Archive for the ‘ΜΜΕ’ Category

h1

Μαμά, μπαμπά, με δείχνει η τηλεόραση!

31/03/2010

Στην τηλεόραση που θα με καλέσουν θα μιλήσω για την τελευταία μου φωτογράφιση και στην επόμενη φωτογράφιση θα βγω λίγο πιο προκλητικά για να με ξαναδείξει η τηλεόραση και την επόμενη φορά που θα πάω στην τηλεόραση θα δείξω και λίγο βυζί (λίγο μόνο) να γίνω πιο πόπιουλαρ μπας και βρεθεί κανένας πενηνταπεντάρης λεφτάς κι εργένης να με πάρει από τα αλώνια στα σαλόνια, να κάνουμε κι έναν γάμο (σε εκκλησία πάντα) με είκοσι χιλιάδες καλεσμένους και ζωντανή σύνδεση με το δελτίο των 9, να κάνουμε κι ένα παιδί να το φωτογραφίζουμε κι αυτό εδώ κι εκεί, χωρίς να το ρωτήσουμε… Μέχρι να μπει τρίτο πρόσωπο ανάμεσα μας, να τσακωθούμε και να αποφασίσουμε το διαζύγιο και να στείλουμε και δελτίο τύπου… πριν καταθέσουμε αίτηση διαζυγίου…

Μέσα σε αυτό το σύμπαν των τηλεοπτικά διαζευγμένων, ερωτευμένων, παντρεμένων και σε όλες τις περιπτώσεις τηλε-εκδιδομένων η Τζούλια θα μπορούσε να είναι η πιο αξιοπρεπής όλων αν δεν είχε πει αυτό το «εμού και του ιδίου» αναφερώμενη στην κάμερα που την κατέγραφε και ισχυριζόμενη αρχικά ότι δεν γνώριζε. Αντίθετα, από την αρχή θα έπρεπε να είχε πει σε όλους αυτούς τους αυτόκλητους σωτήρες της κάτι άλλο, «ναι ρε μαλάκες, έκανα τσόντα και το έκανα για τα λεφτά», κι αυτό είναι τουλάχιστον ειλικρινές και σίγουρα λιγότερο χυδαίο από την σχεδόν καθολική, συγκαλυμμένη χυδαιότητα που παρελαύνει στην TV πίσω από μια μάσκα σοβαροφάνειας, ηθικολογίας και καθωσπρεπισμού.

Ίσως σας φανεί σοκαριστικό, αλλά θεωρώ ότι το πορνό είναι πιο ειλικρινές και καθαρό σαν προϊόν από αυτό που πλασάρει η ιδιωτική τηλεόραση καθημερινά. Αυτό βέβαια με την προϋπόθεση ότι γίνεται με τη συγκατάθεση των συμμετεχόντων, συνήθως μιας ενήλικης κυρίας και ενός ενηλίκου κυρίου, ή ακόμα και σε πιο μπερδεμένους συνδυασμούς, κύριος με κύριο, κυρία με κυρία, κύριοι και κυρίες κλπ αλλά μεταξύ ενηλίκων πάντα. Εκτός από τος πιθανούς συνδυασμούς μεταξύ των παρτενέρ στην τσόντα τα πράγματα είναι συνήθως ξεκάθαρα, δεν σε μπερδεύει κάτι, πληρώνεις την τιμή που ορίζει ο παραγωγός και ξέρεις περίπου τι θα δεις και πως. Αν θες υπόθεση βρίσκεις μια ταινία με υπόθεση, αν όχι βρίσκεις μια χωρίς, πάντα όμως είναι χωρίς διαφημίσεις και διακοπές και κουραστικές αναβολές. Αν δεν σου αρέσουν τα προκαταρκτικά πας στο κυρίως πιάτο με fast forward και αν σε τρώει η περιέργεια με τον ίδιο τρόπο το πας στο τέλος, αν και μάλλον ξέρεις από την αρχή τι θα γίνει στο τέλος, εκτός αν είσαι πολύ μικρός ή πολύ αθώος και δεν ξέρεις ακόμα ότι τα μωρά ΔΕΝ τα φέρνει ο πελαργός! (sorry guys) Τέλος πάντων, αυτό που θέλω να πω είναι ότι, σε κάθε περίπτωση, στην τσόντα υπάρχει, αρχή, μέση και κυρίως τέλος (και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα).

Αντίθετα στο ελληνικό τηλεοπτικό σύμπαν δεν υπάρχει αρχή και κυρίως δεν υπάρχει τέλος. Επικρατούν τα συνεχή υπονοούμενα, τα ψευτο-κουτο-πόνηρα σχόλια, το cliché και κακόγουστο σεξουαλικό χιούμορ, τα αβυσσαλέα ντεκολτέ και οι κοντές φούστες, η περιφορά μιας ανικανοποίητης ή και επιτηδευμένης λαγνείας από δημοσιογράφους, παρουσιαστές, καλεσμένους, ηθοποιούς, τραγουδιστές, μοντέλα, στάρλετς της μιας νύχτας, παίκτες τηλεπαιχνιδιών κλπ κλπ. Για να επιστρέψω στην αναλογία με την τσόντα η ελληνική TV είναι σαν ερωτικό παιχνίδι που μένει στα προκαταρκτικά, τα οποία μοιάζουν να αφήνουν μια διαρκώς επεκτεινόμενη και ανακυκλούμενη υπόσχεση για σεξ, για ένα σεξ που διαρκώς αναβάλλεται και τελικά ποτέ δεν γίνεται, κι όταν πάει να ξεκινήσει κόβεται ή καλύτερα όταν κόβεται δίνει την εντύπωση ότι θα ξεκινούσε.

Μπορώ να βρω πάρα πολλά παραδείγματα, ξεκινώντας από τα προφανή και άμεσα που ακολουθούν είτε τα Μπερλουσκονικά τηλεοπτικά πρότυπα είτε αυτά των χωρών του πρώην ανατολικού μπλοκ.

Στην πρώτη περίπτωση η βασική Μπερλουσκονική ιδέα (την οποία μοιάζει να επιθυμεί να ακολουθήσει και στην πολιτική) είναι απλή και γι’ αυτό επιτυχής. Γεμίζουμε ένα πάνελ με ωραίες νέες γυναίκες, κατά προτίμηση ημίγυμνες, ή ακόμα καλύτερα ελαφρά ντυμένες. Η δουλειά τους είναι κυρίως να λικνίζονται, με τρόπο που υπόσχεται να αποκαλύψει, είτε από πρόθεση είτε από ατύχημα, περισσότερα από όσα ποτέ θα επιτρεπόταν πραγματικά στον θεατή να δει (και από όσα ποτέ θα δει). Συνεργός και συνάμα εμπόδιο στην θέαση ο χειριστής της κλειδαρότρυπας, ο καμεραμάν, ο οποίος με βιαστικά πλάνα θα δείξει κλεφτά και στιγμιαία τον ποπό ή το στήθος της χορεύτριας χωρίς όμως να επιμείνει σε αυτά τα σημεία, όλα είναι τόσο έντεχνα φτιαγμένα ώστε να κατανέμουν σωστά τις δόσεις τυχαιότητας και σκοπιμότητας του πλάνου, ώστε παίζοντας με τον τηλεθεατή να του γενούν διαρκώς και να μεταθέτουν την προσδοκία… Για ποιο πράγμα; ίσως για ένα στιγμιαίο βλέμμα στο εσώρουχο, για λίγο παραπάνω εκτεθειμένο στήθος από όσο συνήθως, για λίγο περισσότερο μπούτι και έτσι η προσδοκία διατηρείται, μετατίθεται, διογκώνεται μέχρι που στο τέλος… Στο τέλος «κυρίες και κύριοι ένα διάλλειμα για διαφημίσεις!». Στοιχεία από το παραπάνω μοντέλο τηλεόρασης μπορείτε να βρείτε σε πολλές πρωινές εκπομπές, σε κάποια μεσημεριανά προγράμματα, μερικώς στις ειδήσεις του Star και βεβαίως στον Θέμο Αναστασιάδη.

Στην δεύτερη περίπτωση, η λογική του πρώην ανατολικού μπλοκ είναι παρόμοια αλλά λίγο πιο ακραία, κι αυτό όχι γιατί το γυμνό ή το λάγνο είναι ακραίο από μόνο του, αλλά γιατί γίνεται ακραίο όταν αποτελεί αυτοσκοπό και καταλήγει να εισβάλλει παντού, ακόμα κι εκεί που δεν έχει θέση. Κάπως έτσι μια όμορφη κοπέλα καταλήγει να γδύνεται μπροστά σε χάρτες με θερμοκρασίες, ανέμους και βαρομετρικά, εκφωνώντας το δελτίο καιρού σαν sexy Μελανίτης. Βέβαια η ελληνική πρωτοτυπία θριαμβεύει και εδώ, γιατί ενώ η Ρωσίδα πρωτοπόρος «Πετρούλα» δεν δίστασε να γδυθεί εντελώς, η ελληνική εκδοχή της, έφτασε μέχρι τα εσώρουχα και για να μπορέσει να κρατήσει το ενδιαφέρον των τηλεθεατών αμείωτο χωρίς να χρειαστεί να βγάλει κι άλλα, επιστράτευσε ένα αφόρητα επιτηδευμένο νάζι, με την ελπίδα να καλύψει τη διαφορά στήθους… Στήθος το οποίο δεν θα είχε πρόβλημα να μας δείξει αν δεν υπήρχε το ραδιοτηλεοπτικό. Άλλωστε γι’ αυτό υπάρχουν και οι γυμνές φωτογραφίσεις σε περιοδικά, κάπως πρέπει να ζήσουν και αυτά…

Κι αν τα παραπάνω είναι τα άμεσα και προφανή, η ιστορία της τηλεοπτικής λαγνείας, της μετατιθέμενης σεξουαλικότητας, της πονηρής κλεφτής ματιάς που γεννά την επιθυμία της προσδοκίας και την προσδοκία της επιθυμίας, είναι μόνο η αρχή της από τηλεοράσεως διείσδυσης στο άβατο του άλλου.
Είναι εκπληκτικό και μαζί τρομακτικό το πώς ακόμα και η μαγειρική γίνεται αντικείμενο και αφορμή για την καλλιέργεια του φαντασιακού, για παιχνίδι με σεξουαλικά υπονοούμενα, κι ακόμα κι όταν το ερωτικό και λάγνο μοιάζει να απουσιάζει παντελώς αυτό που παραμένει ίδιο με αυτά που περιγράφονται παραπάνω είναι η έκθεση των κάθε είδους αποκρύφων με τρόπο αντικανονικό και χυδαίο σε βαθμό ενοχλητικό όταν συχνά όλο αυτό φέρει μια επίπλαστη μάσκα ηθικής, καλοσύνης και φιλανθρωπίας από την πλευρά των τηλεοπτικών παραγωγών.

Έτσι, αφού σου μαγειρέψουμε και οι έξι και διαλέξεις με ποιον θα πας ταξίδι, σου φτιάχνουμε το σπίτι, το εστιατόριο, το ξενοδοχείο, διακανονίζουμε τα χρέη σου και τελικά σου βρίσκουμε νύφη ή γαμπρό, κατά προτίμηση αγρότη, ή αν έχεις χωρίσει σε αφήνουμε να έρθεις σε εμάς να ξεφτιλίσεις τον πρώην σου στο πανελλήνιο που θα σε κοιτάζει αποσβολωμένο καθώς θα ξοδεύεις το Γουορχολικό δεκαπεντάλεπτο σου. Αυτό που θέλουμε γι’ αντάλλαγμα σε αυτά τα δεκαπέντε λεπτά δημοσιότητας είναι τα άπλυτα σου, τα απόκρυφα σου, τα απαγορευμένα σου, τελικά εσένα τον ίδιο να σε ταΐσουμε στο τηλεοπτικό κοινό που είναι έτοιμο να σε φάει, από μίσος ή από αγάπη (όπως στην ταινία «το άρωμα»).

Η προσδοκία του τηλεθεατή, δεν είναι το καλό ή το κακό, είναι η προσδοκία της κλειδαρότρυπας, η ηδονή από την κλεφτή ματιά από τον καναπέ του στο απαγορευμένο του άλλου, στο απαγορευμένο του σώματος του, στο απαγορευμένο του χώρου του, στο απαγορευμένο των συναισθημάτων του, στο απαγορευμένο του παρελθόντος του, του παρόντος του, των προσδοκιών του άλλου για τον μέλλον… Στο απαγορευμένο της ζωής του, το ιδιωτικό! Ακόμα κι αν μας φαίνεται ότι αυτό δεν έχει να του δώσει κάτι άμεσα, είναι βέβαιο ότι ο τηλεθεατής θα βρει κάτι να πάρει. Ενδεχομένως να ικανοποιήσει την δίψα του για ασφάλεια, ή να επιβεβαιώσει τις ανασφάλειες του, πιθανόν να αναζητήσει την θέση του ανάμεσα στους άλλους, να βρει κοινά και διαφορές με τους άλλους, σε κάθε περίπτωση είναι βέβαιο ότι θα βρει λόγο και τρόπο να ετεροπροσδιοριστεί, ταυτιζόμενος ή διαφοροποιούμενος με τους πρωταγωνιστές που βλέπει στον δέκτη του.
Σε αυτό που περιγράφεται πιο πάνω, η επαφή με το άλλο, με τον άλλο, δεν είναι άμεση, δεν είναι διαλεκτική, δεν είναι καν διαδραστική. Είναι μια κατανάλωση που γίνεται αποκλειστικά από την οθόνη, παθητικά, γραμμικά και κυρίως μοναχικά! Όπως συνήθως καταναλώνεται και το πορνό…
Κάπου εδώ τραβάω την γραμμή και αφήνω να σκεφτεί ο καθένας μόνος του τι είναι πιο ηθικό, πιο έντιμο, πιο ανθρώπινο ή ίσως λιγότερο απάνθρωπο.

