οποία αυτές τις μέρες (εδώ και τρεις μήνες δηλαδή) κάνει μια ανεπανάληπτη επίδειξη ανικανότητας ενώ παράλληλα τα υπόλοιπα κόμματα επιδίδονται κι αυτά σε έναν βλακώδη αγώνα για την πολιτική καπηλεία ενός φαινομένου που έχουν αποτύχει να ερμηνεύσουν, είτε λόγω πολιτικής σκοπιμότητας είτε λόγω πολιτικής ανικανότητας… Μιλάμε για πολιτική χρεωκοπεία!

h1

Ποιοι είναι οι κουκουλοφόροι;

12/12/2008

Η ερμηνευτική παρελαύνει μαζί με μια ανόητη διδακτική στην τηλεόραση και τα ΜΜΕ. Κανείς δεν έχει καταλάβει τι συμβαίνει, κάποιοι προσπαθούν να συνετίσουν τους «άτακτους» μαθητές, με λόγια ή με ξύλο. Η απουσία κατανόησης του φαινομένου πέρα από παντελής είναι και εμφανής. Ο λόγος είναι η δομή και η μέθοδοι της υπάρχουσας ερμηνευτικής συλλογιστικής η οποία ηθελημένα ή μη παραμένει προκλητικά στρουκτουραλιστική, κουβαλώντας όλα τα κατάλοιπα μιας γενιάς Ελλήνων που έμαθε να σκέφτεται με έναν και μόνο τρόπο, μηχανικά, αρνούμενη να δει ότι η πραγματικότητα και τα γεγονότα, ειδικά τα σημερινά, διακρίνονται από μια απροσδιόριστη πολλαπλότητα και μια μη ελεγχόμενη δυναμική. Ίσως να φταίει ότι δεν ζήσαμε ποτέ τον Μάη του ’68 ώστε να αλλάξουμε τρόπο αντίληψης και κατανόησης των κοινωνικών φαινομένων. Ο Μάης του ’68 μας χάρισε τον μεταδομισμό ο οποίος μας θύμισε ότι τα φαινόμενα μπορούμε να τα αντιληφθούμε και να τα προσεγγίσουμε μόνο ως φαινόμενα (με την φιλοσοφική έννοια του όρου). Η κάθε προσπάθεια ερμηνείας οφείλει να αποδεχθεί αυτό ως βάση αλλιώς είναι καταδικασμένη να είναι ή τόσο υποθετική που να καθίσταται κατασκευασμένη, είτε τόσο απλουστευτική ώστε να είναι λανθασμένη αν όχι αποτυχημένη.

Στην προσπάθεια τους να ερμηνεύσουν το ποτάμι της οργής και χωρίς να ανήκουν οι ίδιοι στους οργισμένους, δημοσιογράφοι και πολιτικοί προσπαθούν να κατατάξουν, να ομαδοποιήσουν και να διαχωρίσουν. Σε αυτή την κοινωνική διαμάχη των ημερών κάποιοι κάνουν το λάθος να κατανέμουν το πλήθος σε διαφορετικές «ομάδες», να κατανέμουν ρόλους και τελικά να καταλήγουν σε λάθος συμπεράσματα. Αν αυτό συμβαίνει ηθελημένα ή μη θα μου επιτρέψετε να μην το απαντήσω καθώς δεν μπορώ να το τεκμηριώσω παρόλο που έχω την άποψη μου. Σε κάθε περίπτωση το βέβαιο είναι ότι συμβαίνει. Έτσι, η διάκριση που κάνουν πολιτικοί και δημοσιογράφοι κατανέμει το πλήθος τεχνηέντως σε ομάδες όπως είναι οι διαδηλωτές, οι μαθητές,  οι αλλοδαποί (οι οποίοι άγνωστο γιατί δεν ονομάζονται μετανάστες), οι πλιατσικολόγοι, οι κομματικά ενταγμένοι, οι ανένταχτοι, οι αντιεξουσιαστές και οι αναρχικοί, οι κουκουλοφόροι κλπ. Οι σχέσεις ανάμεσα στις ομάδες αυτές εκλαμβάνονται λανθασμένα ως διχοτομίες που λειτουργούν ψηφιακά, με λογική είναι/δεν είναι. Για παράδειγμα η συλλογιστική αυτή μας λέει ότι οι πλιατσικολόγοι είναι και κουκουλοφόροι ενώ οι μαθητές δεν είναι οι πολιτικά ενταγμένοι. Το κορυφαίο δε είναι ότι γίνεται διαχωρισμός ανάμεσα σε διαδηλωτές και κουκουλοφόρους, οι δεύτεροι μάλιστα κατατάσσονται σχεδόν αυτόματα ως εχθροί της δημοκρατίας, εγκληματίες, άτομα με αποκλείνουσες συμπεριφορές, χούλιγκανς κλπ.

