Archive for the ‘Αρχιτεκτονική’ Category

h1

Graffiti, αστική κουλτούρα και παρανομία

13/09/2008

Τους γκραφιτάδες τους γούσταρα πάντα, είχα αρκετούς φίλους άλλωστε που έκαναν γκράφιτι (ή γκραφίτι) και αισθανόμουν πάντα ότι υπήρχε μια συνάφεια στις απόψεις και στις προσεγγίσεις των πραγμάτων αν και εκείνοι συχνά έμοιαζαν να χάνονται μέσα σε ένα πλαίσιο μάλλον αυτοαναφορικό και τροφοδοτούμενο αποκλειστικά από την «φιλοσοφία» και την «κουλτούρα» τους (πχ το tagging αφορά μόνο αυτούς που το αναγνωρίζουν). Από την άλλη όμως και παρά το γεγονός ότι οι πιο πολλοί πιτσιρικάδες έλεγαν τα κλισέ, «το γκράφιτι είναι τρόπος ζωής» κλπ και ήταν αμφίβολο αν ήξεραν να σου εξηγήσουν τι εννοούν, υπήρχαν και κάποιοι αρκετά φιλοσοφημένοι. Στις συζητήσεις τους, μιλούσαν για τον Guy Debord, την «κοινωνία του θεάματος«, τους καταστασιακούς γενικότερα, την πόλη και την εμπειρία της πόλης κι όλα αυτά μέσα σε μια mild ιδεολογική ατμόσφαιρα και με μια φιλολογία μάλλον αριστερόστροφη αλλά πολύ πιο cool, σύγχρονη (και μεταμοντέρνα στην ουσία της) από την αντίστοιχη των περισσότερων «αριστερών» που κυκλοφορούσαν στα αμφιθέατρα του πανεπιστημίου την ίδια εποχή. Οι γκραφιτάδες δεν με πίεζαν να αλλάξω τον κόσμο σύμφωνα με ιδέες που τροφοδοτούνταν από μια αντικειμενική αλήθεια, αλλά διεκδικούσαν κάτι πολύ πιο απλό, ένα υποκείμενο και μια θέση για την χωρική του έκφραση και αυτό το βρίσκω πολύ ουσιαστικό και μέσα από την επαφή μαζί τους βοηθήθηκα και προσωπικά να καλλιεργήσω την «αρχιτεκτονική» μου συνείδηση και ευαισθησία.

Το βασικό πρόβλημα και η βάση της διαφωνίας μου μαζί τους, όπως την καταλαβαίνω σήμερα σκεπτόμενος πιο αναλυτικά από τότε, ήταν ότι γι’ αυτούς η αρχή ήταν το μέσο και αν όχι η πράξη του γκράφιτι καθαυτή, σίγουρα η «αστική δράση» όπως αυτοί την εννοούσαν, δηλαδή περισσότερο ως occupation (κατάληψη) του αστικού χώρου και λιγότερο ως deformation. Δηλαδή παρήγαγαν μια σειρά από αστικές δράσεις που σκοπό είχαν να φτιάξουν «καταστάσεις» (skateboarding) που αλλοιώνουν την εμπειρία και το βίωμα της πόλης εικονογραφώντας την αλλά όχι να αλλάξουν την μορφή της πόλης ως αστικό μόρφωμα και ως δομή (κοινωνική, οικονομική, πολιτική κλπ). Κοινώς το γκράφιτι ήταν κάτι που με γοήτευε και με ενδιέφερε αλλά ήταν κάτι λιγότερο από αυτό που επεδίωκα. Από την άλλη όμως όλα αυτά τα χρόνια ποτέ δεν βρήκα επαρκείς απαντήσεις για το πως δύναται να αλλάξει η δομή της πόλης επιτυχώς και το πιθανότερο είναι να μη βρω καθώς οι απαντήσεις απομακρύνονται όλο και περισσότερο και πολλαπλασιάζονται οι ερωτήσεις. Οπότε ίσως οι γκραφιτάδες να είναι σωστοί κι εγώ λάθος, ίσως πραγματικά το μόνο που μπορεί να παραμορφωθεί χωρίς αρνητικές συνέπειες είναι η εικόνα και η εμπειρία της πόλης, όχι οι δομές της.