Τη δική μου άποψη θα την πω επιστρέφοντας στα της τσόντας. Το πρόβλημα της ελληνικής τηλεόρασης με την Τζούλια δεν είναι ηθικό, δεν αφορά μια συνείδηση για ένα κοινό καλό ή για μια δημόσια αιδώ που εθίγη. Το πρόβλημα τους δεν έχει να κάνει με κάποιο είδος ενδιαφέροντος για το καλό της ίδιας της κοπέλας. Το πρόβλημα τους είναι ότι δεν μπορούν να είναι οι ίδιοι οι παραγωγοί της τσόντας, οι ίδιοι παράγουν μόνο προκαταρκτικά, κλειδαρότρυπα χωρίς εκτόνωση, αυτό τους ενδιαφέρει, αυτό ανεβάζει θεαματικότητες και πουλάει τηλεοπτικό χρόνο για διαφημίσεις. Άλλωστε μέχρι τόσο τους επιτρέπει το ΕΣΡ. Η Τζούλια, ένα από τα υποπροϊόντα αυτής της TV και ένα από τα κύρια θέματα της κλειδαρότρυπας τους τα χάλασε, άνοιξε τη πόρτα, ξέφυγε από τα διαρκή προκαταρκτικά της ελληνικής TV, από τα κλεφτά πλάνα που αναζητούσαν να δείξουν στιγμιαία το στρινγκ της και έκανε βρώμικο σεξ μπροστά σε όλους υπό το φως των προβολέων και με την παρουσία κάμερας.

Αυτόματα, αυτό σήμανε και τυπικά ένα τέλος, το τέλος της αθωότητας της ελληνικής ιδιωτικής τηλεόρασης, ή καλύτερα της αθωότητας την οποία επιχειρούσε να πλασάρει η ελληνική TV χωρίς όμως να είναι καθόλου αθώα. Η Τζούλια άλλωστε είναι παιδί (ίσως το παιδί, με οριστικό άρθρο) της ιδιωτικής τηλεόρασης καθώς εκεί βρέθηκε από μικρή, εκεί μεγάλωσε, εκεί ενηλικιώθηκε κι έγινε γνωστή, εκεί δημοσιευόταν η ζωή της, εκεί αρχικά απολογήθηκε λέγοντας ψέματα για το DVD και εκεί αργότερα παραδέχθηκε ότι πληρώθηκε… εκεί ποιος ξέρει τι άλλο; Δεν θυμίζει όλο αυτό την ταινία Truman Show; Η ζωή της κοπέλας αυτής ήταν τσόντα και reality show μαζί, πριν η ίδια γυρίσει το DVD η τηλεόραση την χρησιμοποιούσε, την εξύψωνε, την καταδίωκε, την κατέκρινε, τελικά έκανε τα πάντα για να την παραδώσει στο τηλεοπτικό κοινό ως εικόνα που πουλάει (προς βρώση, κατακραυγή, ερωτική τέρψη κλπ), αλλά δεν έκανε τίποτα για να την προστατεύσει ως άνθρωπο…

Βέβαια, για να αποφύγω παρεξηγήσεις, παρόλο που ενοχοποιώ την τηλεόραση και το σύστημα της showbiz, σε καμία περίπτωση δεν εννοώ ότι το DVD είναι το αυτόματο αποτέλεσμα αυτής της τηλεοπτικής χυδαίας υπερ-έκθεσης. Όμως συνέβαλε σε πολύ μεγάλο βαθμό, πλάθοντας γύρω από την κοπέλα ένα περιβάλλον που ευνοούσε μια αντίδραση Ηροστρατικού τύπου. «Αφού δεν με γουστάρετε όπως είμαι, γι’ αυτό που είμαι και δεν μπορείτε να με δεχθείτε και να με θυμάστε ως κάτι καλό θα σας κάνω να με θυμάστε με κάτι κακό»… Στόχος της ήταν αποκλειστικά η εντύπωση και τα μισάνοιχτα στόματα, ο λόγος που θα τα κρατούσε μισάνοιχτα ήταν αδιάφορος, αρκεί να μείνουν μισάνοιχτα… έτσι νόμιζε ότι έπρεπε γιατί έτσι την έμαθε η ίδια η TV…

Εγώ πάντως παραμένω αντιστάρ… Η δημοσιογράφος μπροστά από τον σταθμό του ηλεκτρικού, ευγενέστατη και με κλειστή την κάμερα με ρώτησε, «θα μας πείτε κάτι για την κρίση, για την ανεργία στους νέους;»… Κι εγώ της απάντησα «Δεν γίνεται… Δεν με αφήνει η μαμά μου!»… Μάλλον γιατί η απάντηση στο ερώτημα ήταν πιο hardcore από την τσόντα της Τζούλιας! (με πολλά μπιπ και X σε κόκκινο κύκλο)

h1

Αθήνα – Βερολίνο μέσω Καλαβρύτων… Η Ελληνική εφευρετικότητα!

06/03/2010

Δευτέρα πρωί, το υψωμένο μεσαίο δάχτυλο της Αφροδίτης της Μήλου στο εξώφυλλο του Γερμανικού περιοδικού Focus ήταν αρκετό για να γεμίσει το πρόγραμμα της πρωινής ζώνης… Άλλωστε κάτι τέτοια περιμένουν οι δημοσιογράφοι για να ταΐσουν ύπνο το αποχαυνωμένο κοπάδι των πρωινών νοικοκυραίων που επί χρόνια το αναθρέφουν μαθαίνοντας το να μηρυκάζει τις προκατ τηλεφερώμενες απόψεις, κατασκευάζοντας τεχνητά εχθρούς και ήρωες σε ένα παιχνίδι που η πραγματικότητα έρχεται δεύτερη, προηγείται η θεαματικότητα.

Ο Παπαδάκης στον ΑΝΤ1 φιλοξένησε τον καθηγητή (που διδάσκει αλήθεια;) ιστορίας και φιλολογίας κύριο Σαράντο Καργάκο τον οποίο δεν γνώριζα (πάει καιρός που δεν παρακολουθούσα εντατικά την ελληνική trash TV) αλλά με ελάχιστο κόπο τον βρήκα στο youtube να αγορεύει στην εκπομπή των αδελφών Γεωργιάδη «Ελλήνων έγερσις» και κατάλαβα. Στο απόγειο της τηλεοπτικής του καριέρας λοιπόν, ο κύριος Καργάκος εκλήθη από τον Παπαδάκη για να μιλήσει για τους Γερμανούς και την κατοχή, κρεμάμενος σαν σταφύλι από ένα παράθυρο σε μια οθόνη που με μεγάλα γράμματα έγραφε στο κάτω μέρος της (εκεί όπου η κάθε εκπομπή διαλαλά την πραμάτεια της όπως οι έμποροι στη λαϊκή), «Μνήμες από τη σφαγή στα Καλάβρυτα ξυπνούν οι προκλήσεις των Γερμανών»… Ο Καργάκος λοιπόν αγόρευε ομφαλοσκοπικά κι αυτάρεσκα εναντίον των «κακών» Γερμανών, μια κυρία περιέγραφε το δράμα που έζησε όταν οι γερμανοί εκτέλεσαν τον αδερφό της μαζί με άλλους 500 άνδρες και κάπου εκεί, στη διαδρομή Αθήνα – Βερολίνο μέσω Καλαβρύτων και Διστόμου, η δημοσιογραφική κακογουστιά των Γερμανών του Focus συνάντησε την κακόμοιρη, άστοχη, άκαιρη και ταυτόχρονα ψευτοτσαμπουκαλίδικη ελληνική ιστοριολαγνεία που πάντα βρίσκει τρόπους να δικαιώνει όλα τα στραβά των Ελλήνων ντύνοντας το ελληνικό έθνος με το πέπλο του ιστορικά αδικημένου και αποδίδοντας τις ευθύνες σε τρίτους…

Στο ALTER ο Αυτιάς, περνούσε στην αντεπίθεση προβάλλοντας (σε αποκλειστικότητα) το προσεχές εξώφυλλο του ελληνικού Focus το οποίο θα κυκλοφορήσει ως απάντηση στους Γερμανούς δημοσιεύοντας ένα άρθρο με τίτλο «Ο ΛΑΟΣ ΤΟΥ ΧΙΤΛΕΡ», το οποίο θα γραφτεί και στο εξώφυλλο με μεγάλα γράμματα και φωτογραφία του Χίτλερ που υψώνει φασιστικά το χέρι. Υποψιάζομαι ότι οι Γερμανοί θα απαντήσουν με εξώφυλλο που θα λέει «Ο ΛΑΟΣ ΤΟΥ ΑΥΤΙΑ» και φωτογραφία ένα σαλιγκάρι (είναι το πιο σαλιάρικο και γλοιώδες ον που μπορώ να σκεφτώ, μετά τον Αυτιά φυσικά). Παράλληλα με το εξώφυλλο που έπαιζε πάντα στο video wall της εκπομπής, στο πάνελ φιλοξενούσε και δυο δικηγορίνες οι οποίες θα κάνουν μήνυση στο Γερμανικό περιοδικό για συκοφαντική δυσφήμιση γιατί το άρθρο ήταν υβριστικό και έθιγε τον ελληνικό λαό (είπαν)…

Πίσω στον ANT1, o Παπαδάκης σε μια απόπειρα να χαϊδέψει τα αυτιά των νοικοκυραίων τηλεθεατών του, πριν κλείσει την εκπομπή του, πέταξε την cliché ατάκα των ημερών, «δεν ευθύνεται ο μέσος έλληνας για την κατάντια της χώρας»… Μήπως ευθύνεται ο μέσος Γερμανός;

Όμως επειδή το αυτονόητο στην Ελλάδα παραμένει μια πονεμένη ιστορία ας περάσουμε στην ανάλυση τώρα. Αρχικά, αυτό που με εντυπωσιάζει πάντα σε τέτοια θέματα, είναι η σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζεται από τους παρουσιαστές η ανοησία, η ελαφρότητα, η αποσπασματικότητα και το cliché των απόψεων που φιλοξενούν στις εκπομπές τους. Με ενοχλεί αυτή η σπατάλη και η ανακύκλωση αυτού που κάθε φορά οι πολλοί (οι νοικοκυραίοι δηλαδή) θεωρούν προφανές και θέλουν να ακούσουν να λέγεται και από τηλεόρασης για να ικανοποιήσουν την αυταρέσκεια τους. Έτσι, το κοινωνικά και τηελοπτικά διαμορφωμένο cliché καταλήγει να λέγεται και ξαναλέγεται ακόμα κι αν είναι λάθος, σαν να υπάρχει τρόπος η επανάληψη να δικαιώσει το λάθος και να οδηγήσει στην κάθαρση, όπως η περιστροφή του Δερβίση οδηγεί στην Νιρβάνα.

Έτσι, η είδηση, αφού ανακοινωθεί, γίνεται σχόλιο το οποίο ακολουθείται από άλλο σχόλιο κλπ. πυροδοτώντας μια τεράστια ακολουθία σχολίων που καθιστά την ίδια την αρχική είδηση σχόλιο μεταξύ σχολίων με αποτέλεσμα η ενημέρωση να μην αφορά πια το γεγονός και την ουσία του αλλά όλα όσα περιβάλλουν το γεγονός, είτε σχετίζονται με αυτό έμμεσα είτε άμεσα. Το παράδειγμα του Focus είναι αυτό ακριβώς, δεν μας ενδιαφέρει η κρίση η οποία είναι η πραγματική είδηση, μας ενδιαφέρει ο σχολιασμός, αρχικά του Focus και μετά του Παπαδάκη και του Αυτιά, της Λαμπίρη το μεσημέρι η οποία θα σχολιάσει τι είπε ο Παπαδάκης το ίδιο πρωί, του Λαζόπουλου το βράδυ που θα τους σχολιάσει όλους μαζί… Και κάπου εκεί μείζον πρόβλημα του Έλληνα γίνεται το Focus και οι Γερμανοί. Το χειρότερο είναι ότι αυτό το είδος δημόσιου διαλόγου έχει πλέον γίνει ο στόχος των δημοσιογράφων οι οποίοι αξιώνουν να λειτουργούν, όχι απλά ως εκπρόσωποι, αλλά και ως καθοδηγητές του λαού και το τρομακτικό είναι ότι έχουν κάνει και τον λαό να το πιστέψει… Οι ίδιες ανοησίες που ακούγονται στα τηλεοπτικά πάνελς γίνονται στη συνέχεια αντικείμενο κουβέντας στη δουλειά, στο σπίτι, στη λαϊκή με αποτέλεσμα να συνθέτουν μια «κοινή γνώμη» που παπαγαλίζει την βλακεία του Καργάκου, του Παπαδάκη, του Αυτιά, του τάδε ως έγκυρη άποψη και με κάνει να αναρωτιέμαι αν υπάρχει άλλος λαός που να σπαταλά τόσο πολύ λόγο, τόσο αντιπαραγωγικά, τόσο εσφαλμένα, ασύντακτα, αποσπασματικά, προκατασκευασμένα και άστοχα.

Και ας πούμε ότι θα μπορούσα να συμφωνήσω με τον Παπαδάκη, με το «δεν φταίει ο μέσος Έλληνας», αν δεν είχε προηγηθεί στην εκπομπή του όλη η υστερία εναντίον των Γερμανών και αν προσέθετε στην φράση του μια λέξη ακόμα, την λέξη «αποκλειστικά». Η αλήθεια είναι ότι δεν ευθύνεται ο μέσος Έλληνας αποκλειστικά, ευθύνονται όλοι οι Έλληνες, οι μέσοι, μικρομεσαίοι, μεγαλομεσαίοι και βεβαίως οι μεγαλομεγάλοι. Φταίει βεβαίως και η Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία προχώρησε σε νομισματική ένωση χωρίς πιο πριν να έχει σχεδιάσει μια κοινή οικονομική πολιτική (και ναι γι’ αυτό φταίνε οι Γερμανοί!). Φταίνε οι κερδοσκόποι, το σύστημα, όλα φταίνε. Εκτός όμως από τους μεγαλομεγάλους, το αδηφάγο καπιταλιστικό σύστημα και την ΕΕ φταίνε και οι «μέσοι» Έλληνες, η ευθύνη κάποιων μεγαλύτερων κέντρων δεν αφαιρεί αυτόματα την ατομική ευθύνη, ίσως το κάνει υπό προϋποθέσεις αλλά όχι πάντα και όχι σε αυτή την περίπτωση.

