Archive for the ‘Θέσεις’ Category

h1

Μεταξύ μαλακίας και ουτοπίας

02/05/2010

Διαβάζω τα μπλογκς κάποιων φίλων και αναρωτιέμαι αν τελικά υπάρχει πάτος σε αυτό το χάσμα μεταξύ πραγματικότητας και ουτοπίας. Αυτός είναι ο καιάδας που η ελληνική αριστερά πετάει τα παιδιά της εδώ και 35 χρόνια.

Αρχικά, είναι πολύ ευρύς ο όρος «Αριστερά» για να περιγράψει με σαφήνεια την σημερινή στάση ή μάλλον το συνονθύλευμα από πολλές διαφορετικές στάσεις κομμάτων – συνδικαλιστών – οργανώσεων κλπ που ανήκουν στον ευρύτερο χώρο της αριστεράς. Ο Αλέξης (και δεν ξέρω αν συμφωνούν όλες οι συνιστώσες) θέλει δημοψήφισμα για το ΔΝΤ λες και ο λαός απαρτίζεται από οικονομολόγους, χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι με αυτόν τον τρόπο νομιμοποιεί τον Καρατζαφέρη που ζητάει κι αυτός δημοψηφίσματα every now and then. Στον Περισσό η Αλέκα φαντασιώνεται τα κεφάλια των πλουτοκρατών (των οποίων τα ονόματα τα ξέρει αλλά δεν τα λέει) σε πιάτο και την επανάσταση να ξεκινάει αύριο από το σύνταγμα αλλά να την κάνουν κάποιοι άλλοι, όχι τα λαμόγια οι νεοέλληνες που ονειρεύονταν πισίνες και αυτοκίνητα, χωρίς βέβαια να μας λέει που θα βρεθούν αυτοί οι άλλοι και φυσικά χωρίς να αναρωτιέται αν υπάρχουν και πόσοι είναι (ελάχιστοι). Οι εξωκοινοβουλευτικοί λένε κι αυτοί τα δικά τους αλλά δεν ακούγονται, (και πως να ακουστούν; δεν φτάνουν λίγες εφημερίδες και λίγα blogs).Η όλη κατάσταση απλά σκιαγραφεί με λίγο μεγαλύτερη σαφήνεια από ότι στο παρελθόν το πόσο έχει εκφυλιστεί, μαζί με όλα τα άλλα, και η αριστερά. Αυτός είναι κι ο λόγος που ο Έλληνας είναι πλέον τόσο απαισιόδοξος, και στατιστικά, παρόλο που τα ποσοστά των άλλων πέφτουν τα αριστερά κόμματα μένουν περίπου στα ίδια χωρίς να πιστώνονται την λαϊκή οργή.

Διάβαζα σε φιλικό μπλογκ ότι εδώ και δύο βδομάδες «γίνονται ζυμώσεις κι αυτό είναι θετικό και μπλα μπλα μπλα». Αυτά είναι όμορφα αλλά τουλάχιστον αστεία, οι ζυμώσεις δεν γίνονται εδώ και δυο βδομάδες αλλά επί 35 χρόνια. Στο μεταξύ μεσολάβησαν η κατάρρευση της ΕΣΣΔ, η είσοδος της χώρας στην ΕΕ, η είσοδος στην ΟΝΕ, οι Ολυμπιακοί αγώνες κλπ κλπ. Είναι άλλοι λοιπόν αυτοί που ζυμώνουν και διαμορφώνουν τις εξελίξεις, η αριστερά δεν ζυμώνει, απλά κοσκινίζει τις εξελίξεις οι οποίες τρέχουν και επί 35 χρόνια απλά βυθίζεται στον διχασμό γιατί ο καθένας κρατάει διαφορετικό κόσκινο, βλέπει μόνο μέσα από αυτό και χάνει την πραγματικότητα. Και δικαιολογημένα, το να περιμένουμε από την αριστερά (αυτή την αριστερά), αυτή τη στιγμή, σε περίοδο κρίσης και χωρίς να υπάρχει ψυχραιμία, να κάνει αυτό που δεν κατάφερε εδώ και 35 χρόνια, δηλαδή να συνταχθεί σε ένα ενιαίο μέτωπο, να ανοίξει τα αυτιά της και να ακούσει (αντί να καπελώνει ή να εξοστρακίζει) τις φωνές των μη ενταγμένων και να βρει πραγματικές προτάσεις για το μετά, απαιτεί περισσότερο πίστη στη μεταφυσική από όσο οι περισσότεροι από εμάς (αριστεροί όντες) θα μπορούσαμε να δεχθούμε. Η αριστερά είναι στον κόσμο της, αδυνατεί όχι μόνο να κάνει προτάσεις, αλλά να κάνει στοιχειώδεις αναλύσεις, να παράξει αναγνώσεις της πραγματικότητας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι δηλώσεις Παπαρήγα για τα γεγονότα του Δεκεμβρίου, όταν έβγαινε από το μέγαρο Μαξίμου, «Να σταματήσει ο ΣΥΡΙΖΑ να χαϊδεύει τα αυτιά των κουκουλοφόρων». Αυτή ήταν η βαθυστόχαστη ανάγνωση της Αλέκας, αυτό βρήκε να πει για την έκρηξη μιας συσσωρευμένης κοινωνικής οργής που πυροδοτήθηκε από την εκτέλεση ενός μικρού παιδιού.

Και ρωτάω λοιπόν, μετά από αυτό για ποιο λόγο να συνταχθεί κάποιος μη ενταγμένος με την Αλέκα; Για ποιο λόγο να συμπορευθεί με το ΠΑΜΕ ή με τον Τσίπρα; Για ποιο λόγο να επιθυμεί κανείς μια συστημική αλλαγή που θα έρθει από κάποιους σαν αυτούς; Γιατί αν δεν έρθει από αυτούς δεν έρθει από κανέναν για έναν πολύ απλό λόγο… Γιατί το όνειρο των υπολοίπων δεν είναι η σοσιαλιστική ουτοπία αλλά μια μαύρη Καγιέν. Προσωπικά, δεν θέλω επανάσταση γιατί δεν εμπιστεύομαι κανέναν για να την κάνει (και μη μου πείτε θα την κάνει ο λαός γιατί ειδικά αυτόν τον λαό δεν τον εμπιστεύομαι, δεν έχω κανένα λόγο)

Κάποια φίλη σε ένα blog, απέδιδε την έλλειψη εναλλακτικής πρότασης από την αριστερά στο γεγονός ότι δεν είχε προβλέψει την κρίση… Λάθος! Τι δεν είχε προβλέψει; Την κατάρρευση μιας οικονομικής δομής που βασίζεται στο χρέος και την υπεραξία και λέγεται καπιταλισμός; Μα όχι απλά το έχει προβλέψει αλλά πάνω σε αυτό χτίζεται όλη η ρητορική και η ιδεολογία της, αυτό διδάσκει ότι θα συμβεί, αυτή η κατάρρευση είναι η δικαίωση και μαζί η λύτρωση που περιμένει η αριστερά και αντί να πιάσει την ευκαιρία, να δώσει προτάσεις και απαντήσεις, αυτή μπροστά στην ιστορική συγκυρία δεν είναι έτοιμη (και δεν είναι η πρώτη φορά). Τραγικό είναι αυτό, δεν συμβαίνει κάτι που ήταν μη αναμενόμενο αλλά ακριβώς το αναμενόμενο και είναι αυτονόητο ότι το είχε προβλέψει. Γιατί, αν δεν το είχε προβλέψει τότε η επιστημονικότητα την οποία επικαλείται η αριστερά (και ειδικά το ΚΚΕ) όταν μιλά για ζητήματα οικονομίας (και μάλιστα όχι μόνο για ανάλυση της ήδη υπάρχουσας κατάστασης αλλά και για σύνθεση) δεν είναι παρά ένας επιστημονισμός της κακιάς ώρας (δεν είναι ακριβώς τόσο χάλια αλλά τέλος πάντων).

Στην τελική, δεν χρειάζονται πολλές σκέψεις και συζητήσεις για να βρει η αριστερά ποια τρύπα πρέπει να βουλώσει πρώτα όταν το πλοίο βουλιάζει, ειδικά όταν οι τρύπες ανοίγονταν μια μια στην διάρκεια των 35 χρόνων μεταπολίτευσης και μαζί με τους άλλους τις άνοιγε και η ίδια η αριστερά ή έστω τις έβλεπε να ανοίγουν και δεν τις έκλεινε. Στην τελική από την αριστερά, και ειδικά από αυτή την αριστερά που ήταν μέσα στο καράβι (την κοινοβουλευτική) δεν θα έπρεπε να περιμένει ο λαός την σωτηρία την ύστατη ώρα, θέλαμε προτάσεις πολύ πιο πριν, δεν τις έδωσε και είναι υπόλογη γι’ αυτό. Η αριστερά (και ειδικά η κοινοβουλευτική) έχει κι αυτή το δικό της μερίδιο ευθύνης για το γεγονός ότι βουλιάζει το καράβι, όχι το μεγαλύτερο μερίδιο, αλλά μεγάλο… Άλλωστε η κρίση εκτός από οικονομική είναι και κοινωνική και πολιτική (εδώ και 35 χρόνια) και αυτό το κουβαλάει στα σπλάχνα της και η αριστερά.

Τις τελευταίες μέρες αισθάνομαι πολύ νευριασμένος με όλα, δεν υπάρχει σοβαρότητα πουθενά, δεν υπάρχει καμία σοβαρή ανάλυση, δεν υπάρχει τίποτα για να πιαστεί κανείς και να ελπίζει, και κυρίως δεν υπάρχει κανένας που να μπορώ να πω ότι είναι καθαρός και δικαιούται να μιλάει, όλα βρωμάνε, κι εγώ ακόμα. Αυτό που με ενοχλεί πιο πολύ όμως είναι ότι όλα τα παραπάνω τα αποδίδω εξίσου στην αριστερά η οποία με κάνει να μην ελπίζω σε τίποτα και να μη θέλω να ελπίζω ακριβώς γιατί η ελπίδα έχει καταλήξει να είναι ο αυτοσκοπός για την αριστερά. Δεν ενδιαφέρει πλέον η αλλαγή πρακτικά και πραγματικά αλλά η ελπίδα για την αλλαγή με πίστη σε ένα συγκεκριμένο τρόπο που θα την φέρει. Είναι ο ίδιος λόγος, η αναζήτηση της ελπίδας, που κάνει κάποιους να πιστεύουν στον θεό. Το να περιμένω κάτι θετικό σήμερα από την αριστερά προϋποθέτει λοιπόν κάτι σαν θρησκευτική πίστη αλλά πλέον προτιμώ να είμαι πραγματιστής και κυνικός παρά ουτοπιστής, αιθεροβάμον και, ακόμα χειρότερα, πιστός. Δεν ελπίζω λοιπόν και δεν θέλω να ελπίζω και γι’ αυτό δεν θα συμπαραταχθώ με κανέναν, στην τελική κάποιοι αριστεροί δεν άκουσαν τύπους σαν τον Καστοριάδη, γιατί να ακούσουν εμένα, εσένα… Άσε που με όλους αυτούς που βλέπω να διεκδικούν την αλλαγή δεν πιστεύω πια ότι η επανάσταση θα είναι καλύτερη από το ΔΝΤ… Γιατί το μεγαλύτερο πρόβλημα της Αριστεράς σήμερα είναι οι αριστεροί.

(πριν βιαστείτε να μου αποδώσετε οτιδήποτε, διαβάστε μερικά ακόμα ποστς σε αυτό το blog, μπορεί να αλλάξετε γνώμη)

h1

Μαμά, μπαμπά, με δείχνει η τηλεόραση!