Αυτό που είναι γεγονός είναι ότι η παραπάνω λογική παράγει μια λάθος εικόνα για το φαινόμενο. Ταυτόχρονα όμως εκτός από αυτή την λάθος εικόνα κάποιοι κάνουν και το λάθος να υποθέτουν περισσότερα από όσα γνωρίζουν συλογιζόμενοι σύμφωνα με αυτά που νομίζουν. Θα κάνω μια παρένθεση εδώ για να πω κάτι που έχω πει και στο παρελθόν, ότι η αντίληψη είναι προβολική. Το ίδιο και η ερμηνευτική διαδικασία. Σε μεγάλο βαθμό προβάλουμε οι ίδιοι την εικόνα που βλέπουμε, το ίδιο και την ερμηνεία της. Ο μπάτσος νομίζει ότι βλέπει παντού εγκληματίες και ερμηνεύει την κάθε πράξη ως πιθανή πράξη ενοχής, αντίστοιχα ο αναρχικός νομίζει ότι όλοι είναι ασφαλίτες και ερμηνεύει όλες τις πράξεις ως πιθανό φακέλωμα, χαφιεδισμό κλπ. Δεν θα αναλύσω το γιατί αυτό συμβαίνει (ίσως κάποια άλλη στιγμή), το αναφέρω απλά ως παράδειγμα για να πω ότι το ίδιο συμβαίνει με τους πολιτικούς και εξηγώ:

Οι πολιτικοί εκλαμβάνουν τον εαυτό τους και την «δημοκρατία» ως σταθερά, ως την αρχή των αξόνων (το Καρτεσιανό 0,0), ερμηνεύουν τις κοινωνικές δυναμικές μέσα από δείκτες και στατιστικές που κατατάσσουν, ομαδοποιούν και διαχωρίζουν, είναι μάλλον αναμενόμενο να κατανοούν το φαινόμενο βλέποντας το πλήθος ως ομάδες – κοπάδια.  Κάποια κοπάδια είναι αυτόνομα, κάποια κατευθυνόμενα, κάποια κοπάδια περιέχουν κάποια άλλα και κάποια περιέχονται από άλλα. Σε κάθε περίπτωση αυτοί οι άνθρωποι αντί να βλέπουν μια κοινωνική έκρηξη, μια λαϊκή εξέγερση (ως τέτοια παρουσιάζεται στο εξωτερικό) βλέπουν παντού κοπάδια και γι’ αυτό μιλούν για εχθρούς της δημοκρατίας, καπελωμένους από τον ΣΥΡΙΖΑ, οργανωμένα σχέδια, υποκεινούμενους από μυστικές υπηρεσίες (έλεος ρε Αλέκα) κλπ. Οι δημοσιογράφοι ερμηνεύουν με τρόπο ίδιο με τους πολιτικούς και μάλλον δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι κι αυτοί έχουν μάθει να ερμηνεύουν την επιτυχία τους μέσα από δείκτες και αριθμούς… Ίσως από την άλλη να ισχύει το πιο απλό σενάριο που τους θέλει απλά να παίζουν το παιχνίδι των κομμάτων.

Σε κάθε περίπτωση, η συλλογιστική που κατατάσσει σε ομάδες και εφευρίσκει σενάρια τα οποία στην συνέχεια προσπαθεί να επιβεβαιώσει είναι λάθος. Αν η κοινωνία λειτουργούσε τόσο μηχανικά ώστε να μπορούν να διαχωριστούν οι άνθρωποι σε ομάδες που έχουν συγκεκριμένες και σαφείς σχέσεις τότε οι σχολές κοινωνιολογίας θα άνηκαν στα Πολυτεχνεία, όχι στις ανθρωπιστικές επιστήμες. Για να το θέσω πιο απλά και μαζί πιο σύνθετα, είναι λάθος να βλέπουμε το πλήθος που βρέθηκε στο δρόμο αυτές τις μέρες ως ένα παζλ κοινωνικών ομάδων που έχει ξεκάθαρα διαχωρισμένα κομμάτια γιατί δεν υπάρχουν τείχη ανάμεσα στους ανθρώπους και οι σχέσεις δεν είναι ψηφιακές αλλά αναλογικές. Είναι καλύτερα να δούμε το πλήθος ως ένα μωσαϊκό από πάμπολλες μοναδικές ψηφίδες, κάποιες πιθανότατα είναι ομαδοποιημένες και έλκονται ισχυρά, κάποιες άλλες είναι ανεξάρτητες, κάποιες τρίτες ανήκουν σε πολλές ομάδες ψηφίδων, ετερόκλητες, ίσως να έλκονται χαλαρά από κάποιες άλλες, ίσως και να απωθούνται. Λέω απλά ότι στην πραγματικότητα δεν μιλάμε για μάζες ούτε για ομάδες, άλλα για πολλές ανεξάρτητες δυναμικές που έλκονται και απωθούνται μέσα σε ένα συνεχές το οποίο είναι διαρκώς μεταβαλλόμενο. Μιλάμε για πολλαπλά υποκείμενα, που όλα είναι μοναδικά και γι’ αυτό σχεδόν όλα αποκλίνουν από τα μοντέλα και τα χαρακτηριστικά με τα οποία κάποιοι προσπαθούν να τα εντάξουν σε ομάδες και να τα ερμηνεύσουν. Με μια τέτοια λογική συνειδητοποιούμε ότι ο μετανάστης μπορεί να είναι και μαθητής και διαδηλωτής και ίσως και ο νοικοκύρης να έγινε πλιατσικολόγος και αν αρχίσουμε να διασταυρώνουμε όλες τις ομάδες που τεχνητά κάποιοι έφτιαξαν αυτές τις μέρες θα δούμε ότι δεν υπάρχουν τείχη ανάμεσα τους, ότι λιγότερο ή περισσότερο μιλάμε για πολλαπλά υποκείμενα που μπορούν να πάρουν παραπάνω από μια μορφές και ότι οι αποστάσεις που τα χωρίζουν δεν είναι τόσο μεγάλες. Μάλιστα ειδικά σε αυτή την περίπτωση αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο καθώς αυτό που κατέβασε τον κόσμο στον δρόμο δεν ήταν μια δέσμη αιτημάτων που κατευθύνονταν από ιδεολογίες ή ιδεοληψίες, δεν ήταν η διεκδίκηση αυτού που θα ήθελε η κοινωνία, ήταν απλά η οργή ενάντια σε αυτό που δεν ήθελε και δεν θέλει. Αντίθετα με κάποιους που θεωρούν ότι τα κινήματα πρέπει να έχουν ιδεολογικό υπόβαθρο εγώ θεωρώ ότι ακόμα και το «δεν θέλω» είναι υπεραρκετό για να κατατάξει το φαινόμενο των ημερών στην σφαίρα της λαϊκής εξέγερσης, κάτι που η κυβέρνηση εξακολουθεί να αγνοεί παραμένοντας γατζωμένη, αν και ασθμαίνουσα, στην εξουσία.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι όσο συνεχίζεται αυτή η λογική πολιτικών και δημοσιογράφων, που εθελοτυφλώντας θέτει εκτός του κοινωνικού πλαισίου την μερίδα των οργισμένων και αυτών που τα σπάνε, σαν όλοι αυτοί να ήρθαν από άλλο πλανήτη, θα πολλαπλασιάζονται τα χαρακώματα και οι κουκουλοφόροι. Όσο περισσότερο η πολιτικοί και οι δημοσιογράφοι στήνουν οχυρά γύρω από την κοινωνία των νοικοκυραίων και αποκλείουν όχι μόνο απροκάλυπτα αλλά επιδεικτικά αυτό το τμήμα της νεολαίας και της κοινωνίας ονομάζοντας τους κουκουλοφόρους και εγκληματίες, τόσο περισσότερο θα πρέπει να οχυρώνονται οι νοικυραίοι. Από την άλλη το ίδιο θα συμβεί και στην περίπτωση που συνεχίσει να επιχειρείται το αντίθετο, η εγκόλπωση των νέων στο παρόν σύστημα και την κοινωνία των φιλήσυχων νοικοκυραίων που ζουν χωρίς προσδοκίες. Αν κάποιοι συνεχίσουν να προσπαθούν να τους διδάξουν «αξίες» και να τους κάνουν σιωπηλούς Ελληνορθόδοξους, περήφανους ραγιάδες με άδειο στομάχι, λαμόγια με πλαστικές ζωές, φερέφωνα και γλύφτες πολιτικών και να προσπαθούν να τους κατασκευάσουν και/για να τους καπελώσουν τότε και πάλι τα χαρακώματα θα πολλαπλασιαστούν και οι κουκούλες θα επανέλθουν.

