Archive for the ‘Λίγο πιο σοβαρά’ Category

h1

Σύνταγμα #1

11/06/2011

Μετά τη δουλειά πηγαίνω για λίγο από το Σύνταγμα, θέλω να ελπίζω ότι όλο αυτό είναι κάτι αλλά μάλλον το κάνω για να παρηγορώ τον εαυτό μου. Στην πραγματικότητα ξέρω ότι το Σύνταγμα δεν είναι παρά η χωρική συμπύκνωση της χυδαίας έκφανσης του ελληνικού μεταμοντερνισμού.

Στα πάνω του Συντάγματος, ένα συνονθύλευμα ανθρώπων, όπου ο καθένας φέρνει, εκτός από την κατσαρόλα του, τον τσαμπουκά του και την αποψάρα του και επί της ουσίας δεν διεκδικεί κάτι πέραν της εκτόνωσης και της καθαρτικής συμμετοχής στη διαμαρτυρία. Νοικοκυραίοι που θέλουν να νομίζουν ότι διεκδικούν κάτι αλλά το μόνο που πραγματικά κερδίζουν είναι το να κοιμηθούν λίγο καλύτερα το βράδυ αισθανόμενοι επαναστάτες καθώς άφησαν τον καναπέ και τον Λαζόπουλο και πήγαν τα παιδιά τους στο Σύνταγμα αντί να τα πάνε Λούνα Παρκ. Και μην θίγεστε, έτσι είναι! Δίπλα κάποιοι Ελληνάρες που θυμήθηκαν το καλοκαίρι του 2004 και κατέβηκαν με σχεδόν οπαδικά συνθήματα, με σημαίες και σφυρίχτρες, μαζί με κάποιους άλλους που μέχρι πριν μια βδομάδα είχαν όνειρο την Καγιέν, παραδίπλα διάφορες γκόμενες, περαστικές που βγήκαν να ψωνίσουν στην Ερμού και κρατούν τσάντες και κινητά. Κάπου πιο πίσω ακούγεται Ξυλούρης και στο βάθος κάποιοι μουντζώνουν αυτούς που ψήφιζαν επί 30 χρόνια αντί να μουντζώνονται μεταξύ τους. Όλα αυτά με φόντο τον καπνό και το άρωμα από τα λουκάνικα που ψήνονται στις καντίνες…

Στα χαμηλά τις πλατείας κάποιοι προσπαθούν να κάνουν κουβέντα, αριστερή κουβέντα, την ίδια σχεδόν κουβέντα που κάναμε πριν 10 χρόνια στο πανεπιστήμιο, «αμεσοδημοκρατία»! Δεν μπορώ να μη χαμογελάσω, να μην το δω θετικά όμως δυστυχώς οι εικόνες στα ψηλά του Συντάγματος ακυρώνουν την κουβέντα στα χαμηλά. Αναρωτιέμαι ακόμα αν είναι ποτέ δυνατόν να καθίσουμε όλοι μαζί στο ίδιο τραπέζι και να συνδιαμορφώσουμε και καταλήγω σχεδόν κάθετα ότι οι κάτω της πλατείας δεν θα τα βρουν ποτέ με τους επάνω, γιατί πολύ απλά δεν θέλουν τα ίδια πράγματα, οι επάνω θέλουν να μπορούν να ξαναονειρευτούν Καγιέν και οι κάτω θέλουν να τις κάψουν και να κυκλοφορούμε αποκλειστικά με ποδήλατα…

Το Σύνταγμα δεν είναι παρά οι συσπάσεις ενός μελλοθάνατου λαού χωρίς αριστερά και χωρίς διανόηση, μια αποϊδεολογικοποιημένη απόβαση στο πουθενά.
Επί χρόνια ο αριστερός χώρος καπελώθηκε από κόμματα τα οποία κατέληξαν να θεωρούν ότι παρέχουν το copyright. Οι ιδέες περιχαρακώθηκαν, μπήκαν κόκκινες γραμμές για να διατηρηθεί «η αλήθεια» και τα κόμματα διεκδίκησαν την αποκλειστικότητα της και ταυτόχρονα το δικαίωμα να αποκλείουν ανθρώπους, αιτήματα, συχνά εύλογες απόψεις και ιδέες. Γι’αυτό και ενοχοποιήθηκαν. Το επαναστατικό “know how” για χρόνια αναλώθηκε σε συνδικαλιστικές διεκδικήσεις, συχνά ομφαλοσκοπικές και άνευ ουσίας, τελικά ξοδεύτηκε, ενοχοποιήθηκε κι αυτό και η επαναστατική πρακτική στέρεψε! Η αριστερά για χρόνια κατακερματίζεται και τρώει τα σωθικά της, σκοτώνει τα παιδιά της, διασπάται όλο και περισσότερο χωρίς ουσιαστικό λόγο.

Σήμερα, στην πιο μεγάλη κοινωνική, οικονομική και πολιτική κρίση σπαταλά την μεγαλύτερη ευκαιρία της να συσπειρώσει τον λαό γύρω της (όχι απαραίτητα μέσα της) και τελικά το μόνο που κατορθώνει είναι να πείσει τον Έλληνα ότι δεν έμεινε τίποτα να τον καθοδηγήσει στο μετά, ότι είναι ιδεολογικά και πολιτικά ορφανός και ότι πρέπει να βγει στον δρόμο μόνος του. Τελικά, στο Σύνταγμα έχασε και το τελευταίο που της είχε απομείνει, τον δρόμο! Την εκτόπισαν οι αγουροξυπνημένοι νοικοκυραίοι!

Και καθώς η Αλέκα φτάνει στο προεδρικό μέγαρο με Lexus ο βλάξ ο Τσίπρας χαιρετίζει τους Αγανακτίστας, την ήττα της Αριστεράς δηλαδή… Μπράβο βλάκες!

h1

Ταχυδρομείο

16/05/2010

Το δημοσιεύω χωρίς σχολιασμό. Μου το έστειλε η φίλη μου Μ.Κ.

Μεσημέρι Δευτέρας στο ελληνικό ταχυδρομείο… Λιγοστός κόσμος στην ουρά, ταχεία εξυπηρέτηση, σκέφτηκα. Ο στόχος; η αποστολή δέματος στην Αμερική… Το ζυγίζουν, το κόστος είναι μεγάλο, μου λένε. Μην ανησυχείτε, απαντώ, είναι από σχολική επιτροπή, αρκεί να κοπεί ένα τιμολόγιο…
Πάγωμα…
-Αυτό είναι αδύνατο, παίρνει πολύ χρόνο κι εδώ περιμένουν τόσοι στην ουρά…
-Μα , ξέρετε χρειάζονται τα στοιχεία του σχολείου για να πάρω κι εγώ πίσω τα χρήματά μου…
-Αποκλείεται,σας εξηγώ, είναι πολύπλοκη διαδικασία και χρονοβόρα…
– Να κοπεί ένα τιμολόγιο;
-Βεβαίως, θα πρέπει να σας κάνουμε πελάτη πρώτα, αλλά θα περιμένετε να εξυπηρετήσω όλη τη σειρά κι έπειτα εσάς…
Αποτραβιέμαι σε μια άκρη, ώσπου να τελειώσει η ουρά (γύρω στα 45 λεπτά)…
Στο μεταξύ έρχεται ένας γεράκος, αλαφιασμένος κουβαλώντας ένα δέμα. Να, να να το αφήσω εδώ είναι βαρύ…
-Στην ουρά κύριε!
-Ένα δέμα να στείλω…
– Στην ουρά…
Όταν έρχεται η σειρά του…
-Δελτίο αποστολής έχετε;
-Μάνα μου, δεν ξέρω γράμματα…
-Τι;; Και τι ήρθατε να κάνετε εδώ; Δεν ξέρετε γράμματα; Και ποιος θα σας το γράψει; Εγώ;
Νιώθω την οργή μου να ξεχειλίζει…
Και τελικά αναρωτιέμαι… ποιος από τους δύο είναι ο αναλφάβητος;
Περίμενα άλλα 15 λεπτά, το τιμολόγιο δεν κόπηκε, (έγιναν δύο προσπάθειες) βλέπετε δεν είναι δα κι εύκολο πράγμα… Κατά την έξοδό μου ο κόσμος είχε φτάσει ως το πεζοδρόμιο…

h1

Μεταξύ μαλακίας και ουτοπίας

02/05/2010

Διαβάζω τα μπλογκς κάποιων φίλων και αναρωτιέμαι αν τελικά υπάρχει πάτος σε αυτό το χάσμα μεταξύ πραγματικότητας και ουτοπίας. Αυτός είναι ο καιάδας που η ελληνική αριστερά πετάει τα παιδιά της εδώ και 35 χρόνια.

Αρχικά, είναι πολύ ευρύς ο όρος «Αριστερά» για να περιγράψει με σαφήνεια την σημερινή στάση ή μάλλον το συνονθύλευμα από πολλές διαφορετικές στάσεις κομμάτων – συνδικαλιστών – οργανώσεων κλπ που ανήκουν στον ευρύτερο χώρο της αριστεράς. Ο Αλέξης (και δεν ξέρω αν συμφωνούν όλες οι συνιστώσες) θέλει δημοψήφισμα για το ΔΝΤ λες και ο λαός απαρτίζεται από οικονομολόγους, χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι με αυτόν τον τρόπο νομιμοποιεί τον Καρατζαφέρη που ζητάει κι αυτός δημοψηφίσματα every now and then. Στον Περισσό η Αλέκα φαντασιώνεται τα κεφάλια των πλουτοκρατών (των οποίων τα ονόματα τα ξέρει αλλά δεν τα λέει) σε πιάτο και την επανάσταση να ξεκινάει αύριο από το σύνταγμα αλλά να την κάνουν κάποιοι άλλοι, όχι τα λαμόγια οι νεοέλληνες που ονειρεύονταν πισίνες και αυτοκίνητα, χωρίς βέβαια να μας λέει που θα βρεθούν αυτοί οι άλλοι και φυσικά χωρίς να αναρωτιέται αν υπάρχουν και πόσοι είναι (ελάχιστοι). Οι εξωκοινοβουλευτικοί λένε κι αυτοί τα δικά τους αλλά δεν ακούγονται, (και πως να ακουστούν; δεν φτάνουν λίγες εφημερίδες και λίγα blogs).Η όλη κατάσταση απλά σκιαγραφεί με λίγο μεγαλύτερη σαφήνεια από ότι στο παρελθόν το πόσο έχει εκφυλιστεί, μαζί με όλα τα άλλα, και η αριστερά. Αυτός είναι κι ο λόγος που ο Έλληνας είναι πλέον τόσο απαισιόδοξος, και στατιστικά, παρόλο που τα ποσοστά των άλλων πέφτουν τα αριστερά κόμματα μένουν περίπου στα ίδια χωρίς να πιστώνονται την λαϊκή οργή.

Διάβαζα σε φιλικό μπλογκ ότι εδώ και δύο βδομάδες «γίνονται ζυμώσεις κι αυτό είναι θετικό και μπλα μπλα μπλα». Αυτά είναι όμορφα αλλά τουλάχιστον αστεία, οι ζυμώσεις δεν γίνονται εδώ και δυο βδομάδες αλλά επί 35 χρόνια. Στο μεταξύ μεσολάβησαν η κατάρρευση της ΕΣΣΔ, η είσοδος της χώρας στην ΕΕ, η είσοδος στην ΟΝΕ, οι Ολυμπιακοί αγώνες κλπ κλπ. Είναι άλλοι λοιπόν αυτοί που ζυμώνουν και διαμορφώνουν τις εξελίξεις, η αριστερά δεν ζυμώνει, απλά κοσκινίζει τις εξελίξεις οι οποίες τρέχουν και επί 35 χρόνια απλά βυθίζεται στον διχασμό γιατί ο καθένας κρατάει διαφορετικό κόσκινο, βλέπει μόνο μέσα από αυτό και χάνει την πραγματικότητα. Και δικαιολογημένα, το να περιμένουμε από την αριστερά (αυτή την αριστερά), αυτή τη στιγμή, σε περίοδο κρίσης και χωρίς να υπάρχει ψυχραιμία, να κάνει αυτό που δεν κατάφερε εδώ και 35 χρόνια, δηλαδή να συνταχθεί σε ένα ενιαίο μέτωπο, να ανοίξει τα αυτιά της και να ακούσει (αντί να καπελώνει ή να εξοστρακίζει) τις φωνές των μη ενταγμένων και να βρει πραγματικές προτάσεις για το μετά, απαιτεί περισσότερο πίστη στη μεταφυσική από όσο οι περισσότεροι από εμάς (αριστεροί όντες) θα μπορούσαμε να δεχθούμε. Η αριστερά είναι στον κόσμο της, αδυνατεί όχι μόνο να κάνει προτάσεις, αλλά να κάνει στοιχειώδεις αναλύσεις, να παράξει αναγνώσεις της πραγματικότητας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι δηλώσεις Παπαρήγα για τα γεγονότα του Δεκεμβρίου, όταν έβγαινε από το μέγαρο Μαξίμου, «Να σταματήσει ο ΣΥΡΙΖΑ να χαϊδεύει τα αυτιά των κουκουλοφόρων». Αυτή ήταν η βαθυστόχαστη ανάγνωση της Αλέκας, αυτό βρήκε να πει για την έκρηξη μιας συσσωρευμένης κοινωνικής οργής που πυροδοτήθηκε από την εκτέλεση ενός μικρού παιδιού.