31/03/2010

Στην τηλεόραση που θα με καλέσουν θα μιλήσω για την τελευταία μου φωτογράφιση και στην επόμενη φωτογράφιση θα βγω λίγο πιο προκλητικά για να με ξαναδείξει η τηλεόραση και την επόμενη φορά που θα πάω στην τηλεόραση θα δείξω και λίγο βυζί (λίγο μόνο) να γίνω πιο πόπιουλαρ μπας και βρεθεί κανένας πενηνταπεντάρης λεφτάς κι εργένης να με πάρει από τα αλώνια στα σαλόνια, να κάνουμε κι έναν γάμο (σε εκκλησία πάντα) με είκοσι χιλιάδες καλεσμένους και ζωντανή σύνδεση με το δελτίο των 9, να κάνουμε κι ένα παιδί να το φωτογραφίζουμε κι αυτό εδώ κι εκεί, χωρίς να το ρωτήσουμε… Μέχρι να μπει τρίτο πρόσωπο ανάμεσα μας, να τσακωθούμε και να αποφασίσουμε το διαζύγιο και να στείλουμε και δελτίο τύπου… πριν καταθέσουμε αίτηση διαζυγίου…

Μέσα σε αυτό το σύμπαν των τηλεοπτικά διαζευγμένων, ερωτευμένων, παντρεμένων και σε όλες τις περιπτώσεις τηλε-εκδιδομένων η Τζούλια θα μπορούσε να είναι η πιο αξιοπρεπής όλων αν δεν είχε πει αυτό το «εμού και του ιδίου» αναφερώμενη στην κάμερα που την κατέγραφε και ισχυριζόμενη αρχικά ότι δεν γνώριζε. Αντίθετα, από την αρχή θα έπρεπε να είχε πει σε όλους αυτούς τους αυτόκλητους σωτήρες της κάτι άλλο, «ναι ρε μαλάκες, έκανα τσόντα και το έκανα για τα λεφτά», κι αυτό είναι τουλάχιστον ειλικρινές και σίγουρα λιγότερο χυδαίο από την σχεδόν καθολική, συγκαλυμμένη χυδαιότητα που παρελαύνει στην TV πίσω από μια μάσκα σοβαροφάνειας, ηθικολογίας και καθωσπρεπισμού.

Ίσως σας φανεί σοκαριστικό, αλλά θεωρώ ότι το πορνό είναι πιο ειλικρινές και καθαρό σαν προϊόν από αυτό που πλασάρει η ιδιωτική τηλεόραση καθημερινά. Αυτό βέβαια με την προϋπόθεση ότι γίνεται με τη συγκατάθεση των συμμετεχόντων, συνήθως μιας ενήλικης κυρίας και ενός ενηλίκου κυρίου, ή ακόμα και σε πιο μπερδεμένους συνδυασμούς, κύριος με κύριο, κυρία με κυρία, κύριοι και κυρίες κλπ αλλά μεταξύ ενηλίκων πάντα. Εκτός από τος πιθανούς συνδυασμούς μεταξύ των παρτενέρ στην τσόντα τα πράγματα είναι συνήθως ξεκάθαρα, δεν σε μπερδεύει κάτι, πληρώνεις την τιμή που ορίζει ο παραγωγός και ξέρεις περίπου τι θα δεις και πως. Αν θες υπόθεση βρίσκεις μια ταινία με υπόθεση, αν όχι βρίσκεις μια χωρίς, πάντα όμως είναι χωρίς διαφημίσεις και διακοπές και κουραστικές αναβολές. Αν δεν σου αρέσουν τα προκαταρκτικά πας στο κυρίως πιάτο με fast forward και αν σε τρώει η περιέργεια με τον ίδιο τρόπο το πας στο τέλος, αν και μάλλον ξέρεις από την αρχή τι θα γίνει στο τέλος, εκτός αν είσαι πολύ μικρός ή πολύ αθώος και δεν ξέρεις ακόμα ότι τα μωρά ΔΕΝ τα φέρνει ο πελαργός! (sorry guys) Τέλος πάντων, αυτό που θέλω να πω είναι ότι, σε κάθε περίπτωση, στην τσόντα υπάρχει, αρχή, μέση και κυρίως τέλος (και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα).

Αντίθετα στο ελληνικό τηλεοπτικό σύμπαν δεν υπάρχει αρχή και κυρίως δεν υπάρχει τέλος. Επικρατούν τα συνεχή υπονοούμενα, τα ψευτο-κουτο-πόνηρα σχόλια, το cliché και κακόγουστο σεξουαλικό χιούμορ, τα αβυσσαλέα ντεκολτέ και οι κοντές φούστες, η περιφορά μιας ανικανοποίητης ή και επιτηδευμένης λαγνείας από δημοσιογράφους, παρουσιαστές, καλεσμένους, ηθοποιούς, τραγουδιστές, μοντέλα, στάρλετς της μιας νύχτας, παίκτες τηλεπαιχνιδιών κλπ κλπ. Για να επιστρέψω στην αναλογία με την τσόντα η ελληνική TV είναι σαν ερωτικό παιχνίδι που μένει στα προκαταρκτικά, τα οποία μοιάζουν να αφήνουν μια διαρκώς επεκτεινόμενη και ανακυκλούμενη υπόσχεση για σεξ, για ένα σεξ που διαρκώς αναβάλλεται και τελικά ποτέ δεν γίνεται, κι όταν πάει να ξεκινήσει κόβεται ή καλύτερα όταν κόβεται δίνει την εντύπωση ότι θα ξεκινούσε.

Μπορώ να βρω πάρα πολλά παραδείγματα, ξεκινώντας από τα προφανή και άμεσα που ακολουθούν είτε τα Μπερλουσκονικά τηλεοπτικά πρότυπα είτε αυτά των χωρών του πρώην ανατολικού μπλοκ.

Στην πρώτη περίπτωση η βασική Μπερλουσκονική ιδέα (την οποία μοιάζει να επιθυμεί να ακολουθήσει και στην πολιτική) είναι απλή και γι’ αυτό επιτυχής. Γεμίζουμε ένα πάνελ με ωραίες νέες γυναίκες, κατά προτίμηση ημίγυμνες, ή ακόμα καλύτερα ελαφρά ντυμένες. Η δουλειά τους είναι κυρίως να λικνίζονται, με τρόπο που υπόσχεται να αποκαλύψει, είτε από πρόθεση είτε από ατύχημα, περισσότερα από όσα ποτέ θα επιτρεπόταν πραγματικά στον θεατή να δει (και από όσα ποτέ θα δει). Συνεργός και συνάμα εμπόδιο στην θέαση ο χειριστής της κλειδαρότρυπας, ο καμεραμάν, ο οποίος με βιαστικά πλάνα θα δείξει κλεφτά και στιγμιαία τον ποπό ή το στήθος της χορεύτριας χωρίς όμως να επιμείνει σε αυτά τα σημεία, όλα είναι τόσο έντεχνα φτιαγμένα ώστε να κατανέμουν σωστά τις δόσεις τυχαιότητας και σκοπιμότητας του πλάνου, ώστε παίζοντας με τον τηλεθεατή να του γενούν διαρκώς και να μεταθέτουν την προσδοκία… Για ποιο πράγμα; ίσως για ένα στιγμιαίο βλέμμα στο εσώρουχο, για λίγο παραπάνω εκτεθειμένο στήθος από όσο συνήθως, για λίγο περισσότερο μπούτι και έτσι η προσδοκία διατηρείται, μετατίθεται, διογκώνεται μέχρι που στο τέλος… Στο τέλος «κυρίες και κύριοι ένα διάλλειμα για διαφημίσεις!». Στοιχεία από το παραπάνω μοντέλο τηλεόρασης μπορείτε να βρείτε σε πολλές πρωινές εκπομπές, σε κάποια μεσημεριανά προγράμματα, μερικώς στις ειδήσεις του Star και βεβαίως στον Θέμο Αναστασιάδη.

Στην δεύτερη περίπτωση, η λογική του πρώην ανατολικού μπλοκ είναι παρόμοια αλλά λίγο πιο ακραία, κι αυτό όχι γιατί το γυμνό ή το λάγνο είναι ακραίο από μόνο του, αλλά γιατί γίνεται ακραίο όταν αποτελεί αυτοσκοπό και καταλήγει να εισβάλλει παντού, ακόμα κι εκεί που δεν έχει θέση. Κάπως έτσι μια όμορφη κοπέλα καταλήγει να γδύνεται μπροστά σε χάρτες με θερμοκρασίες, ανέμους και βαρομετρικά, εκφωνώντας το δελτίο καιρού σαν sexy Μελανίτης. Βέβαια η ελληνική πρωτοτυπία θριαμβεύει και εδώ, γιατί ενώ η Ρωσίδα πρωτοπόρος «Πετρούλα» δεν δίστασε να γδυθεί εντελώς, η ελληνική εκδοχή της, έφτασε μέχρι τα εσώρουχα και για να μπορέσει να κρατήσει το ενδιαφέρον των τηλεθεατών αμείωτο χωρίς να χρειαστεί να βγάλει κι άλλα, επιστράτευσε ένα αφόρητα επιτηδευμένο νάζι, με την ελπίδα να καλύψει τη διαφορά στήθους… Στήθος το οποίο δεν θα είχε πρόβλημα να μας δείξει αν δεν υπήρχε το ραδιοτηλεοπτικό. Άλλωστε γι’ αυτό υπάρχουν και οι γυμνές φωτογραφίσεις σε περιοδικά, κάπως πρέπει να ζήσουν και αυτά…

Κι αν τα παραπάνω είναι τα άμεσα και προφανή, η ιστορία της τηλεοπτικής λαγνείας, της μετατιθέμενης σεξουαλικότητας, της πονηρής κλεφτής ματιάς που γεννά την επιθυμία της προσδοκίας και την προσδοκία της επιθυμίας, είναι μόνο η αρχή της από τηλεοράσεως διείσδυσης στο άβατο του άλλου.
Είναι εκπληκτικό και μαζί τρομακτικό το πώς ακόμα και η μαγειρική γίνεται αντικείμενο και αφορμή για την καλλιέργεια του φαντασιακού, για παιχνίδι με σεξουαλικά υπονοούμενα, κι ακόμα κι όταν το ερωτικό και λάγνο μοιάζει να απουσιάζει παντελώς αυτό που παραμένει ίδιο με αυτά που περιγράφονται παραπάνω είναι η έκθεση των κάθε είδους αποκρύφων με τρόπο αντικανονικό και χυδαίο σε βαθμό ενοχλητικό όταν συχνά όλο αυτό φέρει μια επίπλαστη μάσκα ηθικής, καλοσύνης και φιλανθρωπίας από την πλευρά των τηλεοπτικών παραγωγών.

Έτσι, αφού σου μαγειρέψουμε και οι έξι και διαλέξεις με ποιον θα πας ταξίδι, σου φτιάχνουμε το σπίτι, το εστιατόριο, το ξενοδοχείο, διακανονίζουμε τα χρέη σου και τελικά σου βρίσκουμε νύφη ή γαμπρό, κατά προτίμηση αγρότη, ή αν έχεις χωρίσει σε αφήνουμε να έρθεις σε εμάς να ξεφτιλίσεις τον πρώην σου στο πανελλήνιο που θα σε κοιτάζει αποσβολωμένο καθώς θα ξοδεύεις το Γουορχολικό δεκαπεντάλεπτο σου. Αυτό που θέλουμε γι’ αντάλλαγμα σε αυτά τα δεκαπέντε λεπτά δημοσιότητας είναι τα άπλυτα σου, τα απόκρυφα σου, τα απαγορευμένα σου, τελικά εσένα τον ίδιο να σε ταΐσουμε στο τηλεοπτικό κοινό που είναι έτοιμο να σε φάει, από μίσος ή από αγάπη (όπως στην ταινία «το άρωμα»).