Αυτό που απαιτείται δεν είναι απλά η αλλαγή πολιτικής και τα μπαλώματα του συστήματος, είναι μια νέα αντίληψη για τα πράγματα που θα ξεκινάει από την απόρυψη του παλιού τρόπου σκέψης που περιγράφω πιο πάνω και την απομάκρυνση από την συλλογιστική των πολιτικών και των νυκοκυραίων που ομαδοποιεί, κατατάσσει, εξισώνει ισοπεδωτικά και διαφοροποιεί πολικά. Αυτό διεκδικούν τα παιδιά μόνο που δεν ξέρουν πως να το πουν και δεν υπάρχει κανείς να τα ακούσει. Θέλουν μια κοινωνία με επίκεντρο τον πολίτη και όχι το κράτος, θέλουν στο προσκήνιο τον σεβασμό, όχι μόνο της ισότητας, αλλά πρωτίστως του δικαιώματος στη διαφορετικότητα, τον σεβασμό του υποκειμένου, της αυτοδιάθεσης, της αυτονομίας (όχι μόνο της οικονομικής). Δεν είναι καθόλου τυχαίο μάλλον ότι αυτές είναι διεκδικήσεις του Μάη του ’68, σαράντα χρόνια μετά.

Θέλω να συγχαρώ θερμά και ειλικρινά τα παιδιά της εκπομπής του ΑΝΤ1 Ράδιο Αρβύλα. Εδώ και μια εβδομάδα, χωρίς να είναι δημοσιογράφοι, μετέτρεψαν την χιουμοριστική εκπομπή τους σε έναν πολύ ουσιαστικό και αντικειμενικό πυρήνα σχολιασμού και είπαν χωρίς περικοπές και αυτολογοκρισία, ξεκάθαρα, αυτά που όλοι σκεφτόμαστε εμείς που δεν έχουμε μικρόφωνα και κάμερες. Σας ευχαριστώ, προσυπογράφω κάθε κουβέντα σας!

h1

Περί γνωστών και αγνώστων

09/12/2008

Παρακολουθώ από χθες το βράδυ μια έντεχνη αλλά ιδιαίτερα άτεχνη προσπάθεια να αποπροσανατολιστεί η κοινή γνώμη και να βαφτιστεί, ή μάλλον να στιγματιστεί, αυτό που είναι ξεκάθαρα μια λαϊκή εξέγερση ως πράξη αναρχικών, αντιεξιουσιαστών, κουκουλοφόρων, γνωστών αγνώστων δεν ξέρω κι εγώ τι. Ε λοιπόν φτάνει το παραμύθι, είναι ηλίθιο να προσπαθούν να μας πείσουν ότι αυτοί που τα σπάνε είναι κάποιες ομάδες εγκληματιών ή οι δέκα αναρχικοί των Εξαρχείων. Τα ξένα μέσα μαζικής ενημέρωσης μιλάνε σαφώς για λαϊκή εξέγερση, έχετε ίντερνετ και μπορείτε να το ελέγξετε, εδώ οι δημοσιογράφοι το κάνουν γαργάρα και αρνούνται να δουν το προφανές.