Και ρωτάω λοιπόν, μετά από αυτό για ποιο λόγο να συνταχθεί κάποιος μη ενταγμένος με την Αλέκα; Για ποιο λόγο να συμπορευθεί με το ΠΑΜΕ ή με τον Τσίπρα; Για ποιο λόγο να επιθυμεί κανείς μια συστημική αλλαγή που θα έρθει από κάποιους σαν αυτούς; Γιατί αν δεν έρθει από αυτούς δεν έρθει από κανέναν για έναν πολύ απλό λόγο… Γιατί το όνειρο των υπολοίπων δεν είναι η σοσιαλιστική ουτοπία αλλά μια μαύρη Καγιέν. Προσωπικά, δεν θέλω επανάσταση γιατί δεν εμπιστεύομαι κανέναν για να την κάνει (και μη μου πείτε θα την κάνει ο λαός γιατί ειδικά αυτόν τον λαό δεν τον εμπιστεύομαι, δεν έχω κανένα λόγο)

Κάποια φίλη σε ένα blog, απέδιδε την έλλειψη εναλλακτικής πρότασης από την αριστερά στο γεγονός ότι δεν είχε προβλέψει την κρίση… Λάθος! Τι δεν είχε προβλέψει; Την κατάρρευση μιας οικονομικής δομής που βασίζεται στο χρέος και την υπεραξία και λέγεται καπιταλισμός; Μα όχι απλά το έχει προβλέψει αλλά πάνω σε αυτό χτίζεται όλη η ρητορική και η ιδεολογία της, αυτό διδάσκει ότι θα συμβεί, αυτή η κατάρρευση είναι η δικαίωση και μαζί η λύτρωση που περιμένει η αριστερά και αντί να πιάσει την ευκαιρία, να δώσει προτάσεις και απαντήσεις, αυτή μπροστά στην ιστορική συγκυρία δεν είναι έτοιμη (και δεν είναι η πρώτη φορά). Τραγικό είναι αυτό, δεν συμβαίνει κάτι που ήταν μη αναμενόμενο αλλά ακριβώς το αναμενόμενο και είναι αυτονόητο ότι το είχε προβλέψει. Γιατί, αν δεν το είχε προβλέψει τότε η επιστημονικότητα την οποία επικαλείται η αριστερά (και ειδικά το ΚΚΕ) όταν μιλά για ζητήματα οικονομίας (και μάλιστα όχι μόνο για ανάλυση της ήδη υπάρχουσας κατάστασης αλλά και για σύνθεση) δεν είναι παρά ένας επιστημονισμός της κακιάς ώρας (δεν είναι ακριβώς τόσο χάλια αλλά τέλος πάντων).

Στην τελική, δεν χρειάζονται πολλές σκέψεις και συζητήσεις για να βρει η αριστερά ποια τρύπα πρέπει να βουλώσει πρώτα όταν το πλοίο βουλιάζει, ειδικά όταν οι τρύπες ανοίγονταν μια μια στην διάρκεια των 35 χρόνων μεταπολίτευσης και μαζί με τους άλλους τις άνοιγε και η ίδια η αριστερά ή έστω τις έβλεπε να ανοίγουν και δεν τις έκλεινε. Στην τελική από την αριστερά, και ειδικά από αυτή την αριστερά που ήταν μέσα στο καράβι (την κοινοβουλευτική) δεν θα έπρεπε να περιμένει ο λαός την σωτηρία την ύστατη ώρα, θέλαμε προτάσεις πολύ πιο πριν, δεν τις έδωσε και είναι υπόλογη γι’ αυτό. Η αριστερά (και ειδικά η κοινοβουλευτική) έχει κι αυτή το δικό της μερίδιο ευθύνης για το γεγονός ότι βουλιάζει το καράβι, όχι το μεγαλύτερο μερίδιο, αλλά μεγάλο… Άλλωστε η κρίση εκτός από οικονομική είναι και κοινωνική και πολιτική (εδώ και 35 χρόνια) και αυτό το κουβαλάει στα σπλάχνα της και η αριστερά.

Τις τελευταίες μέρες αισθάνομαι πολύ νευριασμένος με όλα, δεν υπάρχει σοβαρότητα πουθενά, δεν υπάρχει καμία σοβαρή ανάλυση, δεν υπάρχει τίποτα για να πιαστεί κανείς και να ελπίζει, και κυρίως δεν υπάρχει κανένας που να μπορώ να πω ότι είναι καθαρός και δικαιούται να μιλάει, όλα βρωμάνε, κι εγώ ακόμα. Αυτό που με ενοχλεί πιο πολύ όμως είναι ότι όλα τα παραπάνω τα αποδίδω εξίσου στην αριστερά η οποία με κάνει να μην ελπίζω σε τίποτα και να μη θέλω να ελπίζω ακριβώς γιατί η ελπίδα έχει καταλήξει να είναι ο αυτοσκοπός για την αριστερά. Δεν ενδιαφέρει πλέον η αλλαγή πρακτικά και πραγματικά αλλά η ελπίδα για την αλλαγή με πίστη σε ένα συγκεκριμένο τρόπο που θα την φέρει. Είναι ο ίδιος λόγος, η αναζήτηση της ελπίδας, που κάνει κάποιους να πιστεύουν στον θεό. Το να περιμένω κάτι θετικό σήμερα από την αριστερά προϋποθέτει λοιπόν κάτι σαν θρησκευτική πίστη αλλά πλέον προτιμώ να είμαι πραγματιστής και κυνικός παρά ουτοπιστής, αιθεροβάμον και, ακόμα χειρότερα, πιστός. Δεν ελπίζω λοιπόν και δεν θέλω να ελπίζω και γι’ αυτό δεν θα συμπαραταχθώ με κανέναν, στην τελική κάποιοι αριστεροί δεν άκουσαν τύπους σαν τον Καστοριάδη, γιατί να ακούσουν εμένα, εσένα… Άσε που με όλους αυτούς που βλέπω να διεκδικούν την αλλαγή δεν πιστεύω πια ότι η επανάσταση θα είναι καλύτερη από το ΔΝΤ… Γιατί το μεγαλύτερο πρόβλημα της Αριστεράς σήμερα είναι οι αριστεροί.

(πριν βιαστείτε να μου αποδώσετε οτιδήποτε, διαβάστε μερικά ακόμα ποστς σε αυτό το blog, μπορεί να αλλάξετε γνώμη)

h1

Μαμά, μπαμπά, με δείχνει η τηλεόραση!

31/03/2010

Στην τηλεόραση που θα με καλέσουν θα μιλήσω για την τελευταία μου φωτογράφιση και στην επόμενη φωτογράφιση θα βγω λίγο πιο προκλητικά για να με ξαναδείξει η τηλεόραση και την επόμενη φορά που θα πάω στην τηλεόραση θα δείξω και λίγο βυζί (λίγο μόνο) να γίνω πιο πόπιουλαρ μπας και βρεθεί κανένας πενηνταπεντάρης λεφτάς κι εργένης να με πάρει από τα αλώνια στα σαλόνια, να κάνουμε κι έναν γάμο (σε εκκλησία πάντα) με είκοσι χιλιάδες καλεσμένους και ζωντανή σύνδεση με το δελτίο των 9, να κάνουμε κι ένα παιδί να το φωτογραφίζουμε κι αυτό εδώ κι εκεί, χωρίς να το ρωτήσουμε… Μέχρι να μπει τρίτο πρόσωπο ανάμεσα μας, να τσακωθούμε και να αποφασίσουμε το διαζύγιο και να στείλουμε και δελτίο τύπου… πριν καταθέσουμε αίτηση διαζυγίου…

Μέσα σε αυτό το σύμπαν των τηλεοπτικά διαζευγμένων, ερωτευμένων, παντρεμένων και σε όλες τις περιπτώσεις τηλε-εκδιδομένων η Τζούλια θα μπορούσε να είναι η πιο αξιοπρεπής όλων αν δεν είχε πει αυτό το «εμού και του ιδίου» αναφερώμενη στην κάμερα που την κατέγραφε και ισχυριζόμενη αρχικά ότι δεν γνώριζε. Αντίθετα, από την αρχή θα έπρεπε να είχε πει σε όλους αυτούς τους αυτόκλητους σωτήρες της κάτι άλλο, «ναι ρε μαλάκες, έκανα τσόντα και το έκανα για τα λεφτά», κι αυτό είναι τουλάχιστον ειλικρινές και σίγουρα λιγότερο χυδαίο από την σχεδόν καθολική, συγκαλυμμένη χυδαιότητα που παρελαύνει στην TV πίσω από μια μάσκα σοβαροφάνειας, ηθικολογίας και καθωσπρεπισμού.

Ίσως σας φανεί σοκαριστικό, αλλά θεωρώ ότι το πορνό είναι πιο ειλικρινές και καθαρό σαν προϊόν από αυτό που πλασάρει η ιδιωτική τηλεόραση καθημερινά. Αυτό βέβαια με την προϋπόθεση ότι γίνεται με τη συγκατάθεση των συμμετεχόντων, συνήθως μιας ενήλικης κυρίας και ενός ενηλίκου κυρίου, ή ακόμα και σε πιο μπερδεμένους συνδυασμούς, κύριος με κύριο, κυρία με κυρία, κύριοι και κυρίες κλπ αλλά μεταξύ ενηλίκων πάντα. Εκτός από τος πιθανούς συνδυασμούς μεταξύ των παρτενέρ στην τσόντα τα πράγματα είναι συνήθως ξεκάθαρα, δεν σε μπερδεύει κάτι, πληρώνεις την τιμή που ορίζει ο παραγωγός και ξέρεις περίπου τι θα δεις και πως. Αν θες υπόθεση βρίσκεις μια ταινία με υπόθεση, αν όχι βρίσκεις μια χωρίς, πάντα όμως είναι χωρίς διαφημίσεις και διακοπές και κουραστικές αναβολές. Αν δεν σου αρέσουν τα προκαταρκτικά πας στο κυρίως πιάτο με fast forward και αν σε τρώει η περιέργεια με τον ίδιο τρόπο το πας στο τέλος, αν και μάλλον ξέρεις από την αρχή τι θα γίνει στο τέλος, εκτός αν είσαι πολύ μικρός ή πολύ αθώος και δεν ξέρεις ακόμα ότι τα μωρά ΔΕΝ τα φέρνει ο πελαργός! (sorry guys) Τέλος πάντων, αυτό που θέλω να πω είναι ότι, σε κάθε περίπτωση, στην τσόντα υπάρχει, αρχή, μέση και κυρίως τέλος (και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα).

Αντίθετα στο ελληνικό τηλεοπτικό σύμπαν δεν υπάρχει αρχή και κυρίως δεν υπάρχει τέλος. Επικρατούν τα συνεχή υπονοούμενα, τα ψευτο-κουτο-πόνηρα σχόλια, το cliché και κακόγουστο σεξουαλικό χιούμορ, τα αβυσσαλέα ντεκολτέ και οι κοντές φούστες, η περιφορά μιας ανικανοποίητης ή και επιτηδευμένης λαγνείας από δημοσιογράφους, παρουσιαστές, καλεσμένους, ηθοποιούς, τραγουδιστές, μοντέλα, στάρλετς της μιας νύχτας, παίκτες τηλεπαιχνιδιών κλπ κλπ. Για να επιστρέψω στην αναλογία με την τσόντα η ελληνική TV είναι σαν ερωτικό παιχνίδι που μένει στα προκαταρκτικά, τα οποία μοιάζουν να αφήνουν μια διαρκώς επεκτεινόμενη και ανακυκλούμενη υπόσχεση για σεξ, για ένα σεξ που διαρκώς αναβάλλεται και τελικά ποτέ δεν γίνεται, κι όταν πάει να ξεκινήσει κόβεται ή καλύτερα όταν κόβεται δίνει την εντύπωση ότι θα ξεκινούσε.