Η προσδοκία του τηλεθεατή, δεν είναι το καλό ή το κακό, είναι η προσδοκία της κλειδαρότρυπας, η ηδονή από την κλεφτή ματιά από τον καναπέ του στο απαγορευμένο του άλλου, στο απαγορευμένο του σώματος του, στο απαγορευμένο του χώρου του, στο απαγορευμένο των συναισθημάτων του, στο απαγορευμένο του παρελθόντος του, του παρόντος του, των προσδοκιών του άλλου για τον μέλλον… Στο απαγορευμένο της ζωής του, το ιδιωτικό! Ακόμα κι αν μας φαίνεται ότι αυτό δεν έχει να του δώσει κάτι άμεσα, είναι βέβαιο ότι ο τηλεθεατής θα βρει κάτι να πάρει. Ενδεχομένως να ικανοποιήσει την δίψα του για ασφάλεια, ή να επιβεβαιώσει τις ανασφάλειες του, πιθανόν να αναζητήσει την θέση του ανάμεσα στους άλλους, να βρει κοινά και διαφορές με τους άλλους, σε κάθε περίπτωση είναι βέβαιο ότι θα βρει λόγο και τρόπο να ετεροπροσδιοριστεί, ταυτιζόμενος ή διαφοροποιούμενος με τους πρωταγωνιστές που βλέπει στον δέκτη του.
Σε αυτό που περιγράφεται πιο πάνω, η επαφή με το άλλο, με τον άλλο, δεν είναι άμεση, δεν είναι διαλεκτική, δεν είναι καν διαδραστική. Είναι μια κατανάλωση που γίνεται αποκλειστικά από την οθόνη, παθητικά, γραμμικά και κυρίως μοναχικά! Όπως συνήθως καταναλώνεται και το πορνό…
Κάπου εδώ τραβάω την γραμμή και αφήνω να σκεφτεί ο καθένας μόνος του τι είναι πιο ηθικό, πιο έντιμο, πιο ανθρώπινο ή ίσως λιγότερο απάνθρωπο.

Τη δική μου άποψη θα την πω επιστρέφοντας στα της τσόντας. Το πρόβλημα της ελληνικής τηλεόρασης με την Τζούλια δεν είναι ηθικό, δεν αφορά μια συνείδηση για ένα κοινό καλό ή για μια δημόσια αιδώ που εθίγη. Το πρόβλημα τους δεν έχει να κάνει με κάποιο είδος ενδιαφέροντος για το καλό της ίδιας της κοπέλας. Το πρόβλημα τους είναι ότι δεν μπορούν να είναι οι ίδιοι οι παραγωγοί της τσόντας, οι ίδιοι παράγουν μόνο προκαταρκτικά, κλειδαρότρυπα χωρίς εκτόνωση, αυτό τους ενδιαφέρει, αυτό ανεβάζει θεαματικότητες και πουλάει τηλεοπτικό χρόνο για διαφημίσεις. Άλλωστε μέχρι τόσο τους επιτρέπει το ΕΣΡ. Η Τζούλια, ένα από τα υποπροϊόντα αυτής της TV και ένα από τα κύρια θέματα της κλειδαρότρυπας τους τα χάλασε, άνοιξε τη πόρτα, ξέφυγε από τα διαρκή προκαταρκτικά της ελληνικής TV, από τα κλεφτά πλάνα που αναζητούσαν να δείξουν στιγμιαία το στρινγκ της και έκανε βρώμικο σεξ μπροστά σε όλους υπό το φως των προβολέων και με την παρουσία κάμερας.

Αυτόματα, αυτό σήμανε και τυπικά ένα τέλος, το τέλος της αθωότητας της ελληνικής ιδιωτικής τηλεόρασης, ή καλύτερα της αθωότητας την οποία επιχειρούσε να πλασάρει η ελληνική TV χωρίς όμως να είναι καθόλου αθώα. Η Τζούλια άλλωστε είναι παιδί (ίσως το παιδί, με οριστικό άρθρο) της ιδιωτικής τηλεόρασης καθώς εκεί βρέθηκε από μικρή, εκεί μεγάλωσε, εκεί ενηλικιώθηκε κι έγινε γνωστή, εκεί δημοσιευόταν η ζωή της, εκεί αρχικά απολογήθηκε λέγοντας ψέματα για το DVD και εκεί αργότερα παραδέχθηκε ότι πληρώθηκε… εκεί ποιος ξέρει τι άλλο; Δεν θυμίζει όλο αυτό την ταινία Truman Show; Η ζωή της κοπέλας αυτής ήταν τσόντα και reality show μαζί, πριν η ίδια γυρίσει το DVD η τηλεόραση την χρησιμοποιούσε, την εξύψωνε, την καταδίωκε, την κατέκρινε, τελικά έκανε τα πάντα για να την παραδώσει στο τηλεοπτικό κοινό ως εικόνα που πουλάει (προς βρώση, κατακραυγή, ερωτική τέρψη κλπ), αλλά δεν έκανε τίποτα για να την προστατεύσει ως άνθρωπο…

Βέβαια, για να αποφύγω παρεξηγήσεις, παρόλο που ενοχοποιώ την τηλεόραση και το σύστημα της showbiz, σε καμία περίπτωση δεν εννοώ ότι το DVD είναι το αυτόματο αποτέλεσμα αυτής της τηλεοπτικής χυδαίας υπερ-έκθεσης. Όμως συνέβαλε σε πολύ μεγάλο βαθμό, πλάθοντας γύρω από την κοπέλα ένα περιβάλλον που ευνοούσε μια αντίδραση Ηροστρατικού τύπου. «Αφού δεν με γουστάρετε όπως είμαι, γι’ αυτό που είμαι και δεν μπορείτε να με δεχθείτε και να με θυμάστε ως κάτι καλό θα σας κάνω να με θυμάστε με κάτι κακό»… Στόχος της ήταν αποκλειστικά η εντύπωση και τα μισάνοιχτα στόματα, ο λόγος που θα τα κρατούσε μισάνοιχτα ήταν αδιάφορος, αρκεί να μείνουν μισάνοιχτα… έτσι νόμιζε ότι έπρεπε γιατί έτσι την έμαθε η ίδια η TV…

Εγώ πάντως παραμένω αντιστάρ… Η δημοσιογράφος μπροστά από τον σταθμό του ηλεκτρικού, ευγενέστατη και με κλειστή την κάμερα με ρώτησε, «θα μας πείτε κάτι για την κρίση, για την ανεργία στους νέους;»… Κι εγώ της απάντησα «Δεν γίνεται… Δεν με αφήνει η μαμά μου!»… Μάλλον γιατί η απάντηση στο ερώτημα ήταν πιο hardcore από την τσόντα της Τζούλιας! (με πολλά μπιπ και X σε κόκκινο κύκλο)

h1

Αθήνα – Βερολίνο μέσω Καλαβρύτων… Η Ελληνική εφευρετικότητα!

06/03/2010

Δευτέρα πρωί, το υψωμένο μεσαίο δάχτυλο της Αφροδίτης της Μήλου στο εξώφυλλο του Γερμανικού περιοδικού Focus ήταν αρκετό για να γεμίσει το πρόγραμμα της πρωινής ζώνης… Άλλωστε κάτι τέτοια περιμένουν οι δημοσιογράφοι για να ταΐσουν ύπνο το αποχαυνωμένο κοπάδι των πρωινών νοικοκυραίων που επί χρόνια το αναθρέφουν μαθαίνοντας το να μηρυκάζει τις προκατ τηλεφερώμενες απόψεις, κατασκευάζοντας τεχνητά εχθρούς και ήρωες σε ένα παιχνίδι που η πραγματικότητα έρχεται δεύτερη, προηγείται η θεαματικότητα.

Ο Παπαδάκης στον ΑΝΤ1 φιλοξένησε τον καθηγητή (που διδάσκει αλήθεια;) ιστορίας και φιλολογίας κύριο Σαράντο Καργάκο τον οποίο δεν γνώριζα (πάει καιρός που δεν παρακολουθούσα εντατικά την ελληνική trash TV) αλλά με ελάχιστο κόπο τον βρήκα στο youtube να αγορεύει στην εκπομπή των αδελφών Γεωργιάδη «Ελλήνων έγερσις» και κατάλαβα. Στο απόγειο της τηλεοπτικής του καριέρας λοιπόν, ο κύριος Καργάκος εκλήθη από τον Παπαδάκη για να μιλήσει για τους Γερμανούς και την κατοχή, κρεμάμενος σαν σταφύλι από ένα παράθυρο σε μια οθόνη που με μεγάλα γράμματα έγραφε στο κάτω μέρος της (εκεί όπου η κάθε εκπομπή διαλαλά την πραμάτεια της όπως οι έμποροι στη λαϊκή), «Μνήμες από τη σφαγή στα Καλάβρυτα ξυπνούν οι προκλήσεις των Γερμανών»… Ο Καργάκος λοιπόν αγόρευε ομφαλοσκοπικά κι αυτάρεσκα εναντίον των «κακών» Γερμανών, μια κυρία περιέγραφε το δράμα που έζησε όταν οι γερμανοί εκτέλεσαν τον αδερφό της μαζί με άλλους 500 άνδρες και κάπου εκεί, στη διαδρομή Αθήνα – Βερολίνο μέσω Καλαβρύτων και Διστόμου, η δημοσιογραφική κακογουστιά των Γερμανών του Focus συνάντησε την κακόμοιρη, άστοχη, άκαιρη και ταυτόχρονα ψευτοτσαμπουκαλίδικη ελληνική ιστοριολαγνεία που πάντα βρίσκει τρόπους να δικαιώνει όλα τα στραβά των Ελλήνων ντύνοντας το ελληνικό έθνος με το πέπλο του ιστορικά αδικημένου και αποδίδοντας τις ευθύνες σε τρίτους…

Στο ALTER ο Αυτιάς, περνούσε στην αντεπίθεση προβάλλοντας (σε αποκλειστικότητα) το προσεχές εξώφυλλο του ελληνικού Focus το οποίο θα κυκλοφορήσει ως απάντηση στους Γερμανούς δημοσιεύοντας ένα άρθρο με τίτλο «Ο ΛΑΟΣ ΤΟΥ ΧΙΤΛΕΡ», το οποίο θα γραφτεί και στο εξώφυλλο με μεγάλα γράμματα και φωτογραφία του Χίτλερ που υψώνει φασιστικά το χέρι. Υποψιάζομαι ότι οι Γερμανοί θα απαντήσουν με εξώφυλλο που θα λέει «Ο ΛΑΟΣ ΤΟΥ ΑΥΤΙΑ» και φωτογραφία ένα σαλιγκάρι (είναι το πιο σαλιάρικο και γλοιώδες ον που μπορώ να σκεφτώ, μετά τον Αυτιά φυσικά). Παράλληλα με το εξώφυλλο που έπαιζε πάντα στο video wall της εκπομπής, στο πάνελ φιλοξενούσε και δυο δικηγορίνες οι οποίες θα κάνουν μήνυση στο Γερμανικό περιοδικό για συκοφαντική δυσφήμιση γιατί το άρθρο ήταν υβριστικό και έθιγε τον ελληνικό λαό (είπαν)…

Πίσω στον ANT1, o Παπαδάκης σε μια απόπειρα να χαϊδέψει τα αυτιά των νοικοκυραίων τηλεθεατών του, πριν κλείσει την εκπομπή του, πέταξε την cliché ατάκα των ημερών, «δεν ευθύνεται ο μέσος έλληνας για την κατάντια της χώρας»… Μήπως ευθύνεται ο μέσος Γερμανός;

Όμως επειδή το αυτονόητο στην Ελλάδα παραμένει μια πονεμένη ιστορία ας περάσουμε στην ανάλυση τώρα. Αρχικά, αυτό που με εντυπωσιάζει πάντα σε τέτοια θέματα, είναι η σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζεται από τους παρουσιαστές η ανοησία, η ελαφρότητα, η αποσπασματικότητα και το cliché των απόψεων που φιλοξενούν στις εκπομπές τους. Με ενοχλεί αυτή η σπατάλη και η ανακύκλωση αυτού που κάθε φορά οι πολλοί (οι νοικοκυραίοι δηλαδή) θεωρούν προφανές και θέλουν να ακούσουν να λέγεται και από τηλεόρασης για να ικανοποιήσουν την αυταρέσκεια τους. Έτσι, το κοινωνικά και τηελοπτικά διαμορφωμένο cliché καταλήγει να λέγεται και ξαναλέγεται ακόμα κι αν είναι λάθος, σαν να υπάρχει τρόπος η επανάληψη να δικαιώσει το λάθος και να οδηγήσει στην κάθαρση, όπως η περιστροφή του Δερβίση οδηγεί στην Νιρβάνα.