Αυτό που θέλω να κρατήσω όμως από όλες αυτές τις γενικότητες είναι η ουσία του πράγματος και αφορά την θέση και το είναι των γκραφιτάδων. Θεωρώ ότι αυτοί οι νέοι είναι φορείς μιας αστικής κουλτούρας που είναι και «αστική» και «κουλτούρα» στην ουσία της γιατί αφορά το άστυ ως χώρο συγκρότησης του υποκειμένου μέσα από την διαλεκτική του σχέση και διάδραση με αυτό. Δεν θα σταθώ στο αν το ίδιο το γκράφιτι είναι κοινωνική έκφραση, επαναστατικό μανιφέστο, εικαστικό γεγονός ή «τέχνη» και δεν με ενδιαφέρει ο ορισμός του ως προϊόν μιας ανάλυσης των κοινωνικών καταβολών του (τουλάχιστον όχι σε αυτό το ποστ, ίσως αρμόδιος να πει πιο πολλά είναι ο φίλος μου ο kert). Με ενδιαφέρει το αυτό του αστικού γεγονότος και κυρίως του ατόμου που το συνθέτει. Για την πόλη λοιπόν το γκράφιτι είναι ένα υπαρκτό φαινόμενο και για το άτομο μια επιλογή ανάμεσα σε πολλές. Θα σταθώ στο δεύτερο και θα πω ότι το να τρέχεις με ένα σακίδιο γεμάτο με σπρέυ για να βάψεις τοίχους και να αφήσεις (συχνά να κεντήσεις) ένα αποτύπωμα δικό σου (και όχι το σύνθημα για μια ομάδα ή ένα κόμμα) κουβαλάει πολύ περισσότερη γοητεία, οραματισμό και αγάπη για τα πράγματα και είναι συνάμα πιο πραγματικό από το να βγαίνεις με το αυτοκίνητο του μπαμπά σου στον Κιάμο όντας μόλις 19. Αυτό δεν έχει να κάνει με το τι είσαι αλλά με το τι θέλεις να είσαι, με το αν διαλέγεις να φτιάχνεις αυτό που ζεις ή να αφήνεις τους άλλους να το φτιάχνουν για εσένα και τελικά με το αν εσύ ο ίδιος επιλέγεις να εικονογραφείς εκτός από το να εικονογραφείσαι.

Δυστυχώς από την άλλη, το παράλογο στο γκράφιτι σήμερα είναι ότι εξακολουθεί να υπάρχει το φλερτ με το κυνηγητό και τα όρια της παρανομίας και γι’ αυτό φυσικά δεν φταίνε οι γκραφιτάδες, αν και είναι γεγονός ότι πολλοί εξιτάρονται από αυτό. Δεν ξέρω αν το γκράφιτι θα ήταν το ίδιο αν δεν υπήρχε το κυνηγητό και η αίσθηση του κινδύνου αλλά νομίζω ότι είναι καιρός να καταλάβει η κοινωνία ότι αυτός ο νέος κόσμος που στρέφεται προς τέτοιες δράσεις δεν είναι απαραίτητα ούτε υπόκοσμος ούτε αλητεία. Προσωπικά μάλιστα νομίζω το αντίθετο, ότι συχνά αυτοί οι νέοι συγκροτούν ή δύνανται να συγκροτήσουν μια νεανική avant garde παίζοντας κυρίαρχο ρόλο στην κουλτούρα και το είναι της πόλης κι ας μου λερώνουν τοίχους ή βαγόνια τρένων. Επιπλέον οφείλουμε να κατανοήσουμε ότι  αυτές οι καταστάσεις δεν είναι απλά μια παρενέργεια στο αστικό τοπίο αλλά το απολύτως φυσικό προϊόν του αστικού τρόπου ζωής που συγκροτείται και συγκροτεί την πόλη ως τέτοια, ως «πόλη» όπου το υποκείμενο συμμετέχει ενεργά συγκροτώντας τον χώρο του και γι’ αυτό πριν να δούμε το φαινόμενο ως γκράφιτι, ως αστική δράση, ως τέχνη κλπ πρέπει να το βιώσουμε ως κάτι απολύτως ανθρώπινο, ως ένα στίγμα ανθρώπινης παρουσίας που διασφαλίζει τον εξανθρωπισμό του αστικού χώρου, που γεννά την έννοια τόπος.