Ακόμα κι αν κάποιοι θεωρούν ότι αυτοί που τα σπάνε είναι κάποιοι άλλοι από τον ελληνικό λαό, κάποιοι που δεν είναι λαός, κάποιοι «λιγότερο σώφρονες» που «χτυπούν τυφλά» τις «περιουσίες» κάποιων «καλών νοικοκυραίων», μάλλον θα πρέπει να αναλογιστούν ότι αυτοί που τα έσπασαν χθες είναι κάποιες πολλές χιλιάδες και ότι δεν γεννήθηκαν οργισμένοι, κάποιος τους έκανε, τους πολλαπλασίασε, τους εξόργισε, τους έδωσε απλόχερα τα αίτια και την αφορμή να πιάσουν πέτρες και μολότοφ. Ποιος είναι αυτός ο κάποιος; Το ίδιο το κράτος και οι δημοσιογράφοι που τους βαφτίζουν «γνωστούς αγνώστους» και αυτόματα τους περιθωριοποιούν, αγνοώντας επιδεικτικά ότι αυτοί είναι ένα κομμάτι της κοινωνίας και μάλιστα ιδιαίτερα μεγάλο πλέον. Κύριοι ξυπνήστε, αυτή τη φορά αυτοί που τα σπάνε δεν είναι γνωστοί άγνωστοι, είναι τα παιδιά σας μαζί με όλους τους αποκλεισμένους και αυτοί δεν είναι μόνο κάποιοι περιθωριακοί ή κάποιοι αλήτες.

Σε καμιά περίπτωση δεν επικροτώ το να καίγονται μαγαζιά και αυτοκίνητα. Αυτό που λέω είναι ότι η συμπεριφορά των ΜΜΕ σήμερα είναι τόσο κοντόφθαλμη που περίπου συμπυκνώνεται στη φράση «εδώ ο κόσμος χάνεται και το μουνί χτενίζεται». Δεν είναι δυνατόν να μιλάμε σήμερα για το πόσα καταστήματα κάηκαν και να μας απασχολεί πρωτίστως αυτό που είναι απλά η παρενέργεια της λαϊκής οργής. Θα έπρεπε να μας απασχολεί η πολιτική κατάσταση και κυρίως η λαϊκή αγανάκτηση καθαυτή και τα αίτια της. Υπάρχουν αίτια που πυροδότησαν το κύμα ανομίας, θα έπρεπε να μας απασχολούν, θα έπρεπε να μας απασχολεί η άφαντη νυν, άλλα ήδη πρώην, κυβέρνηση του τσαμπουκά Καραμνλή και της αυλής του που περιλαμβάνει παπάδες, ακροδεξιούς, λαμόγια και κοινούς αχρήστους. Δεν μπορεί σήμερα να διερωτώνται οι δημοσιογράφοι γιατί κάηκε η Ελλάδα και να μας λένε σοκαρισμένοι για τις καταστροφές «είναι απαράδεκτο». Ναι είναι απαράδεκτο αλλά είναι επίσης πιο απαράδεκτο το ξύλο, η βία της αστυνομίας, η απουσία των ατομικών δικαιωμάτων, οι δολοφονίες μεταναστών και άοπλων πολιτών από αστυνομικούς, ο ακήρυχτος πόλεμος και τελικά η Ελληνική δικαιοσύνη η οποία δεν λειτουργεί, δεν αποδίδει δικαιοσύνη, μεροληπτεί, προστατεύει απροκάλυπτα τους «εκπροσώπους του κράτους» και προκαλεί.

Σήμερα με θίγει βαθύτατα να ακούω τις κυρίες του Κολωνακίου να κλαίνε για τους καμένους πολυελαίους των καταστημάτων τους (ναι το άκουσα κι αυτό στην TV) που ήταν ασφαλισμένοι και που θα αποζημιωθούν από το κράτος, ας πάνε να διεκδικήσουν τα καμμένα από τον άφαντο και ανίκανο Καραμανλή, αυτόν τον παλιάτσο που ψήφισαν, αυτόν που πυροδότησε την λαϊκή οργή και δεν έκανε τίποτα για να τους προστατεύσει. Συγγνώμη, αλλά σήμερα εγώ λυπάμαι για άλλα πράγματα περισσότερο από ότι λυπάμαι για το Κολωνάκι. Για να μην παρεξηγηθώ, διευκρινίζω ότι αναφέρομαι στις κυρίες του Κολωνακίου, συγγνώμη αν θίγω κάποιον άλλο, δεν έχω τέτοια πρόθεση, έχω απόλυτη συναίσθηση ότι δεν είναι όλοι εύποροι και υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι που έχουν σοβαρό πρόβλημα σήμερα, νέοι που θα χάσουν τη δουλειά τους και αυτό είναι αυτονόητα καταδικαστέο. Όμως αυτή τη στιγμή στην κλίμακα των αξιών μου οι υλικές καταστροφές είναι κάτι δεύτερο και με θίγει να παρουσιάζεται σαν πρώτο γιατί δεν είναι. Δεν μπορεί να είναι πρώτο γιατί τα προβλήματα από τις καταστροφές θα λυθούν, όμως η ανασφάλεια, η ανομία, η βία, το αίμα έχει πληγώσει και στιγματίσει ακόμα μια γενιά νέων ανθρώπων. Αυτό που καταγγέλλεται θα έπρεπε να είναι όχι οι καταστροφές αλλά η ανομία ως πραγματικότητα.  Κι αν ξεκινήσουμε μια σοβαρή κουβέντα για την ανομία θα δούμε ότι σαφώς και ξεκινάει από το ίδιο το κράτος. Δεν έχουν δικαίωμα όλοι αυτοί που εκπροσωπούν το κράτος να καταγγέλλουν τη βία όταν οι ίδιοι την τρέφουν, την συντηρούν και την αναπαράγουν. Το ίδιο ισχύει και για τους δημοσιογράφους, τους παπάδες και όλους αυτούς που αποδεδειγμένα πλέον κάνουν business με το κράτος. Όλοι αυτοί συντηρούν την ανομία, την ανέχεια, την κακομοιριά, το έλλειμμα δημοκρατίας, ισότητας, ισονομίας, αξιοκρατίας και όλα όσα οι μεγαλύτεροι έμαθαν να ονομάζουν Ελλάδα και οι νέοι σήμερα δεν ανέχονται.