Έτσι, η είδηση, αφού ανακοινωθεί, γίνεται σχόλιο το οποίο ακολουθείται από άλλο σχόλιο κλπ. πυροδοτώντας μια τεράστια ακολουθία σχολίων που καθιστά την ίδια την αρχική είδηση σχόλιο μεταξύ σχολίων με αποτέλεσμα η ενημέρωση να μην αφορά πια το γεγονός και την ουσία του αλλά όλα όσα περιβάλλουν το γεγονός, είτε σχετίζονται με αυτό έμμεσα είτε άμεσα. Το παράδειγμα του Focus είναι αυτό ακριβώς, δεν μας ενδιαφέρει η κρίση η οποία είναι η πραγματική είδηση, μας ενδιαφέρει ο σχολιασμός, αρχικά του Focus και μετά του Παπαδάκη και του Αυτιά, της Λαμπίρη το μεσημέρι η οποία θα σχολιάσει τι είπε ο Παπαδάκης το ίδιο πρωί, του Λαζόπουλου το βράδυ που θα τους σχολιάσει όλους μαζί… Και κάπου εκεί μείζον πρόβλημα του Έλληνα γίνεται το Focus και οι Γερμανοί. Το χειρότερο είναι ότι αυτό το είδος δημόσιου διαλόγου έχει πλέον γίνει ο στόχος των δημοσιογράφων οι οποίοι αξιώνουν να λειτουργούν, όχι απλά ως εκπρόσωποι, αλλά και ως καθοδηγητές του λαού και το τρομακτικό είναι ότι έχουν κάνει και τον λαό να το πιστέψει… Οι ίδιες ανοησίες που ακούγονται στα τηλεοπτικά πάνελς γίνονται στη συνέχεια αντικείμενο κουβέντας στη δουλειά, στο σπίτι, στη λαϊκή με αποτέλεσμα να συνθέτουν μια «κοινή γνώμη» που παπαγαλίζει την βλακεία του Καργάκου, του Παπαδάκη, του Αυτιά, του τάδε ως έγκυρη άποψη και με κάνει να αναρωτιέμαι αν υπάρχει άλλος λαός που να σπαταλά τόσο πολύ λόγο, τόσο αντιπαραγωγικά, τόσο εσφαλμένα, ασύντακτα, αποσπασματικά, προκατασκευασμένα και άστοχα.

Και ας πούμε ότι θα μπορούσα να συμφωνήσω με τον Παπαδάκη, με το «δεν φταίει ο μέσος Έλληνας», αν δεν είχε προηγηθεί στην εκπομπή του όλη η υστερία εναντίον των Γερμανών και αν προσέθετε στην φράση του μια λέξη ακόμα, την λέξη «αποκλειστικά». Η αλήθεια είναι ότι δεν ευθύνεται ο μέσος Έλληνας αποκλειστικά, ευθύνονται όλοι οι Έλληνες, οι μέσοι, μικρομεσαίοι, μεγαλομεσαίοι και βεβαίως οι μεγαλομεγάλοι. Φταίει βεβαίως και η Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία προχώρησε σε νομισματική ένωση χωρίς πιο πριν να έχει σχεδιάσει μια κοινή οικονομική πολιτική (και ναι γι’ αυτό φταίνε οι Γερμανοί!). Φταίνε οι κερδοσκόποι, το σύστημα, όλα φταίνε. Εκτός όμως από τους μεγαλομεγάλους, το αδηφάγο καπιταλιστικό σύστημα και την ΕΕ φταίνε και οι «μέσοι» Έλληνες, η ευθύνη κάποιων μεγαλύτερων κέντρων δεν αφαιρεί αυτόματα την ατομική ευθύνη, ίσως το κάνει υπό προϋποθέσεις αλλά όχι πάντα και όχι σε αυτή την περίπτωση.

Προσοχή! Δεν λέω ότι οι «μέσοι» Έλληνες είναι αυτοί που έφεραν την χώρα στην κρίση. Λέω κάτι άλλο, λέω ότι το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή η Ελλάδα κατηγορείται ως μη αξιόπιστη δεν είναι ως γεγονός εντελώς αποκομμένο από το τι είναι ο «μέσος» Έλληνας και ποιες είναι οι αξίες του, τα όνειρα, οι διεκδικήσεις και οι προτεραιότητες του και πως διαμορφώθηκε η κουλτούρα του γενικότερα (όχι μόνο η καταναλωτική) μέσα από συγκεκριμένες σχετικά πρόσφατες ιστορικές συγκυρίες.

Άλλωστε, η οικονομική κρίση είναι απλά ένα μικρότερο πρόβλημα, ένα υποσύνολο μιας ευρύτερης κρίσης, όχι μόνο οικονομικής αλλά και αξιακής και όχι αποκλειστικά ελληνικής αλλά παγκόσμιας. Είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι ο καπιταλισμός έχει φτάσει στο σημείο της ύβρεως, όπως είπε η Ségolène Royal. Η κρίση δεν είναι μια παρενέργεια του συστήματος από λάθος χειρισμούς και από κερδοσκοπικά παιχνίδια κάποιων «κακών» όπως προσπαθούν να μας πείσουν κάποιοι, αλλά ένα πρόβλημα ενδοσυστημικό, εγγενές στον καπιταλισμό και στις δομές του (όπως θα έλεγε ο Zizek), όχι μόνο στον τρόπο που λειτουργεί ως οικονομικό σύστημα, αλλά κυρίως στον τρόπο που διαμορφώνει την κοινωνία, τους ανθρώπους, τις αξίες τους. Κι αυτό είναι το χειρότερο και το πιο τρομακτικό!

Σε αυτό το πλαίσιο θα μπορούσα να ασκήσω πάρα πολύ έντονη και σκληρή κριτική στους Γερμανούς ή τους Ολλανδούς (τους οποίους γνωρίζω πολύ καλά) και τους βόρειους γενικότερα για την υπερβολική τους πίστη στο σύστημα, στα μοντέλα, στον σχεδιασμό, τον προγραμματισμό με τρόπο προκατασκευασμένο, παθητικά πειθαρχημένο, αποστειρωμένο και σκληρό. Μπορώ να γράψω σελίδες αναφερόμενος στο segmentation, το fragmentation, το classification και τα προβλήματα της συστημικής σκέψης τους, κατάλοιπο ενός δομικού λειτουργισμού, μονοσήμαντου, δυαδικού, γραμμικού, ντετερμινιστικού, συχνά οριακά φασιστικού! Όμως όσο με ενοχλεί ο Γερμανός και η κουλτούρα του άλλο τόσο με ενοχλεί ο Έλληνας, ίσως και περισσότερο γιατί είμαι υποχρεωμένος να τον υποστώ και να ζήσω μέσα στην ελληνική κουλτούρα.

Σε κάθε περίπτωση, λοιπόν, παρόλο που υπάρχουν πολλά ελαφρυντικά για την κατάντια της Ελλάδας, παρόλο που φταίει περισσότερο ένα παγκόσμιο σύστημα και λιγότερο ο «μέσος» οποιοσδήποτε και παρόλο που δεν αγαπώ τους Γερμανούς περισσότερο από τους Έλληνες, υπάρχουν τραγικά λάθη που επιβάρυναν και επιβαρύνουν την κατάσταση και αυτά είναι λάθη των Ελλήνων, όχι κάποιων άλλων.

Η αλήθεια είναι ότι δεν έχουν εντελώς άδικο οι Γερμανοί όταν λένε ότι οι Έλληνες είναι ανεύθυνοι, παρόλο που το λένε για τους λάθος λόγους και στοχεύοντας σε λάθος σημεία. Δεν είναι μόνο τα ψευδή οικονομικά στοιχεία που έδωσε ο Καραμανλής στην Ένωση καθιστώντας αφερέγγυο το ήδη στοχοποιημένο ελληνικό κράτος (εμείς το ξέραμε, μετά το έμαθαν και οι Ευρωπαίοι), είναι αυτό που κάνουν ακόμα και τώρα σχεδόν όλοι, αυτό που έκανε κι ο Παπαδάκης. Ο Έλληνας αναμασώντας το cliché «δεν φταίει ο μέσος Έλληνας» πετάει την ευθύνη από πάνω του και για να απενοχοποιήσει πλήρως τον εαυτό του, εφευρίσκει ανύπαρκτους λόγους (ή διογκώνει ήδη υπάρχοντες αλλά ασήμαντους) έτσι ώστε για όλα να του φταίει κάποιος άλλος, η πεθερά του, ο γείτονας, ο Αλβανός, ο Τούρκος, τώρα ο Γερμανός, πιο συχνά από όλα όμως η κακή του μοίρα (το κισμέτ!)… Η ευκολία με την οποία ο Έλληνας σβήνει την ατομική ευθύνη και συχνά μερικώς και τη συλλογική είναι αυτή που έκανε και εξακολουθεί να κάνει την κακή κατάσταση χειρότερη.

Εδώ και χρόνια ο «μέσος» Έλληνας δεν είναι αυτός που νομίζουμε, δεν είναι ο φιλότιμος σκληρά εργαζόμενος, φιλόξενος, καθαρός και ντόμπρος λαϊκός άνθρωπος! Αυτή είναι μια ρομαντική εικόνα που έφτιαξαν οι Ελληνικές ταινίες, και ίσως να ίσχυε σε κάποιο βαθμό κάποτε σε μια εποχή που η χώρα ήταν πιο φτωχή, αλλά δεν ισχύει πια. Ο Έλληνας από τότε που η Ελλάδα έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απέκτησε μια νέα ταυτότητα τυχοδιωκτική με απόλυτο στόχο το εύκολο και γρήγορο κέρδος, με κάθε μέσο, κοντόφθαλμα και κουτοπόνηρα. Κάποιοι λίγοι πλούτησαν, οι πολλοί όμως που δεν πλούτησαν ανέπτυξαν το ένστικτο του βολέματος και του παροδικού, «να φάμε ότι μπορούμε τώρα, όσο πιο πολύ τόσο το καλύτερο, για αύριο βλέπουμε». Ο νεοπλουτισμός κατέφθασε, η ποιότητα υποχώρησε σε βάρος της ποσότητας, της αγωνιώδους κατανάλωσης και της άκρατης επίδειξης της για την κατάκτηση ενός κοινωνικού status. Δεν είσαι πια σημαντικός επειδή παράγεις αλλά επειδή καταναλώνεις και το επιδεικνύεις. Ο Έλληνας αυτό σήμερα το πιστεύει και το υπηρετεί, ακόμα κι αν δεν το παραδέχεται!

Για τον λόγο αυτό δεν έχει εντελώς δίκιο ο Έλληνας όταν φορτώνει την ευθύνη αποκλειστικά στα κόμματα, τους πολιτικούς και την πολιτική. Είναι γεγονός ότι αυτοί φταίνε περισσότερο αλλά είναι επίσης γεγονός ότι δεν είναι ξένοι αυτοί που συγκροτούν την πολιτική σκηνή της χώρας. Είναι Έλληνες αυτοί που κυβερνούν εκλεγμένοι από άλλους Έλληνες… Έλληνες είναι και όσοι τους περιβάλλουν, τα άπειρα κομματόσκυλα (από όποιο χώρο κι αν προέρχονται), οι εργατοπατέρες, οι αγροτοπατέρες, δεν είναι από άλλο πλανήτη, Έλληνες είναι. Έλληνες είναι και αυτοί που βρίζουν το δημόσιο στο οποίο όμως οι ίδιοι θέλουν να βάλουν το παιδί τους από την πίσω πόρτα με την βοήθεια του κόμματος που πιο πριν έβριζαν… Έλληνες είναι και αυτοί που έτρωγαν για χρόνια τα χρήματα των Ευρωπαϊκών επιδοτήσεων (αγροτικών , εκπαιδευτικών, επιχειρηματικών), και όσα έφτασαν στους δικαιούχους φαγώνονταν κι αυτά χωρίς ουσιαστική ανάπτυξη, χωρίς ουσιαστικό έργο. Τα άρπαζαν κι αυτοί ευκαιριακά (πολλοί και όχι λίγοι) και τα ξόδευαν αλόγιστα χωρίς να επενδύουν για να βελτιώσουν το μαγαζί τους, την παραγωγή τους, την έρευνα τους ώστε να μείνει κάτι στη χώρα για το μέλλον. Αντίθετα, πολλοί τα έτρωγαν σε αυτοκίνητα, φρουτάκια και πουτάνες. Θέλω να πω ότι τελικά είναι η ίδια λογική που επικρατεί από τα ψηλά μέχρι τα χαμηλά, η ίδια ευκαιριακή νοοτροπία, ο ίδιος οπορτουνισμός.

