Archive for the ‘Ιστορίες για αγρίους’ Category

h1

Μαμά, μπαμπά, με δείχνει η τηλεόραση!

31/03/2010

Στην τηλεόραση που θα με καλέσουν θα μιλήσω για την τελευταία μου φωτογράφιση και στην επόμενη φωτογράφιση θα βγω λίγο πιο προκλητικά για να με ξαναδείξει η τηλεόραση και την επόμενη φορά που θα πάω στην τηλεόραση θα δείξω και λίγο βυζί (λίγο μόνο) να γίνω πιο πόπιουλαρ μπας και βρεθεί κανένας πενηνταπεντάρης λεφτάς κι εργένης να με πάρει από τα αλώνια στα σαλόνια, να κάνουμε κι έναν γάμο (σε εκκλησία πάντα) με είκοσι χιλιάδες καλεσμένους και ζωντανή σύνδεση με το δελτίο των 9, να κάνουμε κι ένα παιδί να το φωτογραφίζουμε κι αυτό εδώ κι εκεί, χωρίς να το ρωτήσουμε… Μέχρι να μπει τρίτο πρόσωπο ανάμεσα μας, να τσακωθούμε και να αποφασίσουμε το διαζύγιο και να στείλουμε και δελτίο τύπου… πριν καταθέσουμε αίτηση διαζυγίου…

Μέσα σε αυτό το σύμπαν των τηλεοπτικά διαζευγμένων, ερωτευμένων, παντρεμένων και σε όλες τις περιπτώσεις τηλε-εκδιδομένων η Τζούλια θα μπορούσε να είναι η πιο αξιοπρεπής όλων αν δεν είχε πει αυτό το «εμού και του ιδίου» αναφερώμενη στην κάμερα που την κατέγραφε και ισχυριζόμενη αρχικά ότι δεν γνώριζε. Αντίθετα, από την αρχή θα έπρεπε να είχε πει σε όλους αυτούς τους αυτόκλητους σωτήρες της κάτι άλλο, «ναι ρε μαλάκες, έκανα τσόντα και το έκανα για τα λεφτά», κι αυτό είναι τουλάχιστον ειλικρινές και σίγουρα λιγότερο χυδαίο από την σχεδόν καθολική, συγκαλυμμένη χυδαιότητα που παρελαύνει στην TV πίσω από μια μάσκα σοβαροφάνειας, ηθικολογίας και καθωσπρεπισμού.

Ίσως σας φανεί σοκαριστικό, αλλά θεωρώ ότι το πορνό είναι πιο ειλικρινές και καθαρό σαν προϊόν από αυτό που πλασάρει η ιδιωτική τηλεόραση καθημερινά. Αυτό βέβαια με την προϋπόθεση ότι γίνεται με τη συγκατάθεση των συμμετεχόντων, συνήθως μιας ενήλικης κυρίας και ενός ενηλίκου κυρίου, ή ακόμα και σε πιο μπερδεμένους συνδυασμούς, κύριος με κύριο, κυρία με κυρία, κύριοι και κυρίες κλπ αλλά μεταξύ ενηλίκων πάντα. Εκτός από τος πιθανούς συνδυασμούς μεταξύ των παρτενέρ στην τσόντα τα πράγματα είναι συνήθως ξεκάθαρα, δεν σε μπερδεύει κάτι, πληρώνεις την τιμή που ορίζει ο παραγωγός και ξέρεις περίπου τι θα δεις και πως. Αν θες υπόθεση βρίσκεις μια ταινία με υπόθεση, αν όχι βρίσκεις μια χωρίς, πάντα όμως είναι χωρίς διαφημίσεις και διακοπές και κουραστικές αναβολές. Αν δεν σου αρέσουν τα προκαταρκτικά πας στο κυρίως πιάτο με fast forward και αν σε τρώει η περιέργεια με τον ίδιο τρόπο το πας στο τέλος, αν και μάλλον ξέρεις από την αρχή τι θα γίνει στο τέλος, εκτός αν είσαι πολύ μικρός ή πολύ αθώος και δεν ξέρεις ακόμα ότι τα μωρά ΔΕΝ τα φέρνει ο πελαργός! (sorry guys) Τέλος πάντων, αυτό που θέλω να πω είναι ότι, σε κάθε περίπτωση, στην τσόντα υπάρχει, αρχή, μέση και κυρίως τέλος (και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα).

Αντίθετα στο ελληνικό τηλεοπτικό σύμπαν δεν υπάρχει αρχή και κυρίως δεν υπάρχει τέλος. Επικρατούν τα συνεχή υπονοούμενα, τα ψευτο-κουτο-πόνηρα σχόλια, το cliché και κακόγουστο σεξουαλικό χιούμορ, τα αβυσσαλέα ντεκολτέ και οι κοντές φούστες, η περιφορά μιας ανικανοποίητης ή και επιτηδευμένης λαγνείας από δημοσιογράφους, παρουσιαστές, καλεσμένους, ηθοποιούς, τραγουδιστές, μοντέλα, στάρλετς της μιας νύχτας, παίκτες τηλεπαιχνιδιών κλπ κλπ. Για να επιστρέψω στην αναλογία με την τσόντα η ελληνική TV είναι σαν ερωτικό παιχνίδι που μένει στα προκαταρκτικά, τα οποία μοιάζουν να αφήνουν μια διαρκώς επεκτεινόμενη και ανακυκλούμενη υπόσχεση για σεξ, για ένα σεξ που διαρκώς αναβάλλεται και τελικά ποτέ δεν γίνεται, κι όταν πάει να ξεκινήσει κόβεται ή καλύτερα όταν κόβεται δίνει την εντύπωση ότι θα ξεκινούσε.

Μπορώ να βρω πάρα πολλά παραδείγματα, ξεκινώντας από τα προφανή και άμεσα που ακολουθούν είτε τα Μπερλουσκονικά τηλεοπτικά πρότυπα είτε αυτά των χωρών του πρώην ανατολικού μπλοκ.

Στην πρώτη περίπτωση η βασική Μπερλουσκονική ιδέα (την οποία μοιάζει να επιθυμεί να ακολουθήσει και στην πολιτική) είναι απλή και γι’ αυτό επιτυχής. Γεμίζουμε ένα πάνελ με ωραίες νέες γυναίκες, κατά προτίμηση ημίγυμνες, ή ακόμα καλύτερα ελαφρά ντυμένες. Η δουλειά τους είναι κυρίως να λικνίζονται, με τρόπο που υπόσχεται να αποκαλύψει, είτε από πρόθεση είτε από ατύχημα, περισσότερα από όσα ποτέ θα επιτρεπόταν πραγματικά στον θεατή να δει (και από όσα ποτέ θα δει). Συνεργός και συνάμα εμπόδιο στην θέαση ο χειριστής της κλειδαρότρυπας, ο καμεραμάν, ο οποίος με βιαστικά πλάνα θα δείξει κλεφτά και στιγμιαία τον ποπό ή το στήθος της χορεύτριας χωρίς όμως να επιμείνει σε αυτά τα σημεία, όλα είναι τόσο έντεχνα φτιαγμένα ώστε να κατανέμουν σωστά τις δόσεις τυχαιότητας και σκοπιμότητας του πλάνου, ώστε παίζοντας με τον τηλεθεατή να του γενούν διαρκώς και να μεταθέτουν την προσδοκία… Για ποιο πράγμα; ίσως για ένα στιγμιαίο βλέμμα στο εσώρουχο, για λίγο παραπάνω εκτεθειμένο στήθος από όσο συνήθως, για λίγο περισσότερο μπούτι και έτσι η προσδοκία διατηρείται, μετατίθεται, διογκώνεται μέχρι που στο τέλος… Στο τέλος «κυρίες και κύριοι ένα διάλλειμα για διαφημίσεις!». Στοιχεία από το παραπάνω μοντέλο τηλεόρασης μπορείτε να βρείτε σε πολλές πρωινές εκπομπές, σε κάποια μεσημεριανά προγράμματα, μερικώς στις ειδήσεις του Star και βεβαίως στον Θέμο Αναστασιάδη.