Αντίο φίλε.

h1

Ευχαριστώ

29/06/2008

Δεν είχα σκοπό να γράψω, είχα αποφασίσει να αφήσω τις αγελάδες να ανεβάζουν εκείνες στα κλεφτά δικά τους posts, όμως εχθές αποφοίτησα, σκέφτομαι πολλά και δεν μπορώ να μην γράψω κάτι σαν απολογισμό όλων αυτών των χρόνων. Σχεδόν ποτέ δεν ανεβάζω posts που να αφορούν τη ζωή μου αλλά είναι μοναδικό γεγονός για εμένα και είμαι γεμάτος σκέψεις που αισθάνομαι ότι πρέπει να γράψω.

Έφυγα από την Αθήνα στα 19 μου, μέσα σε μια κατάσταση που δεν θέλω να θυμάμαι και ευτυχώς έχω καταφέρει να την απωθήσω. Τα χρόνια των σπουδών μου ήταν φανταστικά και ιδιαίτερα πολυσύνθετα. Πέρασα καλά, έκανα πολλά και σπούδασα ευχάριστα αγαπώντας πολύ το αντικείμενο μου. Ήμουν ένας σχετικά καλός σχεδιαστής, «έπιανε» το χέρι μου, που λέει και η γιαγιά μου, άλλωστε αυτός ήταν και ο λόγος που πήγα αρχιτεκτονική. Στην αρχή δεν ήξερα τι είναι αυτό που πήγα να σπουδάσω, απλά ήξερα ότι θα μου άρεσε να κάνω μακέτες και να φτιάχνω πράγματα. Όμως η σχολή στην Θεσσαλονίκη ήταν ο ιδανικός χώρος για να μάθω ότι υπάρχουν πολλά πράγματα πέρα από αυτό. Ο λόγος ήταν ότι υπήρχε μια τεράστια ποικιλία απόψεων και προσεγγίσεων και κάτι που κατάλαβα σχεδόν αμέσως ήταν ακριβώς η πολυπλοκότητα του αντικειμένου, οι διαφορετικές θέσεις και απόψεις και τελικά το συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει ποτέ μόνο «ένας τρόπος». Έτσι, άρχισα να ψάχνω ανάμεσα στους τρόπους, να βρω τους λόγους και το «πώς» της αντίληψης, της ανάλυσης και κυρίως της σύνθεσης.

Συνειδητά αφέθηκα σε μια περιπλάνηση στα όρια της θεματικής περιοχής της αρχιτεκτονικής, συχνά και εκτός αυτών. Θεωρώντας ότι τα πράγματα είναι διακειμενικά και γι’ αυτό τα γνωστικά αντικείμενα συνεχή και χωρίς ξεκάθαρα όρια στράφηκα πιο πολύ στην θεωρία χωρίς όμως να πάψω να σχεδιάζω και να επιχειρώ με την βοήθεια των φίλων μου διαρκώς να συνδέσω την θεωρία με την πράξη, την ιδέα με το αποτέλεσμα. Αυτό συχνά στους άλλους φάνταζε και ίσως ακόμα φαντάζει μάταιο ή ακατανόητο, άλλωστε για τους περισσότερους αρχιτέκτονες η θεωρία είναι για τους κακούς σχεδιαστές και η αρχιτεκτονική είναι μόνο πράξη. Αυτό βέβαια που δεν κατάλαβαν ποτέ αυτοί που μιλούν για πράξη είναι ότι και ίδιοι άυλα σχήματα παράγουν και μάλιστα συχνά εντελώς φορμαλιστικά, δεν φτιάχνουν κτίρια όπως λένε, αλλά αναπαραστάσεις κτιρίων, θεωρητικά σχήματα δηλαδή και υποθέσεις, η πράξη είναι αλλού, στην υλοποίηση, την λειτουργία και την διάδραση με το υποκείμενο του χρήστη κι εγώ αυτό αναζητούσα να κατανοήσω.