Μπορώ να βρω πάρα πολλά παραδείγματα, ξεκινώντας από τα προφανή και άμεσα που ακολουθούν είτε τα Μπερλουσκονικά τηλεοπτικά πρότυπα είτε αυτά των χωρών του πρώην ανατολικού μπλοκ.

Στην πρώτη περίπτωση η βασική Μπερλουσκονική ιδέα (την οποία μοιάζει να επιθυμεί να ακολουθήσει και στην πολιτική) είναι απλή και γι’ αυτό επιτυχής. Γεμίζουμε ένα πάνελ με ωραίες νέες γυναίκες, κατά προτίμηση ημίγυμνες, ή ακόμα καλύτερα ελαφρά ντυμένες. Η δουλειά τους είναι κυρίως να λικνίζονται, με τρόπο που υπόσχεται να αποκαλύψει, είτε από πρόθεση είτε από ατύχημα, περισσότερα από όσα ποτέ θα επιτρεπόταν πραγματικά στον θεατή να δει (και από όσα ποτέ θα δει). Συνεργός και συνάμα εμπόδιο στην θέαση ο χειριστής της κλειδαρότρυπας, ο καμεραμάν, ο οποίος με βιαστικά πλάνα θα δείξει κλεφτά και στιγμιαία τον ποπό ή το στήθος της χορεύτριας χωρίς όμως να επιμείνει σε αυτά τα σημεία, όλα είναι τόσο έντεχνα φτιαγμένα ώστε να κατανέμουν σωστά τις δόσεις τυχαιότητας και σκοπιμότητας του πλάνου, ώστε παίζοντας με τον τηλεθεατή να του γενούν διαρκώς και να μεταθέτουν την προσδοκία… Για ποιο πράγμα; ίσως για ένα στιγμιαίο βλέμμα στο εσώρουχο, για λίγο παραπάνω εκτεθειμένο στήθος από όσο συνήθως, για λίγο περισσότερο μπούτι και έτσι η προσδοκία διατηρείται, μετατίθεται, διογκώνεται μέχρι που στο τέλος… Στο τέλος «κυρίες και κύριοι ένα διάλλειμα για διαφημίσεις!». Στοιχεία από το παραπάνω μοντέλο τηλεόρασης μπορείτε να βρείτε σε πολλές πρωινές εκπομπές, σε κάποια μεσημεριανά προγράμματα, μερικώς στις ειδήσεις του Star και βεβαίως στον Θέμο Αναστασιάδη.

Στην δεύτερη περίπτωση, η λογική του πρώην ανατολικού μπλοκ είναι παρόμοια αλλά λίγο πιο ακραία, κι αυτό όχι γιατί το γυμνό ή το λάγνο είναι ακραίο από μόνο του, αλλά γιατί γίνεται ακραίο όταν αποτελεί αυτοσκοπό και καταλήγει να εισβάλλει παντού, ακόμα κι εκεί που δεν έχει θέση. Κάπως έτσι μια όμορφη κοπέλα καταλήγει να γδύνεται μπροστά σε χάρτες με θερμοκρασίες, ανέμους και βαρομετρικά, εκφωνώντας το δελτίο καιρού σαν sexy Μελανίτης. Βέβαια η ελληνική πρωτοτυπία θριαμβεύει και εδώ, γιατί ενώ η Ρωσίδα πρωτοπόρος «Πετρούλα» δεν δίστασε να γδυθεί εντελώς, η ελληνική εκδοχή της, έφτασε μέχρι τα εσώρουχα και για να μπορέσει να κρατήσει το ενδιαφέρον των τηλεθεατών αμείωτο χωρίς να χρειαστεί να βγάλει κι άλλα, επιστράτευσε ένα αφόρητα επιτηδευμένο νάζι, με την ελπίδα να καλύψει τη διαφορά στήθους… Στήθος το οποίο δεν θα είχε πρόβλημα να μας δείξει αν δεν υπήρχε το ραδιοτηλεοπτικό. Άλλωστε γι’ αυτό υπάρχουν και οι γυμνές φωτογραφίσεις σε περιοδικά, κάπως πρέπει να ζήσουν και αυτά…

Κι αν τα παραπάνω είναι τα άμεσα και προφανή, η ιστορία της τηλεοπτικής λαγνείας, της μετατιθέμενης σεξουαλικότητας, της πονηρής κλεφτής ματιάς που γεννά την επιθυμία της προσδοκίας και την προσδοκία της επιθυμίας, είναι μόνο η αρχή της από τηλεοράσεως διείσδυσης στο άβατο του άλλου.
Είναι εκπληκτικό και μαζί τρομακτικό το πώς ακόμα και η μαγειρική γίνεται αντικείμενο και αφορμή για την καλλιέργεια του φαντασιακού, για παιχνίδι με σεξουαλικά υπονοούμενα, κι ακόμα κι όταν το ερωτικό και λάγνο μοιάζει να απουσιάζει παντελώς αυτό που παραμένει ίδιο με αυτά που περιγράφονται παραπάνω είναι η έκθεση των κάθε είδους αποκρύφων με τρόπο αντικανονικό και χυδαίο σε βαθμό ενοχλητικό όταν συχνά όλο αυτό φέρει μια επίπλαστη μάσκα ηθικής, καλοσύνης και φιλανθρωπίας από την πλευρά των τηλεοπτικών παραγωγών.

Έτσι, αφού σου μαγειρέψουμε και οι έξι και διαλέξεις με ποιον θα πας ταξίδι, σου φτιάχνουμε το σπίτι, το εστιατόριο, το ξενοδοχείο, διακανονίζουμε τα χρέη σου και τελικά σου βρίσκουμε νύφη ή γαμπρό, κατά προτίμηση αγρότη, ή αν έχεις χωρίσει σε αφήνουμε να έρθεις σε εμάς να ξεφτιλίσεις τον πρώην σου στο πανελλήνιο που θα σε κοιτάζει αποσβολωμένο καθώς θα ξοδεύεις το Γουορχολικό δεκαπεντάλεπτο σου. Αυτό που θέλουμε γι’ αντάλλαγμα σε αυτά τα δεκαπέντε λεπτά δημοσιότητας είναι τα άπλυτα σου, τα απόκρυφα σου, τα απαγορευμένα σου, τελικά εσένα τον ίδιο να σε ταΐσουμε στο τηλεοπτικό κοινό που είναι έτοιμο να σε φάει, από μίσος ή από αγάπη (όπως στην ταινία «το άρωμα»).

Η προσδοκία του τηλεθεατή, δεν είναι το καλό ή το κακό, είναι η προσδοκία της κλειδαρότρυπας, η ηδονή από την κλεφτή ματιά από τον καναπέ του στο απαγορευμένο του άλλου, στο απαγορευμένο του σώματος του, στο απαγορευμένο του χώρου του, στο απαγορευμένο των συναισθημάτων του, στο απαγορευμένο του παρελθόντος του, του παρόντος του, των προσδοκιών του άλλου για τον μέλλον… Στο απαγορευμένο της ζωής του, το ιδιωτικό! Ακόμα κι αν μας φαίνεται ότι αυτό δεν έχει να του δώσει κάτι άμεσα, είναι βέβαιο ότι ο τηλεθεατής θα βρει κάτι να πάρει. Ενδεχομένως να ικανοποιήσει την δίψα του για ασφάλεια, ή να επιβεβαιώσει τις ανασφάλειες του, πιθανόν να αναζητήσει την θέση του ανάμεσα στους άλλους, να βρει κοινά και διαφορές με τους άλλους, σε κάθε περίπτωση είναι βέβαιο ότι θα βρει λόγο και τρόπο να ετεροπροσδιοριστεί, ταυτιζόμενος ή διαφοροποιούμενος με τους πρωταγωνιστές που βλέπει στον δέκτη του.
Σε αυτό που περιγράφεται πιο πάνω, η επαφή με το άλλο, με τον άλλο, δεν είναι άμεση, δεν είναι διαλεκτική, δεν είναι καν διαδραστική. Είναι μια κατανάλωση που γίνεται αποκλειστικά από την οθόνη, παθητικά, γραμμικά και κυρίως μοναχικά! Όπως συνήθως καταναλώνεται και το πορνό…
Κάπου εδώ τραβάω την γραμμή και αφήνω να σκεφτεί ο καθένας μόνος του τι είναι πιο ηθικό, πιο έντιμο, πιο ανθρώπινο ή ίσως λιγότερο απάνθρωπο.

Τη δική μου άποψη θα την πω επιστρέφοντας στα της τσόντας. Το πρόβλημα της ελληνικής τηλεόρασης με την Τζούλια δεν είναι ηθικό, δεν αφορά μια συνείδηση για ένα κοινό καλό ή για μια δημόσια αιδώ που εθίγη. Το πρόβλημα τους δεν έχει να κάνει με κάποιο είδος ενδιαφέροντος για το καλό της ίδιας της κοπέλας. Το πρόβλημα τους είναι ότι δεν μπορούν να είναι οι ίδιοι οι παραγωγοί της τσόντας, οι ίδιοι παράγουν μόνο προκαταρκτικά, κλειδαρότρυπα χωρίς εκτόνωση, αυτό τους ενδιαφέρει, αυτό ανεβάζει θεαματικότητες και πουλάει τηλεοπτικό χρόνο για διαφημίσεις. Άλλωστε μέχρι τόσο τους επιτρέπει το ΕΣΡ. Η Τζούλια, ένα από τα υποπροϊόντα αυτής της TV και ένα από τα κύρια θέματα της κλειδαρότρυπας τους τα χάλασε, άνοιξε τη πόρτα, ξέφυγε από τα διαρκή προκαταρκτικά της ελληνικής TV, από τα κλεφτά πλάνα που αναζητούσαν να δείξουν στιγμιαία το στρινγκ της και έκανε βρώμικο σεξ μπροστά σε όλους υπό το φως των προβολέων και με την παρουσία κάμερας.

Αυτόματα, αυτό σήμανε και τυπικά ένα τέλος, το τέλος της αθωότητας της ελληνικής ιδιωτικής τηλεόρασης, ή καλύτερα της αθωότητας την οποία επιχειρούσε να πλασάρει η ελληνική TV χωρίς όμως να είναι καθόλου αθώα. Η Τζούλια άλλωστε είναι παιδί (ίσως το παιδί, με οριστικό άρθρο) της ιδιωτικής τηλεόρασης καθώς εκεί βρέθηκε από μικρή, εκεί μεγάλωσε, εκεί ενηλικιώθηκε κι έγινε γνωστή, εκεί δημοσιευόταν η ζωή της, εκεί αρχικά απολογήθηκε λέγοντας ψέματα για το DVD και εκεί αργότερα παραδέχθηκε ότι πληρώθηκε… εκεί ποιος ξέρει τι άλλο; Δεν θυμίζει όλο αυτό την ταινία Truman Show; Η ζωή της κοπέλας αυτής ήταν τσόντα και reality show μαζί, πριν η ίδια γυρίσει το DVD η τηλεόραση την χρησιμοποιούσε, την εξύψωνε, την καταδίωκε, την κατέκρινε, τελικά έκανε τα πάντα για να την παραδώσει στο τηλεοπτικό κοινό ως εικόνα που πουλάει (προς βρώση, κατακραυγή, ερωτική τέρψη κλπ), αλλά δεν έκανε τίποτα για να την προστατεύσει ως άνθρωπο…

Βέβαια, για να αποφύγω παρεξηγήσεις, παρόλο που ενοχοποιώ την τηλεόραση και το σύστημα της showbiz, σε καμία περίπτωση δεν εννοώ ότι το DVD είναι το αυτόματο αποτέλεσμα αυτής της τηλεοπτικής χυδαίας υπερ-έκθεσης. Όμως συνέβαλε σε πολύ μεγάλο βαθμό, πλάθοντας γύρω από την κοπέλα ένα περιβάλλον που ευνοούσε μια αντίδραση Ηροστρατικού τύπου. «Αφού δεν με γουστάρετε όπως είμαι, γι’ αυτό που είμαι και δεν μπορείτε να με δεχθείτε και να με θυμάστε ως κάτι καλό θα σας κάνω να με θυμάστε με κάτι κακό»… Στόχος της ήταν αποκλειστικά η εντύπωση και τα μισάνοιχτα στόματα, ο λόγος που θα τα κρατούσε μισάνοιχτα ήταν αδιάφορος, αρκεί να μείνουν μισάνοιχτα… έτσι νόμιζε ότι έπρεπε γιατί έτσι την έμαθε η ίδια η TV…

Εγώ πάντως παραμένω αντιστάρ… Η δημοσιογράφος μπροστά από τον σταθμό του ηλεκτρικού, ευγενέστατη και με κλειστή την κάμερα με ρώτησε, «θα μας πείτε κάτι για την κρίση, για την ανεργία στους νέους;»… Κι εγώ της απάντησα «Δεν γίνεται… Δεν με αφήνει η μαμά μου!»… Μάλλον γιατί η απάντηση στο ερώτημα ήταν πιο hardcore από την τσόντα της Τζούλιας! (με πολλά μπιπ και X σε κόκκινο κύκλο)

h1

Αθήνα – Βερολίνο μέσω Καλαβρύτων… Η Ελληνική εφευρετικότητα!