Στην δεύτερη περίπτωση, η λογική του πρώην ανατολικού μπλοκ είναι παρόμοια αλλά λίγο πιο ακραία, κι αυτό όχι γιατί το γυμνό ή το λάγνο είναι ακραίο από μόνο του, αλλά γιατί γίνεται ακραίο όταν αποτελεί αυτοσκοπό και καταλήγει να εισβάλλει παντού, ακόμα κι εκεί που δεν έχει θέση. Κάπως έτσι μια όμορφη κοπέλα καταλήγει να γδύνεται μπροστά σε χάρτες με θερμοκρασίες, ανέμους και βαρομετρικά, εκφωνώντας το δελτίο καιρού σαν sexy Μελανίτης. Βέβαια η ελληνική πρωτοτυπία θριαμβεύει και εδώ, γιατί ενώ η Ρωσίδα πρωτοπόρος «Πετρούλα» δεν δίστασε να γδυθεί εντελώς, η ελληνική εκδοχή της, έφτασε μέχρι τα εσώρουχα και για να μπορέσει να κρατήσει το ενδιαφέρον των τηλεθεατών αμείωτο χωρίς να χρειαστεί να βγάλει κι άλλα, επιστράτευσε ένα αφόρητα επιτηδευμένο νάζι, με την ελπίδα να καλύψει τη διαφορά στήθους… Στήθος το οποίο δεν θα είχε πρόβλημα να μας δείξει αν δεν υπήρχε το ραδιοτηλεοπτικό. Άλλωστε γι’ αυτό υπάρχουν και οι γυμνές φωτογραφίσεις σε περιοδικά, κάπως πρέπει να ζήσουν και αυτά…

Κι αν τα παραπάνω είναι τα άμεσα και προφανή, η ιστορία της τηλεοπτικής λαγνείας, της μετατιθέμενης σεξουαλικότητας, της πονηρής κλεφτής ματιάς που γεννά την επιθυμία της προσδοκίας και την προσδοκία της επιθυμίας, είναι μόνο η αρχή της από τηλεοράσεως διείσδυσης στο άβατο του άλλου.
Είναι εκπληκτικό και μαζί τρομακτικό το πώς ακόμα και η μαγειρική γίνεται αντικείμενο και αφορμή για την καλλιέργεια του φαντασιακού, για παιχνίδι με σεξουαλικά υπονοούμενα, κι ακόμα κι όταν το ερωτικό και λάγνο μοιάζει να απουσιάζει παντελώς αυτό που παραμένει ίδιο με αυτά που περιγράφονται παραπάνω είναι η έκθεση των κάθε είδους αποκρύφων με τρόπο αντικανονικό και χυδαίο σε βαθμό ενοχλητικό όταν συχνά όλο αυτό φέρει μια επίπλαστη μάσκα ηθικής, καλοσύνης και φιλανθρωπίας από την πλευρά των τηλεοπτικών παραγωγών.

Έτσι, αφού σου μαγειρέψουμε και οι έξι και διαλέξεις με ποιον θα πας ταξίδι, σου φτιάχνουμε το σπίτι, το εστιατόριο, το ξενοδοχείο, διακανονίζουμε τα χρέη σου και τελικά σου βρίσκουμε νύφη ή γαμπρό, κατά προτίμηση αγρότη, ή αν έχεις χωρίσει σε αφήνουμε να έρθεις σε εμάς να ξεφτιλίσεις τον πρώην σου στο πανελλήνιο που θα σε κοιτάζει αποσβολωμένο καθώς θα ξοδεύεις το Γουορχολικό δεκαπεντάλεπτο σου. Αυτό που θέλουμε γι’ αντάλλαγμα σε αυτά τα δεκαπέντε λεπτά δημοσιότητας είναι τα άπλυτα σου, τα απόκρυφα σου, τα απαγορευμένα σου, τελικά εσένα τον ίδιο να σε ταΐσουμε στο τηλεοπτικό κοινό που είναι έτοιμο να σε φάει, από μίσος ή από αγάπη (όπως στην ταινία «το άρωμα»).

Η προσδοκία του τηλεθεατή, δεν είναι το καλό ή το κακό, είναι η προσδοκία της κλειδαρότρυπας, η ηδονή από την κλεφτή ματιά από τον καναπέ του στο απαγορευμένο του άλλου, στο απαγορευμένο του σώματος του, στο απαγορευμένο του χώρου του, στο απαγορευμένο των συναισθημάτων του, στο απαγορευμένο του παρελθόντος του, του παρόντος του, των προσδοκιών του άλλου για τον μέλλον… Στο απαγορευμένο της ζωής του, το ιδιωτικό! Ακόμα κι αν μας φαίνεται ότι αυτό δεν έχει να του δώσει κάτι άμεσα, είναι βέβαιο ότι ο τηλεθεατής θα βρει κάτι να πάρει. Ενδεχομένως να ικανοποιήσει την δίψα του για ασφάλεια, ή να επιβεβαιώσει τις ανασφάλειες του, πιθανόν να αναζητήσει την θέση του ανάμεσα στους άλλους, να βρει κοινά και διαφορές με τους άλλους, σε κάθε περίπτωση είναι βέβαιο ότι θα βρει λόγο και τρόπο να ετεροπροσδιοριστεί, ταυτιζόμενος ή διαφοροποιούμενος με τους πρωταγωνιστές που βλέπει στον δέκτη του.
Σε αυτό που περιγράφεται πιο πάνω, η επαφή με το άλλο, με τον άλλο, δεν είναι άμεση, δεν είναι διαλεκτική, δεν είναι καν διαδραστική. Είναι μια κατανάλωση που γίνεται αποκλειστικά από την οθόνη, παθητικά, γραμμικά και κυρίως μοναχικά! Όπως συνήθως καταναλώνεται και το πορνό…
Κάπου εδώ τραβάω την γραμμή και αφήνω να σκεφτεί ο καθένας μόνος του τι είναι πιο ηθικό, πιο έντιμο, πιο ανθρώπινο ή ίσως λιγότερο απάνθρωπο.

Τη δική μου άποψη θα την πω επιστρέφοντας στα της τσόντας. Το πρόβλημα της ελληνικής τηλεόρασης με την Τζούλια δεν είναι ηθικό, δεν αφορά μια συνείδηση για ένα κοινό καλό ή για μια δημόσια αιδώ που εθίγη. Το πρόβλημα τους δεν έχει να κάνει με κάποιο είδος ενδιαφέροντος για το καλό της ίδιας της κοπέλας. Το πρόβλημα τους είναι ότι δεν μπορούν να είναι οι ίδιοι οι παραγωγοί της τσόντας, οι ίδιοι παράγουν μόνο προκαταρκτικά, κλειδαρότρυπα χωρίς εκτόνωση, αυτό τους ενδιαφέρει, αυτό ανεβάζει θεαματικότητες και πουλάει τηλεοπτικό χρόνο για διαφημίσεις. Άλλωστε μέχρι τόσο τους επιτρέπει το ΕΣΡ. Η Τζούλια, ένα από τα υποπροϊόντα αυτής της TV και ένα από τα κύρια θέματα της κλειδαρότρυπας τους τα χάλασε, άνοιξε τη πόρτα, ξέφυγε από τα διαρκή προκαταρκτικά της ελληνικής TV, από τα κλεφτά πλάνα που αναζητούσαν να δείξουν στιγμιαία το στρινγκ της και έκανε βρώμικο σεξ μπροστά σε όλους υπό το φως των προβολέων και με την παρουσία κάμερας.

Αυτόματα, αυτό σήμανε και τυπικά ένα τέλος, το τέλος της αθωότητας της ελληνικής ιδιωτικής τηλεόρασης, ή καλύτερα της αθωότητας την οποία επιχειρούσε να πλασάρει η ελληνική TV χωρίς όμως να είναι καθόλου αθώα. Η Τζούλια άλλωστε είναι παιδί (ίσως το παιδί, με οριστικό άρθρο) της ιδιωτικής τηλεόρασης καθώς εκεί βρέθηκε από μικρή, εκεί μεγάλωσε, εκεί ενηλικιώθηκε κι έγινε γνωστή, εκεί δημοσιευόταν η ζωή της, εκεί αρχικά απολογήθηκε λέγοντας ψέματα για το DVD και εκεί αργότερα παραδέχθηκε ότι πληρώθηκε… εκεί ποιος ξέρει τι άλλο; Δεν θυμίζει όλο αυτό την ταινία Truman Show; Η ζωή της κοπέλας αυτής ήταν τσόντα και reality show μαζί, πριν η ίδια γυρίσει το DVD η τηλεόραση την χρησιμοποιούσε, την εξύψωνε, την καταδίωκε, την κατέκρινε, τελικά έκανε τα πάντα για να την παραδώσει στο τηλεοπτικό κοινό ως εικόνα που πουλάει (προς βρώση, κατακραυγή, ερωτική τέρψη κλπ), αλλά δεν έκανε τίποτα για να την προστατεύσει ως άνθρωπο…

Βέβαια, για να αποφύγω παρεξηγήσεις, παρόλο που ενοχοποιώ την τηλεόραση και το σύστημα της showbiz, σε καμία περίπτωση δεν εννοώ ότι το DVD είναι το αυτόματο αποτέλεσμα αυτής της τηλεοπτικής χυδαίας υπερ-έκθεσης. Όμως συνέβαλε σε πολύ μεγάλο βαθμό, πλάθοντας γύρω από την κοπέλα ένα περιβάλλον που ευνοούσε μια αντίδραση Ηροστρατικού τύπου. «Αφού δεν με γουστάρετε όπως είμαι, γι’ αυτό που είμαι και δεν μπορείτε να με δεχθείτε και να με θυμάστε ως κάτι καλό θα σας κάνω να με θυμάστε με κάτι κακό»… Στόχος της ήταν αποκλειστικά η εντύπωση και τα μισάνοιχτα στόματα, ο λόγος που θα τα κρατούσε μισάνοιχτα ήταν αδιάφορος, αρκεί να μείνουν μισάνοιχτα… έτσι νόμιζε ότι έπρεπε γιατί έτσι την έμαθε η ίδια η TV…

Εγώ πάντως παραμένω αντιστάρ… Η δημοσιογράφος μπροστά από τον σταθμό του ηλεκτρικού, ευγενέστατη και με κλειστή την κάμερα με ρώτησε, «θα μας πείτε κάτι για την κρίση, για την ανεργία στους νέους;»… Κι εγώ της απάντησα «Δεν γίνεται… Δεν με αφήνει η μαμά μου!»… Μάλλον γιατί η απάντηση στο ερώτημα ήταν πιο hardcore από την τσόντα της Τζούλιας! (με πολλά μπιπ και X σε κόκκινο κύκλο)

h1

Επαφή από στάση προσοχής – Σημείο 3ο

25/03/2009

«Έναν διπλό ελληνικό, φέρ’τον στο γραφείο μου…»
«Μάλιστα…»