Προσοχή! Δεν λέω ότι οι «μέσοι» Έλληνες είναι αυτοί που έφεραν την χώρα στην κρίση. Λέω κάτι άλλο, λέω ότι το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή η Ελλάδα κατηγορείται ως μη αξιόπιστη δεν είναι ως γεγονός εντελώς αποκομμένο από το τι είναι ο «μέσος» Έλληνας και ποιες είναι οι αξίες του, τα όνειρα, οι διεκδικήσεις και οι προτεραιότητες του και πως διαμορφώθηκε η κουλτούρα του γενικότερα (όχι μόνο η καταναλωτική) μέσα από συγκεκριμένες σχετικά πρόσφατες ιστορικές συγκυρίες.

Άλλωστε, η οικονομική κρίση είναι απλά ένα μικρότερο πρόβλημα, ένα υποσύνολο μιας ευρύτερης κρίσης, όχι μόνο οικονομικής αλλά και αξιακής και όχι αποκλειστικά ελληνικής αλλά παγκόσμιας. Είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι ο καπιταλισμός έχει φτάσει στο σημείο της ύβρεως, όπως είπε η Ségolène Royal. Η κρίση δεν είναι μια παρενέργεια του συστήματος από λάθος χειρισμούς και από κερδοσκοπικά παιχνίδια κάποιων «κακών» όπως προσπαθούν να μας πείσουν κάποιοι, αλλά ένα πρόβλημα ενδοσυστημικό, εγγενές στον καπιταλισμό και στις δομές του (όπως θα έλεγε ο Zizek), όχι μόνο στον τρόπο που λειτουργεί ως οικονομικό σύστημα, αλλά κυρίως στον τρόπο που διαμορφώνει την κοινωνία, τους ανθρώπους, τις αξίες τους. Κι αυτό είναι το χειρότερο και το πιο τρομακτικό!

Σε αυτό το πλαίσιο θα μπορούσα να ασκήσω πάρα πολύ έντονη και σκληρή κριτική στους Γερμανούς ή τους Ολλανδούς (τους οποίους γνωρίζω πολύ καλά) και τους βόρειους γενικότερα για την υπερβολική τους πίστη στο σύστημα, στα μοντέλα, στον σχεδιασμό, τον προγραμματισμό με τρόπο προκατασκευασμένο, παθητικά πειθαρχημένο, αποστειρωμένο και σκληρό. Μπορώ να γράψω σελίδες αναφερόμενος στο segmentation, το fragmentation, το classification και τα προβλήματα της συστημικής σκέψης τους, κατάλοιπο ενός δομικού λειτουργισμού, μονοσήμαντου, δυαδικού, γραμμικού, ντετερμινιστικού, συχνά οριακά φασιστικού! Όμως όσο με ενοχλεί ο Γερμανός και η κουλτούρα του άλλο τόσο με ενοχλεί ο Έλληνας, ίσως και περισσότερο γιατί είμαι υποχρεωμένος να τον υποστώ και να ζήσω μέσα στην ελληνική κουλτούρα.

Σε κάθε περίπτωση, λοιπόν, παρόλο που υπάρχουν πολλά ελαφρυντικά για την κατάντια της Ελλάδας, παρόλο που φταίει περισσότερο ένα παγκόσμιο σύστημα και λιγότερο ο «μέσος» οποιοσδήποτε και παρόλο που δεν αγαπώ τους Γερμανούς περισσότερο από τους Έλληνες, υπάρχουν τραγικά λάθη που επιβάρυναν και επιβαρύνουν την κατάσταση και αυτά είναι λάθη των Ελλήνων, όχι κάποιων άλλων.

Η αλήθεια είναι ότι δεν έχουν εντελώς άδικο οι Γερμανοί όταν λένε ότι οι Έλληνες είναι ανεύθυνοι, παρόλο που το λένε για τους λάθος λόγους και στοχεύοντας σε λάθος σημεία. Δεν είναι μόνο τα ψευδή οικονομικά στοιχεία που έδωσε ο Καραμανλής στην Ένωση καθιστώντας αφερέγγυο το ήδη στοχοποιημένο ελληνικό κράτος (εμείς το ξέραμε, μετά το έμαθαν και οι Ευρωπαίοι), είναι αυτό που κάνουν ακόμα και τώρα σχεδόν όλοι, αυτό που έκανε κι ο Παπαδάκης. Ο Έλληνας αναμασώντας το cliché «δεν φταίει ο μέσος Έλληνας» πετάει την ευθύνη από πάνω του και για να απενοχοποιήσει πλήρως τον εαυτό του, εφευρίσκει ανύπαρκτους λόγους (ή διογκώνει ήδη υπάρχοντες αλλά ασήμαντους) έτσι ώστε για όλα να του φταίει κάποιος άλλος, η πεθερά του, ο γείτονας, ο Αλβανός, ο Τούρκος, τώρα ο Γερμανός, πιο συχνά από όλα όμως η κακή του μοίρα (το κισμέτ!)… Η ευκολία με την οποία ο Έλληνας σβήνει την ατομική ευθύνη και συχνά μερικώς και τη συλλογική είναι αυτή που έκανε και εξακολουθεί να κάνει την κακή κατάσταση χειρότερη.

Εδώ και χρόνια ο «μέσος» Έλληνας δεν είναι αυτός που νομίζουμε, δεν είναι ο φιλότιμος σκληρά εργαζόμενος, φιλόξενος, καθαρός και ντόμπρος λαϊκός άνθρωπος! Αυτή είναι μια ρομαντική εικόνα που έφτιαξαν οι Ελληνικές ταινίες, και ίσως να ίσχυε σε κάποιο βαθμό κάποτε σε μια εποχή που η χώρα ήταν πιο φτωχή, αλλά δεν ισχύει πια. Ο Έλληνας από τότε που η Ελλάδα έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απέκτησε μια νέα ταυτότητα τυχοδιωκτική με απόλυτο στόχο το εύκολο και γρήγορο κέρδος, με κάθε μέσο, κοντόφθαλμα και κουτοπόνηρα. Κάποιοι λίγοι πλούτησαν, οι πολλοί όμως που δεν πλούτησαν ανέπτυξαν το ένστικτο του βολέματος και του παροδικού, «να φάμε ότι μπορούμε τώρα, όσο πιο πολύ τόσο το καλύτερο, για αύριο βλέπουμε». Ο νεοπλουτισμός κατέφθασε, η ποιότητα υποχώρησε σε βάρος της ποσότητας, της αγωνιώδους κατανάλωσης και της άκρατης επίδειξης της για την κατάκτηση ενός κοινωνικού status. Δεν είσαι πια σημαντικός επειδή παράγεις αλλά επειδή καταναλώνεις και το επιδεικνύεις. Ο Έλληνας αυτό σήμερα το πιστεύει και το υπηρετεί, ακόμα κι αν δεν το παραδέχεται!

Για τον λόγο αυτό δεν έχει εντελώς δίκιο ο Έλληνας όταν φορτώνει την ευθύνη αποκλειστικά στα κόμματα, τους πολιτικούς και την πολιτική. Είναι γεγονός ότι αυτοί φταίνε περισσότερο αλλά είναι επίσης γεγονός ότι δεν είναι ξένοι αυτοί που συγκροτούν την πολιτική σκηνή της χώρας. Είναι Έλληνες αυτοί που κυβερνούν εκλεγμένοι από άλλους Έλληνες… Έλληνες είναι και όσοι τους περιβάλλουν, τα άπειρα κομματόσκυλα (από όποιο χώρο κι αν προέρχονται), οι εργατοπατέρες, οι αγροτοπατέρες, δεν είναι από άλλο πλανήτη, Έλληνες είναι. Έλληνες είναι και αυτοί που βρίζουν το δημόσιο στο οποίο όμως οι ίδιοι θέλουν να βάλουν το παιδί τους από την πίσω πόρτα με την βοήθεια του κόμματος που πιο πριν έβριζαν… Έλληνες είναι και αυτοί που έτρωγαν για χρόνια τα χρήματα των Ευρωπαϊκών επιδοτήσεων (αγροτικών , εκπαιδευτικών, επιχειρηματικών), και όσα έφτασαν στους δικαιούχους φαγώνονταν κι αυτά χωρίς ουσιαστική ανάπτυξη, χωρίς ουσιαστικό έργο. Τα άρπαζαν κι αυτοί ευκαιριακά (πολλοί και όχι λίγοι) και τα ξόδευαν αλόγιστα χωρίς να επενδύουν για να βελτιώσουν το μαγαζί τους, την παραγωγή τους, την έρευνα τους ώστε να μείνει κάτι στη χώρα για το μέλλον. Αντίθετα, πολλοί τα έτρωγαν σε αυτοκίνητα, φρουτάκια και πουτάνες. Θέλω να πω ότι τελικά είναι η ίδια λογική που επικρατεί από τα ψηλά μέχρι τα χαμηλά, η ίδια ευκαιριακή νοοτροπία, ο ίδιος οπορτουνισμός.

Φταίνε γι’ αυτά οι Γερμανοί; Η αλήθεια είναι πως όχι μόνο δεν φταίνε αλλά αυτά τα πλήρωναν Γερμανοί! Όμως είπαμε, στη συνείδηση του Έλληνα όλα ορίζονται από τρίτους και από τα αόρατα νήματα μιας ήδη γραμμένης μοίρας , ο ίδιος δεν φέρει ευθύνη, κι έτσι καταλήγει να ασχολείται με το εξώφυλλο, την επιφάνεια, το επουσιώδες, το σήμερα, το τώρα και για αύριο «έχει ο Θεός»… Να όμως που δεν έχει άλλο! Το καράβι βουλιάζει και παίρνει στον πάτο και αθώους… Τα αίτια της κρίσης θα τα βρείτε εδώ, τα λέει πολύ καλύτερα από όσο θα μπορούσα εγώ. Δεν είμαι ειδικός στα οικονομικά και αυτό που με απασχολεί άλλωστε δεν είναι τόσο η ύφεση όσο οι Έλληνες, η νοοτροπία τους, το πώς αλλοιώθηκαν, το τι μπορούσε να γίνει και δεν έγινε, το τι ευκαιρίες χάθηκαν, το τι μπορεί να γίνει στο μέλλον…

Αν υπάρχει λύση για το μέλλον τότε αυτή δεν θα έρθει από την Ελλάδα ως κράτος, ως διοικητική δομή αλλά από τον Έλληνα ως πολίτη, ως άνθρωπο. Ανεξάρτητα από το αν αυτή η λύση θα έρθει μέσα ή έξω από το παρόν κοινωνικο-οικονομικό σύστημα, είναι ευκαιρία για σκληρή αυτοκριτική, όχι για να επωμιστεί ο «μέσος» Έλληνας την ευθύνη της κρίσης, ούτε για να δικαιωθεί ως μη υπεύθυνος γι’ αυτή. Είναι απαραίτητη η αυτοκριτική για να καταλάβει τα λάθη του, να αποκτήσει νέα ταυτότητα και αυτογνωσία, να αποκτήσει αξίες που έχει χάσει. Μόνο έτσι θα βγει πραγματικά και ουσιαστικά από την κρίση η οποία επαναλαμβάνω ότι για εμένα δεν είναι αποκλειστικά οικονομική αλλά πολιτισμική και αξιακή… Το οικονομικό είναι το αποτέλεσμα, όμως ο πραγματικός πλούτος ενός κράτους δεν είναι οικονομικός. Πλούτος είναι ο πολιτισμός, η ιστορία, η κουλτούρα, οι άνθρωποι, οι γνώσεις τους, οι ικανότητες τους, οι αξίες τους, η υπευθυνότητα τους… Αυτά οφείλαμε να τα έχουμε διαφυλάξει και δεν το πράξαμε. Γιατί αν υπάρχει κάτι που πρέπει να μας θίγει δεν είναι οι Γερμανοί του Focus ή του Bild, αλλά ότι καταντήσαμε στο σημείο να υπάρχουν σε αυτόν τον τόπο άτομα (μπάτσοι) τόσο ανιστόρητα, ώστε να ρίχνουν δακρυγόνα σε αυτούς που πολέμησαν τους Ναζί, που κατέβασαν τη σημαία τους. Κατάντια είναι τα χημικά στο Μανώλη Γλέζο, όχι το έλλειμμα, ούτε το Focus!…

Καλό κουράγιο…

h1

Ποιοι είναι οι κουκουλοφόροι;

12/12/2008

Η ερμηνευτική παρελαύνει μαζί με μια ανόητη διδακτική στην τηλεόραση και τα ΜΜΕ. Κανείς δεν έχει καταλάβει τι συμβαίνει, κάποιοι προσπαθούν να συνετίσουν τους «άτακτους» μαθητές, με λόγια ή με ξύλο. Η απουσία κατανόησης του φαινομένου πέρα από παντελής είναι και εμφανής. Ο λόγος είναι η δομή και η μέθοδοι της υπάρχουσας ερμηνευτικής συλλογιστικής η οποία ηθελημένα ή μη παραμένει προκλητικά στρουκτουραλιστική, κουβαλώντας όλα τα κατάλοιπα μιας γενιάς Ελλήνων που έμαθε να σκέφτεται με έναν και μόνο τρόπο, μηχανικά, αρνούμενη να δει ότι η πραγματικότητα και τα γεγονότα, ειδικά τα σημερινά, διακρίνονται από μια απροσδιόριστη πολλαπλότητα και μια μη ελεγχόμενη δυναμική. Ίσως να φταίει ότι δεν ζήσαμε ποτέ τον Μάη του ’68 ώστε να αλλάξουμε τρόπο αντίληψης και κατανόησης των κοινωνικών φαινομένων. Ο Μάης του ’68 μας χάρισε τον μεταδομισμό ο οποίος μας θύμισε ότι τα φαινόμενα μπορούμε να τα αντιληφθούμε και να τα προσεγγίσουμε μόνο ως φαινόμενα (με την φιλοσοφική έννοια του όρου). Η κάθε προσπάθεια ερμηνείας οφείλει να αποδεχθεί αυτό ως βάση αλλιώς είναι καταδικασμένη να είναι ή τόσο υποθετική που να καθίσταται κατασκευασμένη, είτε τόσο απλουστευτική ώστε να είναι λανθασμένη αν όχι αποτυχημένη.