06/03/2010

Δευτέρα πρωί, το υψωμένο μεσαίο δάχτυλο της Αφροδίτης της Μήλου στο εξώφυλλο του Γερμανικού περιοδικού Focus ήταν αρκετό για να γεμίσει το πρόγραμμα της πρωινής ζώνης… Άλλωστε κάτι τέτοια περιμένουν οι δημοσιογράφοι για να ταΐσουν ύπνο το αποχαυνωμένο κοπάδι των πρωινών νοικοκυραίων που επί χρόνια το αναθρέφουν μαθαίνοντας το να μηρυκάζει τις προκατ τηλεφερώμενες απόψεις, κατασκευάζοντας τεχνητά εχθρούς και ήρωες σε ένα παιχνίδι που η πραγματικότητα έρχεται δεύτερη, προηγείται η θεαματικότητα.

Ο Παπαδάκης στον ΑΝΤ1 φιλοξένησε τον καθηγητή (που διδάσκει αλήθεια;) ιστορίας και φιλολογίας κύριο Σαράντο Καργάκο τον οποίο δεν γνώριζα (πάει καιρός που δεν παρακολουθούσα εντατικά την ελληνική trash TV) αλλά με ελάχιστο κόπο τον βρήκα στο youtube να αγορεύει στην εκπομπή των αδελφών Γεωργιάδη «Ελλήνων έγερσις» και κατάλαβα. Στο απόγειο της τηλεοπτικής του καριέρας λοιπόν, ο κύριος Καργάκος εκλήθη από τον Παπαδάκη για να μιλήσει για τους Γερμανούς και την κατοχή, κρεμάμενος σαν σταφύλι από ένα παράθυρο σε μια οθόνη που με μεγάλα γράμματα έγραφε στο κάτω μέρος της (εκεί όπου η κάθε εκπομπή διαλαλά την πραμάτεια της όπως οι έμποροι στη λαϊκή), «Μνήμες από τη σφαγή στα Καλάβρυτα ξυπνούν οι προκλήσεις των Γερμανών»… Ο Καργάκος λοιπόν αγόρευε ομφαλοσκοπικά κι αυτάρεσκα εναντίον των «κακών» Γερμανών, μια κυρία περιέγραφε το δράμα που έζησε όταν οι γερμανοί εκτέλεσαν τον αδερφό της μαζί με άλλους 500 άνδρες και κάπου εκεί, στη διαδρομή Αθήνα – Βερολίνο μέσω Καλαβρύτων και Διστόμου, η δημοσιογραφική κακογουστιά των Γερμανών του Focus συνάντησε την κακόμοιρη, άστοχη, άκαιρη και ταυτόχρονα ψευτοτσαμπουκαλίδικη ελληνική ιστοριολαγνεία που πάντα βρίσκει τρόπους να δικαιώνει όλα τα στραβά των Ελλήνων ντύνοντας το ελληνικό έθνος με το πέπλο του ιστορικά αδικημένου και αποδίδοντας τις ευθύνες σε τρίτους…

Στο ALTER ο Αυτιάς, περνούσε στην αντεπίθεση προβάλλοντας (σε αποκλειστικότητα) το προσεχές εξώφυλλο του ελληνικού Focus το οποίο θα κυκλοφορήσει ως απάντηση στους Γερμανούς δημοσιεύοντας ένα άρθρο με τίτλο «Ο ΛΑΟΣ ΤΟΥ ΧΙΤΛΕΡ», το οποίο θα γραφτεί και στο εξώφυλλο με μεγάλα γράμματα και φωτογραφία του Χίτλερ που υψώνει φασιστικά το χέρι. Υποψιάζομαι ότι οι Γερμανοί θα απαντήσουν με εξώφυλλο που θα λέει «Ο ΛΑΟΣ ΤΟΥ ΑΥΤΙΑ» και φωτογραφία ένα σαλιγκάρι (είναι το πιο σαλιάρικο και γλοιώδες ον που μπορώ να σκεφτώ, μετά τον Αυτιά φυσικά). Παράλληλα με το εξώφυλλο που έπαιζε πάντα στο video wall της εκπομπής, στο πάνελ φιλοξενούσε και δυο δικηγορίνες οι οποίες θα κάνουν μήνυση στο Γερμανικό περιοδικό για συκοφαντική δυσφήμιση γιατί το άρθρο ήταν υβριστικό και έθιγε τον ελληνικό λαό (είπαν)…

Πίσω στον ANT1, o Παπαδάκης σε μια απόπειρα να χαϊδέψει τα αυτιά των νοικοκυραίων τηλεθεατών του, πριν κλείσει την εκπομπή του, πέταξε την cliché ατάκα των ημερών, «δεν ευθύνεται ο μέσος έλληνας για την κατάντια της χώρας»… Μήπως ευθύνεται ο μέσος Γερμανός;

Όμως επειδή το αυτονόητο στην Ελλάδα παραμένει μια πονεμένη ιστορία ας περάσουμε στην ανάλυση τώρα. Αρχικά, αυτό που με εντυπωσιάζει πάντα σε τέτοια θέματα, είναι η σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζεται από τους παρουσιαστές η ανοησία, η ελαφρότητα, η αποσπασματικότητα και το cliché των απόψεων που φιλοξενούν στις εκπομπές τους. Με ενοχλεί αυτή η σπατάλη και η ανακύκλωση αυτού που κάθε φορά οι πολλοί (οι νοικοκυραίοι δηλαδή) θεωρούν προφανές και θέλουν να ακούσουν να λέγεται και από τηλεόρασης για να ικανοποιήσουν την αυταρέσκεια τους. Έτσι, το κοινωνικά και τηελοπτικά διαμορφωμένο cliché καταλήγει να λέγεται και ξαναλέγεται ακόμα κι αν είναι λάθος, σαν να υπάρχει τρόπος η επανάληψη να δικαιώσει το λάθος και να οδηγήσει στην κάθαρση, όπως η περιστροφή του Δερβίση οδηγεί στην Νιρβάνα.

Έτσι, η είδηση, αφού ανακοινωθεί, γίνεται σχόλιο το οποίο ακολουθείται από άλλο σχόλιο κλπ. πυροδοτώντας μια τεράστια ακολουθία σχολίων που καθιστά την ίδια την αρχική είδηση σχόλιο μεταξύ σχολίων με αποτέλεσμα η ενημέρωση να μην αφορά πια το γεγονός και την ουσία του αλλά όλα όσα περιβάλλουν το γεγονός, είτε σχετίζονται με αυτό έμμεσα είτε άμεσα. Το παράδειγμα του Focus είναι αυτό ακριβώς, δεν μας ενδιαφέρει η κρίση η οποία είναι η πραγματική είδηση, μας ενδιαφέρει ο σχολιασμός, αρχικά του Focus και μετά του Παπαδάκη και του Αυτιά, της Λαμπίρη το μεσημέρι η οποία θα σχολιάσει τι είπε ο Παπαδάκης το ίδιο πρωί, του Λαζόπουλου το βράδυ που θα τους σχολιάσει όλους μαζί… Και κάπου εκεί μείζον πρόβλημα του Έλληνα γίνεται το Focus και οι Γερμανοί. Το χειρότερο είναι ότι αυτό το είδος δημόσιου διαλόγου έχει πλέον γίνει ο στόχος των δημοσιογράφων οι οποίοι αξιώνουν να λειτουργούν, όχι απλά ως εκπρόσωποι, αλλά και ως καθοδηγητές του λαού και το τρομακτικό είναι ότι έχουν κάνει και τον λαό να το πιστέψει… Οι ίδιες ανοησίες που ακούγονται στα τηλεοπτικά πάνελς γίνονται στη συνέχεια αντικείμενο κουβέντας στη δουλειά, στο σπίτι, στη λαϊκή με αποτέλεσμα να συνθέτουν μια «κοινή γνώμη» που παπαγαλίζει την βλακεία του Καργάκου, του Παπαδάκη, του Αυτιά, του τάδε ως έγκυρη άποψη και με κάνει να αναρωτιέμαι αν υπάρχει άλλος λαός που να σπαταλά τόσο πολύ λόγο, τόσο αντιπαραγωγικά, τόσο εσφαλμένα, ασύντακτα, αποσπασματικά, προκατασκευασμένα και άστοχα.

Και ας πούμε ότι θα μπορούσα να συμφωνήσω με τον Παπαδάκη, με το «δεν φταίει ο μέσος Έλληνας», αν δεν είχε προηγηθεί στην εκπομπή του όλη η υστερία εναντίον των Γερμανών και αν προσέθετε στην φράση του μια λέξη ακόμα, την λέξη «αποκλειστικά». Η αλήθεια είναι ότι δεν ευθύνεται ο μέσος Έλληνας αποκλειστικά, ευθύνονται όλοι οι Έλληνες, οι μέσοι, μικρομεσαίοι, μεγαλομεσαίοι και βεβαίως οι μεγαλομεγάλοι. Φταίει βεβαίως και η Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία προχώρησε σε νομισματική ένωση χωρίς πιο πριν να έχει σχεδιάσει μια κοινή οικονομική πολιτική (και ναι γι’ αυτό φταίνε οι Γερμανοί!). Φταίνε οι κερδοσκόποι, το σύστημα, όλα φταίνε. Εκτός όμως από τους μεγαλομεγάλους, το αδηφάγο καπιταλιστικό σύστημα και την ΕΕ φταίνε και οι «μέσοι» Έλληνες, η ευθύνη κάποιων μεγαλύτερων κέντρων δεν αφαιρεί αυτόματα την ατομική ευθύνη, ίσως το κάνει υπό προϋποθέσεις αλλά όχι πάντα και όχι σε αυτή την περίπτωση.

Προσοχή! Δεν λέω ότι οι «μέσοι» Έλληνες είναι αυτοί που έφεραν την χώρα στην κρίση. Λέω κάτι άλλο, λέω ότι το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή η Ελλάδα κατηγορείται ως μη αξιόπιστη δεν είναι ως γεγονός εντελώς αποκομμένο από το τι είναι ο «μέσος» Έλληνας και ποιες είναι οι αξίες του, τα όνειρα, οι διεκδικήσεις και οι προτεραιότητες του και πως διαμορφώθηκε η κουλτούρα του γενικότερα (όχι μόνο η καταναλωτική) μέσα από συγκεκριμένες σχετικά πρόσφατες ιστορικές συγκυρίες.

Άλλωστε, η οικονομική κρίση είναι απλά ένα μικρότερο πρόβλημα, ένα υποσύνολο μιας ευρύτερης κρίσης, όχι μόνο οικονομικής αλλά και αξιακής και όχι αποκλειστικά ελληνικής αλλά παγκόσμιας. Είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι ο καπιταλισμός έχει φτάσει στο σημείο της ύβρεως, όπως είπε η Ségolène Royal. Η κρίση δεν είναι μια παρενέργεια του συστήματος από λάθος χειρισμούς και από κερδοσκοπικά παιχνίδια κάποιων «κακών» όπως προσπαθούν να μας πείσουν κάποιοι, αλλά ένα πρόβλημα ενδοσυστημικό, εγγενές στον καπιταλισμό και στις δομές του (όπως θα έλεγε ο Zizek), όχι μόνο στον τρόπο που λειτουργεί ως οικονομικό σύστημα, αλλά κυρίως στον τρόπο που διαμορφώνει την κοινωνία, τους ανθρώπους, τις αξίες τους. Κι αυτό είναι το χειρότερο και το πιο τρομακτικό!