Φταίνε γι’ αυτά οι Γερμανοί; Η αλήθεια είναι πως όχι μόνο δεν φταίνε αλλά αυτά τα πλήρωναν Γερμανοί! Όμως είπαμε, στη συνείδηση του Έλληνα όλα ορίζονται από τρίτους και από τα αόρατα νήματα μιας ήδη γραμμένης μοίρας , ο ίδιος δεν φέρει ευθύνη, κι έτσι καταλήγει να ασχολείται με το εξώφυλλο, την επιφάνεια, το επουσιώδες, το σήμερα, το τώρα και για αύριο «έχει ο Θεός»… Να όμως που δεν έχει άλλο! Το καράβι βουλιάζει και παίρνει στον πάτο και αθώους… Τα αίτια της κρίσης θα τα βρείτε εδώ, τα λέει πολύ καλύτερα από όσο θα μπορούσα εγώ. Δεν είμαι ειδικός στα οικονομικά και αυτό που με απασχολεί άλλωστε δεν είναι τόσο η ύφεση όσο οι Έλληνες, η νοοτροπία τους, το πώς αλλοιώθηκαν, το τι μπορούσε να γίνει και δεν έγινε, το τι ευκαιρίες χάθηκαν, το τι μπορεί να γίνει στο μέλλον…

Αν υπάρχει λύση για το μέλλον τότε αυτή δεν θα έρθει από την Ελλάδα ως κράτος, ως διοικητική δομή αλλά από τον Έλληνα ως πολίτη, ως άνθρωπο. Ανεξάρτητα από το αν αυτή η λύση θα έρθει μέσα ή έξω από το παρόν κοινωνικο-οικονομικό σύστημα, είναι ευκαιρία για σκληρή αυτοκριτική, όχι για να επωμιστεί ο «μέσος» Έλληνας την ευθύνη της κρίσης, ούτε για να δικαιωθεί ως μη υπεύθυνος γι’ αυτή. Είναι απαραίτητη η αυτοκριτική για να καταλάβει τα λάθη του, να αποκτήσει νέα ταυτότητα και αυτογνωσία, να αποκτήσει αξίες που έχει χάσει. Μόνο έτσι θα βγει πραγματικά και ουσιαστικά από την κρίση η οποία επαναλαμβάνω ότι για εμένα δεν είναι αποκλειστικά οικονομική αλλά πολιτισμική και αξιακή… Το οικονομικό είναι το αποτέλεσμα, όμως ο πραγματικός πλούτος ενός κράτους δεν είναι οικονομικός. Πλούτος είναι ο πολιτισμός, η ιστορία, η κουλτούρα, οι άνθρωποι, οι γνώσεις τους, οι ικανότητες τους, οι αξίες τους, η υπευθυνότητα τους… Αυτά οφείλαμε να τα έχουμε διαφυλάξει και δεν το πράξαμε. Γιατί αν υπάρχει κάτι που πρέπει να μας θίγει δεν είναι οι Γερμανοί του Focus ή του Bild, αλλά ότι καταντήσαμε στο σημείο να υπάρχουν σε αυτόν τον τόπο άτομα (μπάτσοι) τόσο ανιστόρητα, ώστε να ρίχνουν δακρυγόνα σε αυτούς που πολέμησαν τους Ναζί, που κατέβασαν τη σημαία τους. Κατάντια είναι τα χημικά στο Μανώλη Γλέζο, όχι το έλλειμμα, ούτε το Focus!…

Καλό κουράγιο…

h1

Επαφή από στάση προσοχής – Σημείο 2ο

11/03/2009

«Ορκίζομαι»… Όλοι μαζί δυνατά «ΟΡΚΙ-ΖΟΜΑΙ…», «Να φυλάττω πίστιν εις την Πατρίδα»…

Καθώς τα παρατεταγμένα στόματα ανοιγοκλείνουν μηχανικά επαναλαμβάνοντας το προϊόν μιας υπαγόρευσης, μοιάζει η δύναμη και η σύνταξη των φωνών να αντικειμενικοποιεί τεχνητά την έννοια πατρίδα. Άλλωστε στον στρατιωτικό όρκο η λέξη πατρίδα γράφεται «Πατρίδα», με κεφαλαίο πι για να τονίζεται η μοναδικότητα της, σαν να ήταν μια απόλυτη αλήθεια, όπως συμβαίνει και με το κεφαλαίο θήτα στην λέξη Θεός.

Όμως αλήθεια, τι είναι μια πατρίδα; Είμαι απολύτως βέβαιος ότι αν κανείς ζητήσει τον ορισμό της λέξης «πατρίδα» από όλους αυτούς που ορκίζονται πίστη σε αυτή θα είναι περίπου αδύνατο να βρει έστω και δύο άτομα που να συμφωνούν για το τι είναι μια πατρίδα, πόσο μάλλον «Η Πατρίδα» με άρθρο οριστικό και όχι αόριστο και με πι κεφαλαίο. Αυτή η πολλαπλότητα και οι ποικιλία των εν δυνάμει ορισμών δεν έχει να κάνει με αδυναμία κατανόησης της λέξης πατρίδα αλλά πολύ απλά με την ίδια την υποκειμενική φύση της έννοιας πατρίδα, ως «καθαυτό».

Στον δικό του ορισμό της λέξης «πατρίδα» ο Ιωάννης Πολέμης λέει, «μην είναι οι κάμποι, μην είναι τ’ άσπαρτα ψηλά βουνά; (…)»

Ναι, πατρίδα για κάποιον μπορεί να είναι κι όλα αυτά όμως ο Πολέμης ενώ παράγει ποίηση μιλώντας για μια πατρίδα όπως την βλέπει ο ίδιος, κάνει ταυτόχρονα το λογικό ατόπημα να μιλάει εξ’ ονόματος όλων μας, διερωτόμενος «τι είναι η πατρίδα μας» αντί του «τι είναι η πατρίδα μου» ή του «τι είναι η πατρίδα για εμένα». Για να μην οδηγηθούμε σε παρεξηγήσεις, σεβόμενος την ελευθερία της τέχνης και την πρόθεση του καλλιτέχνη διευκρινίζω ότι τα παραπάνω δεν συνιστούν κριτική στον Πολέμη και το έργο του, αλλά μια αφορμή για να σκεφτούμε το πως οι άνθρωποι εννοούσαν και εννοούν την λέξη – έννοια πατρίδα. Αυτό που με ενδιαφέρει άλλωστε είναι το πως η λέξη «πατρίδα» και ο τρόπος χρήσης της ιστορικά παράγει μια επικρατούσα αντίληψη για το «είναι» της πατρίδας. Αναφερόμενος λοιπόν στον Πολέμη παίρνω την αφορμή για να μιλήσω για αυτό που εγώ εντοπίζω ως θεμελιώδη παρεξήγηση, το «μας» πίσω από την λέξη «πατρίδα».

Η έννοια Πατρίδα λοιπόν στην οποία ορκιζόμαστε πρώτα εμφανώς επιχειρεί να λειτουργήσει ως στοιχείο παραγωγής και διασφάλισης μιας τεχνητής και πολυεπίπεδης «συνοχής», μέσω της «πίστης» σε ένα κοινό ανώτερο στοιχείο – σημείο, αυτό δηλαδή που αφηρημένα νοείται ως πατρίδα, και το οποίο υποτίθεται ότι έχουμε όλοι ως κοινή αναφορά λόγω μιας κοινής καταγωγής. Σε λειτουργικό επίπεδο, αυτή η «πίστη» υποτίθεται ότι πρέπει να υπάρχει για να διασφαλίζει αυτό που ο όρκος λέει παρακάτω «υπακοή στο σύνταγμα, τους νόμους και τα ψηφίσματα του κράτους». Έτσι, η έννοια Παρτίδα γίνεται κάτι σαν τον Ντοστογιεφσκικό θεό ο οποίος είναι αναγκαίος για επιτελεί έναν καθαρά λειτουργικό ρόλο καθώς γίνεται προϋπόθεση για να υπάρχει τάξη σε μια κοινωνία. «Ακόμα κι αν δεν υπήρχε θεός θα έπρεπε να το εφεύρουμε» λέει ο Ντοστογιέφσκι… «Γιατί οι άνθρωποι θα έκαναν ότι ήθελαν» προσθέτω εγώ επεκτείνοντας την λογική του επιχειρήματός του.

Έναντι του Ντοστογιεφσκικού θεού ή αντίστοιχα της έννοιας Πατρίδα που φιλοδοξούν να λειτουργούν ως παραγωγοί κοινωνικής συγκρότησης και συνοχής, προσωπικά προτιμώ να δεχθώ την πιο φιλική προς τον άνθρωπο άποψη του Καστοριάδη σύμφωνα με τον οποίο οι κοινωνίες μπορούν να φτιάχνουν θεσμούς, κανόνες και νόμους και να τους τηρούν χωρίς να έχουν ανάγκη έναν ανώτερο μεταφυσικό ελεγκτή, μια ανώτερη ιδέα  – κατασκευαστή συνειδήσεων και ηθικολογιών, π.χ. Θεό (εδώ προσθέτω «Πατρίδα»). Αρκεί η συμμετοχή μας στην σύνταξη των πλαισίων των κανόνων και των νόμων μας έτσι ώστε να τους σεβόμαστε και για να πειστεί κανείς γι’αυτό αρκεί να ρίξει μια ματιά στην αρχαία Ελληνική Δημοκρατία, αυτό ονομάζεται «αυτονομία». Κοινώς, είναι δυνατόν να σεβόμαστε τους νόμους για τον πολύ απλό λόγο ότι τους φτιάξαμε οι ίδιοι, ως πολίτες, ως κοινωνοί δηλαδή πολιτείας, πολιτικής, πολιτισμού.

Όμως, σε ένα κράτος και σε ένα σύστημα που η παραγωγή των νόμων, η λειτουργία του κράτους, η κάθε είδους θέσμιση ουσιαστικά είναι αποτέλεσμα και ταυτόχρονα έχει ως προϊόν τον εξοστρακισμό του πολίτη από  αυτό που τον καθιστά πολίτη ουσιαστικά και όχι ονομαστικά, την συμμετοχή, είναι απαραίτητη η πίστη σε μια ανώτερη έννοια ώστε να συντηρηθεί το κράτος και το υπάρχον σύστημα. Η πίστη λοιπόν υπάρχει για να λειτουργεί ως υποκατάστατο της συμμετοχής και να μας καθιστά πολίτες τεχνητά, μέσω «ετερονομιών», μέσω κοινών εξωτερικών αναφορών (πραγματικών και κατασκευασμένων) που μας συνδέουν έμμεσα και όχι μέσω συνδιαμορφώσεων και μιας διαλεκτικής των υποκειμένων που θα μας συνέδεε άμεσα και ουσιαστικά ως συμμέτοχους και συμπαραγωγούς ενός προϊόντος – αγαθού που θα καρπωνόμασταν οι ίδιοι.