Έχοντας αφιερώσει χρόνο σε πράγματα που για πολλούς ήταν χάσιμο χρόνου, έχοντας μιλήσει και αμφισβητήσει το εγκατεστημένο «αυτονόητο» σε στιγμές που οι άλλοι σιωπούσαν θεωρώντας το όντως αυτονόητο, έχοντας υποστεί αρνητική κριτική από υποτιμημένους και υπερεκτιμημένους, έχοντας απορρίψει τα αντικείμενα ως «μέτρο» ή «ποσότητα» αλλά έχοντας αγαπήσει το περιεχόμενο τους, έφυγα από την Ελλάδα με την ψυχή στο στόμα, έχοντας αποφοιτήσει εν μέσω καταλήψεων και ταλαιπωρίας. Στο Delft θα διαπίστωνα ότι θέλω να ασχοληθώ με θεωρία και να συνεχίσω τις σκέψεις που έκανα στην Ελλάδα. Έτσι, τον τελευταίο έναν χρόνο προσπάθησα να βάλω τις σκέψεις μου, παλιές και νέες, σε μια τάξη και να συντάξω αυτό που για εμένα είναι παραπάνω από μια αρχιτεκτονική θέση, είναι το αποτέλεσμα μιας διαλεκτικής σχέσης με την πραγματικότητα συνολικά. Κατέληξα με ένα κείμενο (μπορείτε να το διαβάσετε εδώ) που ακόμα το γράφω ξέροντας ότι δεν είναι τελικό και ποτέ δεν θα είναι. Είναι η πρώτη σκαλωσιά για να χτιστεί μια πιο σύνθετη σκαλωσιά που με την σειρά της θα είναι η βάση για μια άλλη σκαλωσιά κοκ. Αυτό το έχω δεχθεί σαν ένα Σισύφειο μαρτύριο που δίνει νόημα στην ζωή και στα πράγματα κατά τον τρόπο που ο Albert Camus το περιγράφει, ως επίμονο, διαρκή αγώνα ενάντια στην «μοίρα» των πραγμάτων.

Εχθές παρουσίασα την δουλειά μου και είμαι πλέον «θεωρητικός», δηλαδή κόκκινο πανί για τους αρχιτέκτονες. Πολλά από αυτά που είπα εχθές στην παρουσίαση τα άκουσα ή τα συνέθεσα στην Ελλάδα, στις αίθουσες της σχολής, στους διαδρόμους, στα καφέ και στις ταβέρνες, σε σπίτια φίλων με κρασί και φαγητό. Όλα τα μέρη ήταν σχολή και γι’ αυτό την σχολή μου στην Ελλάδα την αγάπησα πολύ, όπως και πολλούς ανθρώπους που γνώρισα εκεί και φεύγοντας τους κράτησα σαν φίλους και είμαι πολύ χαρούμενος γι’ αυτό. Είναι τιμή μου να είναι φίλοι μου γιατί όλοι με βοήθησαν και κάποιοι συγκεκριμένοι μου φέρθηκαν σαν να ήμουν ίσος με αυτούς ενώ δεν ήμουν ισάξιος τους. Σιγά σιγά το ίσος ή το ισάξιος έφυγε από το λεξιλόγιο μου, έχασε την αξία του γιατί αυτοί που γνώρισα μου έμαθαν να μην του δίνω σημασία, ότι όλα αυτά είναι απλά τύποι αλλά στην πραγματικότητα τα πάντα είναι μοναδικά και γι’ αυτό οι κατηγοριοποιήσεις και οι συγκρίσεις είναι άτοπες, τα πάντα είναι χρήσιμα και γι’ αυτό μη αξιολογήσιμα ποσοτικά.

Γι’ αυτό τον λόγο τα ευχάριστα που ειπώθηκαν και έγιναν εχθές κατά την αποφοίτηση μου δεν τα βλέπω σαν μια σύγκριση ούτε σαν μια αποκλειστικότητα αλλά σαν κάτι που αφορά μεν εμένα και την δουλειά μου και ως τέτοιο με χαροποιεί αλλά όχι συγκριτικά ή αυτοαναφορικά γιατί το «αυτό» δεν υπάρχει, μαζί μου κουβαλάω τις ιδέες των φίλων μου και το «γίνωμα» μου από την ζύμωση μαζί τους. Επίσης μαζί μου κουβαλάω την αγάπη και την υποστήριξη της οικογένειας μου. Τίποτα δεν είναι αποκλειστικά δικό μου.

Ευχαριστώ εσάς, δεν θα πω ονόματα, ξέρετε πολύ καλά ποιοι είστε και ξέρετε πολύ καλά πόσα σας χρωστάω, θέλω να ξέρετε ότι το ξέρω κι εγώ!

h1

Μπορώ να τα έχω όλα χωρίς να χαθεί τίποτα; (Μουσείο Ακρόπολης)

02/12/2007

Πρόσφατα διάβαζα για ακόμα μια φορά κάτι που αναφερόταν στο θέμα του Μουσείου της Ακρόπολης και των νεοκλασικών. Αρχικά και όταν ξεκίνησε η αντιπαράθεση είχα πάρει την απόφαση να μη συμμετέχω για πολλούς λόγους. Κυρίως ήταν η άποψη ότι δεν είμαι ειδικότερος των ειδικών και ότι γνωρίζω το θέμα αποσπασματικά. Καθώς όμως το θέμα πήρε διαστάσεις και οι απόψεις άρχισαν να γίνονται όλο και περισσότερες και το επίπεδο του διαλόγου και των επιχειρημάτων να πέφτει όλο και πιο χαμηλά πήρα την απόφαση να γράψω την άποψη μου παρά το γεγονός ότι το crazy cows δεν είναι ένα αρχιτεκτονικό blog και δεν θέλω να γίνει.