Σε αυτό το πλαίσιο θα μπορούσα να ασκήσω πάρα πολύ έντονη και σκληρή κριτική στους Γερμανούς ή τους Ολλανδούς (τους οποίους γνωρίζω πολύ καλά) και τους βόρειους γενικότερα για την υπερβολική τους πίστη στο σύστημα, στα μοντέλα, στον σχεδιασμό, τον προγραμματισμό με τρόπο προκατασκευασμένο, παθητικά πειθαρχημένο, αποστειρωμένο και σκληρό. Μπορώ να γράψω σελίδες αναφερόμενος στο segmentation, το fragmentation, το classification και τα προβλήματα της συστημικής σκέψης τους, κατάλοιπο ενός δομικού λειτουργισμού, μονοσήμαντου, δυαδικού, γραμμικού, ντετερμινιστικού, συχνά οριακά φασιστικού! Όμως όσο με ενοχλεί ο Γερμανός και η κουλτούρα του άλλο τόσο με ενοχλεί ο Έλληνας, ίσως και περισσότερο γιατί είμαι υποχρεωμένος να τον υποστώ και να ζήσω μέσα στην ελληνική κουλτούρα.

Σε κάθε περίπτωση, λοιπόν, παρόλο που υπάρχουν πολλά ελαφρυντικά για την κατάντια της Ελλάδας, παρόλο που φταίει περισσότερο ένα παγκόσμιο σύστημα και λιγότερο ο «μέσος» οποιοσδήποτε και παρόλο που δεν αγαπώ τους Γερμανούς περισσότερο από τους Έλληνες, υπάρχουν τραγικά λάθη που επιβάρυναν και επιβαρύνουν την κατάσταση και αυτά είναι λάθη των Ελλήνων, όχι κάποιων άλλων.

Η αλήθεια είναι ότι δεν έχουν εντελώς άδικο οι Γερμανοί όταν λένε ότι οι Έλληνες είναι ανεύθυνοι, παρόλο που το λένε για τους λάθος λόγους και στοχεύοντας σε λάθος σημεία. Δεν είναι μόνο τα ψευδή οικονομικά στοιχεία που έδωσε ο Καραμανλής στην Ένωση καθιστώντας αφερέγγυο το ήδη στοχοποιημένο ελληνικό κράτος (εμείς το ξέραμε, μετά το έμαθαν και οι Ευρωπαίοι), είναι αυτό που κάνουν ακόμα και τώρα σχεδόν όλοι, αυτό που έκανε κι ο Παπαδάκης. Ο Έλληνας αναμασώντας το cliché «δεν φταίει ο μέσος Έλληνας» πετάει την ευθύνη από πάνω του και για να απενοχοποιήσει πλήρως τον εαυτό του, εφευρίσκει ανύπαρκτους λόγους (ή διογκώνει ήδη υπάρχοντες αλλά ασήμαντους) έτσι ώστε για όλα να του φταίει κάποιος άλλος, η πεθερά του, ο γείτονας, ο Αλβανός, ο Τούρκος, τώρα ο Γερμανός, πιο συχνά από όλα όμως η κακή του μοίρα (το κισμέτ!)… Η ευκολία με την οποία ο Έλληνας σβήνει την ατομική ευθύνη και συχνά μερικώς και τη συλλογική είναι αυτή που έκανε και εξακολουθεί να κάνει την κακή κατάσταση χειρότερη.

Εδώ και χρόνια ο «μέσος» Έλληνας δεν είναι αυτός που νομίζουμε, δεν είναι ο φιλότιμος σκληρά εργαζόμενος, φιλόξενος, καθαρός και ντόμπρος λαϊκός άνθρωπος! Αυτή είναι μια ρομαντική εικόνα που έφτιαξαν οι Ελληνικές ταινίες, και ίσως να ίσχυε σε κάποιο βαθμό κάποτε σε μια εποχή που η χώρα ήταν πιο φτωχή, αλλά δεν ισχύει πια. Ο Έλληνας από τότε που η Ελλάδα έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απέκτησε μια νέα ταυτότητα τυχοδιωκτική με απόλυτο στόχο το εύκολο και γρήγορο κέρδος, με κάθε μέσο, κοντόφθαλμα και κουτοπόνηρα. Κάποιοι λίγοι πλούτησαν, οι πολλοί όμως που δεν πλούτησαν ανέπτυξαν το ένστικτο του βολέματος και του παροδικού, «να φάμε ότι μπορούμε τώρα, όσο πιο πολύ τόσο το καλύτερο, για αύριο βλέπουμε». Ο νεοπλουτισμός κατέφθασε, η ποιότητα υποχώρησε σε βάρος της ποσότητας, της αγωνιώδους κατανάλωσης και της άκρατης επίδειξης της για την κατάκτηση ενός κοινωνικού status. Δεν είσαι πια σημαντικός επειδή παράγεις αλλά επειδή καταναλώνεις και το επιδεικνύεις. Ο Έλληνας αυτό σήμερα το πιστεύει και το υπηρετεί, ακόμα κι αν δεν το παραδέχεται!

Για τον λόγο αυτό δεν έχει εντελώς δίκιο ο Έλληνας όταν φορτώνει την ευθύνη αποκλειστικά στα κόμματα, τους πολιτικούς και την πολιτική. Είναι γεγονός ότι αυτοί φταίνε περισσότερο αλλά είναι επίσης γεγονός ότι δεν είναι ξένοι αυτοί που συγκροτούν την πολιτική σκηνή της χώρας. Είναι Έλληνες αυτοί που κυβερνούν εκλεγμένοι από άλλους Έλληνες… Έλληνες είναι και όσοι τους περιβάλλουν, τα άπειρα κομματόσκυλα (από όποιο χώρο κι αν προέρχονται), οι εργατοπατέρες, οι αγροτοπατέρες, δεν είναι από άλλο πλανήτη, Έλληνες είναι. Έλληνες είναι και αυτοί που βρίζουν το δημόσιο στο οποίο όμως οι ίδιοι θέλουν να βάλουν το παιδί τους από την πίσω πόρτα με την βοήθεια του κόμματος που πιο πριν έβριζαν… Έλληνες είναι και αυτοί που έτρωγαν για χρόνια τα χρήματα των Ευρωπαϊκών επιδοτήσεων (αγροτικών , εκπαιδευτικών, επιχειρηματικών), και όσα έφτασαν στους δικαιούχους φαγώνονταν κι αυτά χωρίς ουσιαστική ανάπτυξη, χωρίς ουσιαστικό έργο. Τα άρπαζαν κι αυτοί ευκαιριακά (πολλοί και όχι λίγοι) και τα ξόδευαν αλόγιστα χωρίς να επενδύουν για να βελτιώσουν το μαγαζί τους, την παραγωγή τους, την έρευνα τους ώστε να μείνει κάτι στη χώρα για το μέλλον. Αντίθετα, πολλοί τα έτρωγαν σε αυτοκίνητα, φρουτάκια και πουτάνες. Θέλω να πω ότι τελικά είναι η ίδια λογική που επικρατεί από τα ψηλά μέχρι τα χαμηλά, η ίδια ευκαιριακή νοοτροπία, ο ίδιος οπορτουνισμός.

Φταίνε γι’ αυτά οι Γερμανοί; Η αλήθεια είναι πως όχι μόνο δεν φταίνε αλλά αυτά τα πλήρωναν Γερμανοί! Όμως είπαμε, στη συνείδηση του Έλληνα όλα ορίζονται από τρίτους και από τα αόρατα νήματα μιας ήδη γραμμένης μοίρας , ο ίδιος δεν φέρει ευθύνη, κι έτσι καταλήγει να ασχολείται με το εξώφυλλο, την επιφάνεια, το επουσιώδες, το σήμερα, το τώρα και για αύριο «έχει ο Θεός»… Να όμως που δεν έχει άλλο! Το καράβι βουλιάζει και παίρνει στον πάτο και αθώους… Τα αίτια της κρίσης θα τα βρείτε εδώ, τα λέει πολύ καλύτερα από όσο θα μπορούσα εγώ. Δεν είμαι ειδικός στα οικονομικά και αυτό που με απασχολεί άλλωστε δεν είναι τόσο η ύφεση όσο οι Έλληνες, η νοοτροπία τους, το πώς αλλοιώθηκαν, το τι μπορούσε να γίνει και δεν έγινε, το τι ευκαιρίες χάθηκαν, το τι μπορεί να γίνει στο μέλλον…

Αν υπάρχει λύση για το μέλλον τότε αυτή δεν θα έρθει από την Ελλάδα ως κράτος, ως διοικητική δομή αλλά από τον Έλληνα ως πολίτη, ως άνθρωπο. Ανεξάρτητα από το αν αυτή η λύση θα έρθει μέσα ή έξω από το παρόν κοινωνικο-οικονομικό σύστημα, είναι ευκαιρία για σκληρή αυτοκριτική, όχι για να επωμιστεί ο «μέσος» Έλληνας την ευθύνη της κρίσης, ούτε για να δικαιωθεί ως μη υπεύθυνος γι’ αυτή. Είναι απαραίτητη η αυτοκριτική για να καταλάβει τα λάθη του, να αποκτήσει νέα ταυτότητα και αυτογνωσία, να αποκτήσει αξίες που έχει χάσει. Μόνο έτσι θα βγει πραγματικά και ουσιαστικά από την κρίση η οποία επαναλαμβάνω ότι για εμένα δεν είναι αποκλειστικά οικονομική αλλά πολιτισμική και αξιακή… Το οικονομικό είναι το αποτέλεσμα, όμως ο πραγματικός πλούτος ενός κράτους δεν είναι οικονομικός. Πλούτος είναι ο πολιτισμός, η ιστορία, η κουλτούρα, οι άνθρωποι, οι γνώσεις τους, οι ικανότητες τους, οι αξίες τους, η υπευθυνότητα τους… Αυτά οφείλαμε να τα έχουμε διαφυλάξει και δεν το πράξαμε. Γιατί αν υπάρχει κάτι που πρέπει να μας θίγει δεν είναι οι Γερμανοί του Focus ή του Bild, αλλά ότι καταντήσαμε στο σημείο να υπάρχουν σε αυτόν τον τόπο άτομα (μπάτσοι) τόσο ανιστόρητα, ώστε να ρίχνουν δακρυγόνα σε αυτούς που πολέμησαν τους Ναζί, που κατέβασαν τη σημαία τους. Κατάντια είναι τα χημικά στο Μανώλη Γλέζο, όχι το έλλειμμα, ούτε το Focus!…

Καλό κουράγιο…

h1

Κούγιας mix, μια απάντηση στα «περί ποιοτικών χαρακτηριστικών»!

27/01/2010

Ο Αλέξης Κούγιας στην δίκη για τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου ζήτησε να προβάλει βίντεο από επεισόδια που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια αγώνα πόλο ή βόλεϋ (ελάχιστη σημασία έχει) υπονοώντας ότι το θύμα συμμετείχε στα συγκεκριμένα επεισόδια ή σε τέτοιου είδους επεισόδια. Ο κύριος Κούγιας μάλιστα είπε απευθυνόμενος στον πρόεδρο του δικαστηρίου: «τα 16χρονα αυτά δεν είναι σαν τα δικά σας και τα δικά μας, πρέπει να δούμε τα ποιοτικά χαρακτηριστικά» (περισσότερα εδώ).

Μάλιστα… Η αλήθεια είναι ότι πράγματι, σε γενικές γραμμές τα ποιοτικά χαρακτηριστικά είναι ουσιαστικά, ή τουλάχιστον έτσι θα έπρεπε να είναι, αλλά:

α) Σε καμία περίπτωση η παρουσία ενός ανθρώπου στο γήπεδο, στα Εξάρχεια ή σε οποιοδήποτε χώρο δεν είναι δεικτική των ποιοτικών χαρακτηριστικών του, εκτός εάν το βίντεο δείχνει τον ίδιο τον Γρηγορόπουλο να συμμετέχει στα επεισόδια, πράγμα αμφίβολο.
β) Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά ενός ανθρώπου δεν είναι δυνατόν να ποινικοποιούνται αν δεν υπάρχουν αποδείξεις αξιόποινων πράξεων.
γ) Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά ενός ανθρώπου δεν δικαιολογούν σε καμία περίπτωση την οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη γίνεται σε βάρος του (πόσο μάλλον τη δολοφονία του).
δ) Ακόμα κι αν τα «ποιοτικά χαρακτηριστικά» υπάρχουν και λειτουργούν διαφοροποιητικά, αυτό σε καμία περίπτωση δεν χωρίζει τα παιδιά σε δικά μας και δικά σας, τουλάχιστον όχι σε μια δίκαιη κοινωνία (δεν θέλω να πω «δημοκρατική» γιατί είναι μια εκφυλισμένη λέξη, όχι έννοια).
ε) Όταν ο μπάτσος πυροβόλησε δεν το έκανε εξαιτίας των ποιοτικών χαρακτηριστικών του 16χρονου αλλά εξαιτίας των δικών του μη ποιοτικών χαρακτηριστικών!