Στην προσπάθεια τους να ερμηνεύσουν το ποτάμι της οργής και χωρίς να ανήκουν οι ίδιοι στους οργισμένους, δημοσιογράφοι και πολιτικοί προσπαθούν να κατατάξουν, να ομαδοποιήσουν και να διαχωρίσουν. Σε αυτή την κοινωνική διαμάχη των ημερών κάποιοι κάνουν το λάθος να κατανέμουν το πλήθος σε διαφορετικές «ομάδες», να κατανέμουν ρόλους και τελικά να καταλήγουν σε λάθος συμπεράσματα. Αν αυτό συμβαίνει ηθελημένα ή μη θα μου επιτρέψετε να μην το απαντήσω καθώς δεν μπορώ να το τεκμηριώσω παρόλο που έχω την άποψη μου. Σε κάθε περίπτωση το βέβαιο είναι ότι συμβαίνει. Έτσι, η διάκριση που κάνουν πολιτικοί και δημοσιογράφοι κατανέμει το πλήθος τεχνηέντως σε ομάδες όπως είναι οι διαδηλωτές, οι μαθητές,  οι αλλοδαποί (οι οποίοι άγνωστο γιατί δεν ονομάζονται μετανάστες), οι πλιατσικολόγοι, οι κομματικά ενταγμένοι, οι ανένταχτοι, οι αντιεξουσιαστές και οι αναρχικοί, οι κουκουλοφόροι κλπ. Οι σχέσεις ανάμεσα στις ομάδες αυτές εκλαμβάνονται λανθασμένα ως διχοτομίες που λειτουργούν ψηφιακά, με λογική είναι/δεν είναι. Για παράδειγμα η συλλογιστική αυτή μας λέει ότι οι πλιατσικολόγοι είναι και κουκουλοφόροι ενώ οι μαθητές δεν είναι οι πολιτικά ενταγμένοι. Το κορυφαίο δε είναι ότι γίνεται διαχωρισμός ανάμεσα σε διαδηλωτές και κουκουλοφόρους, οι δεύτεροι μάλιστα κατατάσσονται σχεδόν αυτόματα ως εχθροί της δημοκρατίας, εγκληματίες, άτομα με αποκλείνουσες συμπεριφορές, χούλιγκανς κλπ.

Αυτό που είναι γεγονός είναι ότι η παραπάνω λογική παράγει μια λάθος εικόνα για το φαινόμενο. Ταυτόχρονα όμως εκτός από αυτή την λάθος εικόνα κάποιοι κάνουν και το λάθος να υποθέτουν περισσότερα από όσα γνωρίζουν συλογιζόμενοι σύμφωνα με αυτά που νομίζουν. Θα κάνω μια παρένθεση εδώ για να πω κάτι που έχω πει και στο παρελθόν, ότι η αντίληψη είναι προβολική. Το ίδιο και η ερμηνευτική διαδικασία. Σε μεγάλο βαθμό προβάλουμε οι ίδιοι την εικόνα που βλέπουμε, το ίδιο και την ερμηνεία της. Ο μπάτσος νομίζει ότι βλέπει παντού εγκληματίες και ερμηνεύει την κάθε πράξη ως πιθανή πράξη ενοχής, αντίστοιχα ο αναρχικός νομίζει ότι όλοι είναι ασφαλίτες και ερμηνεύει όλες τις πράξεις ως πιθανό φακέλωμα, χαφιεδισμό κλπ. Δεν θα αναλύσω το γιατί αυτό συμβαίνει (ίσως κάποια άλλη στιγμή), το αναφέρω απλά ως παράδειγμα για να πω ότι το ίδιο συμβαίνει με τους πολιτικούς και εξηγώ:

Οι πολιτικοί εκλαμβάνουν τον εαυτό τους και την «δημοκρατία» ως σταθερά, ως την αρχή των αξόνων (το Καρτεσιανό 0,0), ερμηνεύουν τις κοινωνικές δυναμικές μέσα από δείκτες και στατιστικές που κατατάσσουν, ομαδοποιούν και διαχωρίζουν, είναι μάλλον αναμενόμενο να κατανοούν το φαινόμενο βλέποντας το πλήθος ως ομάδες – κοπάδια.  Κάποια κοπάδια είναι αυτόνομα, κάποια κατευθυνόμενα, κάποια κοπάδια περιέχουν κάποια άλλα και κάποια περιέχονται από άλλα. Σε κάθε περίπτωση αυτοί οι άνθρωποι αντί να βλέπουν μια κοινωνική έκρηξη, μια λαϊκή εξέγερση (ως τέτοια παρουσιάζεται στο εξωτερικό) βλέπουν παντού κοπάδια και γι’ αυτό μιλούν για εχθρούς της δημοκρατίας, καπελωμένους από τον ΣΥΡΙΖΑ, οργανωμένα σχέδια, υποκεινούμενους από μυστικές υπηρεσίες (έλεος ρε Αλέκα) κλπ. Οι δημοσιογράφοι ερμηνεύουν με τρόπο ίδιο με τους πολιτικούς και μάλλον δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι κι αυτοί έχουν μάθει να ερμηνεύουν την επιτυχία τους μέσα από δείκτες και αριθμούς… Ίσως από την άλλη να ισχύει το πιο απλό σενάριο που τους θέλει απλά να παίζουν το παιχνίδι των κομμάτων.

Σε κάθε περίπτωση, η συλλογιστική που κατατάσσει σε ομάδες και εφευρίσκει σενάρια τα οποία στην συνέχεια προσπαθεί να επιβεβαιώσει είναι λάθος. Αν η κοινωνία λειτουργούσε τόσο μηχανικά ώστε να μπορούν να διαχωριστούν οι άνθρωποι σε ομάδες που έχουν συγκεκριμένες και σαφείς σχέσεις τότε οι σχολές κοινωνιολογίας θα άνηκαν στα Πολυτεχνεία, όχι στις ανθρωπιστικές επιστήμες. Για να το θέσω πιο απλά και μαζί πιο σύνθετα, είναι λάθος να βλέπουμε το πλήθος που βρέθηκε στο δρόμο αυτές τις μέρες ως ένα παζλ κοινωνικών ομάδων που έχει ξεκάθαρα διαχωρισμένα κομμάτια γιατί δεν υπάρχουν τείχη ανάμεσα στους ανθρώπους και οι σχέσεις δεν είναι ψηφιακές αλλά αναλογικές. Είναι καλύτερα να δούμε το πλήθος ως ένα μωσαϊκό από πάμπολλες μοναδικές ψηφίδες, κάποιες πιθανότατα είναι ομαδοποιημένες και έλκονται ισχυρά, κάποιες άλλες είναι ανεξάρτητες, κάποιες τρίτες ανήκουν σε πολλές ομάδες ψηφίδων, ετερόκλητες, ίσως να έλκονται χαλαρά από κάποιες άλλες, ίσως και να απωθούνται. Λέω απλά ότι στην πραγματικότητα δεν μιλάμε για μάζες ούτε για ομάδες, άλλα για πολλές ανεξάρτητες δυναμικές που έλκονται και απωθούνται μέσα σε ένα συνεχές το οποίο είναι διαρκώς μεταβαλλόμενο. Μιλάμε για πολλαπλά υποκείμενα, που όλα είναι μοναδικά και γι’ αυτό σχεδόν όλα αποκλίνουν από τα μοντέλα και τα χαρακτηριστικά με τα οποία κάποιοι προσπαθούν να τα εντάξουν σε ομάδες και να τα ερμηνεύσουν. Με μια τέτοια λογική συνειδητοποιούμε ότι ο μετανάστης μπορεί να είναι και μαθητής και διαδηλωτής και ίσως και ο νοικοκύρης να έγινε πλιατσικολόγος και αν αρχίσουμε να διασταυρώνουμε όλες τις ομάδες που τεχνητά κάποιοι έφτιαξαν αυτές τις μέρες θα δούμε ότι δεν υπάρχουν τείχη ανάμεσα τους, ότι λιγότερο ή περισσότερο μιλάμε για πολλαπλά υποκείμενα που μπορούν να πάρουν παραπάνω από μια μορφές και ότι οι αποστάσεις που τα χωρίζουν δεν είναι τόσο μεγάλες. Μάλιστα ειδικά σε αυτή την περίπτωση αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο καθώς αυτό που κατέβασε τον κόσμο στον δρόμο δεν ήταν μια δέσμη αιτημάτων που κατευθύνονταν από ιδεολογίες ή ιδεοληψίες, δεν ήταν η διεκδίκηση αυτού που θα ήθελε η κοινωνία, ήταν απλά η οργή ενάντια σε αυτό που δεν ήθελε και δεν θέλει. Αντίθετα με κάποιους που θεωρούν ότι τα κινήματα πρέπει να έχουν ιδεολογικό υπόβαθρο εγώ θεωρώ ότι ακόμα και το «δεν θέλω» είναι υπεραρκετό για να κατατάξει το φαινόμενο των ημερών στην σφαίρα της λαϊκής εξέγερσης, κάτι που η κυβέρνηση εξακολουθεί να αγνοεί παραμένοντας γατζωμένη, αν και ασθμαίνουσα, στην εξουσία.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι όσο συνεχίζεται αυτή η λογική πολιτικών και δημοσιογράφων, που εθελοτυφλώντας θέτει εκτός του κοινωνικού πλαισίου την μερίδα των οργισμένων και αυτών που τα σπάνε, σαν όλοι αυτοί να ήρθαν από άλλο πλανήτη, θα πολλαπλασιάζονται τα χαρακώματα και οι κουκουλοφόροι. Όσο περισσότερο η πολιτικοί και οι δημοσιογράφοι στήνουν οχυρά γύρω από την κοινωνία των νοικοκυραίων και αποκλείουν όχι μόνο απροκάλυπτα αλλά επιδεικτικά αυτό το τμήμα της νεολαίας και της κοινωνίας ονομάζοντας τους κουκουλοφόρους και εγκληματίες, τόσο περισσότερο θα πρέπει να οχυρώνονται οι νοικυραίοι. Από την άλλη το ίδιο θα συμβεί και στην περίπτωση που συνεχίσει να επιχειρείται το αντίθετο, η εγκόλπωση των νέων στο παρόν σύστημα και την κοινωνία των φιλήσυχων νοικοκυραίων που ζουν χωρίς προσδοκίες. Αν κάποιοι συνεχίσουν να προσπαθούν να τους διδάξουν «αξίες» και να τους κάνουν σιωπηλούς Ελληνορθόδοξους, περήφανους ραγιάδες με άδειο στομάχι, λαμόγια με πλαστικές ζωές, φερέφωνα και γλύφτες πολιτικών και να προσπαθούν να τους κατασκευάσουν και/για να τους καπελώσουν τότε και πάλι τα χαρακώματα θα πολλαπλασιαστούν και οι κουκούλες θα επανέλθουν.

Αυτό που απαιτείται δεν είναι απλά η αλλαγή πολιτικής και τα μπαλώματα του συστήματος, είναι μια νέα αντίληψη για τα πράγματα που θα ξεκινάει από την απόρυψη του παλιού τρόπου σκέψης που περιγράφω πιο πάνω και την απομάκρυνση από την συλλογιστική των πολιτικών και των νυκοκυραίων που ομαδοποιεί, κατατάσσει, εξισώνει ισοπεδωτικά και διαφοροποιεί πολικά. Αυτό διεκδικούν τα παιδιά μόνο που δεν ξέρουν πως να το πουν και δεν υπάρχει κανείς να τα ακούσει. Θέλουν μια κοινωνία με επίκεντρο τον πολίτη και όχι το κράτος, θέλουν στο προσκήνιο τον σεβασμό, όχι μόνο της ισότητας, αλλά πρωτίστως του δικαιώματος στη διαφορετικότητα, τον σεβασμό του υποκειμένου, της αυτοδιάθεσης, της αυτονομίας (όχι μόνο της οικονομικής). Δεν είναι καθόλου τυχαίο μάλλον ότι αυτές είναι διεκδικήσεις του Μάη του ’68, σαράντα χρόνια μετά.

Θέλω να συγχαρώ θερμά και ειλικρινά τα παιδιά της εκπομπής του ΑΝΤ1 Ράδιο Αρβύλα. Εδώ και μια εβδομάδα, χωρίς να είναι δημοσιογράφοι, μετέτρεψαν την χιουμοριστική εκπομπή τους σε έναν πολύ ουσιαστικό και αντικειμενικό πυρήνα σχολιασμού και είπαν χωρίς περικοπές και αυτολογοκρισία, ξεκάθαρα, αυτά που όλοι σκεφτόμαστε εμείς που δεν έχουμε μικρόφωνα και κάμερες. Σας ευχαριστώ, προσυπογράφω κάθε κουβέντα σας!

h1

Περί γνωστών και αγνώστων

09/12/2008

Παρακολουθώ από χθες το βράδυ μια έντεχνη αλλά ιδιαίτερα άτεχνη προσπάθεια να αποπροσανατολιστεί η κοινή γνώμη και να βαφτιστεί, ή μάλλον να στιγματιστεί, αυτό που είναι ξεκάθαρα μια λαϊκή εξέγερση ως πράξη αναρχικών, αντιεξιουσιαστών, κουκουλοφόρων, γνωστών αγνώστων δεν ξέρω κι εγώ τι. Ε λοιπόν φτάνει το παραμύθι, είναι ηλίθιο να προσπαθούν να μας πείσουν ότι αυτοί που τα σπάνε είναι κάποιες ομάδες εγκληματιών ή οι δέκα αναρχικοί των Εξαρχείων. Τα ξένα μέσα μαζικής ενημέρωσης μιλάνε σαφώς για λαϊκή εξέγερση, έχετε ίντερνετ και μπορείτε να το ελέγξετε, εδώ οι δημοσιογράφοι το κάνουν γαργάρα και αρνούνται να δουν το προφανές.