Επιπλέον, όλα όσα ζητούν την πίστη μας αποτελούν ταυτόχρονα τα συστατικά αλλά και τα προϊόντα της. Κράτος – πατρίδα – θρησκεία – ιστορία, δεν γίνονται διακριτά ούτε σαν έννοιες ούτε ως θεσμοί αλλά αντίθετα συμπλέκονται και διαπλέκονται μέσα σε αυτό το κατ’ εικόνα μεταμοντέρνο συνονθύλευμα που ονομάζεται Ελλάδα και το οποίο παραδόξως (καθόλου), στις δομές του μοιάζει να κουβαλάει όλες τις αρνητικές παρενέργειες των λογικών ενός ισοπεδωτικού κακώς νοούμενου μοντερνισμού. Έτσι, αυτό που ουσιαστικά είναι ένα είδος «τομής» ανάμεσα στα συνεχή πεδία πολλαπλών εννοιών (κράτος – πατρίδα – θρησκεία – ιστορία) παρουσιάζεται και λειτουργεί τεχνητά ως ταύτιση τους. Το κράτος ταυτίζεται τεχνητά με την πατρίδα, η πατρίδα το ίδιο τεχνητά με την θρησκεία και η θρησκεία με το κράτος και όλα αυτά να έχουν ως κοινή υποστηρικτική έννοια την ιστορία γιατί με αυτόν τον τρόπο αρκεί η πίστη σε ένα από αυτά για να συντηρήσει την ύπαρξη των άλλων. Καθόλου τυχαίο ότι μας ορκίζουν ενώπιον του θεού και μέσω ενός «εκπροσώπου» του ώστε να είμαστε πιστοί σε μια «Πατρίδα» και μέσω αυτού να διασφαλιστεί ότι θα υπακούμε «το σύνταγμα, τους νόμους και τα ψηφίσματα του κράτους». Οι εσωτερικές ασυνέπειες του παραπάνω εγχειρήματος είναι προφανείς.

Από την μια, η λογική ότι ορκίζεται κάποιος σε έναν τέλειο θεό ότι θα υπακούει τους ατελείς ανθρώπινους νόμους μιας τεχνητής ανθρώπινης κατασκευής, του κράτους, σαν ο Θεός να έχει εξουσιοδοτήσει με κάποιο τρόπο το κράτος να λειτουργεί ως αλάθητος εκπρόσωπος του είναι, αν όχι οξύμωρη, τότε σίγουρα λογικά άτοπη (ευχαριστώ τον Β.Ν. που μου το επεσήμανε) ακόμα και για τους πιστεύοντες στον Θεό. Από την άλλη, αυτή η διαδικασία που εμφανώς επιχειρεί να ανάγει τα προϊόντα – κατασκευάσματα της ανθρώπινης ευφυίας (και μαζί ανοησίας) και του νομικού πολιτισμού σε θέσφατα είναι ανειλικρινής. Ίσως θα αρκούσε η παρουσίαση του κράτους ως αυτό που είναι, ως ατελές ανθρώπινο κατασκεύασμα το οποίο είναι υπό διαρκή αναδιαμόρφωση και στο οποίο πρέπει να «πιστεύουμε» (θα προτιμούσα απλά να συμμετέχουμε) γιατί εμείς οι ίδιοι το χτίζουμε και το αναδιαμορφώνουμε. Βεβαίως, οι λόγοι που δεν συμβαίνει αυτό είναι δύο. Ο πρώτος είναι ότι προφανώς δεν έχουμε πρόσβαση στο κράτος και επί της ουσίας η συμμετοχή μας στο κτίσιμο και την αναδιαμόρφωσή του είναι υποβιβασμένη στο επίπεδο μιας ελάχιστης εικονογράφησης. Ο δεύτερος λόγος είναι μαζί αποτέλεσμα και αιτία του πρώτου και έγκειται στο ότι κάποιοι θεωρούν ότι ενώ τα ανθρώπινα κατασκευάσματα είναι ανοιχτά σε κριτική και αμφισβήτηση, τα θέσφατα λειτουργούν αξιωματικά, απαιτούν πίστη, όχι κρίση, αμφισβήτηση ή κριτική, αυτές νοούνται ως αρνητικές παρενέργειες και όχι ως υγιείς αντιδράσεις, εγγενείς σε κάθε είδους σύστημα.

Η πίστη συνεπώς σε μια Πατρίδα (και γενικότερα σε ένα πεδίο αφηρημένων εννοιών), είτε από λάθος, είτε ως κατάλοιπο άλλων εποχών, παραμένει να είναι ένα δομικό, λειτουργικό συστατικό του κράτους. Πως γεννάται λοιπόν μια πίστη; Με αυτό που ονομάζεται κοινωνική κατασκευή, με την τεχνητή αντικειμενικοποίηση συμβόλων, λέξεων, καταστάσεων και έχει ως στόχο την υποταγή του υποκειμενικού στοιχείου, συχνά ακόμα και την χρήση του με τρόπο που να ταυτίζει το άτομο με το αντικείμενο της πίστης του. Γι’ αυτό τον λόγο η λέξη «Πατρίδα» παραμένει να λειτουργεί ως ένα όνομα κενό, ένα empty token (κενό νόμισμα), και να επικοινωνείται ως ένα simulacrum (είδωλο) αποσπασμένο από ένα πραγματικό «είναι», ως ένα σημείο τόσο αόριστο, γενικό κι αφηρημένο ώστε ο καθένας να μπορεί να προβάλλει σε αυτό τον δικό του ορισμό της πατρίδας, να εντάξει μέσα σε αυτόν οτιδήποτε μπορεί να χωρέσει, οτιδήποτε πιστεύει ο ίδιος ότι είναι πατρίδα και τελικά να ορκιστεί πίστη σε αυτήν σαν να επρόκειτο για κάτι αντικειμενικά αναγνωρίσιμο, μάλιστα θεωρώντας εσφαλμένα ότι κι όλοι οι υπόλοιποι ορκίζονται πίστη στην ίδια πατρίδα με αυτόν ενώ επί της ουσίας ορκίζονται πίστη σε ένα κάτοπτρο που αντανακλά το υποκείμενο του καθένα χωριστά.

Ο Πολέμης παράγει κι αυτός ένα κάτοπτρο. Μιλά για κάποιους κάμπους, για κάποια βουνά που δεν έχει ονοματίσει επιτρέποντας στον καθένα να τα δει με τα δικά του μάτια. Κάποιος θεωρεί ότι βλέπει τα βουνά που θυμάται από παιδί, για κάποιον είναι ο Όλυμπος και για άλλον ο Ψηλορείτης, και έτσι γι’ αυτόν η πατρίδα φορτίζεται από την μνήμη του. Για κάποιον τρίτο τα βουνά και οι κάμποι του Πολέμη είναι απλά τα βουνά που θα ήθελε να έχει δει ή τα βουνά που φαντάστηκε και γι’ αυτόν πατρίδα γίνεται και το εν δυνάμει. Άλλοι βλέπουν τα βουνά μέσα από τα θέλω τους, κάποιοι θέλουν μόνο να τα βλέπουν, άλλοι να τα ανέβουν, άλλοι να τα ζωγραφίσουν κι άλλοι να τα κατακτήσουν. Για βουνά και κάμπους μιλά κι ο Γερμανός, ο Γάλλος, ο Ιταλός, ο Ισπανός κλπ μιλώντας ο καθένας για την δική του πατρίδα και τα δικά του αφηρημένα τοπία. Το ερώτημα τελικά είναι αν αυτό που βλέπει ο καθένας συνιστά πραγματικά την Πατρίδα μας με πι κεφαλαίο ή πολλές προσωπικές πατρίδες με μικρό πι, μέσα από πολλαπλές και ποικίλες αναγνώσεις του αφηρημένου όρου «Πατρίδα».

Προσωπικά λοιπόν, από το αφηρημένο και το απρόσωπο μιας «Πατρίδας» η οποία γράφεται με πι κεφαλαίο για να λειτουργεί ως πεδίο προβολής, προτιμώ το συγκεκριμένο και προσωπικό, τον δικό μου ορισμό ή και τον δικό σας αν μπορεί να με συγκινήσει. Η πατρίδα δεν είναι απλά μια φορτισμένη λέξη, είναι μια φορτισμένη λέξη για λόγους που είναι διαφορετικοί για τον κάθε άνθρωπο. Πατρίδα για τον καθένα είναι αυτό που ο ίδιος ορίζει μέσα από την τροχεία του στον χώρο και τον χρόνο, η οποία είναι συγκεκριμένη και αφηρημένη μαζί. Η πατρίδα γεννάται την στιγμή που οι κάμποι και τα ψηλά βουνά δεν είναι πια μια μάζα από εικόνες (όπως αυτές του Πολέμη) αλλά διακρίνονται ξεχωριστά, όχι μόνο αφηρημένα αλλά και συγκεκριμένα, και κανείς μπορεί να τα αναγνωρίσει και να ονοματίσει το καθένα, να πλάσει μύθους και ιστορίες, να έχει μνήμη από αυτά και κυρίως ελπίδα. Πατρίδα μπορεί να είναι και αυτό που θα ήθελες να έχεις, όχι αποκλειστικά αυτό που έχεις ή είχες. Η πατρίδα τελικά δεν είναι ούτε χώρος, ούτε τόπος, είναι κατάσταση.

Η δική μου πατρίδα γράφεται με μικρό πι και δεν ζητάει πίστη γιατί η ίδια με έφτιαξε ώστε να της είμαι πιστός. Πατρίδα μου είναι όλα όσα έζησα, οι άνθρωποι που με περιέβαλλαν, οι χώροι που με φιλοξένησαν και βιωματικά έγιναν τόποι, οι θέες που γέμισαν το βλέμμα μου, οι ήχοι, οι γεύσεις και οι μυρωδιές που ερέθισαν τις αισθήσεις μου, οι στιγμές που συντελούν στο πλήρωμα της μνήμης και της σκέψης μου, όλα όσα γεννούν τόπο φορτίζοντας τον χώρο. Πατρίδα μου είναι και το εν δυνάμει, αυτό που μέσα από το διαρκές γίνωμα ελπίζω για το μέλλον, αυτό που προσδοκώ και μαζί οι προσδοκίες που έχω απολέσει. Αυτά είναι η δική μου πατρίδα, όλα αυτά που με κάνουν να είμαι εγώ, η δική σου είναι μια άλλη πατρίδα, εξίσου μοναδική με την δική μου αλλά εντελώς διαφορετική και γι’ αυτό εσύ είσαι εσύ και όχι εγώ.

Ανοίγοντας το στόμα και φωνάζοντας νοιώθω την ένταση των φωνών να μας ενώνει όλους σε ένα σώμα, αισθανόμενος τις φωνές τον άλλων μαζί με τη δική μου να συντονίζονται κάπου ανάμεσα στο στήθος και τον λαιμό μου. Όμως τι άλλο μας ενώνει εκτός από τον συντονισμό των φωνών και την παράταξη των σωμάτων; Θα μπορούσε να μας ο ενώνει ο από κοινού σεβασμός όλων όσων μας χωρίζουν;

«Ατενώς»…

(Διακοπή και πάλι, συνεχίζεται… Θα χαρώ να απαντήσω σε όλες τις ερωτήσεις που θα διατυπωθούν στα σχόλια, ζητώ όμως την υπομονή και την κατανόηση σας καθώς η πρόσβαση μου στο διαδίκτυο από στάση προσοχής δεν είναι εύκολη)

h1

Ασύμμετρη κυβέρνηση, πολιτική χρεωκοπεία…

06/01/2009

Μια μικρή διαπίστωση από τα λίγα που μπορώ να καταλάβω από την επικοινωνιακή πρακτική / λογική της κυβέρνησης. Τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο, τον Αλέξη, τα στελέχη της κυβέρνησης τον αποκαλούσαν επί δέκα μέρες “ο άτυχος 16χρονος”, λες και το παιδάκι δεν είχε όνομα. Ήταν πιθανότατα μια επικοινωνιακή τακτική / πρακτική που είχε ως στόχο να αποπροσωποποιηθεί ο νεκρός, να γίνει ο θάνατος πιο εύπεπτος από την κοινή γνώμη και με την προσθήκη του «άτυχος» να ενισχυθεί η εκδοχή του «ατυχήματος». Είναι εμμέσως κάτι σαν αυτό που μας είπε ο Κούγιας πιο άμεσα, ότι ο θάνατος είναι προϊόν μιας μοίρας… Έτυχε! Είναι άλλωστε αυτή η ελληνική μοιρολατρία και η πίστη στο κισμέτ που λειτουργεί απενοχοποιητικά για όλους, το «γραμμένο» δεν ζητά ευθύνες…