Άλλωστε, αν μπαίναμε στην διαδικασία κάθε φορά που δεν συμφωνούμε με κάποιον, ή με τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του, να τον καθαρίζουμε είναι περίπου βέβαιο ότι ο Αλέξης Κούγιας θα είχε πυροβοληθεί από πολλούς ανθρώπους… ειδικά αν αυτοί οι άνθρωποι επέλεγαν να αξιολογήσουν τα «ποιοτικά χαρακτηριστικά» του κυρίου Κούγια με τον ίδιο τρόπο που ο ίδιος επιχειρεί να αξιολογήσει και να παρουσιάσει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του 16χρονου δολοφονημένου παιδιού…

Επειδή λοιπόν όλα τα επιχειρήματα είναι αντιστρέψιμα και επειδή με μια απλή αναζήτηση στο internet κανείς βρίσκει διαμάντια, ιδού τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του κυρίου Κούγια μέσα στους χώρους στους οποίους συχνά κινείται…

Με Αστέρα Τρίπολης:

Στις Σέρρες:

Με Κέρκυρα:

Με Οργανωμένους:

Εδώ επισημαίνω για τους μη σχετικούς με το διαδίκτυο ότι τα παραπάνω βίντεο δεν είναι δικά μου, ούτε τα ανέβασα εγώ. Πρόκειται για βίντεο τα οποία βρήκα με μια απλή αναζήτηση στο YouTube και εγώ απλά δίνω link σε αυτό. Αν θέλει ο κύριος Κούγιας ας κάνει μήνυση στο εν λόγω site. Εκτός από τα παραπάνω, βίντεο δεικτικά των «ποιοτικών χαρακτηριστικών» του κυρίου Κούγια υπάρχουν κι άλλα, αν τα αναζητήσετε θα τα βρείτε και μπορείτε να βγάλετε τα δικά σας συμπεράσματα για το τι παιδί είναι αυτός που ηθικολογώντας χωρίζει τα παιδιά σε «δικά μας» και «άλλα». Άλλωστε ο ίδιος δεν έχει κάνει τίποτα για να προστατευθεί από τον αυτο-εξευτελισμό του. Μάλιστα, επειδή είμαι και ευαίσθητος σε θέματα που αφορούν οικογένειες, αντίθετα με πολλά τηλεοπτικά κανάλια που παρουσίασαν εκτενώς το θέμα του ξυλοδαρμού του από την πρώην σύζυγο του, είναι επιλογή μου να μην κάνω το ίδιο αν και το youtube είναι γεμάτο από βίντεο και συνεντεύξεις εκείνων των ημερών. Όμως, είναι προφανές ότι εδώ δεν με αφορά να κρίνω την προσωπική του ζωή, παρά μόνο και καθαρά την συμπεριφορά του σε δημόσιους χώρους. Το ίδιο δηλαδή το οποίο επιχειρεί ο ίδιος να κρίνει για να «κατατάξει» κοινωνικά ένα νεκρό 16χρονο παιδί και να μας πείσει ότι δεν ήταν «σαν τα δικά μας παιδιά»… Αλήθεια κύριε Κούγια, βλέποντας τα παραπάνω εσείς σε ποια «παιδιά» θα κατατάσσατε τον εαυτό σας;…

Το πιο τραγικό όμως από όλα είναι ότι όλα αυτά τα λέει και τα κάνει για να υπερασπιστεί αυτόν που έκανε αυτό:

Αντίθετα με εσάς κύριε Κούγια, εμείς που είμαστε άνθρωποι, δεν θα θέλαμε ο αστυνομικός – πελάτης σας (δεν λέω δολοφόνος γιατί δεν έχει καταδικαστεί ακόμα) να δικαστεί για τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του, ούτε για τον χαρακτήρα του, ούτε για τις απόψεις του… Μόνο για τις πράξεις του!

h1

Επαφή από στάση Προσοχής – Σημείο 6ο

08/08/2009

Η απουσία δεν μπορεί παρά να ακολουθείται από απολογία, όμως τουλάχιστον στην περίπτωση μου είναι δικαιολογημένη (ελπίζω). Δεν φταίει ότι ξέμεινα από χρόνο, ούτε από ενέργεια και κυρίως δεν ξέμεινα από ιδέες. Απλά ο στρατιώτης στην έξοδο του ή την άδεια, όταν δεν κοιμάται, προσπαθεί να ξεχάσει ότι είναι στρατιώτης. Κάπως έτσι απέφευγα να γράφω για καιρό κι αυτό δεν ήταν μια συνειδητή απόφαση αλλά περισσότερο το αποτέλεσμα μιας υποσυνείδητης διαρκούς μετάθεσης της «υποχρέωσης» μου να γράψω.

Το κακό είναι ότι μάλλον φαίνεται σαν να ήμουν ανενεργός αυτόν τον καιρό και ίσως πραγματικά να αισθάνομαι κι εγώ έτσι. Από την άλλη όμως η απουσία δεν συνεπάγεται αποχή ούτε και άρνηση. Δεν κατέβασα το ακουστικό. Η παύση δεν είναι πάντα τελεία, μπορεί να είναι κόμμα.

, ξεκινώ με κόμμα λοιπόν, συνεχίζοντας από εκεί που είχα αφήσει το προηγούμενο post… «Το ζητούμενο καταλήγει να είναι όχι το αποτέλεσμα και η ουσία του αλλά το επόμενο βήμα, το μετά το αποτέλεσμα, το μετά το μέχρι… Το μετά τον στρατό…»

Το «μετά τον στρατό» δεν έχει έρθει ακόμα, όμως αυτόν τον καιρό που δεν έγραφα ήλθαν και παρήλθαν πολλά «μέχρι». Έτσι, μέσα από Σισύφειες κυκλικότητες, ανεβάζοντας και κατεβάζοντας σημαίες ο καιρός πέρασε και πλησιάζει ένα «μετά», αυτό που υπάρχει ως πρώτο συνθετικό στην λέξη «μετάθεση». Σύντομα θα φύγω από εδώ και το όνομα μου θα διαγραφεί όχι μόνο από του στρατιωτικούς καταλόγους αλλά κι από το μυαλό των περισσότερων ανθρώπων που παραμένουν εδώ, εντός κι εκτός στρατοπέδου. Πιθανότατα και το δικό μου μυαλό θα τους διαγράψει όπως έχει διαγράψει τους περισσότερους συνεπιβάτες που ταξίδεψαν πλάι μου στα λεωφορεία και τα τρένα που γέμιζαν και άδειαζαν τη ζωή μου όλα αυτά τα χρόνια.

Κι όμως είμαι βέβαιος ότι κάποιοι συνεπιβάτες με θυμούνται όπως τους θυμάμαι κι εγώ. Είναι αυτοί που χωριστήκαμε σε κάποιο σταθμο ή αεροδρόμιο, αφού κοντοσταθήκαμε με χαμόγελο, δίνοντας τα χέρια ικανοποιημένοι ο ένας από την ύπαρξη του άλλου κι αντί για «αντίο» είπαμε «καλή αντάμωση». Κάπως έτσι θα φύγω κι από εδώ σε 10 μέρες, αφού κοντοσταθώ και σφίξω τα χέρια κάποιων ανθρώπων που με γέμισαν με την ύπαρξη τους. Σε μια περίοδο που ένοιωθα ξένος από όλα με αγκάλιασαν και με βοήθησαν να κουβαλήσω το (πραγματικό ή φανταστικό) φορτίο μου, ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Κάποιους τους ήξερα από παλιά, άλλους τους γνώρισα εδώ, όλοι είναι δικοί μου άνθρωποι…

Ευχαριστώ για όλα την Άννα και τον Δημήτρη που είναι υπέροχοι άνθρωποι, τον Βαγγέλη και τον Γιάννη και τις οικογένειες τους που ήταν και παραμένουν πραγματικοί φίλοι μου, τον Νίκο και τον Παναγιώτη που κέρδισαν την εκτίμηση μου κι έγιναν φίλοι μου αυτόν το καιρό. Καλή αντάμωση λοιπόν!

(Επανέρχομαι σύντομα για να γράψω για όλα όσα με απασχολούν αυτόν τον καιρό και για τα οποία όταν μιλάω βάζω θαυμαστικό(ά)! Πάντα από στάση προσοχής…)

h1

Επαφή από στάση προσοχής – Σημείο 5ο

24/05/2009

(Περί στρατιωτικού χρόνου, συνέχεια από το προηγούμενο με αφορμή την κουβέρτα του ’55)

1.

Οι μέρες κυλούν ανεβάζοντας και κατεβάζοντας σημαίες. Κάθε μέρα μια έπαρση και μια υποστολή, συνοδευόμενες από το γνωστό ήχο τύπου ταραταζούμ που δεν είναι παρά η απόδειξη ότι ο στρατός έχει χιούμορ (φυσικά χωρίς να το θέλει) και φροντίζει να το υπενθυμίζει σε καθημερινή βάση. Έτσι, καθώς μέρα με τη μέρα η σημαία παλινδρομεί στον ιστό ο ευθύγραμμος χρόνος κινείται πλέον κυκλικά. Ίσως φταίει το ρολόι που ώρες ώρες μοιάζει να γυρνάει προς τα πίσω, ίσως οι σφραγίδες με την ημερομηνία που πρέπει να περιστρέφω καθημερινά για να σφραγίζω, σημειώνοντας ημερομηνίες αποστολής και παραλαβής πριν υπογράψω και αναλάβω την ευθύνη ενός τίποτα. Ο στρατιωτικός χρόνος (όπως και ο μοναστηριακός και ο εργοστασιακός) μοιάζει με μια αέναη επανάληψη, μια κυκλικότητα η περιστροφή της οποίας είτε σε εγκλωβίζει σαν δίνη στον στρατό και την ρουτίνα του σαν κεντρομόλος είτε σε πετάει έξω με περισσότερη δύναμη, σαν φυγόκεντρος που μοιραία αναπτύσσεται… Χρησιμοποιόντας την φυγόκεντρο έχω πετάξει γάντζο στον προσεχή Φλεβάρη (ημερομηνία απολύσεως), ψάχνω ημερομηνίες ενδιάμεσα και αφορμές για να πατήσω και να ανέβω, μια άδεια, μετάθεση μια έξοδο. Σπάω στο μυαλό μου (και όχι το μυαλό μου) την κυκλικότητα του χρόνου σε κομμάτια και φτιάχνω σκαλοπάτια. Άλλωστε εκτός από κυκλικότητα ο στρατός είναι αποσπασματικότητα και κατάτμηση, κατάτμηση αρμοδιοτήτων, χρόνου, συναισθημάτων, κινήσεων, χώρων… αν πω σκέψεων θα έχω ξεφύγει, στον στρατό δεν σκεφτόμαστε, εκτελούμε όσα σκέφτονται οι άλλοι για λογαριασμό μας…

2.

Μέσα σε αυτή την αποσπασματικότητα  δεν είναι καθόλου δύσκολο να χαθείς μέσα σε τεχνητές κατατμήσεις, σε θραύσματα της πραγματικότητας. Ο μικρόκοσμος της αρβύλας σου τη στιγμή που τη γυαλίζεις ή δένεις τα κορδόνια σου γίνεται μεγάκοσμος και συχνά συγκροτεί σαφή όρια. Έτσι, είναι στιγμές που υπάρχει μόνο η πράξη, η στιγμή. Τα κίνητρα που την ενεργοποιούν, οι αιτίες που την επιβάλουν, το τελικό αποτέλεσμα, δεν υπάρχουν, δεν συμμετέχουν. Υπάρχει μόνο ένα χέρι, ή ένα σώμα, που εκτελεί μια κίνηση σαν μηχανή που αποσπάται από το πρίν και το μετά. Καθώς δένω τα κορδόνια μου δεν σκέφτομαι τι θα κάνω αφού τα δέσω, αυτό θα το ξέρω μόνο μετά το τέλος της διαδικασίας, συχνά χωρίς να το σκεφτώ, προς στιγμήν υπάρχουν μόνο τα κορδόνια. Μόνο όταν τα δέσω θα πω με ανακούφιση «πάει κι αυτό» και αυτόματα θα ξεκινήσει κάτι άλλο. Η αρβύλα, το ξύρισμα, η αναφορά, το πρωινό, το μεσημέρι, η μέρα, η εβδομάδα είναι καταστάσεις – μεγέθη που συγκροτούν πολλαπλά αλληλοσυνδεόμενα «μέχρι»… Μέχρι την έξοδο, μέχρι την άδεια, μέχρι την απόλυση, ίσως απλά «μέχρι να κοιμηθώ» – (πόσο θέλω να κοιμηθώ!)