Ακόμα κι αν κάποιοι θεωρούν ότι αυτοί που τα σπάνε είναι κάποιοι άλλοι από τον ελληνικό λαό, κάποιοι που δεν είναι λαός, κάποιοι «λιγότερο σώφρονες» που «χτυπούν τυφλά» τις «περιουσίες» κάποιων «καλών νοικοκυραίων», μάλλον θα πρέπει να αναλογιστούν ότι αυτοί που τα έσπασαν χθες είναι κάποιες πολλές χιλιάδες και ότι δεν γεννήθηκαν οργισμένοι, κάποιος τους έκανε, τους πολλαπλασίασε, τους εξόργισε, τους έδωσε απλόχερα τα αίτια και την αφορμή να πιάσουν πέτρες και μολότοφ. Ποιος είναι αυτός ο κάποιος; Το ίδιο το κράτος και οι δημοσιογράφοι που τους βαφτίζουν «γνωστούς αγνώστους» και αυτόματα τους περιθωριοποιούν, αγνοώντας επιδεικτικά ότι αυτοί είναι ένα κομμάτι της κοινωνίας και μάλιστα ιδιαίτερα μεγάλο πλέον. Κύριοι ξυπνήστε, αυτή τη φορά αυτοί που τα σπάνε δεν είναι γνωστοί άγνωστοι, είναι τα παιδιά σας μαζί με όλους τους αποκλεισμένους και αυτοί δεν είναι μόνο κάποιοι περιθωριακοί ή κάποιοι αλήτες.

Σε καμιά περίπτωση δεν επικροτώ το να καίγονται μαγαζιά και αυτοκίνητα. Αυτό που λέω είναι ότι η συμπεριφορά των ΜΜΕ σήμερα είναι τόσο κοντόφθαλμη που περίπου συμπυκνώνεται στη φράση «εδώ ο κόσμος χάνεται και το μουνί χτενίζεται». Δεν είναι δυνατόν να μιλάμε σήμερα για το πόσα καταστήματα κάηκαν και να μας απασχολεί πρωτίστως αυτό που είναι απλά η παρενέργεια της λαϊκής οργής. Θα έπρεπε να μας απασχολεί η πολιτική κατάσταση και κυρίως η λαϊκή αγανάκτηση καθαυτή και τα αίτια της. Υπάρχουν αίτια που πυροδότησαν το κύμα ανομίας, θα έπρεπε να μας απασχολούν, θα έπρεπε να μας απασχολεί η άφαντη νυν, άλλα ήδη πρώην, κυβέρνηση του τσαμπουκά Καραμνλή και της αυλής του που περιλαμβάνει παπάδες, ακροδεξιούς, λαμόγια και κοινούς αχρήστους. Δεν μπορεί σήμερα να διερωτώνται οι δημοσιογράφοι γιατί κάηκε η Ελλάδα και να μας λένε σοκαρισμένοι για τις καταστροφές «είναι απαράδεκτο». Ναι είναι απαράδεκτο αλλά είναι επίσης πιο απαράδεκτο το ξύλο, η βία της αστυνομίας, η απουσία των ατομικών δικαιωμάτων, οι δολοφονίες μεταναστών και άοπλων πολιτών από αστυνομικούς, ο ακήρυχτος πόλεμος και τελικά η Ελληνική δικαιοσύνη η οποία δεν λειτουργεί, δεν αποδίδει δικαιοσύνη, μεροληπτεί, προστατεύει απροκάλυπτα τους «εκπροσώπους του κράτους» και προκαλεί.

Σήμερα με θίγει βαθύτατα να ακούω τις κυρίες του Κολωνακίου να κλαίνε για τους καμένους πολυελαίους των καταστημάτων τους (ναι το άκουσα κι αυτό στην TV) που ήταν ασφαλισμένοι και που θα αποζημιωθούν από το κράτος, ας πάνε να διεκδικήσουν τα καμμένα από τον άφαντο και ανίκανο Καραμανλή, αυτόν τον παλιάτσο που ψήφισαν, αυτόν που πυροδότησε την λαϊκή οργή και δεν έκανε τίποτα για να τους προστατεύσει. Συγγνώμη, αλλά σήμερα εγώ λυπάμαι για άλλα πράγματα περισσότερο από ότι λυπάμαι για το Κολωνάκι. Για να μην παρεξηγηθώ, διευκρινίζω ότι αναφέρομαι στις κυρίες του Κολωνακίου, συγγνώμη αν θίγω κάποιον άλλο, δεν έχω τέτοια πρόθεση, έχω απόλυτη συναίσθηση ότι δεν είναι όλοι εύποροι και υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι που έχουν σοβαρό πρόβλημα σήμερα, νέοι που θα χάσουν τη δουλειά τους και αυτό είναι αυτονόητα καταδικαστέο. Όμως αυτή τη στιγμή στην κλίμακα των αξιών μου οι υλικές καταστροφές είναι κάτι δεύτερο και με θίγει να παρουσιάζεται σαν πρώτο γιατί δεν είναι. Δεν μπορεί να είναι πρώτο γιατί τα προβλήματα από τις καταστροφές θα λυθούν, όμως η ανασφάλεια, η ανομία, η βία, το αίμα έχει πληγώσει και στιγματίσει ακόμα μια γενιά νέων ανθρώπων. Αυτό που καταγγέλλεται θα έπρεπε να είναι όχι οι καταστροφές αλλά η ανομία ως πραγματικότητα.  Κι αν ξεκινήσουμε μια σοβαρή κουβέντα για την ανομία θα δούμε ότι σαφώς και ξεκινάει από το ίδιο το κράτος. Δεν έχουν δικαίωμα όλοι αυτοί που εκπροσωπούν το κράτος να καταγγέλλουν τη βία όταν οι ίδιοι την τρέφουν, την συντηρούν και την αναπαράγουν. Το ίδιο ισχύει και για τους δημοσιογράφους, τους παπάδες και όλους αυτούς που αποδεδειγμένα πλέον κάνουν business με το κράτος. Όλοι αυτοί συντηρούν την ανομία, την ανέχεια, την κακομοιριά, το έλλειμμα δημοκρατίας, ισότητας, ισονομίας, αξιοκρατίας και όλα όσα οι μεγαλύτεροι έμαθαν να ονομάζουν Ελλάδα και οι νέοι σήμερα δεν ανέχονται.

Μια γιαγιά είπε το πρωί στην TV, «Αχ, πάει η Ελλαδίτσα μας», πραγματικά κατανοώ την πικρία αλλά δεν την συμμερίζομαι. Εύχομαι να πάει στο καλό η Ελλαδίτσα σας γιατί αυτό είναι το πρόβλημα, ότι είναι και Ελλαδίτσα και δική σας, προτιμώ μια χώρα που θα λέγεται Ελλάδα, δεν θα ανήκει σε κανέναν και θα μεριμνά για όλους, και για εσάς και για εμάς.

Μέσα στο χθεσινό χάος βρήκα υπέροχο το φλεγόμενο δέντρο του Συντάγματος, έργο τέχνης! Potlach!

περισσότερα για το θέμα της δολοφονίας του μικρού Αλέξανδρου έχω γράψει στο post «σε κατάσταση ομηρίας» (κλικ)

h1

Της Καλομοίρας (περί Media)

22/05/2008

Δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό και δεν είναι μόνο επειδή η Καλομοίρα είναι σέξυ. Η χαμηλή τέχνη, το kitsch και το trash όσο κι αν με εκνευρίζουν με γοητεύουν. Είναι ίσως επειδή πίσω τους υπάρχει μια ολόκληρη κοινωνία, ένας ζωντανός οργανισμός που τα γεννά, τα αναπαράγει και μετά συχνά τα αποκαθηλώνει ή τα λιθοβολεί. Το πεδίο που συμβαίνουν όλα αυτά είναι τα Media, τα οποία στην Ελλάδα είναι κάτι σαν την πλατεία σε έναν κόσμο που λειτουργεί ως υποκατάστατο του χωριού που μεγάλωσε ο «μέσος Έλληνας».

Σε κάθε περίπτωση η μαζική κουλτούρα και η τέχνη που αυτή παράγει δεν είναι ένα πεδίο ομαλό (το αν είναι υγιές δεν θα το κρίνω και έχω τους λόγους μου) μονοδιάστατο ή προβλέψιμο. Είναι κάτι πολυεπίπεδο και εξαιρετικά σύνθετο και ο τρόπος που διαμορφώνεται εξαιρετικά δυναμικός και γι’ αυτό με ενδιαφέρει καθώς εκλαμβάνω αυτό το πεδίο ως το χώρο που η ζωή και η τέχνη συναντώνται. Για να το πω πιο απλά, η μάνα μου (λέω για τη δική μου για να μη θίξω κάποιον) παρόλο που είναι ένα πρόσωπο που υπεραγαπώ, δεν μπορεί να μου πει πολλά για τον Hubert Duprat και φαντάζομαι σχεδόν κανείς από εσάς γιατί παρόλο που είναι ένας πολύ ενδιαφέρον καλλιτέχνης είναι ένα πρόσωπο που λίγοι γνωρίζουν, όπως λίγοι γνωρίζουν τον Absalon, τον Hiroshi Sugimoto, τον Roman Opalka, τον Simon Norfolk, τον Gregory Crewdson (ήταν μια καλή ευκαιρία να δώσω links σε καλλιτέχνες λιγότερο γνωστούς που μου αρέσει πολύ η δουλειά τους). Την Καλομοίρα όμως την γνωρίζει και η μάνα μου και η γιαγιά μου και η θεία μου και η δική σας θεία και θείος αγαπητέ αναγνώστη και εκτός αυτού η Καλομοίρα και η κάθε Καλομοίρα, το οτιδήποτε υπάρχει ως κοινή γνώση ή βιωμένη εμπειρία, γίνεται κοινός τόπος και αφορμή επικοινωνίας (συχνά προϋπόθεση!) πριν γίνει πεδίο κριτικής. Κοινώς, ανεξάρτητα με το είδος της κριτικής η Καλομοίρα ενώνει γιατί γίνεται «φόρμα» και αφορμή για κουβέντα, όπως ακριβώς και η Τζούλια Αλεξανδράτου, η Ελένη Μενεγάκη, η Σάσα Μπάστα, ο Θέμος Αναστασιάδης, ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος και φυσικά ο αγαπημένος σε αυτό το blog Γεράσιμος Γιακουμάτος και ο Παναγιώτης Ψωμιάδης (βλ. Νομάρχης).

Η αναγωγή των προσώπων σε φόρμες, η αν προτιμάτε σε αφορμές επικοινωνίας είναι μια πραγματικότητα και συμβαίνει είτε μας αρέσει είτε όχι (εμένα όχι και το ξέρετε αλλά συγχωρείστε μου που δεν θα το αναπτύξω σε αυτό το κείμενο, κάνω προσπάθεια κι εγώ να συγχωρέσω τον εαυτό μου). Άλλωστε αυτό δεν είναι τίποτα παραπάνω από την τηλεοπτικοποίηση αυτού που συνέβαινε στα χωριά παλαιότερα. Σε κάθε χωριό υπήρχε (κι αν δεν υπήρχε έβρισκαν κάποιον και τον έκαναν) ο τρελός, ο χαζός, η πουτάνα, ο πούστης, ο κλέφτης, ο κτηνοβάτης και η ύπαρξη όλων αυτών των «ρόλων» ήταν προϋπόθεση για να ζήσουν όλοι οι άλλοι αισθανόμενοι κανονικοί. Αν ρίξετε μια ματιά θα βρείτε τους παραπάνω «ρόλους» σε πολλά πρόσωπα που σχολιάζονται στην μεσημεριανή ζώνη. Αυτή η εξάρτηση από τα πρόσωπα που λειτουργούν ως πεδίο σχολιασμού – επικοινωνίας, μάλλον επειδή υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν τι άλλο να πουν, είναι που δίνει δημοσιότητα σε αυτά τα πρόσωπα και την ανατροφοδοτεί διαρκώς. Από την άλλη ακόμα και κάποιοι που έχουν κάτι να πουν δεν λένε όχι στον χαβαλέ. Το πρόβλημα βέβαια δεν είναι ούτε οι ρόλοι, ούτε η Καλομοίρα ούτε ο χαβαλές, αλλά ότι υπάρχουν μόνο αυτά ή καλύτερα ότι υπάρχουν αυτά σε βάρος όλων των άλλων που θα μπορούσαν ή θα έπρεπε να υπάρχουν!

Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από το «τι θα έπρεπε να βλέπουμε» που είναι κάπως διδακτικό και μπορεί σε κάποιους να ακούγεται πολύ ελιτίστικο σε εμένα πολύ κλισέ, υπάρχει ένα πιο ουσιαστικό ζήτημα σε σχέση με την πραγματικότητα όπως υφίσταται σήμερα. Το χειρότερο λοιπόν είναι ότι μια είδηση η οποία συχνά παρουσιάζεται ως τέτοια χωρίς να είναι, π.χ. «ο Ψωμιάδης ντύθηκε Spider Man» ή «Το βρακί της Καλομοίρας σε κωλάδικο στην Μύκονο», είναι η αφορμή αλλά και το πιο επουσιώδες στην όλη διαδικασία. Ακόμα όμως κι όταν η είδηση είναι περισσότερο ουσιαστική το σημαντικό είναι ο αντίλαλος και η διατήρηση της είδησης με κάθε μέσο, ίσως γιατί ό αντίλαλος κοστίζει λιγότερο και είναι πιο εύκολο και πιο σίγουρο από το ψάρεμα της ίδιας της είδησης. Αυτό που έχουμε λοιπόν είναι σχόλιο στο σχόλιο και σχόλιο για το σχόλιο με αφορμή την είδηση με έναν τρόπο που τελικά η είδηση χάνεται και αυτό που μένει είναι ένα βουητό.

Πάμε στην Καλομοίρα λοιπόν την οποία όλοι έχουν κοροϊδέψει και με την οποία η μέση Ελληνίδα νοικοκυρά έχει ξοδέψει ατέλειωτες ώρες διασκέδασης παρακολουθώντας την μεσημεριανή ζώνη της ελληνικής TV και το δελτίο ειδήσεων του Star, ενώ ο μέσος 16άρης έχει παίξει ατέλειωτες ώρες μαλακίας κι ας κάνει πλάκα με τους συμμαθητές του στο διάλειμμα για τα ελληνικά της. Η Καλομοίρα ήταν και είναι από τα πρόσωπα που της αποδόθηκε ένας «ρόλος» όπως αυτοί που περιγράφω πιο πάνω και παρόλο που ίσως δεν έγινε ποτέ Έφη Θώδη το μέσο την εξέθεσε υπερβολικά και, ανεξάρτητα από το αν αυτό έγινε θετικά και αρνητικά, η υπερβολή είναι από μόνη της ένα πρόβλημα. Θα μου πείτε «ήταν επιλογή της» και «η καλομοίρα βγάζει λεφτά από αυτό» και θα απαντήσω ότι η ιδέα της ηθικής μιας κοινωνίας είναι κάτι έξω από τις προσωπικές επιλογές και τις οικονομικές απολαβές και ότι έχω δικαίωμα να μην επικροτώ μια κοινωνία Κολοσσαίο ανεξάρτητα από το αν κάποιοι πληρώνονται για να μπουν στην αρένα. Από την άλλη φυσικά και δεν μπορώ να το απαγορεύσω.

Αυτή τη στιγμή που γράφω δεν είναι καθόλου απίθανο το ενδεχόμενο η Καλομοίρα να κερδίσει την Eurovision. Μάλιστα αν κερδίσει, παρά το γεγονός ότι η Eurovision δεν είναι διαγωνισμός τραγουδιού ή μάλλον ακριβώς επειδή δεν είναι, θεωρώ πιο πιθανό να κάνει «διεθνή καριέρα» από ότι η Βίσση ή η Άντζελα Δημητρίου (τους λόγους που με κάνουν και το νομίζω αυτό θα τους γράψω κάποια στιγμή σε άλλο post). Επιπλέον, ξαφνικά όλα θα λειτουργήσουν καθαρτικά και εξαγνιστικά για την Καλομοίρα και θα ξεχαστούν όλα όπως ξεχάστηκε με τον Ρουβά το περιστατικό με τον στρατό, με την συναυλία στην Κύπρο κλπ κλπ. Δεν λέω ότι δεν πρέπει να ξεχαστούν, δεν με ενδιαφέρει, αυτό που λέω είναι πόσο υποκριτική είναι η εικόνα, το σχόλιο και γενικότερα αυτό το κουτί που έχετε στο σαλόνι σας και βλέπετε τον Αυτιά να μαλώνει με τον Βερύκιο με αστείρευτη ενέργεια στις 6 το πρωί! Στις 6 λέει άλλα στις 6:10 λέει άλλα και σας υπενθυμίζω ότι το τρέχον έτος δεν είναι το 1984…

Το πρόβλημα σε αυτή τη χώρα είναι ότι υπερασπιζόμαστε ως αξία την σταθερότητα στις απόψεις μας, πράγμα που είναι εντελώς ηλίθιο σαν αξία γιατί έξυπνοι άνθρωποι είναι προφανώς αυτοί που αλλάζουν γνώμη και δεν έχουν εμμονές. Είναι αδύνατο κάποιος να εμμείνει σε μια αρχική θέση εκτός αν τα ξέρει όλα. Η σταθερότητα των θέσεων λοιπόν που ο Έλληνας διακηρύττει ως αρχή δεν είναι παρά μια ανόητη εμμονή του η οποία γίνεται ακόμα πιο ανόητη αν αναλογιστούμε ότι οι Έλληνες είναι ο πλέον ασταθής, καιροσκόπος και κωλοτούμπας λαός που υπάρχει. Αυτό που διακηρύττουν ως αρχή τους είναι κάτι εντελώς έξω από την φύση τους.

Ο Έλληνας λοιπόν πολύ εύκολα και αβίαστα εικονογραφεί μια πίστη, μια αρχή και μετά με τρόπο Οργουελικό την διαγράφει και εικονογραφεί μια άλλη διακηρύτοντας ότι αυτή ήταν η θέση του από την αρχή και ότι είναι πιστός σε αυτή και ότι όταν έλεγε πιο παλιά αυτό εννοούσε το άλλο…

Κουφάλα Έλληνα…

h1

Νόμος(?) Μανιφέστο(?)

01/03/2008
greek-spacecow.jpg

Νομίζω ότι και μόνο η ενασχόληση με μια τόσο αστεία ιστορία, όπως η απόπειρα χειραγώγησης του blogging, με νομοθετικά μέσα, την κάνει να φαίνεται πιο σοβαρή από όσο πραγματικά είναι, όμως επειδή έχει γίνει πολύ λόγος τελευταία θα ήθελα να πάρω θέση. Mάζεψα διάφορα comments που έχω αφήσει εδώ κι εκεί (δεν δίνω links, είναι πολλά) και με αρκετές μετατροπές και προσθήκες συνέθεσα το παρακάτω κείμενο το οποίο θεωρώ ότι απεικονίζει αρκετά καλά την άποψη που έχω διαμορφώσει αυτές τις μέρες.


α)
Περί νόμου και επωνυμίας

Η όλη ιστορία με τον νόμο είναι κατά τη γνώμη μου μια φούσκα που θα ξεφουσκώσει και γίνεται απλά για εντυπωσιασμό. Αυτό συμβαίνει πάντα άλλωστε στην Ελλάδα, όταν μια κυβέρνηση χάνει τη μπάλα εξαγγέλλει πιο αυστηρές ποινές, τύπου πονάει κεφάλι – κόβει κεφάλι, για να εικονογραφήσει μια εικόνα ελέγχου και τάξης. Αν καθίσουμε να μετρήσουμε τέτοια παραδείγματα θα γελάμε, καθώς θα μετράμε, μέχρι μεθαύριο. Πιο παλιά έλεγαν ότι θα απαγορεύσουν τα video games. Πρόσφατα εξήγγειλαν την αυστηροποίηση των ποινών για τις υποκλοπές με τρόπο υπερβολικό κι αναίτιο. Μόνο σαν παράδειγμα θα αναφέρω ότι αν με εκβιάζει κάποιος ότι θα σκοτώσει την οικογένεια μου δεν έχω δικαίωμα να τον ηχογραφήσω προκειμένου να τον καταγγείλω γιατί θα διώκομαι για κακούργημα. Όλα αυτά επειδή δεν μπορούν να ελέγξουν τους Μάκηδες και τους Θέμους… Έτσι είναι η Ελλάδα και το ξέρουμε, όταν δεν μπορεί να ελέγξει κάτι ή κάποιους νομοθετεί αυστηρά προκειμένου να τους ποινικοποιήσει όλους και όταν κάτι αδυνατεί να κάνει διακρίσεις μοιραία αποτυγχάνει γιατί αδυνατεί να περιλάβει την εξαίρεση… Μάλλον γι’ αυτό τελικά τους νόμους τους γράφουν όλοι στα τέτοια τους, και ίσως καλά κάνουν! (Ναι… αυτό μπορεί να εκληφθεί ως προτροπή σε παράνομες πράξεις! Χαχαχά)

Δεν πιστεύω ότι μπορεί να ισχύσει τέτοιος νόμος κι αν ισχύσει δεν θα έχει ποτέ σοβαρή εφαρμογή, είναι τουλάχιστον αστείο να πιστέψουμε ότι μπορεί ποτέ να υπάρξει ελεγκτικός μηχανισμός ή νομικό πλαίσιο για κάτι που αναπτύσσεται ταχύτερα από τον ίδιο τον νόμο και ταυτόχρονα είναι φαινόμενο παγκόσμιας κλίμακας. Επιπλέον, σε μια χώρα που το ΕΣΡ δεν μπορεί να ελέγξει τους 10 τηλεοπτικούς σταθμούς της χώρας μου φαίνεται αστείο να πιστεύει κάποιος ότι είναι ποτέ δυνατόν να καταφέρει να ελέγξει τους 10.000 bloggers (κρατάω την κοιλιά μου από τα γέλια). Στο κάτω κάτω αν μου την βαρέσει παίρνω το nickname και το blog μου και το κάνω σελίδα σε έναν server στην Μαλαισία που θα μου εγγυάται ότι δεν θα δώσει ποτέ το IP μου σε κανέναν. Τέλος πάντων, το νόημα είναι ότι αν έχω σκοπό να γράφω με δόλο χωρίς να με βρουν μπορώ να το κάνω και δεν θα με βρουν που να χτυπάνε τον κώλο τους κάτω! Άλλωστε ένας ισχυρός ελεγκτικός μηχανισμός ή ένας νόμος το μόνο που θα καταφέρει είναι αυτό ακριβώς, να οργανώσει καλύτερα τους μηχανισμούς που επιτρέπουν την ηλεκτρονική ανωνυμία, ακόμα και το ηλεκτρονικό έγκλημα, γιατί αν γίνει κάτι τέτοιο αμέσως θα εμφανιστεί μια εταιρία που θα παρέχει απόλυτη ανωνυμία και θα εδρεύει στα νησιά του Πάσχα, στις Αντίλλες ή στην Γουατεμάλα και τότε είναι που δεν θα μπορεί να διώκεται κανείς και για τίποτα, ακόμα κι αν ανεβάζει υλικό με παιδική πορνογραφία. Αυτός είναι και ο λόγος που ένας τέτοιος νόμος θα κάνει περισσότερο κακό παρά καλό.

Επίσης ένα άλλο μη επιλύσιμο πρόβλημα είναι ο προσδιορισμός του πεδίου της ισχύος του νόμου. Κοινώς, πριν φτιάξουν τον νόμο πρέπει να προσδιορίσουν το τι είναι ελληνικό blog. Αν είμαι Ινδός και γράφω από την άλλη άκρη του Ατλαντικού με Γερμανικό IP, ανεβάζω τα κείμενα που έχω γράψει στα Αρμενοκούρδικα σε έναν server στην Σιβηρία, και τα posts μου αφορούν Ελληνικά θέματα, ακόμα και αν με ανακαλύψουν, σε ποιο πλαίσιο κανόνων εμπίπτω; Κοινώς, ο οποιοσδήποτε νόμος θα είναι ανόητος γιατί εκτός του ότι δεν υπάρχει τρόπος ελέγχου, η πληροφορία είναι παγκόσμια ενώ οι νόμοι αφορούν τα στενά γεωγραφικά όρια μιας χώρας.

Επιπλέον, την ελευθερία του λόγου των Ελλήνων bloggers την προστατεύει η ελευθερία του λόγου όλων των bloggers του πλανήτη οι οποίοι προφανώς θα αντιδράσουν προς τις εταιρίες τους (wordpress, blogger) αν αυτές επιτρέψουν τον παρεμβατισμό και την λογοκρισία από κρατικούς μηχανισμούς. φοβούμενοι ότι αυτό είναι ικανό να δημιουργήσει προηγούμενο και το φαινόμενο της λογοκρισίας, ή της άρσης της ανωνυμίας να επεκταθεί και στην χώρα τους. Αν συμβεί λοιπόν κάτι τέτοιο αρκεί μια ελάχιστη κινητοποίηση για να κάνουμε την ελληνική κυβέρνηση ρεζίλι σε όλο το ίντερνετ (ναι… αυτό μπορεί να εκληφθεί σαν εκβιασμός! Χα!) και θα πάρει πίσω τον νόμο όπως πήρε πίσω και τον βασικό μέτοχο (άλλη μαλακία εκεί) όταν η ΕΕ έκρινε ότι ήταν καταχρηστικός.

Ο νόμος λέει αφορά τα ενημερωτικά blogs. Υπάρχει ένα ζήτημα το οποίο είναι άλυτο και μάλλον θα παραμείνει. Ποια είναι τα κριτήρια που ταυτοποιούν ένα blog ως ενημερωτικό ή ως λογοτεχνικό; Τα περισσότερα blogs είναι ποικίλης ύλης και γράφονται χωρίς να έχουν στόχο μια συγκεκριμένη θεματολογία ή ένα σταθερό ύφος αλλά διαμορφώνονται δυναμικά.

Ένα άλλο θεμελιώδες λάθος είναι ότι ζήτημα της εγκυρότητας παρά το γεγονός ότι άπτεται σε αυτό της επωνυμίας – ανωνυμίας, δεν θέτει δίλημμα ανάμεσα στην επώνυμη και ανώνυμη γραφή. Δεν είναι η ανωνυμία ή η επωνυμία που καθιστούν έγκυρο έναν λόγο, είναι ο τρόπος γραφής, είναι η παρουσίαση στοιχείων για τους ισχυρισμούς μας. Η εγκυρότητα δεν είναι μια εξωτερικότητα αλλά είναι μέσα στο κείμενο ως κάτι εγγενές γι’ αυτό και η υπογραφή δεν συνιστά καμία εγκυρότητα παρά μόνο αναλαμβάνει την ευθύνη του κειμένου.