Μια γιαγιά είπε το πρωί στην TV, «Αχ, πάει η Ελλαδίτσα μας», πραγματικά κατανοώ την πικρία αλλά δεν την συμμερίζομαι. Εύχομαι να πάει στο καλό η Ελλαδίτσα σας γιατί αυτό είναι το πρόβλημα, ότι είναι και Ελλαδίτσα και δική σας, προτιμώ μια χώρα που θα λέγεται Ελλάδα, δεν θα ανήκει σε κανέναν και θα μεριμνά για όλους, και για εσάς και για εμάς.

Μέσα στο χθεσινό χάος βρήκα υπέροχο το φλεγόμενο δέντρο του Συντάγματος, έργο τέχνης! Potlach!

περισσότερα για το θέμα της δολοφονίας του μικρού Αλέξανδρου έχω γράψει στο post «σε κατάσταση ομηρίας» (κλικ)

h1

Σε κατάσταση ομηρίας…

08/12/2008

Ο καιρός είναι είρωνας, όμορφη μέρα με φως, δηλαδή ακριβώς το αντίθετο από αυτό που συμβαίνει σήμερα. Mε εξαίρεση τον καιρό είναι κακή μέρα, σκοτάδι, μεσαίωνας. Δεν είναι μόνο ότι χάθηκε μια ζωή, το χειρότερο είναι ότι αυτό δεν είναι ένα τυχαίο περιστατικό, δεν είναι μια παράπλευρη απώλεια, είναι το μάλλον αναμενόμενο τίμημα ενός ακήρυχτου πολέμου που δεν ξεκίνησε προχθές και ούτε θα λήξει αύριο. Ακριβώς για τον λόγο αυτό δεν έχει ιδιαίτερο νόημα να εστιάσει κανείς την αναζήτηση των αιτίων των επισοδείων αποκλειστικά στο γεγονός του θανάτου και είναι τουλάχιστον υποκριτικό να αναζητά η κυβέρνηση ευθύνες μόνο στην αστυνομία. Ο αστυνομικός που πάτησε την σκανδάλη δεν είναι παρά ο τελευταίος κρίκος σε μια μακρά αλυσίδα και το γεγονός της εν ψυχρώ δολοφονίας καθαυτό το προϊόν μιας πραγματικότητας που έχει διαμορφωθεί εδώ και πολλά χρόνια και οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην γέννεση τέτοιων φαινομένων.

Δεν είναι η πρώτη φορά που αστυνομικός πυροβολεί εν ψυχρώ άοπλο πολίτη και βεβαίως δεν είναι η πρώτη φορά που κάποιοι τα σπάνε. Η πόλωση, η βία, οι ακρότητες και φυσικά η κατάχρηση εξουσίας δεν εμφανίστηκαν χθες από το πουθενά. Σε μια χώρα που δεν έχει καμία κουλτούρα σεβασμού των ανθρώπινων ελευθεριών το χθεσινό δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό όπως κάποιοι (κυβέρνηση – αστυνομία) προσπαθούν να μας πείσουν, και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως τέτοιο. Το πρόβλημα είναι ευρύτατο και η έκρηξη οργής δεν αφορά αποκλειστικά την μικροκλίμακα του χθεσινού γεγονότος των Εξαρχείων, αυτό ήταν απλά η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι το οποίο παραμένει πάντα γεμάτο και περιμένει την επόμενη σταγόνα, εκτός κι αν συμβεί κάτι (απίθανο) και αποκλιμακωθεί η ένταση που είναι μόνιμη τα τελευταία χρόνια. Όταν σε αυτό το κράτος οι μπάτσοι έχουν την δυνατότητα να δρουν μονίμως κατά παράβαση και σε βάρος του πολίτη και να παραμένουν ατιμώρητοι (πάμπολλες περιπτώσεις και δεν θα αναφερθώ ονομαστικά) τότε αυτό μοιραία γεννά μια βεντέτα και ένα αβυσσαλέο μίσος που ζητά δικαίωση. Εφόσον η Ελληνική δικαιοσύνη όχι μόνο αδυνατεί να την παρέχει αλλά αντίθετα με περίσσιο θράσος μεροληπτεί προκλητικά υπέρ αυτών των αστυνομικών που θα έπρεπε να τιμωρούνται βαρύτατα είναι αναμενόμενο κάποιοι πολίτες να διεκδικούν την αυτοδικία, δεν τους μένει άλλος τρόπος. Αν διαφωνείτε ρίξτε μια ματιά στις ποινές που επιβλήθηκαν για την περίπτωση της ζαρντινιέρας.