1 + 2 = 3.

Αυτό είναι ο στρατός, αλληλοσυνδεόμενες μικροκλίμακες, παρατιθέμενες χρονικά με τρόπο σειριακό που παραδόξως συγκροτεί κυκλικότητες (φαινομενικά). Ίσως καθόλου παραδόξως τώρα που το ξανασκέφτομαι, ίσως ακριβώς επειδή λειτουργεί σειριακά καταδικάζεται στην επανάληψη και καταλήγει να παράγει κυκλικότητες. Βεβαίως θα μπορούσε κανείς να το δει κι ανάποδα, ο στρατιωτικός χρόνος είναι προκατασκευασμένες κυκλικότητες που κανείς από ανάγκη διασπά σε χρονικές μικροκλίμακες που συνδέει σειριακά, διασπά τον χρόνο σε στιγμές για «να την παλέψει». Σε κάθε περίπτωση προφανώς η κυκλικότητα και η σειριακότητα υπηρετούν η μία την άλλη. Σε αυτό το σύμπαν της κατασκευασμένης επανάληψης που συγκροτείται από πολλαπλά διαδοχικά «μέχρι», η ενασχόληση με το ελάχιστο, η παραγωγή του ελαχίστου, η στείρα διεκπεραίωση δεν είναι παρενέργειες, είναι η φυσική συνέπεια. Το ζητούμενο καταλήγει να είναι όχι το αποτέλεσμα και η ουσία του αλλά το επόμενο βήμα, το μετά το αποτέλεσμα, το μετά το μέχρι… Το μετά τον στρατό…

(Μέχρι τότε παραμένω σε στάση προσοχής…)

h1

Επαφή από στάση προσοχής – Σημείο 4ο

15/05/2009

Από ανάγκη γράφω με μολύβι σε ένα μικρό σημειωματάριο ή σε χαρτάκια που βρίσκω από ‘δω κι από ‘κει κι αφού τα γράψω τα χώνω στις τσέπες μου. Μερικές φορές γράφω κρυφά, κατά τη διάρκεια υπηρεσίας, λίγες λέξεις-κλειδιά μόνο, συνθηματικά, για να συνεχίσω όταν θα μπορώ να γράψω πιο ελεύθερα, όταν οι σκέψεις και τα χέρια μου δεν θα είναι τόσο δεσμευμένα.  —> Παύση – Έφοδος στον θάλαμο όπου κάνω γερμανικό, εκτελώντας χρέη θαλαμοφύλακα – Καταμέτρηση όπλων – Όλα Καλώς – Συνέχεια —> Αυτή την αποδέσμευση την διεκδικώ στα καφέ όπου συχνά κάθομαι σκόπιμα μόνος, ακούγοντας πιο ιδιωτικά την σκέψη μου, συνεχίζοντας τα γραφόμενα μου, συνδέοντας τις λέξεις σε προτάσεις, τις προτάσεις σε παραγράφους, επιχειρώντας να ανασυντάξω τα νοήματα που σκέφτηκα και τα αισθήματα που ένοιωσα όταν μείωνα την σκέψη μου εγκλωβίζοντας την σε ένα συνθηματικό… Οι φαντάροι με παρατηρούν απορημένοι, οι ανώτεροι απλά με παρατηρούν (μου κάνουν παρατήρηση), τα γκαρσόνια μου πιάνουν κουβέντα, ίσως από ενδιαφέρον, ίσως για να διαγνώσουν αν είμαι ψυχοπαθής, ίσως για να το επιβεβαιώσουν…

«Χ. τι γράφεις εκεί;», «ημερολόγιο…» απάντησα ο αφελής στον ανώτερο μου, «Όχι σε ώρα εργασίας, σε παρακαλώ, στον ελεύθερο χρόνο σου, όχι εδώ μέσα»… Περίπου με μάλωσε. «Μα τι να κάνω, αφού κάθομαι»… δεν το είπα, αν το έλεγα θα ήταν «λάθος». Στον στρατό δεν λέμε κάθομαι, δεν καθόμαστε κι αν καθόμαστε δεν το λέμε, ούτε αυτός το λέει παρόλο που το κάνει. Ο λόγος που επιβάλει κάτι τέτοιο είναι ο ίδιος για τον οποίο τα στασίδια των εκκλησιών είναι ο πιο άβολος τύπος καθίσματος, η άποψη ότι η σωματική χαλάρωση επιφέρει και την πνευματική. Πρέπει να είμαστε σε διαρκή εγρήγορση και η προσοχή μας να είναι τεταμένη γι’ αυτό ακόμα κι αν δεν υπάρχει πραγματικός λόγος για να είμαστε σε κινητικότητα πρέπει να τον εφεύρουμε. Βεβαίως, στον στρατό το να μην υπάρχει λόγος για κινητικότητα είναι το σύνηθες, ο κανόνας και όχι η εξαίρεση. Έτσι, το σενάριο απλοποιείται άμεσα, αρκεί αυτοί να εφευρίσκουν δουλειές και προβλήματα και εμείς να εικονογραφούμε την λύση τους δικαιολογώντας το μισθό τους και την 12μηνη θητεία μας…

Έτσι δικαιολογούνται οι φωνές… «Τεντώστε τις κουβέρτες, φτιάξτε τα κρεβάτια», και καθώς το «γιατί» δεν υφίσταται ως ερώτημα, υποκαθίσταται από το «μα πόσο ακόμα να το τεντώσω; Από το τέντωμα το σεντόνι εκτείνεται από τον Έβρο ως την Κρήτη»… Κι όμως, το τέντωμα είναι αυτό που εικονογραφεί την ευταξία και την καθαριότητα. Στην πραγματικότητα βέβαια ο ελληνικός στρατός επιβεβαιώνει ότι μια κουβέρτα που δεν πλαίνεται και δεν αντικαθίσταται παρά μόνο σε καταστάσεις συναγερμού (δηλαδή επίσκεψη στον θάλαμο από αξιωματικό με βαθμό από ταξίαρχο και άνω) δύναται να επιβιώνει από το 1955 μέχρι σήμερα (γεγονός)!

(Κάπου εδώ τελείωσε η υπηρεσία μου και πήγα για ύπνο, ας μου συγχωρεθεί η απουσία…)

h1

Επαφή από στάση προσοχής – Σημείο 2ο

11/03/2009

«Ορκίζομαι»… Όλοι μαζί δυνατά «ΟΡΚΙ-ΖΟΜΑΙ…», «Να φυλάττω πίστιν εις την Πατρίδα»…

Καθώς τα παρατεταγμένα στόματα ανοιγοκλείνουν μηχανικά επαναλαμβάνοντας το προϊόν μιας υπαγόρευσης, μοιάζει η δύναμη και η σύνταξη των φωνών να αντικειμενικοποιεί τεχνητά την έννοια πατρίδα. Άλλωστε στον στρατιωτικό όρκο η λέξη πατρίδα γράφεται «Πατρίδα», με κεφαλαίο πι για να τονίζεται η μοναδικότητα της, σαν να ήταν μια απόλυτη αλήθεια, όπως συμβαίνει και με το κεφαλαίο θήτα στην λέξη Θεός.

Όμως αλήθεια, τι είναι μια πατρίδα; Είμαι απολύτως βέβαιος ότι αν κανείς ζητήσει τον ορισμό της λέξης «πατρίδα» από όλους αυτούς που ορκίζονται πίστη σε αυτή θα είναι περίπου αδύνατο να βρει έστω και δύο άτομα που να συμφωνούν για το τι είναι μια πατρίδα, πόσο μάλλον «Η Πατρίδα» με άρθρο οριστικό και όχι αόριστο και με πι κεφαλαίο. Αυτή η πολλαπλότητα και οι ποικιλία των εν δυνάμει ορισμών δεν έχει να κάνει με αδυναμία κατανόησης της λέξης πατρίδα αλλά πολύ απλά με την ίδια την υποκειμενική φύση της έννοιας πατρίδα, ως «καθαυτό».

Στον δικό του ορισμό της λέξης «πατρίδα» ο Ιωάννης Πολέμης λέει, «μην είναι οι κάμποι, μην είναι τ’ άσπαρτα ψηλά βουνά; (…)»

Ναι, πατρίδα για κάποιον μπορεί να είναι κι όλα αυτά όμως ο Πολέμης ενώ παράγει ποίηση μιλώντας για μια πατρίδα όπως την βλέπει ο ίδιος, κάνει ταυτόχρονα το λογικό ατόπημα να μιλάει εξ’ ονόματος όλων μας, διερωτόμενος «τι είναι η πατρίδα μας» αντί του «τι είναι η πατρίδα μου» ή του «τι είναι η πατρίδα για εμένα». Για να μην οδηγηθούμε σε παρεξηγήσεις, σεβόμενος την ελευθερία της τέχνης και την πρόθεση του καλλιτέχνη διευκρινίζω ότι τα παραπάνω δεν συνιστούν κριτική στον Πολέμη και το έργο του, αλλά μια αφορμή για να σκεφτούμε το πως οι άνθρωποι εννοούσαν και εννοούν την λέξη – έννοια πατρίδα. Αυτό που με ενδιαφέρει άλλωστε είναι το πως η λέξη «πατρίδα» και ο τρόπος χρήσης της ιστορικά παράγει μια επικρατούσα αντίληψη για το «είναι» της πατρίδας. Αναφερόμενος λοιπόν στον Πολέμη παίρνω την αφορμή για να μιλήσω για αυτό που εγώ εντοπίζω ως θεμελιώδη παρεξήγηση, το «μας» πίσω από την λέξη «πατρίδα».

Η έννοια Πατρίδα λοιπόν στην οποία ορκιζόμαστε πρώτα εμφανώς επιχειρεί να λειτουργήσει ως στοιχείο παραγωγής και διασφάλισης μιας τεχνητής και πολυεπίπεδης «συνοχής», μέσω της «πίστης» σε ένα κοινό ανώτερο στοιχείο – σημείο, αυτό δηλαδή που αφηρημένα νοείται ως πατρίδα, και το οποίο υποτίθεται ότι έχουμε όλοι ως κοινή αναφορά λόγω μιας κοινής καταγωγής. Σε λειτουργικό επίπεδο, αυτή η «πίστη» υποτίθεται ότι πρέπει να υπάρχει για να διασφαλίζει αυτό που ο όρκος λέει παρακάτω «υπακοή στο σύνταγμα, τους νόμους και τα ψηφίσματα του κράτους». Έτσι, η έννοια Παρτίδα γίνεται κάτι σαν τον Ντοστογιεφσκικό θεό ο οποίος είναι αναγκαίος για επιτελεί έναν καθαρά λειτουργικό ρόλο καθώς γίνεται προϋπόθεση για να υπάρχει τάξη σε μια κοινωνία. «Ακόμα κι αν δεν υπήρχε θεός θα έπρεπε να το εφεύρουμε» λέει ο Ντοστογιέφσκι… «Γιατί οι άνθρωποι θα έκαναν ότι ήθελαν» προσθέτω εγώ επεκτείνοντας την λογική του επιχειρήματός του.

Έναντι του Ντοστογιεφσκικού θεού ή αντίστοιχα της έννοιας Πατρίδα που φιλοδοξούν να λειτουργούν ως παραγωγοί κοινωνικής συγκρότησης και συνοχής, προσωπικά προτιμώ να δεχθώ την πιο φιλική προς τον άνθρωπο άποψη του Καστοριάδη σύμφωνα με τον οποίο οι κοινωνίες μπορούν να φτιάχνουν θεσμούς, κανόνες και νόμους και να τους τηρούν χωρίς να έχουν ανάγκη έναν ανώτερο μεταφυσικό ελεγκτή, μια ανώτερη ιδέα  – κατασκευαστή συνειδήσεων και ηθικολογιών, π.χ. Θεό (εδώ προσθέτω «Πατρίδα»). Αρκεί η συμμετοχή μας στην σύνταξη των πλαισίων των κανόνων και των νόμων μας έτσι ώστε να τους σεβόμαστε και για να πειστεί κανείς γι’αυτό αρκεί να ρίξει μια ματιά στην αρχαία Ελληνική Δημοκρατία, αυτό ονομάζεται «αυτονομία». Κοινώς, είναι δυνατόν να σεβόμαστε τους νόμους για τον πολύ απλό λόγο ότι τους φτιάξαμε οι ίδιοι, ως πολίτες, ως κοινωνοί δηλαδή πολιτείας, πολιτικής, πολιτισμού.