Νερό στο μπρίκι, αναπτήρας στο γκαζάκι, φλόγα, καφές και ζάχαρη, ανακάτεμα και καθαρό φλιτζάνι… Ξαφνικά ο γνώριμος τσιριχτός ήχος που θυμίζει γραμμόφωνο. Η υποστολή σημαίας με υποχρεώνει να σταθώ προσοχή καθώς το ανοιχτό παράθυρο με αφήνει εκτεθειμένο… Μεταβολή λοιπόν και προσοχή λίγο πριν ο καφές αρχίσει να φουσκώνει… «Φτου ρε πούστη μου, πάει ο καφές» σκέφτομαι παραμένοντας σε στάση προσοχής και έχοντας αλληθωρίσει καθώς κοιτώ με το δεξί μάτι τη σημαία και με το αριστερό το μπρίκι. Στιγμές αγωνίας, ενώ η σημαία κατεβαίνει, ταυτόχρονα ο ελληνικός αρχίζει να βγάζει τις πρώτες φουσκάλες οι οποίες μαρτυρούν ότι το παιχνίδι ανάμεσα στην υποστολή και τον καφέ θα είναι ένα ντέρμπι που θα κριθεί την τελευταία στιγμή. Για λίγο σκέφτομαι πόσες φορές έβρισα το γκαζάκι επειδή αργούσε να ζεστάνει το νερό, είναι πολύ αργά για να του ζητήσω συγγνώμη, μπορώ μόνο να ελπίζω ότι και αυτή τη φορά θα καθυστερήσει. Η σημαία έχει φτάσει λίγο κάτω από τη μέση του ιστού και ο καφές έχει αρχίσει να φουσκώνει, είναι πια προφανές ότι όλα θα εξαρτηθούν από την ταχύτητα με την οποία θα μετακινήσω το χέρι μου έτσι ώστε από στάση προσοχής να τραβήξω το μπρίκι από τη φλόγα… 3… 2… 1… Υποστολή τέλος! Με μια αστραπιαία κίνηση βγαλμένη από γουέστερν σηκώνω το δεξί μου χέρι σαν να τράβηξα το ρεβόλβερ μου για να γεμίσω τον αντίπαλο καουμπόη με μολύβι, αρπάζω το μπρίκι και κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή σώζω τον καφέ πετυχαίνοντας μάλιστα το ιδανικό καϊμάκι! Με την μεγαλειώδη αδιαφορία που χαρακτηρίζει τον κάθε μεγάλο νικητή γεμίζω το φλιτζάνι, το τοποθετώ στον δίσκο και απομακρύνομαι προς  το γραφείο σαν να απομακρύνομαι προς το ηλιοβασίλεμα…

«Είμαι ένας φτωχός και μόνος καουμπόη μακριά από το σπίτι…»

(Επιστρέφω σύντομα με την συνέχεια του προηγούμενου ποστ…)

h1

Επαφή από στάση προσοχής – Σημείο 1ο

25/02/2009

«Άνδρες, προσοχή…» υπόκωφο μπαπ, «Μεταβολή…» κι άλλο μπαπ.

Σηκώνω το κεφάλι και κοιτάζω τον ουρανό. Ένας μάλλον αστείος ήχος από τρομπέτα, που μοιάζει σαν από παλιό γραμμόφωνο που παίζει έναν χιλιοπαιγμένο δίσκο, συνοδεύει την υποστολή της σημαίας αναιρώντας την προτιθέμενη «ιερότητα» της στιγμής. Στάση προσοχής και το βλέμμα μου μένει καρφωμένο ψηλά. Μέσα στο σουρεαλιστικό της σκηνής για μια στιγμή καταφέρνω να απομονώσω τον ήχο της σκέψης μου, «τι ωραίο το σύννεφο, τι όμορφος ο ουρανός και τι ζωντανά χρώματα καθώς ο ήλιος πέφτει!… Κυρίως, πόσο όμορφη kitsch σκέψη!». Ξεχνώ για λίγο ότι τα πόδια μου με πονούν από τα άρβυλα, κοιτώ μόνο τον ουρανό υπερασπιζόμενος την αυτοαναφορικότητα μου… Όλα τα άλλα είναι έξω από εμένα.

Το να ονομάσεις το κοινό κοτόπουλο με ρύζι «chicken cury» και να δώσεις συγχαρητήρια στον σεφ του στρατοπέδου δεν αλλάζει ιδιαίτερα την ποιότητα του φαγητού ούτε την γεύση αν και για να είμαι ειλικρινής το φαγητό δεν είναι τόσο κακό. Το να προσποιείσαι ότι το δωδεκάπλευρο στέγαστρο έξω από το ΚΨΜ είναι ένα καρουζέλ δεν αυξάνει σε καμία περίπτωση την πιθανότητα αυτό να αρχίσει να περιστρέφεται φωτισμένο παίζοντας μουσική. Το να παίζεις μπάλα χωρίς μπάλα και να οδηγείς μηχανάκι χωρίς μηχανάκι δεν μετατρέπει το στρατόπεδο σε ποδοσφαιρικό γήπεδο με φιλάθλους που σε επευφημούν ούτε σου προσφέρει την αίσθηση της ταχύτητας ανεβάζοντας την αδρεναλίνη σου καθώς ο αέρας ανεμίζει τα λιγοστά μαλλιά σου. Το να έχεις προσέξει τι ώρα ανάβουν τα φώτα στο κάστρο και την επομένη να προσποιείσαι ότι τα ανάβεις εσύ τηλεπαθητικά δεν σε κάνει πραγματικό μάγο. Το να συναντιέσαι στο γεφυράκι και να σχεδιάζεις μια φανταστική «επανάσταση» δεν σε κάνει επαναστάτη και τελικά το να επιχειρήσεις να μετρήσεις όλες τις αποστάσεις στο στρατόπεδο με βήματα και να κάνεις έναν χάρτη για τυφλούς δεν έχει ιδιαίτερο νόημα. Άλλωστε δεν υπάρχουν τυφλοί φαντάροι και για κάποιον περίεργο λόγο αυτό δεν θεωρείται κοινωνικός ρατσισμός (αστειεύομαι).

Όλα τα παραπάνω δεν έχουν χρηστική αξία όμως αυτό δεν τα καθιστά μάταια. Είναι η επινόηση ενός παράδοξου φαντασιακού σύμπαντος, ενός παράλληλου κόσμου, μιας παραχάραξης της πραγματικότητας στην οποία καταφεύγεις για να παραμείνεις αυτοαναφορικός. Ο προσωπικός παραλογισμός είναι ο τρόπος για να αντέξεις τον παραλογισμό των άλλων και να μην καταλήξεις σε μια γωνία με σκυμμένο το κεφάλι και με ένα τσιγάρο στο χέρι να λες το κλισέ «δεν την παλεύω», έχοντας πέσει στην παγίδα του να αποδεχθείς πλήρως τον ρόλο που σου ανέθεσαν, του φαντάρου. «Έλα ρε σειρά», μου είπε ένα παλικάρι στον διάδρομο, «φίλε μου δεν είμαι σειρά, είμαι άνθρωπος»…

«Άντρες, μεταβολή», μπαπ…

(Με συγχωρείτε, διακοπή! Η συνέχεια σύντομα, πάντα από στάση προσοχής…)

h1

Λίγο πριν τον στρατό

05/02/2009

Ο Δ έβγαλε φλας, έστριψε αριστερά και επιτάχυνε περνώντας μπροστά από την στάση του λεωφορείου. Εδώ και πολλά χρόνια δεν περιμένω πια εκεί όμως το βλέμμα μου καρφώνεται σε αυτήν την στάση κάθε φορά που περνώ από μπροστά. Πέρασα εκεί πολλά πρωινά να περιμένω το λεωφορείο που δεν είχε αξιόπιστο ωράριο ή συχνότητα για να πάω σχολείο. Εκεί παρέα με το φίλο μου τον Μ ανταλλάζαμε σκέψεις καθισμένοι στο μεταλλικό κάθισμα της στάσης, ή καλύτερα μισοκαθισμένοι καθώς η σχολική τσάντα που κουβαλούσαμε δεν μας επέτρεπε να ακουμπήσουμε αναπαυτικά στην πλάτη του καθίσματος. Το πιο άβολο όμως ήταν ότι όντας καθισμένοι το διαφημιστικό σταντ της στάσης κάλυπτε την θέα από και προς τον δρόμο κι έτσι έπρεπε να σηκωνόμαστε και να βγαίνουμε έξω από αυτή για να δούμε αν έρχεται το λεωφορείο. Έτσι, δεν ήταν λίγες οι φορές που το λεωφορείο πέρασε χωρίς να σταματήσει γιατί ούτε το είδαμε να έρχεται ούτε κι ο οδηγός μας είδε που περιμέναμε. Επίσης δεν ήταν λίγες οι φορές που το λεωφορείο πέρασε αλλά δεν σταμάτησε γιατί ήταν γεμάτο ή γιατί πήγαινε με χίλια και μας είδε την τελευταία στιγμή. Κάποιες άλλες φορές απλά δεν πέρασε καθόλου… Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η λύση ήταν το τρέξιμο, δύο χιλιόμετρα με την γλώσσα έξω για να προλάβουμε την πρώτη ώρα και να μην φάμε απουσία…