Οι Έλληνες αστυνομικοί θα έπρεπε να είναι προστάτες των πολιτών και μέσω αυτού της δημοκρατίας όμως δεν μπορείς να ζητήσεις από κάποιον να προστατεύσει κάτι στο οποίο δεν πιστεύει, κάτι που δεν έμαθε ποτέ τι σημαίνει. Ο Έλληνας μπάτσος εκπαιδεύεται για να είναι μπάτσος, όχι ως πολίτης που προστατεύει πολίτες αλλά ως εξουσία που προστατεύει εξουσίες και αφηρημένες ιδέες ή αν προτιμάτε ιδεοληψίες (πατρίς, θρησκεία, μαλακία). Αυτός ο κατασκευασμένος μπάτσος κυκλοφορεί με ένα όπλο και αδυνατεί να διακρίνει την διαφορά ανάμεσα σε ένα παιδί και σε έναν κακοποιό, βλέπει τα πάντα ως απειλές για μια αόριστη εξουσία, πολλαπλασιάζει τη διαφωνία του και την κάνει δολοφονία και αυτό δεν είναι απλά μια παρενέργεια αλλά η ίδια η αρρώστια του συστήματος που ο μπάτσος μέσα στο κεφάλι του νομίζει ότι προστατεύει, με το οποίο ταυτίζεται. Αυτός ο μπάτσος δεν αισθάνεται εκπρόσωπος της εξουσίας, αισθάνεται ότι είναι ο ίδιος η εξουσία, αισθάνεται ανώτερος του πολίτη και απειλούμενος από αυτόν καθώς πιστεύει ότι όλοι είναι ένοχοι μέχρι αποδείξεως του εναντίου. Ξέρω πολλούς ανθρώπους που σκέφτονται έτσι, δεν έχουν καμία αίσθηση της κοινωνικής δικαιοσύνης και στην αξιακή τους κλίμακα τοποθετούν τις ιδεοληψίες τους υψηλότερα από την ανθρώπινη ζωή. Δεν είναι μόνο αστυνομικοί, συχνά είναι παπάδες, εκπαιδευτικοί, πολιτικοί, αθλητές, δημοσιογράφοι, οικονομολόγοι, γιατροί, αριστεροί και δεξιοί κλπ. Είναι όλοι τους βλαπτικοί για την κοινωνία όπως και ο αστυνομικός με τη διαφορά ότι αυτοί δεν έχουν όπλο. Όλοι όμως αυτοί φορτίζουν και πολώνουν και όλοι τελικά συμβάλλουν ηθελημένα ή μη στην συντήρηση ενός κοινωνικού εμφυλίου. Είμαστε όλοι όμηροι αυτής της κατάστασης.

Από εκεί και πέρα δεν τρέφω καμία ελπίδα ότι θα αλλάξει κάτι, δεν έχω καμία εμπιστοσύνη στη δικαιοσύνη και φυσικά δεν έχω καμία εμπιστοσύνη στην αστυνομία ούτε στην νυν, αλλά ήδη πρώην, κυβέρνηση η οποία μιλάει για παραδειγματικές τιμωρίες και άλλα όμορφα. Το πρόβλημα πρέπει να εξεταστεί μακροσκοπικά και να μείνουν στην άκρη τα περί παραδειγματικών τιμωριών γιατί δεν είναι παρά λόγια εντυπωσιασμού (ακούω τώρα και τον Γιακουμάτο να λέει ότι θα τιμωρηθούν «αμείλικτα» οι υπεύθυνοι). Άλλωστε η λέξη «παραδειγματικά» μάλλον επισημαίνει το πόσο σκοτεινές είναι οι αντιλήψεις που κυριαρχούν στην Ελλάδα σε σχέση με τα ανθρώπινα δικαιώματα, κυριολεκτικά Μεσαίωνας καθώς χρονολογικά η πρακτική των «παραδειγματικών τιμωριών» βρίσκει της ρίζες της κάπου εκεί. Παραδειγματικά τιμωρούν οι κοινωνίες που δεν είναι σε θέση να θεσμοθετήσουν και να οργανώσουν σωστά τα νομικά τους πλαίσια, τους ελεγκτικούς και δικαστικούς φορείς ώστε να λειτουργούν δίκαια σεβόμενοι τους πολίτες και την προσωπική τους αυτοδιάθεση. Το μόνο που τους μένει λοιπόν είναι να τιμωρούν «παραδειγματικά» κάποιον ώστε να ικανοποιήσουν το λαϊκό αίσθημα και να εκφοβίσουν (παραδειγματίσουν) όλους τους υπόλοιπους για να μην κάνουν τα ίδια. Στις οργανωμένες κοινωνίες οι τιμωρίες είναι απλά αυτές που ορίζει ο νόμος και εφαρμόζονται για όλους. Επιπλέον, το να λέει κανείς ότι θα τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι δεν είναι παρά το αυτονόητο και ανεξάρτητα από το τι τελικά θα γίνει στο δικαστικό σκέλος της υπόθεσης, αυτή η επαναλαμβανόμενη δήλωση του αυτονόητου «θα τιμωρηθούν οι ένοχοι» το μόνο που κάνει είναι να ενισχύει την αίσθηση ότι επικρατεί η ατιμωρησία.

Κλείνοντας θα προσθέσω αυτό που θεωρώ ότι είναι το χειρότερο από όλα, ότι δηλαδή αυτό το κράτος δυστυχώς κατάφερε να μεγαλώσει ακόμα μια γενιά νέων παιδιών μέσα σε ένα κλίμα βίας, μίσους και ανασφάλειας. Αυτό είναι που με θλίβει περισσότερο.