Όμως, σε ένα κράτος και σε ένα σύστημα που η παραγωγή των νόμων, η λειτουργία του κράτους, η κάθε είδους θέσμιση ουσιαστικά είναι αποτέλεσμα και ταυτόχρονα έχει ως προϊόν τον εξοστρακισμό του πολίτη από  αυτό που τον καθιστά πολίτη ουσιαστικά και όχι ονομαστικά, την συμμετοχή, είναι απαραίτητη η πίστη σε μια ανώτερη έννοια ώστε να συντηρηθεί το κράτος και το υπάρχον σύστημα. Η πίστη λοιπόν υπάρχει για να λειτουργεί ως υποκατάστατο της συμμετοχής και να μας καθιστά πολίτες τεχνητά, μέσω «ετερονομιών», μέσω κοινών εξωτερικών αναφορών (πραγματικών και κατασκευασμένων) που μας συνδέουν έμμεσα και όχι μέσω συνδιαμορφώσεων και μιας διαλεκτικής των υποκειμένων που θα μας συνέδεε άμεσα και ουσιαστικά ως συμμέτοχους και συμπαραγωγούς ενός προϊόντος – αγαθού που θα καρπωνόμασταν οι ίδιοι.

Επιπλέον, όλα όσα ζητούν την πίστη μας αποτελούν ταυτόχρονα τα συστατικά αλλά και τα προϊόντα της. Κράτος – πατρίδα – θρησκεία – ιστορία, δεν γίνονται διακριτά ούτε σαν έννοιες ούτε ως θεσμοί αλλά αντίθετα συμπλέκονται και διαπλέκονται μέσα σε αυτό το κατ’ εικόνα μεταμοντέρνο συνονθύλευμα που ονομάζεται Ελλάδα και το οποίο παραδόξως (καθόλου), στις δομές του μοιάζει να κουβαλάει όλες τις αρνητικές παρενέργειες των λογικών ενός ισοπεδωτικού κακώς νοούμενου μοντερνισμού. Έτσι, αυτό που ουσιαστικά είναι ένα είδος «τομής» ανάμεσα στα συνεχή πεδία πολλαπλών εννοιών (κράτος – πατρίδα – θρησκεία – ιστορία) παρουσιάζεται και λειτουργεί τεχνητά ως ταύτιση τους. Το κράτος ταυτίζεται τεχνητά με την πατρίδα, η πατρίδα το ίδιο τεχνητά με την θρησκεία και η θρησκεία με το κράτος και όλα αυτά να έχουν ως κοινή υποστηρικτική έννοια την ιστορία γιατί με αυτόν τον τρόπο αρκεί η πίστη σε ένα από αυτά για να συντηρήσει την ύπαρξη των άλλων. Καθόλου τυχαίο ότι μας ορκίζουν ενώπιον του θεού και μέσω ενός «εκπροσώπου» του ώστε να είμαστε πιστοί σε μια «Πατρίδα» και μέσω αυτού να διασφαλιστεί ότι θα υπακούμε «το σύνταγμα, τους νόμους και τα ψηφίσματα του κράτους». Οι εσωτερικές ασυνέπειες του παραπάνω εγχειρήματος είναι προφανείς.

Από την μια, η λογική ότι ορκίζεται κάποιος σε έναν τέλειο θεό ότι θα υπακούει τους ατελείς ανθρώπινους νόμους μιας τεχνητής ανθρώπινης κατασκευής, του κράτους, σαν ο Θεός να έχει εξουσιοδοτήσει με κάποιο τρόπο το κράτος να λειτουργεί ως αλάθητος εκπρόσωπος του είναι, αν όχι οξύμωρη, τότε σίγουρα λογικά άτοπη (ευχαριστώ τον Β.Ν. που μου το επεσήμανε) ακόμα και για τους πιστεύοντες στον Θεό. Από την άλλη, αυτή η διαδικασία που εμφανώς επιχειρεί να ανάγει τα προϊόντα – κατασκευάσματα της ανθρώπινης ευφυίας (και μαζί ανοησίας) και του νομικού πολιτισμού σε θέσφατα είναι ανειλικρινής. Ίσως θα αρκούσε η παρουσίαση του κράτους ως αυτό που είναι, ως ατελές ανθρώπινο κατασκεύασμα το οποίο είναι υπό διαρκή αναδιαμόρφωση και στο οποίο πρέπει να «πιστεύουμε» (θα προτιμούσα απλά να συμμετέχουμε) γιατί εμείς οι ίδιοι το χτίζουμε και το αναδιαμορφώνουμε. Βεβαίως, οι λόγοι που δεν συμβαίνει αυτό είναι δύο. Ο πρώτος είναι ότι προφανώς δεν έχουμε πρόσβαση στο κράτος και επί της ουσίας η συμμετοχή μας στο κτίσιμο και την αναδιαμόρφωσή του είναι υποβιβασμένη στο επίπεδο μιας ελάχιστης εικονογράφησης. Ο δεύτερος λόγος είναι μαζί αποτέλεσμα και αιτία του πρώτου και έγκειται στο ότι κάποιοι θεωρούν ότι ενώ τα ανθρώπινα κατασκευάσματα είναι ανοιχτά σε κριτική και αμφισβήτηση, τα θέσφατα λειτουργούν αξιωματικά, απαιτούν πίστη, όχι κρίση, αμφισβήτηση ή κριτική, αυτές νοούνται ως αρνητικές παρενέργειες και όχι ως υγιείς αντιδράσεις, εγγενείς σε κάθε είδους σύστημα.

Η πίστη συνεπώς σε μια Πατρίδα (και γενικότερα σε ένα πεδίο αφηρημένων εννοιών), είτε από λάθος, είτε ως κατάλοιπο άλλων εποχών, παραμένει να είναι ένα δομικό, λειτουργικό συστατικό του κράτους. Πως γεννάται λοιπόν μια πίστη; Με αυτό που ονομάζεται κοινωνική κατασκευή, με την τεχνητή αντικειμενικοποίηση συμβόλων, λέξεων, καταστάσεων και έχει ως στόχο την υποταγή του υποκειμενικού στοιχείου, συχνά ακόμα και την χρήση του με τρόπο που να ταυτίζει το άτομο με το αντικείμενο της πίστης του. Γι’ αυτό τον λόγο η λέξη «Πατρίδα» παραμένει να λειτουργεί ως ένα όνομα κενό, ένα empty token (κενό νόμισμα), και να επικοινωνείται ως ένα simulacrum (είδωλο) αποσπασμένο από ένα πραγματικό «είναι», ως ένα σημείο τόσο αόριστο, γενικό κι αφηρημένο ώστε ο καθένας να μπορεί να προβάλλει σε αυτό τον δικό του ορισμό της πατρίδας, να εντάξει μέσα σε αυτόν οτιδήποτε μπορεί να χωρέσει, οτιδήποτε πιστεύει ο ίδιος ότι είναι πατρίδα και τελικά να ορκιστεί πίστη σε αυτήν σαν να επρόκειτο για κάτι αντικειμενικά αναγνωρίσιμο, μάλιστα θεωρώντας εσφαλμένα ότι κι όλοι οι υπόλοιποι ορκίζονται πίστη στην ίδια πατρίδα με αυτόν ενώ επί της ουσίας ορκίζονται πίστη σε ένα κάτοπτρο που αντανακλά το υποκείμενο του καθένα χωριστά.

Ο Πολέμης παράγει κι αυτός ένα κάτοπτρο. Μιλά για κάποιους κάμπους, για κάποια βουνά που δεν έχει ονοματίσει επιτρέποντας στον καθένα να τα δει με τα δικά του μάτια. Κάποιος θεωρεί ότι βλέπει τα βουνά που θυμάται από παιδί, για κάποιον είναι ο Όλυμπος και για άλλον ο Ψηλορείτης, και έτσι γι’ αυτόν η πατρίδα φορτίζεται από την μνήμη του. Για κάποιον τρίτο τα βουνά και οι κάμποι του Πολέμη είναι απλά τα βουνά που θα ήθελε να έχει δει ή τα βουνά που φαντάστηκε και γι’ αυτόν πατρίδα γίνεται και το εν δυνάμει. Άλλοι βλέπουν τα βουνά μέσα από τα θέλω τους, κάποιοι θέλουν μόνο να τα βλέπουν, άλλοι να τα ανέβουν, άλλοι να τα ζωγραφίσουν κι άλλοι να τα κατακτήσουν. Για βουνά και κάμπους μιλά κι ο Γερμανός, ο Γάλλος, ο Ιταλός, ο Ισπανός κλπ μιλώντας ο καθένας για την δική του πατρίδα και τα δικά του αφηρημένα τοπία. Το ερώτημα τελικά είναι αν αυτό που βλέπει ο καθένας συνιστά πραγματικά την Πατρίδα μας με πι κεφαλαίο ή πολλές προσωπικές πατρίδες με μικρό πι, μέσα από πολλαπλές και ποικίλες αναγνώσεις του αφηρημένου όρου «Πατρίδα».

Προσωπικά λοιπόν, από το αφηρημένο και το απρόσωπο μιας «Πατρίδας» η οποία γράφεται με πι κεφαλαίο για να λειτουργεί ως πεδίο προβολής, προτιμώ το συγκεκριμένο και προσωπικό, τον δικό μου ορισμό ή και τον δικό σας αν μπορεί να με συγκινήσει. Η πατρίδα δεν είναι απλά μια φορτισμένη λέξη, είναι μια φορτισμένη λέξη για λόγους που είναι διαφορετικοί για τον κάθε άνθρωπο. Πατρίδα για τον καθένα είναι αυτό που ο ίδιος ορίζει μέσα από την τροχεία του στον χώρο και τον χρόνο, η οποία είναι συγκεκριμένη και αφηρημένη μαζί. Η πατρίδα γεννάται την στιγμή που οι κάμποι και τα ψηλά βουνά δεν είναι πια μια μάζα από εικόνες (όπως αυτές του Πολέμη) αλλά διακρίνονται ξεχωριστά, όχι μόνο αφηρημένα αλλά και συγκεκριμένα, και κανείς μπορεί να τα αναγνωρίσει και να ονοματίσει το καθένα, να πλάσει μύθους και ιστορίες, να έχει μνήμη από αυτά και κυρίως ελπίδα. Πατρίδα μπορεί να είναι και αυτό που θα ήθελες να έχεις, όχι αποκλειστικά αυτό που έχεις ή είχες. Η πατρίδα τελικά δεν είναι ούτε χώρος, ούτε τόπος, είναι κατάσταση.

Η δική μου πατρίδα γράφεται με μικρό πι και δεν ζητάει πίστη γιατί η ίδια με έφτιαξε ώστε να της είμαι πιστός. Πατρίδα μου είναι όλα όσα έζησα, οι άνθρωποι που με περιέβαλλαν, οι χώροι που με φιλοξένησαν και βιωματικά έγιναν τόποι, οι θέες που γέμισαν το βλέμμα μου, οι ήχοι, οι γεύσεις και οι μυρωδιές που ερέθισαν τις αισθήσεις μου, οι στιγμές που συντελούν στο πλήρωμα της μνήμης και της σκέψης μου, όλα όσα γεννούν τόπο φορτίζοντας τον χώρο. Πατρίδα μου είναι και το εν δυνάμει, αυτό που μέσα από το διαρκές γίνωμα ελπίζω για το μέλλον, αυτό που προσδοκώ και μαζί οι προσδοκίες που έχω απολέσει. Αυτά είναι η δική μου πατρίδα, όλα αυτά που με κάνουν να είμαι εγώ, η δική σου είναι μια άλλη πατρίδα, εξίσου μοναδική με την δική μου αλλά εντελώς διαφορετική και γι’ αυτό εσύ είσαι εσύ και όχι εγώ.

Ανοίγοντας το στόμα και φωνάζοντας νοιώθω την ένταση των φωνών να μας ενώνει όλους σε ένα σώμα, αισθανόμενος τις φωνές τον άλλων μαζί με τη δική μου να συντονίζονται κάπου ανάμεσα στο στήθος και τον λαιμό μου. Όμως τι άλλο μας ενώνει εκτός από τον συντονισμό των φωνών και την παράταξη των σωμάτων; Θα μπορούσε να μας ο ενώνει ο από κοινού σεβασμός όλων όσων μας χωρίζουν;

«Ατενώς»…

(Διακοπή και πάλι, συνεχίζεται… Θα χαρώ να απαντήσω σε όλες τις ερωτήσεις που θα διατυπωθούν στα σχόλια, ζητώ όμως την υπομονή και την κατανόηση σας καθώς η πρόσβαση μου στο διαδίκτυο από στάση προσοχής δεν είναι εύκολη)