Μεγαλώνοντας κατάλαβα ότι η ιστορία με το λεωφορείο δεν ήταν μια κατάσταση κακής οργάνωσης αλλά μια μικρογραφία της Ελλάδας. Ένα αναξιόπιστο σύστημα που σε αφήνει στην μοίρα σου, αδιαφορεί παρόλο που είσαι εκεί, συχνά περνάει από μπροστά σου αλλά δεν σου επιτρέπει την πρόσβαση, σε εγκαταλείπει χωρίς να φταις εσύ και μετά σου ζητάει και τα ρέστα και τελικά εσύ πρέπει να τρέξεις μόνος σου για να μη σε τιμωρήσει κι από πάνω για όλα αυτά που συμβαίνουν και για τα οποία δεν φταις. Βιώνοντας αυτόν τον υποτυπώδη αποκλεισμό αυτό που δεν είχα συνειδητοποιήσει είναι το πώς αυτός ο αποκλεισμός λειτουργεί τελικά ως εγκλεισμός. Είναι οξύμωρο αλλά είμαστε τελικά εγκλωβισμένοι μέσα σε αυτή την κατάσταση του αποκλεισμού, εγκλωβισμένοι έξω από το λεωφορείο, έξω από τη ζωή, έξω από την αξιοπρέπεια, έξω από την αλήθεια και συχνά έξω την πραγματικότητα.

Έχοντας μια αίσθηση του παραπάνω, πριν ακόμα το βίωμα το συγκροτήσω ως γνώση αλλά έχοντας το στο μυαλό μου ως αιτία, πριν από δύο και κάτι χρόνια τα μάζεψα κι έφυγα για σπουδές στην Ολλανδία χωρίς να ξέρω αν θα επιστρέψω. Άφησα πίσω ανθρώπους που αγαπούσα κι ακόμα αγαπώ, πληγώνοντας κάποιους από αυτούς και για να είμαι ειλικρινής το κουβαλάω μέσα μου ως βαρύ φορτίο γιατί κι εγώ πληγώθηκα φεύγοντας. Όμως συνήθως κατά την φυγή έχεις την ψευδαίσθηση ότι το τραύμα επουλώνεται και ότι η αλλαγή, το καινούριο, μπορεί να είναι το φάρμακο που θα φέρει την θεραπεία, όμως συχνά είναι μόνο το αναλγητικό που απλά καλύπτει τον πόνο του τραύματος χωρίς να το επουλώνει. Στην Ολλανδία οι σπουδές μου ήταν επιτυχείς, επιτυχέστατες, όμως για μια σειρά από λόγους συνδυασμένους με ατυχείς συγκυρίες, υποχρεώσεις και την οικονομική κρίση αποφάσισα να επιστρέψω ή αν προτιμάτε σε κάποιο βαθμό αναγκάστηκα και μαζί εξανάγκασα κι ο ίδιος τον εαυτό μου, μάλλον γιατί κατά βάθος δεν ήθελα να μείνω άλλο, δεν άντεχα να ζω ως «ξένος». Βασικό επιχείρημα της επιστροφής ήταν ότι η επιτυχία μπορεί ως έννοια να τέμνεται με την ευτυχία αλλά δεν συμπίπτει με αυτή. Έτσι, καθώς η ανάγκη μου για ευτυχία υπερέχει από αυτήν για επιτυχία διάλεξα το πρώτο. Κάπως έτσι πριν τρεις μήνες επέστρεψα στην Ελλάδα για να έρθω αντιμέτωπος με κάποια ζητήματα.

Το πρώτο είναι η διαπίστωση ότι για κάποια πράγματα άργησα, σαν να έχασα το λεωφορείο πάλι και να πρέπει να τρέξω για να προλάβω και να μην φάω κι άλλη απουσία, εκτός της διετούς. Πρέπει να ξαναγνωριστώ με κάποιους ανθρώπους και να ξανασυστηθώ σε κάποιους άλλους, πρέπει κυρίως να αποδεχθώ ότι τα πράγματα δεν παρέμειναν όπως τα άφησα και επιπλέον να αφομοιώσω, να κατανοήσω και να προσαρμοστώ σε όλα όσα άλλαξαν όσο έλειψα. Κι αν αυτό σε επίπεδο ανθρώπινων σχέσεων όσο κι αν είναι στενόχωρο παραμένει λογικό και λύνεται με τον καιρό, η πραγματικότητα που το επενδύει το πολλαπλασιάζει και το διογκώνει καθώς δεν επιτρέπει την ομαλή μετάβαση κι αυτό είναι το δεύτερο ζήτημα που καλούμαι να αντιμετωπίσω.

Έτσι λοιπόν η πατρίδα την επιστροφή μου αποφάσισε να την τιμήσει με ένα φύλλο κατάταξης στον στρατό που, αν και γραμμένο με μπλε στυλό, πάνω δεξιά γράφει με κόκκινο «ανυπότακτος». Ο λόγος της ανυποταξίας μου ήταν η ξαφνική αλλαγή των ορίων στράτευσης το καλοκαίρι του 2006 όταν μετά από προγραμματισμό περίπου ενός έτους έφυγα για Ολλανδία. Εγώ είχα προγραμματίσει, είχα γίνει δεκτός, είχα πληρώσει και εκείνοι απλά άλλαξαν τον νόμο την στιγμή που έφευγα. Με βάση τον παλιό νόμο είχα δικαίωμα αναβολής για δυο χρόνια με τον νέο μόνο έναν (που τελικά δεν μου δόθηκε ούτε αυτός γιατί το master μου ήταν διετές). Κοινώς, ενώ με τον παλιό νόμο είχα δικαίωμα να φύγω και να επιστρέψω χωρίς πρόβλημα με τον νέο με έβγαλαν ανυπότακτο μαζί με πολλούς άλλους, με τον ίδιο τρόπο που τα λεωφορεία περνούν όποτε θέλουν και σταματούν για να σε πάρουν όταν θέλουν αυτά, αν δεν μπεις τρως την απουσία, με κόκκινο στυλό πάντα… Ίσως σε ένα τέτοιο κράτος το «ανυπότακτος» να είναι τίτλος τιμής, έτσι επιβραβεύει η Ελλάδα τους νέους επιστήμονες, με στρατοδικείο. Και για να αποφύγω πιθανά σχόλια διευκρινίζω ότι παρουσιάστηκα οικειοθελώς στην στρατολογία. Παρόλα αυτά ποτέ δεν κατάλαβα τον λόγο για τον οποίο κάποιος, αυθαίρετα και χωρίς να ρωτήσει, αλλάζει έναν νόμο και επί της ουσίας διαλέγει για λογαριασμό μου το πότε θα κάνω κάτι και το πως θα προγραμματίσω τη ζωή μου.

Το πιο τραγελαφικό είναι ότι ακριβώς όπως σε όλες τις συναλλαγές με το δημόσιο, έτσι και στον στρατό, κατά την κατάταξη σου ζητούν ακτινογραφία θώρακος. Πιθανότατα είναι ένας τρόπος για να σε φέρουν αντιμέτωπο με τα νεύρα σου, την γραφειοκρατεία, το ΕΣΥ και όλο το χάος για το οποίο έχουν κάνει απίστευτο κόπο για να το στήσουν, γιατί πράγματι θέλει πολύ κόπο για να κάνεις κάτι να λειτουργεί τόσο άθλια…