Αντίο Αλέξανδρε.

h1

Περί ενηλικίωσης και εσωστρέφειας της ελληνικής μπλογκόσφαιρας

25/11/2008

newspaper2

Αποφάσισα να γράψω αυτό το post με αφορμή το πρόσφατο άρθρο του Νίκου Ξυδάκη στην Καθημερινή το οποίο μπορείτε να βρείτε εδώ (κλικ) για το οποίο η φίλη μου η Μαρία ζήτησε την γνώμη μου. Το άρθρο γράφτηκε με αφορμή την πρόσφατη έρευνα της VPRC που αναφέρεται στο blogging και στους bloggers. Πριν προχωρήσω σε σχολιασμό θα ήθελα να αναφέρω ότι για την έρευνα της VPRC ήδη έχω γράψει πολλά σε παλαιότερο post, όταν ήταν ακόμα σε εξέλιξη, τα οποία μπορείτε να διαβάσετε εδώ (κλικ).

Ο κύριος Ξυδάκης αναφέρεται σε πολλά πράγματα που δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω με ακρίβεια, όπως για παράδειγμα ότι το hype του blogging ξεκίνησε λίγο πριν το καλοκαίρι του 2007 και ότι ξαφνικά εμφανίστηκε το «επάγγελμα» blogger. Εκείνη την εποχή ήμουν Ολλανδία και μόλις ξεκινούσα το blog από προσωπική ανάγκη να γράφω στα ελληνικά και χωρίς να έχω ξεκάθαρη γνώση του τι γινόταν στην Ελλάδα. Επιπλέον δεν μπορώ να ξέρω τι συνέβαινε πριν την άνοιξη του 2007 μέσα και έξω από τα blogs για να μπορώ να συγκρίνω. Παρόλα αυτά με κάθε επιφύλαξη νομίζω ότι ο Ξυδάκης σε αυτό το σημείο αλλά και σε πολλά άλλα από όσα γράφει έχει δίκιο. Έχω διαμορφώσει άλλωστε μια περίπου παρόμοια άποψη που όμως δεν την υπερασπίζομαι ως θέση καθώς προκύπτει περισσότερο από μια αίσθηση που έχω αποκομίσει και όχι από μια άμεση γνώση των πραγμάτων. Δεν θα έλεγα ότι ο Ξυδάκης αφορίζει όπως ίσως θα σκεφτούν κάποιοι, κάνει μια προσωπική ανάγνωση και παρόλο που σε κάποια σημεία διαφωνώ ίσως να μην πέφτει και πολύ έξω. Έχοντας γράψει στο παρελθόν για το blogging δεν έλεγα πολύ διαφορετικά πράγματα, με τη διαφορά όμως ότι μιλούσα με αφετηρία το blogging και το περιεχόμενο του, και όχι τα χαρακτηριστικά των bloggers, αποφεύγοντας να τους ομαδοποιήσω ή να τους ταυτοποιήσω. Αντίθετα αυτό είναι κάτι που η VPRC αναζητά και δημοσιεύει και με τη σειρά του ο Ξυδάκης σχολιάζει γενικά όντας ταυτόχρονα αρκετά ευφυής ώστε να αποφεύγει τις γενικεύσεις.

Το hype φαίνεται να ξεκίνησε μετά την δημοσιοποίηση της ιστορίας της Αμαλίας και τις καλοκαιρινές φωτιές. Τα ΜΜΕ τότε ανακάλυψαν το blogging και του έδωσαν δημοσιότητα, το διαφήμισαν, το τροφοδότησαν και τροφοδοτήθηκαν από αυτό. Εκείνο το διάστημα και ταυτόχρονα με την άνοδο του blogging κάποιοι (πολλοί) άλλοι διέκριναν μια δυναμική στο μέσο και έσπευσαν να μιλήσουν γι’αυτό στολίζοντας το με χαρακτηρισμούς τύπου » το κίνημα των bloggers», «οι ενεργοί πολίτες» και άλλα όμορφα επιθυμώντας συχνά να καπελώσουν τους bloggers και να δείξουν ότι ελέγχουν τον χώρο κυρίως λόγω των εκλογών οι οποίες συντήρησαν και το hype του blogging μέχρι το φθινόπωρο του 2007. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι εκείνη την εποχή εμφανίστηκαν και άνθισαν blogs τα οποία μετά τις εκλογές έκλεισαν ή παρέμειναν ανενεργά και δεν θα είναι καθόλου παράξενο αν γίνει το ίδιο στις επόμενες εκλογές.

Σε κάθε περίπτωση εκείνο το χρονικό διάστημα (άνοιξη – φθινόπωρο 2007) φαίνεται ότι το blogging ήρθε στο επίκεντρο δημιουργώντας υπερβολικά πολλές προσδοκίες σε σχέση με αυτά που μπορούσε να πετύχει, άλλωστε κι αυτό το «να πετύχει» το οποίο έχει μια αγωνιστική χροιά και ένα αντίστοιχο προφίλ είναι ένα κατασκεύασμα, προϊόν μιας προβολής κάποιων η οποίοι ήθελαν να προσδώσουν έναν στόχο και μια πολιτική ταυτότητα σε όλο αυτό το πράγμα και να προσδέσουν τη blogόσφαιρα στο άρμα της ανατροπής. Αυτός ο κινηματικός χαρακτήρας δεν ήταν αυτονόητο στον χώρο της blogόσφαιρας (ούτε είναι) αν και βεβαίως ήταν κάτι που ήθελαν αρκετοί bloggers που πίστευαν (και πιστεύουν) ότι με το νέο μέσο μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα. Από την άλλη φυσικά ήταν και είναι πολλοί αυτοί που θέλουν να αλλάξουν πράγματα για τον εαυτό τους, αυτοί που αποζητούν μια προβολή και επιθυμούν να κερδίσουν κάτι. Όλοι αυτοί, ανεξάρτητα από τους σκοπούς και τις επιδιώξεις τους, τον τόπο κατοικίας τους, τα πολιτικά ή θρησκευτικά τους πιστεύω, το περιεχόμενο και το ύφος της γραφής τους είναι bloggers και συνθέτουν την Ελληνική blogόσφαιρα όπως ακριβώς συνθέτουν και την Ελληνική κοινωνία, ως ένα μωσαϊκό ανεξάρτητων μεταβλητών. Αυτό το κοινωνικό μωσαϊκό που το καλοκαίρι του 2007 ήταν σε οργασμό, ως τροφοδότης της blogόσφαιρας έφερε και έναν οργασμό στο blogging.