Ακόμα και σήμερα θεωρώ ότι δεν έχω παρακολουθήσει την υπόθεση σε βάθος καθώς ζω στο εξωτερικό. Σίγουρα όμως την παρακολούθησα πιο βαθιά από ότι οι περισσότεροι που εκφέρουν άποψη καθώς είναι σχετική με το αντικείμενο μου και επιπλέον η ιστορία του μουσείου έχει ξεκινήσει αρκετά χρόνια πριν όταν ακόμα ήμουν στην Ελλάδα. Αυτό που θέλω να ξεκαθαρίσω είναι ότι θεωρώ το γεγονός πολύ λιγότερο σημαντικό απ’ όσο παρουσιάζεται και σε καμία περίπτωση δεν θεωρώ ότι είναι ένα μεγάλο ζήτημα ικανό να δικαιολογήσει τον θόρυβο που έχει δημιουργηθεί. Πριν συνεχίσω πρέπει να διευκρινίσω ότι είμαι κατά της κατεδάφισης των δύο νεοκλασικών σε περίπτωση που αυτή μπορεί να αποφευχθεί. Διαφωνώ όμως κάθετα με την κουβέντα που έχει αναπτυχθεί τον τελευταίο καιρό γύρω από μια σειρά ζητημάτων σχετικά με το μουσείο, όπως επίσης και με το ύφος και την προσέγγιση κάποιων οι οποίοι είναι προφανές ότι στερούνται βασικών γνώσεων και ενημέρωσης αλλά παρόλα αυτά επιμένουν να διεκδικούν να έχουν άποψη με ιδιαίτερη βαρύτητα.