Έφτασα πριν τις 8 γεγονός αξιοθαύμαστο σε σχέση με τις ώρες που είχα κοιμηθεί (ίσως τρεις), πληροφορίες πουθενά. Εκείνη την ώρα μια υπάλληλος του νοσοκομείου έβριζε μια κοπέλα η οποία είχε παρκάρει σε θέση που ήταν υποτίθεται για το προσωπικό του νοσοκομείου παρόλο που δεν το έγραφε πουθενά. «30 χρόνια δουλεύουμε εδώ κι έρχεστε εσείς και δεν έχουμε που να παρκάρουμε, θα έπρεπε να ντρέπεσαι». Αφού η κυρία μας δίδαξε ότι το δικαίωμα στο παρκάρισμα είναι ευθέως ανάλογο των χρόνων υπηρεσίας και ότι η παραβίαση αυτού του άγραφου νόμου συνιστά αιτία για να ντρέπεται κανείς, αποσύρθηκε πιθανότατα για να ασχοληθεί με αρρώστους δείχνοντας την μεγαλοψυχία της. Αφού περίμενα μισή ώρα για ένα χαρτί με το όνομα μου που το έγραψα ο ίδιος και μια σφραγίδα, με έστειλαν στην γραμματεία του ακτινολογικού όπου δεν υπήρχε κανείς. Περίμενα παρέα με τον πατέρα μου και κάτι γερόντια και καθώς ο κόσμος πολλαπλασιαζόταν δραματικά, περίπου μισή ώρα μετά άρχισα να βρίζω ευγενικά μαζί με τον πατέρα μου. Η περίπλοκη και εξειδικευμένη δουλειά της γραμματέως, δηλαδή το να κρατάει ραντεβού, να ενημερώνει βιβλία κίνησης και να βαράει σφραγίδες, προφανώς δεν επέτρεπε την άμεση εύρεση αντικαταστάτη οπότε το πράγμα καθυστερούσε κι άλλο και εμείς μαζί με κάποιους άλλους συνεχίζαμε να βρίζουμε. «Ησυχάστε κύριε, έχετε δίκιο» μου είπε ένας υπάλληλος. «Δεν θέλω κύριε να έχω δίκιο, θέλω να έχω την ακτινογραφία μου και να πάω σπίτι μου» είπα. Μετά από λίγη ώρα ακόμα και αρκετό βρίσιμο με διάφορους τύπους που δούλευαν στο νοσοκομείο (και αφού κάποιοι Ελληνάρες όσο εμείς βρίζαμε για να τους φέρουμε γραμματέα κοίταξαν πως να μας φάνε την σειρά γιατί αυτό είναι το DNA του Έλληνα) εμφανίστηκε μια κυρία η οποία ήταν η αντικαταστάτρια. Όταν την ρωτήσαμε το όνομα του προϊσταμένου και της υπαλλήλου που απουσίαζε μας είπε ότι είναι «μόνο η αντικαταστάτρια» και ότι δεν θα τα ακούσει αυτή αλλιώς δεν θα μας εξυπηρετήσει. Μετά από σχετικό βρίσιμο και αφού άρχισε να δουλεύει το πράγμα ήρθε η σειρά μου και της είπα ότι θέλω μια ακτινογραφία θώρακος. «Θα σου κλείσω ραντεβού για αύριο» μου λέει. Εκείνη την ώρα κι έχοντας φάει όλη τη μαλακία του πράγματος στη μάπα έσκυψα προς το μέρος της κι άκουσα τον εαυτό μου να της λέει «είμαι εδώ και περιμένω από το πρωί, δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να φάω τη μέρα μου και να τελικά να έρθω αύριο για να φάω την ίδια ταλαιπωρία με σήμερα, μια ακτινογραφία θώρακος θέλω, όχι εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς». Με κοίταξε και μου ανακοίνωσε, «δεν μπορώ να κάνω κάτι…». Εκείνη τη στιγμή τσαλάκωσα το χαρτί που κρατούσα και πήγα να φύγω βρίζοντας αλλά ο πατέρας μου που ήταν λίγο πιο πέρα με πρόλαβε και άρχισε να της τα χώνει φωνάζοντας, «θα με εξυπηρετήσεις τώρα αλλιώς θα σας κάνω μεγάλη πλάκα». Τότε η τύπισσα τρομαγμένη και με μια άγαρμπη ευγένεια μου είπε να μπω μόνος μου στους γιατρούς και να τους πω τι θέλω κι ότι θα με δεχθούν… Το έκανα και μια άλλη γκόμενα εκεί μου είπε ότι πρέπει πρώτα να μου ανοίξουν φάκελο στη γραμματεία, «Έλεος». Μετά από διαδοχικά πήγαινε έλα, δικά μου και του πατέρα μου μεταξύ γραμματείας, γιατρών και προϊσταμένης τελικά κατάφερα και μπήκα κι έβγαλα την ακτινογραφία σε μια διαδικασία που διήρκεσε 30 δευτερόλεπτα και για την οποία περίμενα βρίζοντας επί δύο και κάτι ώρες. Όταν βγήκα κάθισα δίπλα στον πατέρα μου που είχε ηρεμήσει λίγο, εγώ ακόμα μέσα στα νεύρα και την νύστα δεν είχα όρεξη να μιλήσω, μόνο σκεφτόμουν σκέψεις περίπλοκες με το δηλητηριασμένο μυαλό μου. Εκείνη την στιγμή πέρασε από μπροστά μας ένα παλικάρι, με σοβαρό πρόβλημα στο πόδι, με μια πατερίτσα και την υποβοήθηση μιας κυρίας που μάλλον ήταν η μητέρα του. «Αυτά είναι προβλήματα, όχι το σημερινό σκηνικό, να χαίρεσαι που δεν έχει συμβεί κάτι τέτοιο», είπε ο πατέρας μου διαβάζοντας την σκέψη μου, μόνο που την διάβασε μισή γιατί εγώ σκέφτηκα τι είχε τραβήξει αυτός ο άνθρωπος που προφανώς χρειαζόταν κάτι πιο σύνθετο από μια ακτινογραφία θώρακος, σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να είμαι στη θέση του εγώ ή άνθρωποι δικοί μου και να βιώνουμε την ταλαιπωρία του. Σκέφτηκα ότι έτσι είναι όλα στην Ελλάδα, σκέφτηκα πόση βλακεία είχα δει κι ακούσει σήμερα και πόσο πολύ αναξιοπρέπεια υπάρχει, μετά κατάλαβα ότι κι εγώ έγινα αναξιοπρεπής, με έκαναν να γίνω γιατί δεν αντιλαμβάνονται τα προφανή, γιατί δεν κάνουν τη δουλειά τους, γιατί σε γράφουν εκεί που δεν πιάνει μελάνι. Άνθρωποι που έχουν μηδενική παιδεία και που δεν έχουν τις στοιχειώδεις ευαισθησίες ορίζουν τη ζωή σου. Άνθρωποι που έχουν καταλάβει μια θεσούλα και λειτουργούν το σύστημα έχοντας ως εξέχοντα προσόντα το εξής ένα, ήταν παιδιά κομματικών στρατών. Πόσοι έχουν χάσει τη ζωή τους από αυτό το χάος που λέγεται ΕΣΥ; Πόσοι άλλοι έχουν χαραμίσει τη ζωή τους εξαιτίας αυτού του κράτους που δεν μπορεί να χωρίσει δυο γαϊδουριών άχυρα; Η αστυνομία είναι σαν το ΕΣΥ, το ΕΣΥ είναι σαν τον ΟΣΕ, ο ΟΣΕ είναι σαν την παιδεία, η παιδεία είναι σαν τον στρατό, όλα είναι σαν το λεωφορείο και τελικά πάντα εσύ τρως την απουσία, καμία φορά αν είσαι πιο άτυχος πεθαίνεις κιόλας… Ξανακοίταξα το παιδί που κούτσαινε, έβαλα το πρόσωπο μου μέσα στις παλάμες μου και από τα νεύρα, την νύστα και την απελπισία δάκρυσα…

Όταν επέστρεψα σπίτι άνοιξα το κανάλι της βουλής. Εν μέσω οικονομικής κρίσης κι ενώ οι αγρότες είναι στον δρόμο η συνεδρίαση ήταν αφιερωμένη στον στρατηγό Πλαστήρα. Στο βήμα ήταν ο Σιούφας ο οποίος διάβαζε το «σκέφτομαι και γράφω» του στο οποίο εκθείαζε τον μεγάλο άνδρα μιλώντας για την σημασία της συλλογικής αποδοχής της ιστορίας και την αξία της ιστορικής μνήμης… Προφανώς η στροφή στον παρελθόν δεν είναι παρά ο επιτηδευμένος και άτεχνος στρουθοκαμηλισμός ενός κράτους και μιας χώρας χωρίς παρόν και μέλλον.

(Ο Χάρης και οι αγελάδες του θα παρουσιαστούν την Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου για να υπηρετήσουν με χιούμορ και αξιοπρέπεια αυτήν την πατρίδα που περιγράφεται παραπάνω προετοιμάζοντας ταυτόχρονα την δημιουργική επάνοδο τους. Αν τους πετύχετε σε κάποιο στρατόπεδο, σε σκοπιά ή στο ΚΨΜ, μη διστάσετε να τους ζητήσετε τσιγάρο. Παρόλο που δεν καπνίζουν θα χαρούν να κουβεντιάσουν μαζί σας…)

h1

Περί γνωστών και αγνώστων

09/12/2008

Παρακολουθώ από χθες το βράδυ μια έντεχνη αλλά ιδιαίτερα άτεχνη προσπάθεια να αποπροσανατολιστεί η κοινή γνώμη και να βαφτιστεί, ή μάλλον να στιγματιστεί, αυτό που είναι ξεκάθαρα μια λαϊκή εξέγερση ως πράξη αναρχικών, αντιεξιουσιαστών, κουκουλοφόρων, γνωστών αγνώστων δεν ξέρω κι εγώ τι. Ε λοιπόν φτάνει το παραμύθι, είναι ηλίθιο να προσπαθούν να μας πείσουν ότι αυτοί που τα σπάνε είναι κάποιες ομάδες εγκληματιών ή οι δέκα αναρχικοί των Εξαρχείων. Τα ξένα μέσα μαζικής ενημέρωσης μιλάνε σαφώς για λαϊκή εξέγερση, έχετε ίντερνετ και μπορείτε να το ελέγξετε, εδώ οι δημοσιογράφοι το κάνουν γαργάρα και αρνούνται να δουν το προφανές.