Αν διαλέξουμε λοιπόν να δούμε το blogging ως προϊόν μιας τέτοιας σύνδεσης με την κοινωνία είναι μάλλον αναμενώμενο στην παρούσα φάση να επικρατεί μια εσωστρέφεια αν και δεν είμαι απόλυτα βέβαιος για το τι εννοεί με την λέξη εσωστρέφεια ο κύριος Ξυδάκης, είναι λίγο ασαφές ή καλύτερα πολύ γενικό. Αν με τον όρο εσωστρέφεια εννοεί το γεγονός ότι το blogging δεν βγάζει πια κόσμο στον δρόμο, ότι δεν υπάρχει η προβολή που υπήρχε από τα ΜΜΕ και ότι έχει παγιδευτεί σε μια αυτοαναφορικότητα τότε κι εγώ συμφωνώ.

seeing_tanseyinnocentlg

Όμως κάτι που πρέπει να καταστεί σαφές είναι ότι αυτό δεν ήταν μια επιλογή ούτε συνέβη τυχαία. Υπάρχουν γεγονότα που επηρέασαν και σχέσεις αιτιότητας όπως σε όλα τα πράγματα. Μπορεί οι bloggers να ήταν για μια μικρή χρονική περίοδο μια προβεβλημένη, εξωστρεφής ομάδα ανθρώπων που τροφοδότησε τα παραδοσιακά ΜΜΕ με υλικό (και γι’ αυτό κάποιοι bloggers έγιναν γνωστοί) όμως παράλληλα οι ίδιοι άνθρωποι, οι επώνυμοι και ανώνυμοι bloggers, δέχθηκαν και ένα καθόλου αμελητέο κύμα από επιθέσεις και «απειλές», ατομικά αλλά και συνολικά, τόσο από την οργανωμένη πολιτεία όσο και από κόμματα ή στελέχη τους, δημοσιογράφους και λοιπούς, ας μου επιτραπεί να μην αναφερθώ εκτενώς σε παραδείγματα, είναι γνωστά. Το παζλ των αιτίων της εσωστρέφειας συμπληρώνεται από την διείσδυση και ανάδυση των «παραδημοσιογραφικών» blogs τα οποία όχι μόνο αλλοίωσαν την εικόνα της blogόσφαιρας και το πως την αντιλαμβάνονταν οι αναγνώστες της αλλά κάποια στιγμή αποτέλεσαν και αφορμή για να γίνει μια κουβέντα περί ενός νόμου για τα blogs, πράγμα που τότε είχα χαρακτηρίσει αστειότητα (κλικ για το αντίστοιχο post). Όλα αυτά αφενός απέτρεψαν πολύ κόσμο από το να συνεχίσει να γράφει και επιπλέον διαμόρφωσαν μια στρεβλή εικόνα του blogging και τελικά σε συνδυασμό και με άλλους παράγοντες (αναδύθηκαν νέες πλατφόρμες όπως το Facebook) το blogging υποβαθμίστηκε αρκετά.

Δεν θα μπω στη διαδικασία να αναζητήσω αν κάποια γεγονότα ήταν ενορχηστρωμένα και δεν θα μιλήσω για οργανωμένη εκστρατεία εκφοβισμού και καπελώματος των bloggers (αν και η κουβέντα περί νόμου για την ανωνυμία αυτό ακριβώς ήταν). Θα πω όμως ότι κανείς από αυτούς που θα μπορούσαν δεν έδειξε ότι έχει την πρόθεση να περιφρουρήσει την ελευθερία του λόγου και τον δυναμικό χαρακτήρα των blogs. Ο λόγος είναι προφανής, ζούμε σε μια φοβική κοινωνία με ένα εξίσου φοβικό πολιτικό σκηνικό όπου κανείς δεν θέλει να προστατεύσει κάτι που δεν είναι σε θέση να ελέγξει με αποτέλεσμα όλοι να προτιμούν μια ελεγχόμενη «ελευθερία του λόγου» που περιορίζει και τους ίδιους από μια πραγματική ελευθερία του λόγου που μπορεί να τους εκθέσει ή να τους θίξει. Σε αυτό το «όλοι» φυσικά και περιλαμβάνω και πολλούς bloggers και δεν τρέφω την αυταπάτη ότι εμείς εδώ μέσα καταφέραμε να είμαστε πολύ πιο δημοκράτες από τους άλλους εκεί έξω, η ίδια κοινωνία είναι και εδώ και έξω.

Κλείνοντας θα πω ότι μέσα στο παραπάνω πλαίσιο που ορίζεται από την παρούσα κατάσταση αυτή η εσωστρέφεια μπορεί τελικά να δείχνει για πολλούς και ένα βήμα ωριμότητας, να είναι μια συνειδητή επιλογή. Σκεπτόμενος τις επιλογές που υπήρξαν και τα ενδεχόμενα σενάρια προφανώς προτιμώ μια λιγότερο εξωστρεφή blogόσφαιρα από μια ελεγχόμενη ή καπελωμένη. ftcollect_1966_79793709