Επιπλέον, ένα άλλο πρόβλημα είναι ότι ενώ ο διάλογος ξεκίνησε από τα νεοκλασικά μοιάζει να ολισθαίνει προς μια κριτική του μουσείου και μάλιστα με όρους «αισθητικής». Η λέξη είναι τουλάχιστον αστεία και ένα πράγμα που πρέπει να κρατηθεί σαν παραδοχή είναι ότι η αντιπαράθεση για τα νεοκλασικά δεν έχει, και δεν πρέπει να έχει, σχέση με την «αισθητική αξία» του κτιρίου που είναι άλλωστε υποκειμενική και γι’αυτό η οποιαδήποτε απόπειρα συζήτησης είναι καταδικασμένη σε μη παραγωγικό διάλογο επιπέδου «μου αρέσει» / «δεν μου αρέσει». Η αντιπαράθεση πρέπει να έχει να κάνει το τι στόχο έχει μια ενδεχόμενη κατεδάφιση και αν μια τέτοια πρακτική έχει λόγο να λάβει χώρα. Πάνω σε αυτό λοιπόν αναπτύχθηκε η γνωστή φημολογία για το εστιατόριο η οποία κατά την άποψη μου είναι τουλάχιστον αβάσιμη.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση λοιπόν δεν πιστεύω ότι η κατεδάφιση έχει να κάνει με το εστιατόριο και όσο πιο πολύ το σκέφτομαι τόσο πιο απίθανος μου φαίνεται ο λόγος για να μην πω αστείος. Αυτή η αιτιολόγηση περισσότερο μου μοιάζει σαν δημοσιογραφικό κατασκεύασμα ή σαν αυθαίρετη υπόθεση κάποιου η οποία πήρε διαστάσεις γενικευμένης άποψης όπως πολύ συχνά συμβαίνει στην Ελλάδα. Όσο αδιάφορη κι αν είναι στον Bernard Tschumi η αρχιτεκτονική μας «κληρονομιά» (αν τα δυο νεοκλασικά μπορούν να χαρακτηριστούν έτσι) δεν θα έκανε κάτι τέτοιο απλά για την θέα από το εστιατόριο διακινδυνεύοντας να έρθει σε αντιπαράθεση. Επιπλέον, θεωρώ ότι αυτός ο λόγος δεν είναι αρκετός για να οδηγήσει στην απόφαση της κατεδάφισης με την οποία μπορεί να διαφωνώ αλλά την ψήφισαν οι μισοί της επιτροπής και δεν νομίζω να είναι όλοι τους λαμόγια ή άσχετοι. Επιπλέον, η επιτροπή εκτός από αρχιτέκτονες απαρτίζεται και από αρχαιολόγους (αν δεν είχαν αναμειχθεί οι αρχαιολόγοι θα είχε κερδίσει τον διαγωνισμό Libeskind) οι οποίοι είναι υπερπροστατευτικοί και συντηρητικοί, δεν θα επέτρεπαν παρεμβάσεις στον αστικό ιστό χωρίς να θεωρούν ότι υπάρχει ουσιαστικός λόγος και το εστιατόριο δεν είναι ουσιαστικός λόγος. Αυτό που με ξενίζει ακόμα περισσότερο είναι ότι σε κανένα δημοσίευμα, σε blogs ή εφημερίδες, δεν έχω δει κάποια αναφορά για το ποια είναι η επίσημη αιτιολόγηση της επιτροπής, του υπουργείου πολιτισμού και του γραφείου του Tschumi για την ενδεχόμενη κατεδάφιση. Αυτό που βλέπω είναι μόνο φωνές κατά της κατεδάφισης σαν αυτό να είναι a priori κακό ενώ η άλλη άποψη δεν παρουσιάζεται πουθενά παρόλο που είμαι σίγουρος ότι υπάρχει (όχι απλά είμαι σίγουρος, ξέρω ότι υπάρχει αλλά δεν την έχω ακούσει). Κοινώς υπάρχει η δεδομένη «αντίθεση» αλλά δεν υπάρχει πουθενά η αρχική «θέση» και γι αυτό δεν μπορεί να γίνει σύνθεση. Μια αντιπαράθεση γίνεται πάνω σε επιχειρήματα και προσωπικά η υποκειμενική αυτοδιάθεση του καθένα δεν με πείθει εύκολα και δεν με ενδιαφέρει. Επιχειρήματα λοιπόν δεν έχω δει και όλα κινούνται στη σφαίρα του αυτονόητου της «προστασίας» κάτι το οποίο στο πεδίο αρχιτεκτονικής, όπως και σε αυτό της αρχαιολόγίας, δεν είναι κάτι αυτονόητο αλλά περνάει μέσα από αξιολογήσεις και διαρκή σύνθεση. Και για να είμαι σαφής ξεκαθαρίζω ότι μιλάω για το επίπεδο της αντιπαράθεσης και δεν εννοώ με τα παραπάνω ότι η πράξη της κατεδάφισης είναι σωστή. Λέω όμως ότι αν ακούσω την επίσημη αιτιολόγηση ίσως να την θεωρήσω λιγότερο λάθος από αυτό που προσπαθούν κάποιοι να με πείσουν ότι είναι.