Ακόμα κι αν κάποιοι θεωρούν ότι αυτοί που τα σπάνε είναι κάποιοι άλλοι από τον ελληνικό λαό, κάποιοι που δεν είναι λαός, κάποιοι «λιγότερο σώφρονες» που «χτυπούν τυφλά» τις «περιουσίες» κάποιων «καλών νοικοκυραίων», μάλλον θα πρέπει να αναλογιστούν ότι αυτοί που τα έσπασαν χθες είναι κάποιες πολλές χιλιάδες και ότι δεν γεννήθηκαν οργισμένοι, κάποιος τους έκανε, τους πολλαπλασίασε, τους εξόργισε, τους έδωσε απλόχερα τα αίτια και την αφορμή να πιάσουν πέτρες και μολότοφ. Ποιος είναι αυτός ο κάποιος; Το ίδιο το κράτος και οι δημοσιογράφοι που τους βαφτίζουν «γνωστούς αγνώστους» και αυτόματα τους περιθωριοποιούν, αγνοώντας επιδεικτικά ότι αυτοί είναι ένα κομμάτι της κοινωνίας και μάλιστα ιδιαίτερα μεγάλο πλέον. Κύριοι ξυπνήστε, αυτή τη φορά αυτοί που τα σπάνε δεν είναι γνωστοί άγνωστοι, είναι τα παιδιά σας μαζί με όλους τους αποκλεισμένους και αυτοί δεν είναι μόνο κάποιοι περιθωριακοί ή κάποιοι αλήτες.

Σε καμιά περίπτωση δεν επικροτώ το να καίγονται μαγαζιά και αυτοκίνητα. Αυτό που λέω είναι ότι η συμπεριφορά των ΜΜΕ σήμερα είναι τόσο κοντόφθαλμη που περίπου συμπυκνώνεται στη φράση «εδώ ο κόσμος χάνεται και το μουνί χτενίζεται». Δεν είναι δυνατόν να μιλάμε σήμερα για το πόσα καταστήματα κάηκαν και να μας απασχολεί πρωτίστως αυτό που είναι απλά η παρενέργεια της λαϊκής οργής. Θα έπρεπε να μας απασχολεί η πολιτική κατάσταση και κυρίως η λαϊκή αγανάκτηση καθαυτή και τα αίτια της. Υπάρχουν αίτια που πυροδότησαν το κύμα ανομίας, θα έπρεπε να μας απασχολούν, θα έπρεπε να μας απασχολεί η άφαντη νυν, άλλα ήδη πρώην, κυβέρνηση του τσαμπουκά Καραμνλή και της αυλής του που περιλαμβάνει παπάδες, ακροδεξιούς, λαμόγια και κοινούς αχρήστους. Δεν μπορεί σήμερα να διερωτώνται οι δημοσιογράφοι γιατί κάηκε η Ελλάδα και να μας λένε σοκαρισμένοι για τις καταστροφές «είναι απαράδεκτο». Ναι είναι απαράδεκτο αλλά είναι επίσης πιο απαράδεκτο το ξύλο, η βία της αστυνομίας, η απουσία των ατομικών δικαιωμάτων, οι δολοφονίες μεταναστών και άοπλων πολιτών από αστυνομικούς, ο ακήρυχτος πόλεμος και τελικά η Ελληνική δικαιοσύνη η οποία δεν λειτουργεί, δεν αποδίδει δικαιοσύνη, μεροληπτεί, προστατεύει απροκάλυπτα τους «εκπροσώπους του κράτους» και προκαλεί.

Σήμερα με θίγει βαθύτατα να ακούω τις κυρίες του Κολωνακίου να κλαίνε για τους καμένους πολυελαίους των καταστημάτων τους (ναι το άκουσα κι αυτό στην TV) που ήταν ασφαλισμένοι και που θα αποζημιωθούν από το κράτος, ας πάνε να διεκδικήσουν τα καμμένα από τον άφαντο και ανίκανο Καραμανλή, αυτόν τον παλιάτσο που ψήφισαν, αυτόν που πυροδότησε την λαϊκή οργή και δεν έκανε τίποτα για να τους προστατεύσει. Συγγνώμη, αλλά σήμερα εγώ λυπάμαι για άλλα πράγματα περισσότερο από ότι λυπάμαι για το Κολωνάκι. Για να μην παρεξηγηθώ, διευκρινίζω ότι αναφέρομαι στις κυρίες του Κολωνακίου, συγγνώμη αν θίγω κάποιον άλλο, δεν έχω τέτοια πρόθεση, έχω απόλυτη συναίσθηση ότι δεν είναι όλοι εύποροι και υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι που έχουν σοβαρό πρόβλημα σήμερα, νέοι που θα χάσουν τη δουλειά τους και αυτό είναι αυτονόητα καταδικαστέο. Όμως αυτή τη στιγμή στην κλίμακα των αξιών μου οι υλικές καταστροφές είναι κάτι δεύτερο και με θίγει να παρουσιάζεται σαν πρώτο γιατί δεν είναι. Δεν μπορεί να είναι πρώτο γιατί τα προβλήματα από τις καταστροφές θα λυθούν, όμως η ανασφάλεια, η ανομία, η βία, το αίμα έχει πληγώσει και στιγματίσει ακόμα μια γενιά νέων ανθρώπων. Αυτό που καταγγέλλεται θα έπρεπε να είναι όχι οι καταστροφές αλλά η ανομία ως πραγματικότητα.  Κι αν ξεκινήσουμε μια σοβαρή κουβέντα για την ανομία θα δούμε ότι σαφώς και ξεκινάει από το ίδιο το κράτος. Δεν έχουν δικαίωμα όλοι αυτοί που εκπροσωπούν το κράτος να καταγγέλλουν τη βία όταν οι ίδιοι την τρέφουν, την συντηρούν και την αναπαράγουν. Το ίδιο ισχύει και για τους δημοσιογράφους, τους παπάδες και όλους αυτούς που αποδεδειγμένα πλέον κάνουν business με το κράτος. Όλοι αυτοί συντηρούν την ανομία, την ανέχεια, την κακομοιριά, το έλλειμμα δημοκρατίας, ισότητας, ισονομίας, αξιοκρατίας και όλα όσα οι μεγαλύτεροι έμαθαν να ονομάζουν Ελλάδα και οι νέοι σήμερα δεν ανέχονται.

Μια γιαγιά είπε το πρωί στην TV, «Αχ, πάει η Ελλαδίτσα μας», πραγματικά κατανοώ την πικρία αλλά δεν την συμμερίζομαι. Εύχομαι να πάει στο καλό η Ελλαδίτσα σας γιατί αυτό είναι το πρόβλημα, ότι είναι και Ελλαδίτσα και δική σας, προτιμώ μια χώρα που θα λέγεται Ελλάδα, δεν θα ανήκει σε κανέναν και θα μεριμνά για όλους, και για εσάς και για εμάς.

Μέσα στο χθεσινό χάος βρήκα υπέροχο το φλεγόμενο δέντρο του Συντάγματος, έργο τέχνης! Potlach!

περισσότερα για το θέμα της δολοφονίας του μικρού Αλέξανδρου έχω γράψει στο post «σε κατάσταση ομηρίας» (κλικ)

h1

Κόβοντας τον κόμπο…

05/11/2008

Πρόσφατα κοιτάζοντας τα πράγματα στο δωμάτιο αναρωτιόμουν πώς είναι δυνατόν ο χρόνος να πολλαπλασίασε αριθμητικά τις δυο βαλίτσες που είχα κατά την άφιξη μου τόσο ώστε να χρειάζεται να σχεδιάσω πως θα χωρέσουν τα πράγματα σε μερικά πακέτα των 20 κιλών. Απουσία συναισθηματισμού, τα έπιπλα μου φαίνονται σαν να μην είναι φορτισμένα με μνήμες, και το δωμάτιο αυτή τη στιγμή είναι χώρος όχι τόπος. Όλα μοιάζουν αντικαταστάσιμα, από τα μη απαραίτητα θα πάρω μόνο ένα ρολόι που είχα αγοράσει εδώ και το έχω στο κομοδίνο. Άγνωστο πώς, ο πατέρας μου το θυμήθηκε και μου το ζήτησε, «να μου φέρεις το ρολόι, το γουστάρω αυτό το ρολόι».

Το εισιτήριο που έκλεισα πριν από μερικές ημέρες είναι one way, χωρίς επιστροφή. Δεν το έκλεισα εν θερμώ επειδή ξύπνησα ένα πρωί και είπα «φεύγω» παρόλο που αυτό ακριβώς έκανα. Το «φεύγω» ήταν η επικύρωση μιας απόφασης που προετοιμαζόταν για μέρες αναμένοντας την κατάλληλη στιγμή ώστε από σκέψη να γίνει δήλωση και εν συνεχεία πράξη, ας πούμε ότι η αιτία είχε ως αίτημα την αφορμή ώστε να εκδηλωθεί.