Ο επώνυμος ιστολόγος (τι θα πει αυτό αλήθεια; μπορώ να υπογράφω σαν Χάρης και το πραγματικό μου όνομα να είναι Γεώργιος Παπαδόπουλος) ας πούμε ότι είναι πιο έγκυρος γιατί ρισκάρει το όνομα του (κι εγώ το nickname μου θα πει κάποιος άλλος) όταν λέει την άποψη του. Όμως η άποψη είναι μόνο άποψη, δεν είναι είδηση και γι’ αυτό μπορεί να υπάρχει ανώνυμα ή επώνυμα γιατί δεν μπορεί και δεν υπάρχει λόγος να ποινικοποιείται. Αυτό που είναι μεμπτό είναι η ψευδής είδηση ή η παρουσίαση της άποψης σαν είδηση αλλά αυτό είναι κάτι άμεσα επιλύσιμο γιατί είναι αναγνωρίσιμο. Αν κάποιος γράφει επώνυμα μια είδηση χωρίς να δίνει στοιχεία και χωρίς να αποκαλύπτει τις πηγές του το βάρος των λεγομένων του το σηκώνει η υπογραφή του μέσω της οποίας αναλαμβάνει να εγγυηθεί την εγκυρότητα του και αυτό είναι σεβαστό. Αν κάποιος γράφει ανώνυμα μια είδηση χωρίς να δίνει στοιχεία ή πηγές τότε δεν υπάρχει λόγος να εμπιστευθούμε την είδηση. Αν όμως αυτός δίνει στοιχεία και πηγές που διασταυρώνουν την είδηση οφείλουμε να τον σεβαστούμε έστω και αν είναι ανώνυμος. Η εγκυρότητα λοιπόν δεν είναι ζήτημα ανωνυμίας ή επωνυμίας, ζήτημα τεκμηρίωσης είναι. Πρέπει να αποθαρρύνουμε όχι τους ανώνυμους αλλά αυτούς που δεν τεκμηριώνουν τις ειδήσεις που διασπείρουν. Πρέπει εμείς οι ίδιοι να μάθουμε να αναγνωρίζουμε τι διαβάζουμε και να διακρίνουμε την βλακεία από την είδηση αντί να φτιάξουμε έναν νόμο που να το ελέγχει επιβάλλοντας μια εγκυρότητα (όπως ο νόμος την θεωρεί) και να μας προστατεύει επειδή είμαστε ανίκανοι να διακρίνουμε την αλήθεια από το ψέμα, την είδηση από το σχόλιο, τη σοβαρότητα από την μαλακία, την φήμη από το γεγονός. Με έναν τέτοιο νόμο κινδυνεύουμε να χάσουμε περισσότερα από όσα θα κερδίσουμε!

Απαιτείται απλά μια νέα αντίληψη για το ποιες πληροφορίες εμπιστευόμαστε και ποιες όχι. Αυτό που πρέπει να αλλάξει είναι η αντίληψη μας για το μέσο, όχι ο τρόπος χρήσης του. Δεν είναι δυνατόν να μιλάμε για το blogging σαν να είναι δημοσιογραφία. Δεν είναι και δεν πρέπει να γίνει!

Είναι ανόητο να θεωρείται σοβαρή απειλή η οποιαδήποτε ανώνυμη πηγή όταν ισχυρίζεται ότι διαδίδει ειδήσεις και όχι απλά απόψεις ή σχόλια. Η είδηση, όταν δεν περιέχει απόδειξη ή υπόδειξη τη πηγής της, εξαιτίας της ανωνυμίας του πομπού αυτόματα μετατρέπεται σε κοινή φημολογία η οποία άσχετα από το αν είναι σωστή η λάθος τελικά είναι μια ανεπιβεβαίωτη φημολογία. Κοινώς, όταν κάποιος μεταφέρει μια είδηση χωρίς αποδείξεις αλλά επώνυμα το βάρος της ευθύνης και της εγγύησης της αξιοπιστίας του το φέρει η υπογραφή του και για αυτό τον παίρνουμε λίγο παραπάνω σοβαρά. Όποιος ισχυρίζεται κάτι ανώνυμα χωρίς να παραθέτει αποδείξεις μάλλον απλά δεν έχουμε κανένα λόγο να τον πάρουμε στα σοβαρά γιατί ο ίδιος αρνείται να αναλάβει την ευθύνη των λεγομένων του τα οποία έχουν τόση αξία όσο και ένα σύνθημα σε έναν τοίχο, τύπου «Γαμιέται η ΑΕΚ και η Τουρκία».

Από εκεί και πέρα το ζήτημα δεν λύνεται ούτε με μηνύσεις ούτε με νομικά πλαίσια, με κοινή λογική λύνεται και με συνείδηση ότι υπάρχουν σοβαρές και μη σοβαρές πηγές. Αν κάποιος αισθάνεται θιγμένος γιατί του αποδίδεται κάτι που δεν έπραξε ας βγει να απαντήσει ότι είναι κοινές συκοφάντες και δεν έχουν στοιχεία. Δεν καταλαβαίνω προς τι ο πανικός τους και μου φαίνεται αστεία η λέξη εκβιασμός. Εκβιασμός ως προς τι; Άμα είναι έτσι να το κάνω κι εγώ, να πάρω τηλέφωνο τον Μάκη και να του πω “Δώσε μου 100.000 ευρώ αλλιώς θα διαδώσω ανώνυμα και χωρίς αποδείξεις φήμες από το blog μου που χτυπάει 1000 hits την μέρα και θα σου κλάσω τ’ αρχίδια”… και θα μου απαντήσει ο Μάκης “Φυσικά και θα μου τα κλάσεις!”

Για να μην παρεξηγηθώ… Δεν υπερασπίζομαι το Press-gr, μπορεί να είναι μια πολύ ειδική περίπτωση που να απαιτούσε ειδική μεταχείριση. Υπερασπίζομαι όμως το δικαίωμα του καθένα να γράφει ανώνυμα και να καταγγέλλει ανώνυμα όταν έχει αποδείξεις κι όταν δεν έχει αποδείξεις το δικαίωμα του να λέει τη βλακεία του όπως την λέει στο καφενείο παίζοντας πρέφα με τους φίλους του… Τόσο αυτονόητο… Εκτός αν κάποιος μπορεί να μας δώσει έναν σαφή ορισμό του τι σημαίνει δημοσιοποίηση! Κοινώς, δημοσιοποιημένη είναι η πληροφορία που διαδίδεται σε 10, σε 100, σε 100000 άτομα; Αν κάποιος έχει απάντηση να μας την πει και σε εμάς ή να αρχίσει να κυνηγάει και τον κόσμο που κουβεντιάζει στα καφενεία!

Τέλος, επειδή όλα τα επιχειρήματα είναι αντιστρέψιμα, μπορώ να ισχυριστώ κι εγώ ότι υπάρχει ο κίνδυνος η επώνυμη υπογραφή, που είναι το νόμισμα που πληρώνει κάποιος ώστε να θεωρείται έγκυρος ακόμα και όταν γράφει χωρίς στοιχεία, να κάνει κατάχρηση αυτού του δικαιώματος (της γραφής χωρίς στοιχεία) ώστε να στοχοποιεί να καταγγέλλει και ίσως να εκβιάζει χρησιμοποιώντας το βάρος του ονόματος του. Άλλωστε το press-gr δεν εκμεταλλεύτηκε την ανωνυμία του για να μπορεί να εκβιάζει (αν το εκβίαζε), αλλά την δημοσιότητα του που το έκανε «επώνυμο» και αναγνωρίσιμο (ως blog, όχι ως φυσικό πρόσωπο).

Ένας νόμος τέτοιου είδους τοποθετεί νομικά, αλλα και στην συνείδηση του κόσμου, σε φοβερά προνομιακή θέση την επώνυμη γραφή και άποψη (τεκμηριωμένη ή όχι) ενώ ουσιαστικά αντί αυτής θα έπρεπε να τοποθετεί υψηλά την τεκμηριωμένη είδηση, ανεξάρτητα από το αν είναι επώνυμη ή ανώνυμη! Ένας τέτοιος νόμος, εκτός από το τι ποινικοποιεί, νομιμοποιεί μια πραγματικότητα που ο παραγωγός και η υπογραφή του είναι πιο σημαντικά από το ίδιο το περιεχόμενο του έργου του και την τεκμηρίωση του. Αυτό είναι εξαιρετικά επικίνδυνο να ενισχύσει τις πηγές που εκμεταλλευόμενες την επωνυμία τους διαδίδουν ατεκμηρίωτες ειδήσεις και θέσεις υπό την μορφή αξιώματος ή θεσφάτου!

Επαναλαμβάνω λοιπόν ότι η κουβέντα περί ανωνυμίας – επωνυμίας είναι μια λάθος κουβέντα. Το ζήτημα είναι η τεκμηρίωση και αυτό είναι κάτι που πρέπει να μάθουμε και να μας γίνει συνείδηση. Αυτός άλλωστε είναι ο τρόπος που λειτουργεί και συντάσσεται ο ακαδημαϊκός λόγος ο οποίος στοχεύει στην εγκυρότητα περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο είδος “λόγου”.

β) Περί «Μανιφέστων»

Μέσα στον τρόμο τους να αποφύγουν την επιβολή ενός εξωτερικού κανονιστικού πλαισίου (νόμου) κάποιοι προχώρησαν σε ένα λάθος που ήταν μάλλον αναμενόμενο, λειτούργησαν οι ίδιοι κανονιστικά. Η άποψη μου (και μπορείτε να διαφωνήσετε ελεύθερα) είναι ότι δεν χρειάζεται κανένα κανονιστικό πλαίσιο, ούτε εξωτερικό αλλά ούτε και εσωτερικό, από τους ίδιους τους bloggers.

Η ιδέα ενός μανιφέστου είναι μάλλον παλιοκαιρισμένη στην εποχή μας και μοιάζει να κουβαλάει την ιδεοληψία ότι ένα κοινό ιδεολογικό πλαίσιο, μια κοινή θέση ή σύνολο θέσεων είναι προαπαιτούμενα για την διαμόρφωση των αιτημάτων μιας συλλογικής διεκδίκησης. Εδώ όμως μιλάμε για την διεκδίκηση του δικαιώματος της ατομικότητας, της προσωπικής αυτοδιάθεσης και της υποκειμενικότητας, όχι δηλαδή για θέση αλλά για το δικαίωμα στην μεταξύ μας αντίθεση και για να είμαι ειλικρινής δεν ξέρω πως αυτό μπορεί να υπάρξει μέσα από την ενιαία σύνταξη ειδικά όταν αυτή φέρει τον συμβολικό και άκρως φορτισμένο τίτλο «μανιφέστο».

Το κυρίως πρόβλημα είναι ότι, το κατά τα άλλα το συμπαθές «μανιφέστο», λειτουργεί ακριβώς ως τέτοιο. Επιλέγει να προσδώσει ένα τεχνητό «τέλος» σε αυτό που λέγεται blogging, πράγμα που προσωπικά βρίσκω ιδιαίτερα φιλόδοξο, πολύ παραπάνω από όσο θα ήμουν έτοιμος να αποδεχθώ, και πολύ λάθος. Όταν λέω τέλος «εννοώ» την λέξη όπως θα την έλεγε ο Heidegger, υπό την έννοια του σκοπού ή της εκπλήρωσης. Αυτό άλλωστε κάνει πάντα ένα μανιφέστο, δημιουργεί κλειστά συστήματα που παράγουν «τεχνητά», εξιδανικευμένες τελικές φόρμες και αυτό είναι το κύριο πρόβλημα που υπάρχει ως κάτι εγγενές σε όλα τα μανιφέστα ιστορικά. Το θεμελιώδες ερώτημα λοιπόν που κάνει την ιδέα του μανιφέστου να καταρρέει είναι το «πως μπορείς να δημιουργήσεις ένα κλειστό σύστημα αρχών που επιχειρεί να περιγράψει και να προσδιορίσει μια ανοιχτή δομή η οποία είναι χωροχρονικά μεταβαλλόμενη;»

Αλλά έστω ότι αυτό μπορεί να επιτευχθεί μερικώς με open ended δομές που είναι υπό διαρκή αναδιαμόρφωση (οι νόμοι είναι τέτοια συστήματα αν και είναι αμφίβολο αν μπορούν να αναδιαμορφώνονται τόσο γρήγορα όσο το internet ώστε να δρουν προληπτικά, σε αυτό ακόμα και τα antivirus έχουν αποτύχει!). Το πρόβλημα με το συγκεκριμένο μανιφέστο θα παρέμενε καθώς κάποιες θέσεις στις οποίες βασίζεται, εκτός ότι είναι επίσης ιδιαίτερα κλειστές, είναι υπερβολικά γενικές και θεμελιωδώς λάθος.

Η θέση ότι «τα blogs είναι διάλογος» εμπεριέχει ένα θεμελιώδες λογικό λάθος. Μπλέκει την χρήση ενός μέσου με το ίδιο το μέσο, που είναι δύο πράγματα μη ταυτόσημα και δηλώνει ότι το μέσο είναι η χρήση του ή καλύτερα μια από τις δυνατές χρήσεις του. Το μέσο είναι απλά ένα μέσο, αφόρτιστο και αυτοτελές που συντίθεται από ομάδες ιδιοτήτων που του προσδίδουν δυνατότητες. Το αν αυτές οι δυνατότητες είναι αναγνωρίσιμες από όλους και αν ενεργοποιούνται με τρόπο τέτοιο ώστε να γίνουν πραγματικότητες ή πιο απλά το πως χρησιμοποιείται το μέσο και η πράξη της χρήσης του είναι κάτι έξω από το ίδιο το μέσο και προϋποθέτει την διάδραση του με ένα υποκείμενο. Αυτή διάδραση δρα εξίσου διαμορφωτικά τόσο για το υποκείμενο όσο και για το μέσο.