Αυτό που θεωρώ πιθανότερο είναι ότι η πρόθεση του Tschumi να κατεδαφιστούν τα κτίρια έχει να κάνει με την θέση του μουσείου σε σχέση με την Ακρόπολη και με το γεγονός ότι τα δυο κτίρια στέκονται ανάμεσα στο παλιό και σε αυτό που φιλοδοξεί να αποτελέσει «νέο μνημείο»… Δεν είναι παράλογο να θέλει ο Tschumi το μουσείο να φαίνεται χωρίς να υπάρχουν εμπόδια, όσο παλιοκαιρισμένη κι αν είναι σήμερα μια τέτοια αρχιτεκτονική θέση, γιατί μιλάμε για ένα κτίριο που η ιδέα της «θέασης» παίζει κομβικό ρόλο, ειδικά αν αυτή η θέαση είναι από και προς την Ακρόπολη. Και επειδή μιλάμε για ένα κτίριο που θα δημοσιευθεί παντού και και θα γραφούν πολλά γι’αυτό παγκοσμίως και όχι απλά σε εθνικό επίπεδο (ήδη γράφονται), ο Tschumi θέλει το concept του να δουλέψει «καλά» και το κτίριο να λειτουργεί ως μνημείο με την μοντέρνα έννοια του όρου, δηλαδή «γυμνό» γύρω γύρω και ορατό σχεδόν από παντού. Δεν τον πολυνοιάζει τον Tschumi το τι θα βλέπουν και αν θα βλέπουν οι τουρίστες και οι νεοέλληνες από το εστιατόριο. Είναι πολύ μικρό κάτι τέτοιο για να καθίσει να ασχοληθεί και να έρθει σε αντιπαράθεση, τον νοιάζει πως θα φαίνεται το μουσείο από απόσταση, τον νοιάζει το concept του και πώς θα εξυπηρετείται αυτό, τον νοιάζει να λειτουργήσουν καλά οι δημοσιεύσεις του και να διαφημίσει το όνομα του και το μουσείο. Αυτό δεν είναι παράλογο γιατί μαζί με τον Tschumi και το μουσείο θα διαφημιστεί και η Αθήνα και η Ελλάδα. Η αντίθετη άποψη που λέει ότι η Ελλάδα και η Αθήνα δεν χρειάζονται διαφήμιση είναι πολύ γλυκιά και ρομαντική αλλά καθόλου ρεαλιστική, Ίσως η Αθήνα δεν θα έπρεπε να χρειάζεται διαφήμιση γιατί είναι η Αθήνα, αλλά από την άλλη κανείς δεν θα έρθει να αφήσει τα ωραία του λεφτά στην χώρα μας επειδή είμαστε μάγκας λαός και τρώμε πίτα-γύρο και έχουμε για παππού μας τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα, χρειάζονται σύγχρονες υποδομές και καλή διαφήμιση, όχι προγονοπληξία και υπερβολική υπερηφάνεια

Άλλωστε για την ιστορία με τα νεοκλασικά το τελευταίο που δικαιούμαστε να είμαστε είναι υπερήφανοι ως λαός κι αυτό γιατί δεν μας φταίει ούτε ο Tschumi, ούτε το νέο μουσείο ούτε οι τουρίστες, ούτε το εστιατόριο που τα δυο νεοκλασικά είναι από τα τελευταία. Φταίει το ξερό μας/σας το κεφάλι, γιατί φταίμε κι εμείς που δεν έμεινε τίποτα όρθιο γιατί κι εμείς γκρεμίζαμε τόσα χρόνια για να χτίσουμε αυτό το πράγμα που μοιάζει με πόλη αλλά ουσιαστικά είναι μια τεράστια τσιμεντένια φαβέλα. Ο θείος Καραμανλής έφτιαξε την αντιπαροχή και ο Ελληνικός λαός την επικύρωσε με αστυφιλία και ανάποδα, ο λαός έφτιαξε την αστυφιλία και ο Καραμανλής την επικύρωσε με αντιπαροχή ενώ αλλού μεταπολεμικά το ίδιο ακριβώς πρόβλημα το οποίο ήταν παγκόσμιο φαινόμενο αντιμετωπίστηκε με οργανωμένη πολεοδόμηση. Ο τωρινός παραλογισμός λοιπόν δεν είναι τίποτα άλλο από τη συνέπεια και τη συνέχεια ενός διαρκούς παραλογισμού που κόστισε στην Αθήνα την απώλεια του αρχιτεκτονικού της πλούτου. Όταν έγινε στο Παρίσι το Pompidou ξηλώθηκε μια ολόκληρη γειτονιά από παλιά κτίρια (ίσως πιο σπουδαία από τα 2 της ιστορίας μας) όμως η διαφορά είναι ότι εκεί υπήρχε η δυνατότητα να γίνει κάτι τέτοιο γιατί το Παρίσι είναι γεμάτο από τέτοια κτίρια καθώς στο παρελθόν υπήρξε μέριμνα και σχεδιασμός για οργανωμένη αστική και προαστιακή ανάπτυξη. Αυτό δεν σημαίνει ότι βρίσκω σωστή την κατεδάφιση, απλά αναφέρω τα παραπάνω για να καταδείξω πόσο υποκριτική είναι η στάση μας όταν καταγγέλλουμε όπως καταγγέλλουμε αποκρύπτοντας την ολότητα της ιστορίας και εστιάζοντας σε ένα μόνο απόσπασμα της. Η στάση μας είναι ακόμα πιο υποκριτική όσο σκέφτομαι ότι οι περισσότεροι από αυτούς που φωνάζουν τώρα σιωπούσαν όταν γκρεμιζόταν το Φιξ, δεν έχουν πει κουβέντα για την εγκατάλειψη των Ξενία, δεν έχουν ιδέα για την αρχιτεκτονική ιστορία της Ελλάδας και παρόλα αυτά επιθυμούν σε αυτό το ζήτημα να παρουσιαστούν ως θεματοφύλακες της «αρχιτεκτονικής μας κληρονομιάς».