Το ακριβές «γιατί» της φυγής προσπάθησα να το σκεφτώ και να το καταλάβω, να το κάνω συνείδηση αλλά τελικά όσο συγκρότηση κι αν κέρδισα η έχασα σκεπτόμενος για τη φυγή πάντα κατέληγα σε ένα συγκεντρωτικό τελικό ερώτημα που έκανα στον εαυτό μου, «θέλεις να μείνεις κι άλλο;» και η απάντηση ήταν πάντα «όχι». Ίσως γιατί όταν ο κόμπος μπερδεύεται περισσότερο και σφίγγει ταχύτερα από ότι λύνεται τότε δεν προσπαθείς άλλο να τον ξεμπερδέψεις, απλά τον κόβεις…

Η επιστροφή λοιπόν έρχεται ομαλά και ως συνέχεια, όχι ως τέλος αλλά ως πέρας, πέρασμα από μια κατάσταση σε μια άλλη. Αυτό και με ικανοποιεί και με χαροποιεί. Δεν έρχομαι στην Ελλάδα γιατί είναι καλύτερα, έρχομαι απλά γιατί το θέλω αυτή τη στιγμή και γιατί μπορώ, αν αύριο δεν θέλω θα ξαναφύγω. Άλλωστε. το dérive είναι κάτι που μάλλον έκανα άφοβα σε πολλά επίπεδα και παρά το γεγονός ότι η λέξη ορίζεται ως «aimless vagabond» είναι ξεκάθαρο ότι το aimless δεν σημαίνει άχρηστο ή χωρίς νόημα, σημαίνει απλά «χωρίς προσχεδιασμένο προορισμό». Έτσι και τώρα, ίσως ο προορισμός είναι προσωρινός, ίσως και μόνιμος αλλά αυτό δεν θα το ξέρω και δεν χρειάζεται να το μάθω πριν ο προορισμός γίνει βιωμένο παρόν, ο προορισμός υπάρχει αυτή τη στιγμή ως επιθυμία κι αυτό είναι αρκετό.

Το ρολόι λοιπόν μετράει ανάποδα και παρόλο που θυμίζει βόμβα δεν είναι, είναι όμως κίνητρο. Τα λέμε Ελλάδα και για όσους δεν κατάλαβαν αυτό είναι απειλή! (40 γελάδια να βόσκουν στο τσιμέντο της Ομόνοιας δεν είναι μικρό πράγμα)

h1

Ο άνεμος της αλλαγής και η μαλακία της ηθικής

21/09/2008

Μια μέρα καθώς έριχνα νερό στις ποτίστρες άκουσα έναν πολύ δυνατό κρότο που με τρόμαξε και με ταρακούνησε. Παράτησα τον κουβά και ευθύς ανέβηκα στον ανεμόμυλο της φάρμας από όπου μπορώ να έχω καλύτερη θέα. Χωρίς να καθυστερήσω άρπαξα τα κιάλια και τα έσφιξα με δύναμη μέσα στις παλάμες μου σαν να ήθελα να τα πιέσω να μου αποκαλύψουν μια αλήθεια και την εικόνα της από απόσταση. Μάταια, για αρκετή ώρα ατένιζα τον ορίζοντα, μια με τα κιάλια και μια με γυμνό το βλέμμα μα του κάκου (το «του κάκου» είναι μια έκφραση που με τον φίλο μου τον Γιάννη θα καταργήσουμε όταν θα πάρουμε την εξουσία). Στάθηκα για αρκετή ώρα να κοιτάζω μέχρι που κατάλαβα ότι η εικόνα έχανε το βάθος της. Ο ορίζοντας δεν είχε τίποτα καινούριο να μου αποκαλύψει και έτσι απέσυρα το μοναχικό (και γοητευτικό) μου βλέμμα προς το πακέτο με τα Marlboro που το χέρι μου είχε πιάσει μηχανικά ψαχουλεύοντας μόνο του μέσα στην τσέπη μου, όπως πιάνει το κλειδί της εξώπορτας όταν επιστρέφω στο αγρόκτημα μεθυσμένος και δεν ξέρω πια που είναι η εξώπορτα. Καθώς άναψα το τσιγάρο και ο καπνός γέμισε τα πνευμόνια μου (έχουμε ξαναπεί ότι δεν καπνίζω αλλά είναι για να εντείνω την κινηματογραφικότητα της στιγμής) ένα ελαφρύ αεράκι φύσηξε τα μαλλιά μου, αργότερα μου είπαν ότι ήταν ο άνεμος της αλλαγής.

Πράγματι, η Νέα Δημοκρατία ήρθε με κρότο και λάμψη πυροτεχνήματος κι εγώ την υποδέχθηκα με τρόμο. Εκείνη με επιβεβαίωσε πλήρως καθώς πρόλαβε κι έφερε πολλές αλλαγές στη ζωή μου, και ήταν όλες προς το χειρότερο! Μιλάω για τη δική μου ζωή, εσείς τη δική σας έχετε κάθε δικαίωμα να την αξιολογήσετε όπως θέλετε, εγώ μιλάω για τη δική μου. Η αξιολόγηση που θα διαβάσετε παρακάτω είναι υποκειμενική.

Κάποια πράγματα άλλαξαν σε υπερθετικό βαθμό, σκατά ήταν και πριν αλλά σκατά από σκατά διαφέρει (ναι διαφέρει). Στα χαμηλά στρώματα του κρατικού μηχανισμού, εκεί που υπήρχαν κάποιοι βολεμένοι πονηροί Πασόκοι με ελάχιστα προσόντα, μέτρια προς κακή παιδεία και με μια μικρή γνώση του συστήματος βρέθηκαν κάποιοι πιο πεινασμένοι, πιο διψασμένοι για εξουσία, συχνά ρεβανσιστές και κουτοπόνηροι Νεοδημοκράτες χωρίς καθόλου προσόντα, ανύπαρκτη παιδεία και με παντελή άγνοια του συστήματος. Αυτοί σήμερα μπορώ να πω ότι σε γενικές γραμμές αποδεικνύεται ότι είναι είτε άχρηστοι οπότε είναι απλά ένα βάρος, είτε υπερβολικά «φιλόδοξοι» που σημαίνει ότι μοναδική φιλοδοξία τους είναι να γίνουν πασόκοι στην θέση των πασόκων και να εγκατασταθούν σε μια θέση, είτε ευθυνόφοβοι καθώς ξέρουν ότι την θέση τους δεν την αξίζουν και φοβούμενοι μην την χάσουν λειτουργούν φοβικά, που συχνά σημαίνει σαν πρόβατα προς τους ανωτέρους τους, άδικα και αυστηρά προς τους υφισταμένους τους και τον πολίτη! Αν σε όλα αυτά και στην συνολική βλακεία του συστήματος προσθέσουμε ότι κάποιοι από αυτούς κουβαλούν περίεργες απόψεις περί θεού, τάξης και ασφάλειας έχουμε ένα μείγμα εκρηκτικό που κάνει τις συναλλαγές και την επαφή με το δημόσιο και τις υπηρεσίες του τουλάχιστον επώδυνη.

Στα πιο ψηλά, σε κυβερνητικό επίπεδο, τα προβλήματα είναι χειρότερα. Η κυβέρνηση έγινε ένα πράγμα (πράμα) προσωποκεντρικό και καθόλα εξαρτημένο από το ίματζ και το ηθικό (αν όχι ηθικοπλαστικό) προφίλ του μαθητευόμενου μάγου και πρωθυπουργού Κωστάκη Καραμανλή (αν είναι δυνατόν) ο οποίος ήρθε καβάλα στο λευκό άτι με δορυφόρους τον Αλογοσκούφη και τον Ρουσσόπουλο για να φέρει την «κάθαρση» από τη διαφθορά και την νίκη του καλού έναντι του κακού, αφού στην Ελλάδα η νίκη στις εκλογές είναι αποτέλεσμα της πίστης του λαού σε πρόσωπα, όχι της γνώσης του για προγράμματα. Το εγχείρημα της κάθαρσης προφανώς άτοπο εξ’ ορισμού και τα γεγονότα των ημερών το αποδεικνύουν για πολλοστή φορά. Σε μια χώρα αναξιοκρατική που σε κάνει γλύφτη για να βρεις μια δουλίτσα, που δεν σου λέει τα δικαιώματα σου και δεν τα σέβεται, που σε διαπαιδαγωγεί στην κλεψιά και επί της ουσίας σε ωθεί να κλέψεις γιατί και η ίδια σε κλέβει, η ύπαρξη της διαφθοράς είναι το αυτονόητο, δεν είναι η ασθένεια αλλά το σύμπτωμα ενός πολύ μεγαλύτερου πράγματος που λέγεται «Ελληνικό κράτος» και είναι δομημένο λάθος εκ θεμελίων και από την γέννηση του.

Η διαφθορά λοιπόν δεν λύνεται με έναν πρωθυπουργό που το μόνο που κάνει είναι να κουνάει τα χέρια και να λέει «είμαι κατηγορηματικός, δεν θα ανεχθώ φαινόμενα διαφθοράς» περιμένοντας να πιάσει το ξόρκι ωσάν τον Harry Potter. Σόρρυ ρε Κώστα αλλά δεν αρκεί να είσαι κατηγορηματικός και να μην τα ανεχθείς όταν θα μάθεις ότι συνέβησαν, το ζήτημα είναι να μην συμβούν και να μας πεις πως θα δομήσεις το σύστημα ώστε να προλαμβάνεις τα φαινόμενα διαφθοράς. Σε όλο τον κόσμο οι άνθρωποι παράγουν θεσμούς και νόμους, χτίζουν διοικητικές δομές και ελεγκτικούς φορείς για να προλαμβάνουν πριν συμβούν αυτά που δύνανται να συμβούν και να είναι επιζήμια. Αντίθετα στην Ελλάδα επενδύουμε στην βούληση ενός φυσικού προσώπου, του πρωθυπουργού (μην μου πείτε ότι ο πρωθυπουργός είναι θεσμός, άλλο λέω), που μας λέει ότι δεν ανέχεται τη διαφθορά. Έτσι έγινε πρωθυπουργός ο Κώστας, με ευχολόγια και ηθικολογίες, και επειδή είναι χοντρούλης ο κόσμος τον πίστεψε βασιζόμενος στο θεμελιώδες λογικό λάθος σύμφωνα με το οποίο «οι χοντροί είναι καλοί άνθρωποι». Τελικά γύρω από το προφίλ του Καραμανλή το οποίο ενδυναμώθηκε από τα ΜΜΕ τα οποία μιλούσαν για ισχυρή εικόνα, ρητορική δυνότητα και κολοκύθια τούμπανα, χτίστηκε και η πολιτική πρακτική ή μάλλον οι πολιτικές πρακτικές της κυβέρνησης οι οποίες έμοιαζαν και μοιάζουν πλήρως εξαρτημένες από τον Καραμανλή όταν επιτυγχάνουν και εντελώς αποσπασμένες από αυτόν όταν αποτυγχάνουν.