Αντίθετα με τον Αλέξη, ο τραυματίας αστυνομικός έχει για τον κύριο Προκόπη Παυλόπουλο και όνομα και επίθετο από την πρώτη στιγμή, Αδαμάντιος Μαντζούνης… Την μέρα που τραυματίστηκε δεν πήγε κανείς από την κυβέρνηση στα μπουζούκια ή στο γήπεδο και μάλιστα ο ίδιος ο πρωθυπουργός τον επισκέφθηκε στο νοσοκομείο (και έτσι έπρεπε, απλά δεν πήγε κι αλλού που έπρεπε). Αυτό το παιδί κατά την κυβέρνηση δεν ήταν κάποιος «άτυχος», ούτε το θύμα μιας κακιάς μοίρας που τον έφερε στο λάθος σημείο την λάθος ώρα (όπως τον Αλέξη), ήταν το θύμα ενός οργανωμένου σχεδίου κατά της δημοκρατίας, το θύμα της στοχοποίησης της αστυνομίας…

Για να μην παρεξηγηθώ, δεν συγκρίνω τα δύο περιστατικά, θλίβομαι και για τα δύο και μακάρι το παλικάρι να γίνει σύντομα καλά. Το αίμα δεν ξεπλένεται με αίμα και τα θύματα δεν ανήκουν σε κανέναν αποκλειστικά, ανήκουν σε όλους και πρέπει να το καταλάβουμε. Αυτό που συγκρίνω είναι η στάση που κράτησε η κυβέρνηση στα δυο περιστατικά και αυτό που λέω είναι ότι είναι επιεικώς ανισοβαρής, άλλωστε δεν είναι η πρώτη φορά ούτε το πρώτο φαινόμενο που η κυβέρνηση επιδεικνύει επιλεκτική ευαισθησία. Βέβαια από την άλλη όταν έχεις μια κυβέρνηση που αποδίδει επιλεκτικά δικαιοσύνη η συμμετρία στην ευαισθησία είναι μάλλον κάτι δευτερεύον, είναι ένα αίτημα που μοιάζει με είδος πολυτελείας… Αν κάνω λάθος διορθώστε με!

Η ουσία του επιχειρήματος μου είναι ότι κανένα από τα δυο παιδιά δεν είναι θύμα ενός τυχαίου περιστατικού. Δεν έτυχαν αυτές οι καταστάσεις, υπάρχουν και εκκολάπτονται εδώ και χρόνια. Αυτό που δεν μας είπε κανένας είναι ποιος είναι ο λόγος που στοχοποιείται η δημοκρατία, και τελικά για ποια δημοκρατία μιλάμε σε μια χώρα που η κυβέρνηση της και το κράτος λειτουργεί σαν νταβατζής; Μήπως τελικά το γεγονός ότι σήμερα κάποιοι, είτε αστυνομικοί είτε τρομοκράτες, σηκώνουν πολύ εύκολα το όπλο και πυροβολούν είναι προϊόν μιας κατάστασης την ευθύνη για την οποία πρέπει να αναζητήσουμε στην πολιτική σκηνή της χώρας; Μήπως κανένα από τα δυο περιστατικά δεν ήταν τυχαίο; Ας σκεφτούν κάποιοι ότι ίσως φταίνε οι άχρηστες κυβερνήσεις και οι εκφυλισμένη δημοκρατία που δεν σέβονται τους πολίτες τους και τις ατομικές τους ελευθερίες, που ομαδοποιούν και εξισώνουν προς τα κάτω, που ποδοπατούν τα κεκτημένα και ισοπεδώνουν ατομικότητες, που εκφυλίζουν τη δικαιοσύνη και τους θεσμούς, που εντείνουν τις ανισότητες και το μίσος ανάμεσα στις διαφορετικές κοινωνικές ομάδες χαϊδεύοντας τα αυτιά κάποιων και τοποθετώντας προκλητικά στο περιθώριο κάποιους άλλους…

Μια κυβέρνηση τέτοια που λειτουργεί ανισοβαρώς (ακόμα και σε τέτοια περιστατικά η στάση της είναι ενδεικτική της λογικής της) είναι μια κυβέρνηση που διαχωρίζει τους πολίτες της, που τους βλέπει με διαφορετικά γυαλιά, επιλεκτικά, και γι’ αυτό εντείνει τις κοινωνικές ανισότητες, τις κοινωνικές αντιθέσεις, την πόλωση και τον διχασμό. Αυτά δίνουν λαβή σε τρομοκράτες ή μάλλον για να το πω καλύτερα, αυτά είναι που οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στον κοινωνικό αναβρασμό και στην έξαρση της τρομοκρατίας και ας μην μας ξενίζει καθόλου, ας μην ψάχνουμε για πράκτορες, προβοκάτσιες κι άλλες παλαιοκομμουνιστικές ανοησίες κι ας μην αναζητούμε τις ευθύνες αλλού γιατί αυτό απλά βολεύει τους πραγματικά υπεύθυνους που παρελαύνουν στην τηλεόραση και κάνουν δηλώσεις δήθεν περίλυποι. Κύριοι της κυβέρνησης, είστε εκεί ακριβώς για να προλαμβάνετε και να αποτρέπετε αυτά που συμβαίνουν σήμερα, είναι η δουλειά σας και αποτύχατε παταγωδώς με τρόπο που σας καθιστά όχι απλά άχρηστους αλλά επικίνδυνους!… Φύγετε για το καλό της χώρας… Αυτό είναι θέση, όχι άποψη!

Αυτό που πρέπει να αναζητηθεί τώρα (χθες) είναι το τέλος της κρίσης, η λύση, και αυτό είναι δουλειά των πολιτικών δυνάμεων όμως αναρωτιέμαι τι μπορεί να περιμένει κανείς από την νυν, αλλά ήδη πρώην, κυβέρνηση η οποία αυτές τις μέρες (εδώ και τρεις μήνες δηλαδή) κάνει μια ανεπανάληπτη επίδειξη ανικανότητας ενώ παράλληλα τα υπόλοιπα κόμματα επιδίδονται κι αυτά σε έναν βλακώδη αγώνα για την πολιτική καπηλεία ενός φαινομένου που έχουν αποτύχει να ερμηνεύσουν, είτε λόγω πολιτικής σκοπιμότητας είτε λόγω πολιτικής ανικανότητας… Μιλάμε για πολιτική χρεωκοπεία!

h1

2009, διεκδικώντας το σύννεφο.

01/01/2009

Ας μου συγχωρεθεί η απουσία από τα ευχολόγια των ημερών, όμως δεν πιστεύω στις ευχές και ειδικά αυτές τις μέρες αισθάνομαι ακόμα πιο έντονα το πόσο μάταιες αυτές είναι. Πέρα από την καλή διάθεση και την θετική προαίρεση αυτών που τις λένε και η οποία σαφώς και πρέπει να εκτιμάται η ευχή μοιάζει πάντα να αναφέρεται σε ένα μεσοδιάστημα, σε έναν ενδιάμεσο χώρο, αυτόν ανάμεσα στο πραγματικό και στο δυνητικό, με έναν τρόπο που μάλλον αποδέχεται τη σύνδεση των δύο ως το προϊόν μιας μοίρας που «είναι γραφτό να συμβεί».

Η ευχή αν και συχνά διοχετεύει την ειλικρινή ελπίδα του ευχόμενου, ακόμα κι αν δεν το θέλει, κουβαλάει το μεταφυσικό με τρόπο που συνήθως παραμερίζει κατευναστικά τόσο το πραγματικό όσο και το δυνητικό, ως παυσίπονο ή παυσίλυπο. Όσο κι αν ελπίζω και εύχομαι για ειρήνη, παιδεία, υγεία, ευτυχία κλπ αυτές τις μέρες συνειδητοποιώ όλο και πιο έντονα ότι τόσο το πραγματικό όσο και το δυνητικό με βγάζουν λάθος (πραγματικά και δυνητικά).

Έχοντας γνώση του τι συμβαίνει εκεί έξω και τι μπορεί να συμβεί στο μέλλον έχω μάλλον απολέσει κάθε πίστη, ελπίδα, προσδοκία για καλυτέρευση, ίσως γιατί πιο πριν έχω χάσει και κάθε πίστη στους απρόσωπους θεσμούς, τους φορείς και τα κάθε είδους κέντρα (εξουσίας και όχι μόνο) που οργανώνουν, εκπαιδεύουν, διοικούν, ενημερώνουν, σχεδιάζουν, εκτελούν και ελέγχουν λειτουργώντας πάντα κατακόρυφα, από πάνω προς τα κάτω.

Αντίθετα με τα παραπάνω, προσωπικά, έχω μάθει να πιστεύω στην θέληση και την ικανότητα των απλών, ανεξάρτητων, ελεύθερων και ελεύθερα σκεπτόμενων ανθρώπων να παράγουν δυνατότητες και να τις ενεργοποιούν ώστε να φτιάξουν νέες πραγματικότητες ή να παραμορφώσουν / αναμορφώσουν τις ήδη υπάρχουσες βάζοντας στην άκρη όχι μόνο τους πραγματικούς αλλά κυρίως τους πνευματικούς μπάτσους κάθε μορφής.

Κρατώντας αυτό σαν ελπίδα η μοναδική ευχή που θα μπορούσα να κάνω είναι ταυτόχρονα και παραίνεση. Ας σταματήσουμε επιτέλους να ευχόμαστε, ας σταματήσουμε να ζούμε ο καθένας στον βάλτο του, φτύστε το placebo και ας γίνουμε για λίγο ποτάμι, διεκδικώντας το σύννεφο…

cow cloud

h1

Ποιοι είναι οι κουκουλοφόροι;

12/12/2008

Η ερμηνευτική παρελαύνει μαζί με μια ανόητη διδακτική στην τηλεόραση και τα ΜΜΕ. Κανείς δεν έχει καταλάβει τι συμβαίνει, κάποιοι προσπαθούν να συνετίσουν τους «άτακτους» μαθητές, με λόγια ή με ξύλο. Η απουσία κατανόησης του φαινομένου πέρα από παντελής είναι και εμφανής. Ο λόγος είναι η δομή και η μέθοδοι της υπάρχουσας ερμηνευτικής συλλογιστικής η οποία ηθελημένα ή μη παραμένει προκλητικά στρουκτουραλιστική, κουβαλώντας όλα τα κατάλοιπα μιας γενιάς Ελλήνων που έμαθε να σκέφτεται με έναν και μόνο τρόπο, μηχανικά, αρνούμενη να δει ότι η πραγματικότητα και τα γεγονότα, ειδικά τα σημερινά, διακρίνονται από μια απροσδιόριστη πολλαπλότητα και μια μη ελεγχόμενη δυναμική. Ίσως να φταίει ότι δεν ζήσαμε ποτέ τον Μάη του ’68 ώστε να αλλάξουμε τρόπο αντίληψης και κατανόησης των κοινωνικών φαινομένων. Ο Μάης του ’68 μας χάρισε τον μεταδομισμό ο οποίος μας θύμισε ότι τα φαινόμενα μπορούμε να τα αντιληφθούμε και να τα προσεγγίσουμε μόνο ως φαινόμενα (με την φιλοσοφική έννοια του όρου). Η κάθε προσπάθεια ερμηνείας οφείλει να αποδεχθεί αυτό ως βάση αλλιώς είναι καταδικασμένη να είναι ή τόσο υποθετική που να καθίσταται κατασκευασμένη, είτε τόσο απλουστευτική ώστε να είναι λανθασμένη αν όχι αποτυχημένη.

