Archive for Δεκέμβριος 2008

h1

Στον παρατημένο τόπο, τα παιδιά μεγαλώνουν νωρίς

15/12/2008

(Δημοσιεύω ένα κείμενο που μου έστειλε η ζωγράφος Τέτα Μακρή της οποίας τα γραφόμενα εκτιμώ και συναισθάνομαι)

ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΤΗΜΕΝΟ ΤΟΠΟ, ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΕΓΑΛΩΝΟΥΝ ΝΩΡΙΣ.

Είμαι υπέρ της συντήρησης των πραγμάτων, υπέρ της διαφύλαξης των σχέσεων.
Θλίβομαι βαθύτατα για τις φθορές στα πανεπιστήμια και τις βιβλιοθήκες.
Προσπαθώ να θυμώσω μ’ αυτά τα παιδιά που διεκδικούν (συχνά με λάθος τρόπο) ένα καλύτερο αύριο. Όμως, δεν τα καταφέρνω. Ο θυμός μου δαπανήθηκε στη διαδρομή, σε αιτίες, περισσότερο σημαντικές.

Την δολοφονία του Αλέξη και όλων των προηγούμενων από «εκπαιδευμένους» αστυνομικούς.
Τους ξυλοδαρμούς (η ιστορία με την ζαρντινιέρα έχει σχέση μήπως με οικολογικές ανησυχίες;)
Τα τροχαία. Ένα χωριό εξαφανίζεται κάθε χρόνο.
Τις αυτοκτονίες στο στρατό.
Την συστηματική συγκάλυψη των οικονομικών σκανδάλων.
Την ανεργία.
Την προβληματική περίθαλψη.
Την προβληματική παιδεία.
Το προβληματικό σωφρονιστικό σύστημα.
Την απουσία κοινωνικής νοημοσύνης και τον υφέρποντα ρατσισμό.
Την αδιαφορία για το περιβάλλον.
Την καμένη ύπαιθρο, σπαρμένη με αυθαίρετα που κάθε λίγο εντάσσονται στο σχέδιο.
Την αισθητική και λειτουργική υποβάθμιση των πόλεων.
Την πολυτέλεια, την πρόκληση, τη χυδαιότητα, ενός μέρους της κοινωνίας.

Δεν υπάρχουν αθώοι. Είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι γι’ αυτά.
Δεν ανήκω σε καμιά θρησκεία. Στην κοσμοθεωρία μου δεν έχει θέση η τιμωρία και η ανταμοιβή.
Δεν κάνουν τον ύπνο μου καλύτερο, ούτε πιο μαγική τη σχέση μου με το φαινόμενο της ζωής,.
Απαιτώ όμως να μην υπάρξει και αυτή τη φορά συγκάλυψη.
Δεν έχω, δυστυχώς, εμπιστοσύνη στο κράτος. Αισθάνομαι μόνο απογοήτευση.
Δεν καταφέρνω να οργιστώ μ’αυτά τα παιδιά. Αισθάνομαι όμως εμπιστοσύνη.
Το αύριο, το ζήσαν σήμερα. Μεγάλωσαν νωρίς!

Τέτα Μακρή, ζωγράφος.

(Στη μνήμη του Αλέξη Γρηγορόπουλου, που δεν πρόλαβε να ζήσει)

Advertisements
h1

Ποιοι είναι οι κουκουλοφόροι;

12/12/2008

Η ερμηνευτική παρελαύνει μαζί με μια ανόητη διδακτική στην τηλεόραση και τα ΜΜΕ. Κανείς δεν έχει καταλάβει τι συμβαίνει, κάποιοι προσπαθούν να συνετίσουν τους «άτακτους» μαθητές, με λόγια ή με ξύλο. Η απουσία κατανόησης του φαινομένου πέρα από παντελής είναι και εμφανής. Ο λόγος είναι η δομή και η μέθοδοι της υπάρχουσας ερμηνευτικής συλλογιστικής η οποία ηθελημένα ή μη παραμένει προκλητικά στρουκτουραλιστική, κουβαλώντας όλα τα κατάλοιπα μιας γενιάς Ελλήνων που έμαθε να σκέφτεται με έναν και μόνο τρόπο, μηχανικά, αρνούμενη να δει ότι η πραγματικότητα και τα γεγονότα, ειδικά τα σημερινά, διακρίνονται από μια απροσδιόριστη πολλαπλότητα και μια μη ελεγχόμενη δυναμική. Ίσως να φταίει ότι δεν ζήσαμε ποτέ τον Μάη του ’68 ώστε να αλλάξουμε τρόπο αντίληψης και κατανόησης των κοινωνικών φαινομένων. Ο Μάης του ’68 μας χάρισε τον μεταδομισμό ο οποίος μας θύμισε ότι τα φαινόμενα μπορούμε να τα αντιληφθούμε και να τα προσεγγίσουμε μόνο ως φαινόμενα (με την φιλοσοφική έννοια του όρου). Η κάθε προσπάθεια ερμηνείας οφείλει να αποδεχθεί αυτό ως βάση αλλιώς είναι καταδικασμένη να είναι ή τόσο υποθετική που να καθίσταται κατασκευασμένη, είτε τόσο απλουστευτική ώστε να είναι λανθασμένη αν όχι αποτυχημένη.