Για τον λόγο αυτό, όσο επιφυλακτικός είμαι απέναντι στο μουσείο, τόσο οφείλω να είμαι, και είμαι, απέναντι σε αυτούς που φωνάζουν ενάντια σε αυτό. Άλλωστε δεν είναι η πρώτη φορά που το μουσείο γίνεται πεδίο αντιπαράθεσης. Στο παρελθόν το έργο καταγγέλθηκε επανειλημμένα, και μάλιστα από ανθρώπους οι οποίοι σήμερα εμπλέκονται στην υλοποίηση του και πιθανόν μελλοντικά να το διαφημίζουν ως δικό τους έργο. Πρόσφατα περιπλανήθηκα σε διάφορα links σχετικά με την υπόθεση, διάβασα σχόλια και άρθρα για και προς τον Tschumi και θυμήθηκα διάφορες ιστορίες και ρεπορτάζ, τις περισσότερες φορές πολύ αποσπασματικά και μάλλον άδικα. Θεωρώ πως η στάση μας και οι απαιτήσεις μας από αυτό είναι μάλλον εξ’ αρχής εντελώς λάθος και γι’αυτό υπερβολικές οι απόψεις και οι αντιδράσεις. Δεν είναι δυνατόν να θέλουμε και τα αρχαία του οικοπέδου και τα νεοκλασικά κτίρια και τη θέα προς την Ακρόπολη και το πράσινο και την εγγύτητα στον ιερό βράχο και το σούπερ γουάου μουσείο που θα γίνει κράχτης για να επιστραφούν τα μάρμαρα του Παρθενώνα, θα είναι φτηνό αλλά ταυτόχρονα κερδοφόρο και υπερσύγχρονο χωρίς όμως να γεννήσει μια βίαιη αντιπαράθεση όγκων που θα θίγει τον αστικό ιστό και χωρίς να χαθεί τίποτα (το διάβασα κι αυτό κάπου). Δεν γίνονται όλα αυτά μαζί ειδικά σε μια πόλη σαν την Αθήνα και πολύ περισσότερο σε ένα οικόπεδο όπως το συγκεκριμένο. Δεν έχω καμία διάθεση να υπερασπιστώ τον Tschumi ή το μουσείο σαν κτίριο, δεν με ενδιαφέρει κάτι τέτοιο, επαναλαμβάνω ότι διαφωνώ με την κατεδάφιση αλλά οφείλω να υπερασπιστώ την ελευθερία του οποιουδήποτε σχεδιαστή, όπως και του κάθε ειδικού, να προτείνει σενάρια και αυτά είτε να γίνονται αποδεκτά ή να απορρίπτονται. Αυτή είναι η δουλεία των αρχιτέκτονων οι οποίοι δεν είναι ούτε απλοί καλλιτέχνες, ούτε κοινοί τεχνολόγοι – εκτελεστές κάποιων δεδομένων αιτημάτων όπως κάποιοι θέλουν να νομίζουν. Έχουν επιχειρήματα, θέσεις, απόψεις, προτείνουν λύσεις και ίσως κάνουν και λάθη αλλά γι’αυτά κρίνονται και οι τελικές αποφάσεις λαμβάνονται πάντα από τους αναδόχους των έργων. Αυτό που εννοώ είναι ότι το βάρος και οι ευθύνες της απόφασης δεν πέφτουν σε αυτόν που κάνει την πρόταση άλλα σε αυτόν που την επικυρώνει και στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι μια συγκεκριμένη επιτροπή και το Υπουργείο Πολιτισμού.

Αν κάτι πρέπει να καταγγελθεί λοιπόν είναι οι θέσεις του Υπουργείου αλλά αυτό που βλέπω είναι μια γενικότερη επίθεση στο μουσείο με αφορμή τα νεοκλασικά. Το μόνο που θα θυμίσω κλείνοντας είναι ότι στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, δεν έχει υπάρξει μεγάλο έργο ή σχέδιο για μεγάλο έργο, επιτυχές η μη, που να μην έχει γίνει δέκτης παρόμοιας κριτικής και να μην έχει καθυστερήσει ή τελικά εγκαταληφθεί για παρόμοιους λόγους.