Θυμάμαι ενδεικτικά δηλώσεις Πολύδωρα όταν με τις φωτιές στην Πελοπόνησσο πέρσι το καλοκαίρι μιλούσε για τα Μπεριέφ, τα ρώσικα πυροσβεστικά αεροπλάνα που κλήθηκαν έκτακτα και έφτασαν με μεγάλη καθυστέρηση, τότε έλεγε περίπου: «Εγώ τα ήθελα τα Μπεριέφ, τα είχα ζητήσει από καιρό αλλά δεν τα έδιναν οι Ρώσοι…». Η δημοσιογράφος τον ρώτησε το αυτονόητο «Και τι μεσολάβησε και ήρθαν;» Ο Πολύδωρας με ύφος που ομοίαζε στου Τέρενς Κουήκ όταν έγλυφε τον Μίνο Κυριακού για να τον κρατήσει στον ΑΝΤ1 και με μια εμφανέστατη άγνοια της σοβαρότητας της κατάσταση είπε, «Ε, μεσολάβησε τηλεφώνημα του πρωθυπουργού στον Πούτιν»… Λες και οι Ρώσοι δεν θα διαπραγματεύονταν με έναν υπουργό αν είχε τρόπο και διάθεση για να διαπραγματευτεί και αν προσέφερε τα κατάλληλα ανταλλάγματα, απλά δεν το έκανε ή δεν τον άφησαν να το κάνει. Πάντως η ιστορία με τις φωτιές δείχνει καλά το πόσο ανέτοιμο είναι το κράτος σε ζητήματα πρόληψης και σχεδιασμού και το πόσο ανίκανα τα στελέχη της κυβέρνησης να διαχειριστούν καταστάσεις που απαιτούν συγκροτημένη δράση, οργάνωση και φυσικά πρόληψη και σχεδιασμό.

Έτσι λοιπόν θα πω αυτό που λέω και πιο πάνω αλλά θα το πω ανάποδα, στους τυφλούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος και με υπουργούς σαν τον Γιακουμάτο και τον Πολύδωρα (το blog τους έχει τιμήσει και τους δύο στο παρελθόν) ο Καραμανλής φαίνεται γίγαντας μέσα στο κυβερνητικό σχήμα, Πολύφημος μεν, αλλά γίγαντας! Σε κάθε περίπτωση όμως ήταν ζήτημα χρόνου να στραφεί η ίδια εικόνα του που καλλιέργησε ο ίδιος εναντίον του, γιατί αυτό είναι που συμβαίνει αυτές τις μέρες. Ο Καραμανλής έγινε πρωθυπουργός όχι μιλώντας γι’ αυτό που είναι και γι’ αυτό που θα κάνει αλλά επενδύοντας σε αυτο που δεν είναι (δεν είναι ΠΑΣΟΚ) και σε αυτό που δεν θα κάνει (δεν θα κλέψει), όντας πάντα σε αντίθεση με το διεφθαρμένο και βρώμικο ΠΑΣΟΚ. Έπαιξε για μεγάλο διάστημα (ακόμα και ως κυβέρνηση) το χαρτί της διαφθοράς, συχνά διογκώνοντας πράγματα και κυρίως εντείνοντας την καχυποψία του ήδη απογοητευμένου κόσμου απέναντι στην εξουσία και την πολιτική γενικά. Κερδίζοντας εξουσία συνέχισε να κάνει αντιπολίτευση χωρίς όμως επί της ουσίας να αποδομήσει και να αναδομήσει το σύστημα και όπου επιχείρησε να το κάνει προχώρησε κυρίως σε αλλαγές προσώπων με τρόπο που ήταν σε βάρος των πολλών και προς όφελος των γαλάζιων παιδιών, αυτή ήταν η επανίδρυση του κράτους. Έτσι πέρασε ο καιρός και παρά την αντιλαϊκή πολιτική και τα βολέματα των δικών του, ο ίδιος απολάμβανε μια ιδιότυπη και κατά τη γνώμη μου εντελώς αδικαιολόγητη ασυλία ακόμα και σε στιγμές κρίσης που οι υπουργοί του τα έκαναν θάλασσα (σκατά τα έκαναν, τι να λέμε;). Φαίνεται όμως ότι σε όλα αυτά τον έσωζε το σλόγκαν «είμαι κατηγορηματικός, δεν θα ανεχθώ φαινόμενα διαφθοράς». Βέβαια σε όλα αυτά συνέβαλε και ο λήθαργος του ΠΑΣΟΚ, η μοναδική πραγματική αντιπολίτευση γινόταν από τον ΣΥΡΙΖΑ. Έτσι ο Κωστάκης πήγε σε εκλογές για δεύτερη φορά και τις ξανακέρδισε χωρίς να έχει καν συντάξει πρόγραμμα αυτή τη φορά, απόδειξη ότι αυτό που λέω πιο πάνω περί πίστης ισχύει 100% (Φυσικά όχι μόνο για την ΝΔ).

Για να είμαι ειλικρινής οι ιστορίες με τα σκάνδαλα ποτέ δεν με συγκίνησαν, δεν είναι δυνατόν να με συγκινήσουν γιατί δεν είναι το πρόβλημα αν έφαγε τόσα ο τάδε κι άλλα τόσα ο δείνα. Ο λαός έχει απτά καθημερινά προβλήματα και το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν πεινάει επειδή υπάρχουν σκάνδαλα ούτε επειδή ο Βουλγαράκης πουλάει ακίνητα με νομότυπο αλλά «ανήθικο» τρόπο. Επιπλέον δεν θεωρώ ότι το πρόβλημα είναι μόνο η οικονομία αλλά μάλλον κάτι πολύ μεγαλύτερο και συνολικό και σίγουρα η λύση δεν έρχεται από την επίκληση μιας «ηθικής» (ηλίθια λέξη). Το πρόβλημα στην Ελλάδα είναι το έλλειμμα δημοκρατίας, η παιδεία, τα ατομικά δικαιώματα και τελικά η δομή του ίδιου του κράτους πέρα από πρόσωπα και «ηθικές» αξίες, ως δομή, ως σύστημα, ως μηχανισμός.

Αυτός είναι και ο λόγος που μου φαίνεται αστείο το κλίμα των ημερών, τόσο απόλυτα Ελληνικό! Ο Καραμανλής δικάζεται για την «ηθική» υπόσταση των ανθρώπων που συγκροτούν την κυβέρνηση, όχι για το πως έχει δομήσει το κράτος και τι είδους αλλαγές έχει κάνει, αν τις έκανε κλπ. Ο Καραμανλής δεν κρίνεται για το κυβερνητικό του έργο και την πολιτική του πράξη, αλλά γι’ αυτό που ο ίδιος προέβαλε ως κριτήριο για να τον κρίνουν, το ηθική του ανάστημα. Ο κόσμος δεν άλλαξε στάση επειδή κατάλαβε ότι ο Καραμανλής είναι κακός πρωθυπουργός και δεν παράγει έργο, ούτε επειδή τα ατομικά δικαιώματα, η παιδεία, η μεταναστευτική πολιτική, η κρατική μέριμνα και οι δημόσιες υπηρεσίες και επιχειρήσεις και τελικά το επίπεδο της δημοκρατίας υποβαθμίστηκαν όλον αυτόν τον καιρό. Ο λαός αλλάζει στάση επειδή κλονίστηκε η πίστη του σε μια «εικόνα ηθικής». Είναι τουλάχιστον αστείο και ηλίθιο!

Σε κάθε περίπτωση ατενίζοντας τον ορίζοντα του μέλλοντος (με κιάλια ή χωρίς) αυτό που βλέπω είναι το τίποτα, μια εικόνα με βάθος που έχει μειωθεί και έχει γίνει μια επιφάνεια τόσο επίπεδη όσο και το Ολλανδικό έδαφος. Τελευταίο βλέμμα στον ορίζοντα, δεν μπορώ άλλο, πάω να ταϊσω τα γελάδια… Αν μέχρι να επιστρέψω γίνουν εκλογές ξέρεις τι να κάνεις, φέρε εσύ την πίστη σου, θα φέρω κι εγώ τη δική μου, να τις πετάξουμε σε μια κάλπη και μετά να τις μετρήσουμε, να δούμε ποιος την έχει μεγαλύτερη… την πίστη!

Ζήτω η Ελλάδα, ζήτω η θρησκεία, ζήτω η Νέα Δημοκρατία…