Κοινώς το blog δεν είναι παρά μόνο ένα εργαλείο που δεν κουβαλάει έναν generic σκοπό ή ένα προκατασκευασμένο στόχο σαν αυτός να ήταν μια ουσία (essence) που ενυπάρχει στην φύση ή την εργαλειακότητα του μέσου ως κάτι καθολικά αναγνωρίσιμο που μπορεί να γίνει κοινά αποδεκτό. Το να λέμε λοιπόν ότι το blog είναι διάλογος, πόσο μάλλον το να προσδιορίζουμε και τι είδους διάλογος είναι (ελεύθερος και ανεμπόδιστος) είναι υπεραπλουστευτικό και εισάγει έναν σκοπό που είναι a priori λάθος γιατί το blog μπορεί να είναι διάλογος αλλά μπορεί να είναι και ένας εξωτερικευμένος εσωτερικός μονόλογος ή ένα μανιφέστο με κλειστά σχόλια ή ένα καταστασιακό derive χωρίς τέλος, χωρίς σκοπό, με μοναδικό στόχο την ίδια την πράξη. Μπορεί να είναι ένα κλειστό αυτοαναφορικό σύστημα ή ένα πανταχόθεν ελεύθερο. Μπορεί να είναι ένα σωρό πράγματα που δεν έχουμε ανακαλύψει ακόμα γιατί δεν έχουμε ενεργοποιήσει τις ανάλογες ιδιότητες του μέσου που θα μας έδιναν την δυνατότητα να τις ανακαλύψουμε. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν πρέπει να δεσμευτεί το μέσο και η δυνατότητες του, ούτε από τη νομοθεσία αλλά ούτε και από εμάς.

Αν δεχθούμε αυτό που λέει ο Henri Bergson «Reality… is a perpetual becoming. It makes or remakes itself, but it is never something made» τότε μάλλον τα blogs είναι και αυτά μια τέτοια πραγματικότητα. Ας αφήσουμε λοιπόν το blogging να γίνεται, να πορεύεται προς την ολοκλήρωση του χωρίς να καταλήγει ποτέ γιατί τα blogs είναι από τα λίγα τεχνητά δημιουργήματα που ομοιάζουν με φυσικά φέροντας ως εγγενές αυτό που ο Αριστοτέλης ονόμασε «εντελέχεια».

face.jpg

Χαράλαμπος Χεϊζάνογλου, Rotterdam 2008
(για να με βρουν και οι τελευταίοι που με ψάχνουν…)

 

 

 

h1

Ο αυτισμός (βλ. ελληνική δημοσιογραφία)

01/02/2008

Το γεγονός ότι η πολιτεία και οι θεσμοί της υπολειτουργούν εδώ και χρόνια, είχε δώσει μέχρι σήμερα στην λεγόμενη «ελεύθερη» τηλεόραση και στην μορφή της δημοσιογραφίας που την συνοδεύει έναν άτυπο αλλά ουσιαστικό ρόλο ελεγκτικού μηχανισμού με ιδιότητες επικίνδυνα διαμορφωτικές για την κοινωνία και την «συλλογική» της συνείδηση. Τώρα που και η δημοσιογραφία καταρρέει, τουλάχιστον όπως την ξέρουμε, και οι δημοσιογράφοι, στη συνείδηση του κόσμου, αποκαθηλώνονται από την θέση που μόνοι τους κατέλαβαν ως αυτόκλητοι σωτήρες και ως αυθεντίες που μιλούν ex cathedra, είναι ευκαιρία για τους Έλληνες να απαγκιστρωθούν μια και καλή από την χούντα της «ελεύθερης» τηλεόρασης η οποία αντί να λειτουργεί προς ώφελος του λαού κατέληξε να πλάθει ανελεύθερους ανθρώπους, προβάλλοντας εικόνες μονόδρομα και πείθοντας το κοινό ότι οι άνθρωποι της τηλεόρασης εργάζονται για το καλό του, ακριβώς όπως στο «κουρδιστό πορτοκάλι» του Stanley Kubrick.

14578__clockwork_l.jpg

Μέχρι πρόσφατα αυτό που με έθιγε περισσότερο στην τηλεοπτική ενημέρωση ήταν η ανελέητη συγχώνευση της είδησης και του σχολίου, συχνά σε τέτοιο βαθμό που να δημιουργούνται ειδήσεις υβρίδια στα οποία τα χαρακτηριστικά όρια της πραγματικής είδησης και του σχολίου δεν ήταν πλέον διακριτά, και παρόλο που είναι πάγια θέση μου ότι είναι αδύνατον να μιλήσουμε για κάτι απολύτως αντικειμενικά, στην συγκεκριμένη περίπτωση φτάνουμε στο άλλο άκρο όπου η ειδησιογραφία καταλήγει να είναι το βασίλειο του υποκειμενικού σχολιασμού και της προσωπικής άποψης η οποία μάλιστα με ύπουλο τρόπο αναμειγνύεται με την είδηση. Περιπτωσιολογία και προσωπικές ιστορίες, υπερβάλλον συναισθηματισμός και δραματική μουσική, παράθυρα όπου σχετικοί και άσχετοι καλεσμένοι κρέμονται σαν σταφύλια, φωνές και «αμοντάριστα πλάνα» συνέθεταν και συνθέτουν ένα σκηνικό που η είδηση πρέπει να έχει το απαραίτητο περιτύλιγμα ώστε τα κανάλια να διεκδικήσουν το μεγαλύτερο δυνατό μερίδιο από την πίτα των εσόδων που παρέχουν οι διαφημίσεις. Κι αν αυτό είναι σε ένα βαθμό αναμενόμενο, το εξωφρενικό είναι ότι από κάποια στιγμή και μετά το περιτύλιγμα και η είδηση έγιναν κι αυτά ένα πράγμα, ένα κράμα, και η είδηση έγινε ένα simulacrum, ένα είδωλο της πραγματικότητας αποσπασμένο από την πηγή του, δηλαδή την ίδια την πραγματικότητα, και γι’ αυτό πλαστό. Στο βωμό της κερδοφορίας, όλα αυτά τα χρόνια, η ελληνική τηλεόραση εξέθεσε και εκθέτει αλύπητα προσωπικές ιστορίες και οικογενειακά δράματα συνηγορώντας σιωπηλά ή εξοθώντας φανερά στην συχνά εσφαλμένη αναγωγή του προσωπικού προβλήματος σε κοινωνικό φαινόμενο και συνθέτοντας τελικά μια πραγματικότητα η οποία, ανεξάρτητα από το αν είναι σωστή ή λάθος, δεν είναι πραγματική αλλά εικονική.

billboard_milk.jpg

Κι αν αυτό συνέβαινε μέχρι χθες, ήταν ζήτημα χρόνου την συγχώνευση σχολίου – είδησης να την ακολουθήσει μια νέα κατάσταση, μια νέα συγχώνευση, όπου πλέον μέσο και είδηση είναι ένα πράγμα. Η είδηση είναι το μέσο και το μέσο γίνεται είδηση και πάλι από την αρχή σε μια διαρκή ανακύκλωση όπου τίποτα ουσιαστικό δεν προστίθεται αλλά όλα διογκώνονται κι πολλαπλασιάζονται ενώ η αρχική αιτία και η ουσία της είδησης έχουν χαθεί.

Αρχικά πίστευα ότι η αυτή κατάσταση είναι το αποτέλεσμα μιας φατικής λειτουργίας της δημοσιογραφίας, σήμερα συνειδητοποιώ ότι αυτό μάλλον είναι το τελικό στάδιο του αυτισμού της. Η ελληνική ενημέρωση είναι πλέον και διαπιστωμένα αυτιστική. Τι εννοώ;

Η ενημέρωση καταλήγει να είναι ένα σύμπαν από πληροφορίες που δεν έχουν πλέον κανένα λόγο ύπαρξης εκτός από τον σχολιασμό άλλων πληροφοριών οι οποίες με τη σειρά τους συνδέονται με άλλες πληροφορίες οι οποίες επίσης συνδέονται με άλλες κλπ. και όλα τελικά καταλήγουν σε ένα κλειστό σύστημα σχέσεων που καταλήγει να υποβιβάζει την είδηση από γεγονός με βάθος σε απλή σχέση γεγονότων χωρίς βάθος, σχέση μεταξύ σχέσεων Έτσι, υπονομεύεται η πραγματική αξία του γεγονότος και χάνεται η επαφή του με τα εξωγενή ουσιαστικά αίτια καταλήγοντας να ενυπάρχει μέσα σε αυτό το δίκτυο σχέσεων που λειτουργεί σαν μια αυτόνομη, ανεξάρτητη και αυτοδύναμη οντότητα η οποία έχει την δύναμη να συμπαρασύρει και να αποσπάσει την κοινή γνώμη που παρακολουθεί ανυποψίαστη, κάνοντας την να χάσει την ουσία της είδησης και να ξεχάσει τι την ενδιαφέρει πραγματικά να ξέρει, ίσως και να την διαπαιδαγωγήσει ώστε να μην την ενδιαφέρει καν να ξέρει τι θέλει αλλά να ανταποκρίνεται απλά παθητικά ώστε να μπορεί να την κατευθύνει. Μάλλον αυτός να είναι και ο τελικός στόχος ο οποίος όμως στην συγκεκριμένη περίπτωση μοιάζει να αποτυγχάνει και γι’ αυτό είναι υπεύθυνη η ίδια η μορφή της ενημέρωσης η οποία για χρόνια διαπαιδαγώγησε το κοινό τρέφοντας το, όχι με κριτική σκέψη, αλλά με καχυποψία. Ήταν αρκετό να ακουστεί το όνομα κάποιου και να εκφραστούν υποψίες ώστε να στιγματιστεί κοινωνικά ακόμα κι αν τα δικαστήρια τελικά τον αθώωναν. Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει τώρα που η δύναμη των δημοσιογράφων στρέφεται κανιβαλιστικά εναντίον της ίδιας της δημοσιογραφίας κι αυτό δεν είναι παρά η λογική απόρροια μιας σειράς χαρακτηριστικών της ελληνικής δημοσιογραφίας τα οποία η ίδια καλλιέργησε για χρόνια και τα συνέδεσε με τον ρόλο της ίδιας αλλά και τον ρόλο τον media στην ελληνική κοινωνική και πολιτική σκηνή.

recycle.jpg

Ο ρόλος της «ιδιωτικής» τηλεόρασης δεν ήταν ποτέ δημιουργικός, δεν την ενδιέφερε άλλωστε ποτέ να είναι υγιής δέκτης που δρα συνθετικά παρά μόνο να λειτουργεί μονόδρομα ως πομπός, και για αυτό προφανώς ο λόγος της ήταν δεν ήταν ποτέ αναλυτικός αλλά μάλλον υπήρξε από καταγγελτικός έως καταστροφικός και συνεχίζει να είναι ακόμα κι όταν στρέφεται κατά του εαυτού της. Δεν λειτούργησε ποτέ συνθετικά, δεν λειτούργησε ποτέ προς ώφελος του πολίτη, απλά τον τάιζε την μιζέρια του ή την μιζέρια των άλλων, πάντα μονόδρομα, ποτέ αμφίδρομα γιατί είχε εξ’ αρχής ως στόχο να ελέγξει και να χειραγωγήσει τον νεοέλληνα για να αποκτήσει ισχύ εξουσίας ώστε να μπορεί να ελέγχει το κράτος και τους θεσμούς του.

Τελικά, μετά από μερικά χρόνια «ελεύθερης» ραδιοφωνίας και τηλεόρασης, η ελληνική δημοσιογραφία πέτυχε τον στόχο της, συσσώρευσε τόση δύναμη και κατέχει τόση εξουσία που πλέον είναι η ίδια ή ανώτερη αρχή και αυτό είναι το κυρίαρχο συμπέρασμα από την πρόσφατη υπόθεση Ζαχόπουλου στην οποία αυτό που μέχρι στιγμής θεωρώ ως μέγιστη αποκάλυψη είνα η σχέση της δημοσιογραφίας με τα κέντρα εξουσίας. Είναι προφανές ότι ο ρόλος της δεν είναι πλέον απλά αυτός του κοινωνικού σχολιαστή – διαμορφωτή που είναι αποσπασμένος από την πολιτεία και την πολιτειακή εξουσία και ασκεί επιρροή μόνο στον λαό. Πλέον κάποιοι δημοσιογράφοι, έχοντας το έρεισμα στον λαό ως κεκτημένο αφού αυτόκλητα αναγορεύθηκαν προστάτες των κοινωνικών συμφερόντων και ο ελληνικός λαός το δέχθηκε, ή καλύτερα δεν το αρνήθηκε, έχουν την δύναμη, εκτός του να μεταπηδούν οι ίδιοι στην πολιτική, να εκθέτουν υπουργούς και κυβερνήσεις σε σημείο που κάποιοι να πηδούν από μπαλκόνια, να προστατεύουν κάποιους από τη δικαιοσύνη, να συζητούν με κυβερνητικά στελέχη, να συναλλάσσονται μαζί τους, και ίσως να ζητούν ανταλλάγματα, ενδεχομένως ακόμα και να εκβιάζουν για ανταλλάγματα.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό, αφού τα κατέκτησε όλα και δεν έχει πλέον τίποτα άλλο να διεκδικήσει, αφού η ίδια πλέον είναι η απόλυτη αρχή που εξουσιάζει, ελέγχει και καταστρατηγεί όλες τις άλλες. ήταν μάλλον αναμενόμενο η ίδια η καταγγελτική δημοσιογραφία, που ποτέ δεν έμαθε να είναι κάτι άλλο και ποτέ δεν έδειξε στον λαό ότι του αξίζει κάτι άλλο, να στραφεί στον ίδιο της τον εαυτό και να αρχίσει να αυτοκατασπαράζεται.

Προς τι η έκπληξη; Το μυαλό είναι ο στόχος…

reporterinterview.jpg