Στην προσπάθεια τους να ερμηνεύσουν το ποτάμι της οργής και χωρίς να ανήκουν οι ίδιοι στους οργισμένους, δημοσιογράφοι και πολιτικοί προσπαθούν να κατατάξουν, να ομαδοποιήσουν και να διαχωρίσουν. Σε αυτή την κοινωνική διαμάχη των ημερών κάποιοι κάνουν το λάθος να κατανέμουν το πλήθος σε διαφορετικές «ομάδες», να κατανέμουν ρόλους και τελικά να καταλήγουν σε λάθος συμπεράσματα. Αν αυτό συμβαίνει ηθελημένα ή μη θα μου επιτρέψετε να μην το απαντήσω καθώς δεν μπορώ να το τεκμηριώσω παρόλο που έχω την άποψη μου. Σε κάθε περίπτωση το βέβαιο είναι ότι συμβαίνει. Έτσι, η διάκριση που κάνουν πολιτικοί και δημοσιογράφοι κατανέμει το πλήθος τεχνηέντως σε ομάδες όπως είναι οι διαδηλωτές, οι μαθητές,  οι αλλοδαποί (οι οποίοι άγνωστο γιατί δεν ονομάζονται μετανάστες), οι πλιατσικολόγοι, οι κομματικά ενταγμένοι, οι ανένταχτοι, οι αντιεξουσιαστές και οι αναρχικοί, οι κουκουλοφόροι κλπ. Οι σχέσεις ανάμεσα στις ομάδες αυτές εκλαμβάνονται λανθασμένα ως διχοτομίες που λειτουργούν ψηφιακά, με λογική είναι/δεν είναι. Για παράδειγμα η συλλογιστική αυτή μας λέει ότι οι πλιατσικολόγοι είναι και κουκουλοφόροι ενώ οι μαθητές δεν είναι οι πολιτικά ενταγμένοι. Το κορυφαίο δε είναι ότι γίνεται διαχωρισμός ανάμεσα σε διαδηλωτές και κουκουλοφόρους, οι δεύτεροι μάλιστα κατατάσσονται σχεδόν αυτόματα ως εχθροί της δημοκρατίας, εγκληματίες, άτομα με αποκλείνουσες συμπεριφορές, χούλιγκανς κλπ.

Αυτό που είναι γεγονός είναι ότι η παραπάνω λογική παράγει μια λάθος εικόνα για το φαινόμενο. Ταυτόχρονα όμως εκτός από αυτή την λάθος εικόνα κάποιοι κάνουν και το λάθος να υποθέτουν περισσότερα από όσα γνωρίζουν συλογιζόμενοι σύμφωνα με αυτά που νομίζουν. Θα κάνω μια παρένθεση εδώ για να πω κάτι που έχω πει και στο παρελθόν, ότι η αντίληψη είναι προβολική. Το ίδιο και η ερμηνευτική διαδικασία. Σε μεγάλο βαθμό προβάλουμε οι ίδιοι την εικόνα που βλέπουμε, το ίδιο και την ερμηνεία της. Ο μπάτσος νομίζει ότι βλέπει παντού εγκληματίες και ερμηνεύει την κάθε πράξη ως πιθανή πράξη ενοχής, αντίστοιχα ο αναρχικός νομίζει ότι όλοι είναι ασφαλίτες και ερμηνεύει όλες τις πράξεις ως πιθανό φακέλωμα, χαφιεδισμό κλπ. Δεν θα αναλύσω το γιατί αυτό συμβαίνει (ίσως κάποια άλλη στιγμή), το αναφέρω απλά ως παράδειγμα για να πω ότι το ίδιο συμβαίνει με τους πολιτικούς και εξηγώ:

Οι πολιτικοί εκλαμβάνουν τον εαυτό τους και την «δημοκρατία» ως σταθερά, ως την αρχή των αξόνων (το Καρτεσιανό 0,0), ερμηνεύουν τις κοινωνικές δυναμικές μέσα από δείκτες και στατιστικές που κατατάσσουν, ομαδοποιούν και διαχωρίζουν, είναι μάλλον αναμενόμενο να κατανοούν το φαινόμενο βλέποντας το πλήθος ως ομάδες – κοπάδια.  Κάποια κοπάδια είναι αυτόνομα, κάποια κατευθυνόμενα, κάποια κοπάδια περιέχουν κάποια άλλα και κάποια περιέχονται από άλλα. Σε κάθε περίπτωση αυτοί οι άνθρωποι αντί να βλέπουν μια κοινωνική έκρηξη, μια λαϊκή εξέγερση (ως τέτοια παρουσιάζεται στο εξωτερικό) βλέπουν παντού κοπάδια και γι’ αυτό μιλούν για εχθρούς της δημοκρατίας, καπελωμένους από τον ΣΥΡΙΖΑ, οργανωμένα σχέδια, υποκεινούμενους από μυστικές υπηρεσίες (έλεος ρε Αλέκα) κλπ. Οι δημοσιογράφοι ερμηνεύουν με τρόπο ίδιο με τους πολιτικούς και μάλλον δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι κι αυτοί έχουν μάθει να ερμηνεύουν την επιτυχία τους μέσα από δείκτες και αριθμούς… Ίσως από την άλλη να ισχύει το πιο απλό σενάριο που τους θέλει απλά να παίζουν το παιχνίδι των κομμάτων.

Σε κάθε περίπτωση, η συλλογιστική που κατατάσσει σε ομάδες και εφευρίσκει σενάρια τα οποία στην συνέχεια προσπαθεί να επιβεβαιώσει είναι λάθος. Αν η κοινωνία λειτουργούσε τόσο μηχανικά ώστε να μπορούν να διαχωριστούν οι άνθρωποι σε ομάδες που έχουν συγκεκριμένες και σαφείς σχέσεις τότε οι σχολές κοινωνιολογίας θα άνηκαν στα Πολυτεχνεία, όχι στις ανθρωπιστικές επιστήμες. Για να το θέσω πιο απλά και μαζί πιο σύνθετα, είναι λάθος να βλέπουμε το πλήθος που βρέθηκε στο δρόμο αυτές τις μέρες ως ένα παζλ κοινωνικών ομάδων που έχει ξεκάθαρα διαχωρισμένα κομμάτια γιατί δεν υπάρχουν τείχη ανάμεσα στους ανθρώπους και οι σχέσεις δεν είναι ψηφιακές αλλά αναλογικές. Είναι καλύτερα να δούμε το πλήθος ως ένα μωσαϊκό από πάμπολλες μοναδικές ψηφίδες, κάποιες πιθανότατα είναι ομαδοποιημένες και έλκονται ισχυρά, κάποιες άλλες είναι ανεξάρτητες, κάποιες τρίτες ανήκουν σε πολλές ομάδες ψηφίδων, ετερόκλητες, ίσως να έλκονται χαλαρά από κάποιες άλλες, ίσως και να απωθούνται. Λέω απλά ότι στην πραγματικότητα δεν μιλάμε για μάζες ούτε για ομάδες, άλλα για πολλές ανεξάρτητες δυναμικές που έλκονται και απωθούνται μέσα σε ένα συνεχές το οποίο είναι διαρκώς μεταβαλλόμενο. Μιλάμε για πολλαπλά υποκείμενα, που όλα είναι μοναδικά και γι’ αυτό σχεδόν όλα αποκλίνουν από τα μοντέλα και τα χαρακτηριστικά με τα οποία κάποιοι προσπαθούν να τα εντάξουν σε ομάδες και να τα ερμηνεύσουν. Με μια τέτοια λογική συνειδητοποιούμε ότι ο μετανάστης μπορεί να είναι και μαθητής και διαδηλωτής και ίσως και ο νοικοκύρης να έγινε πλιατσικολόγος και αν αρχίσουμε να διασταυρώνουμε όλες τις ομάδες που τεχνητά κάποιοι έφτιαξαν αυτές τις μέρες θα δούμε ότι δεν υπάρχουν τείχη ανάμεσα τους, ότι λιγότερο ή περισσότερο μιλάμε για πολλαπλά υποκείμενα που μπορούν να πάρουν παραπάνω από μια μορφές και ότι οι αποστάσεις που τα χωρίζουν δεν είναι τόσο μεγάλες. Μάλιστα ειδικά σε αυτή την περίπτωση αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο καθώς αυτό που κατέβασε τον κόσμο στον δρόμο δεν ήταν μια δέσμη αιτημάτων που κατευθύνονταν από ιδεολογίες ή ιδεοληψίες, δεν ήταν η διεκδίκηση αυτού που θα ήθελε η κοινωνία, ήταν απλά η οργή ενάντια σε αυτό που δεν ήθελε και δεν θέλει. Αντίθετα με κάποιους που θεωρούν ότι τα κινήματα πρέπει να έχουν ιδεολογικό υπόβαθρο εγώ θεωρώ ότι ακόμα και το «δεν θέλω» είναι υπεραρκετό για να κατατάξει το φαινόμενο των ημερών στην σφαίρα της λαϊκής εξέγερσης, κάτι που η κυβέρνηση εξακολουθεί να αγνοεί παραμένοντας γατζωμένη, αν και ασθμαίνουσα, στην εξουσία.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι όσο συνεχίζεται αυτή η λογική πολιτικών και δημοσιογράφων, που εθελοτυφλώντας θέτει εκτός του κοινωνικού πλαισίου την μερίδα των οργισμένων και αυτών που τα σπάνε, σαν όλοι αυτοί να ήρθαν από άλλο πλανήτη, θα πολλαπλασιάζονται τα χαρακώματα και οι κουκουλοφόροι. Όσο περισσότερο η πολιτικοί και οι δημοσιογράφοι στήνουν οχυρά γύρω από την κοινωνία των νοικοκυραίων και αποκλείουν όχι μόνο απροκάλυπτα αλλά επιδεικτικά αυτό το τμήμα της νεολαίας και της κοινωνίας ονομάζοντας τους κουκουλοφόρους και εγκληματίες, τόσο περισσότερο θα πρέπει να οχυρώνονται οι νοικυραίοι. Από την άλλη το ίδιο θα συμβεί και στην περίπτωση που συνεχίσει να επιχειρείται το αντίθετο, η εγκόλπωση των νέων στο παρόν σύστημα και την κοινωνία των φιλήσυχων νοικοκυραίων που ζουν χωρίς προσδοκίες. Αν κάποιοι συνεχίσουν να προσπαθούν να τους διδάξουν «αξίες» και να τους κάνουν σιωπηλούς Ελληνορθόδοξους, περήφανους ραγιάδες με άδειο στομάχι, λαμόγια με πλαστικές ζωές, φερέφωνα και γλύφτες πολιτικών και να προσπαθούν να τους κατασκευάσουν και/για να τους καπελώσουν τότε και πάλι τα χαρακώματα θα πολλαπλασιαστούν και οι κουκούλες θα επανέλθουν.

Αυτό που απαιτείται δεν είναι απλά η αλλαγή πολιτικής και τα μπαλώματα του συστήματος, είναι μια νέα αντίληψη για τα πράγματα που θα ξεκινάει από την απόρυψη του παλιού τρόπου σκέψης που περιγράφω πιο πάνω και την απομάκρυνση από την συλλογιστική των πολιτικών και των νυκοκυραίων που ομαδοποιεί, κατατάσσει, εξισώνει ισοπεδωτικά και διαφοροποιεί πολικά. Αυτό διεκδικούν τα παιδιά μόνο που δεν ξέρουν πως να το πουν και δεν υπάρχει κανείς να τα ακούσει. Θέλουν μια κοινωνία με επίκεντρο τον πολίτη και όχι το κράτος, θέλουν στο προσκήνιο τον σεβασμό, όχι μόνο της ισότητας, αλλά πρωτίστως του δικαιώματος στη διαφορετικότητα, τον σεβασμό του υποκειμένου, της αυτοδιάθεσης, της αυτονομίας (όχι μόνο της οικονομικής). Δεν είναι καθόλου τυχαίο μάλλον ότι αυτές είναι διεκδικήσεις του Μάη του ’68, σαράντα χρόνια μετά.

Θέλω να συγχαρώ θερμά και ειλικρινά τα παιδιά της εκπομπής του ΑΝΤ1 Ράδιο Αρβύλα. Εδώ και μια εβδομάδα, χωρίς να είναι δημοσιογράφοι, μετέτρεψαν την χιουμοριστική εκπομπή τους σε έναν πολύ ουσιαστικό και αντικειμενικό πυρήνα σχολιασμού και είπαν χωρίς περικοπές και αυτολογοκρισία, ξεκάθαρα, αυτά που όλοι σκεφτόμαστε εμείς που δεν έχουμε μικρόφωνα και κάμερες. Σας ευχαριστώ, προσυπογράφω κάθε κουβέντα σας!