Στην προσπάθεια τους να ερμηνεύσουν το ποτάμι της οργής και χωρίς να ανήκουν οι ίδιοι στους οργισμένους, δημοσιογράφοι και πολιτικοί προσπαθούν να κατατάξουν, να ομαδοποιήσουν και να διαχωρίσουν. Σε αυτή την κοινωνική διαμάχη των ημερών κάποιοι κάνουν το λάθος να κατανέμουν το πλήθος σε διαφορετικές «ομάδες», να κατανέμουν ρόλους και τελικά να καταλήγουν σε λάθος συμπεράσματα. Αν αυτό συμβαίνει ηθελημένα ή μη θα μου επιτρέψετε να μην το απαντήσω καθώς δεν μπορώ να το τεκμηριώσω παρόλο που έχω την άποψη μου. Σε κάθε περίπτωση το βέβαιο είναι ότι συμβαίνει. Έτσι, η διάκριση που κάνουν πολιτικοί και δημοσιογράφοι κατανέμει το πλήθος τεχνηέντως σε ομάδες όπως είναι οι διαδηλωτές, οι μαθητές,  οι αλλοδαποί (οι οποίοι άγνωστο γιατί δεν ονομάζονται μετανάστες), οι πλιατσικολόγοι, οι κομματικά ενταγμένοι, οι ανένταχτοι, οι αντιεξουσιαστές και οι αναρχικοί, οι κουκουλοφόροι κλπ. Οι σχέσεις ανάμεσα στις ομάδες αυτές εκλαμβάνονται λανθασμένα ως διχοτομίες που λειτουργούν ψηφιακά, με λογική είναι/δεν είναι. Για παράδειγμα η συλλογιστική αυτή μας λέει ότι οι πλιατσικολόγοι είναι και κουκουλοφόροι ενώ οι μαθητές δεν είναι οι πολιτικά ενταγμένοι. Το κορυφαίο δε είναι ότι γίνεται διαχωρισμός ανάμεσα σε διαδηλωτές και κουκουλοφόρους, οι δεύτεροι μάλιστα κατατάσσονται σχεδόν αυτόματα ως εχθροί της δημοκρατίας, εγκληματίες, άτομα με αποκλείνουσες συμπεριφορές, χούλιγκανς κλπ.

Αυτό που είναι γεγονός είναι ότι η παραπάνω λογική παράγει μια λάθος εικόνα για το φαινόμενο. Ταυτόχρονα όμως εκτός από αυτή την λάθος εικόνα κάποιοι κάνουν και το λάθος να υποθέτουν περισσότερα από όσα γνωρίζουν συλογιζόμενοι σύμφωνα με αυτά που νομίζουν. Θα κάνω μια παρένθεση εδώ για να πω κάτι που έχω πει και στο παρελθόν, ότι η αντίληψη είναι προβολική. Το ίδιο και η ερμηνευτική διαδικασία. Σε μεγάλο βαθμό προβάλουμε οι ίδιοι την εικόνα που βλέπουμε, το ίδιο και την ερμηνεία της. Ο μπάτσος νομίζει ότι βλέπει παντού εγκληματίες και ερμηνεύει την κάθε πράξη ως πιθανή πράξη ενοχής, αντίστοιχα ο αναρχικός νομίζει ότι όλοι είναι ασφαλίτες και ερμηνεύει όλες τις πράξεις ως πιθανό φακέλωμα, χαφιεδισμό κλπ. Δεν θα αναλύσω το γιατί αυτό συμβαίνει (ίσως κάποια άλλη στιγμή), το αναφέρω απλά ως παράδειγμα για να πω ότι το ίδιο συμβαίνει με τους πολιτικούς και εξηγώ:

Οι πολιτικοί εκλαμβάνουν τον εαυτό τους και την «δημοκρατία» ως σταθερά, ως την αρχή των αξόνων (το Καρτεσιανό 0,0), ερμηνεύουν τις κοινωνικές δυναμικές μέσα από δείκτες και στατιστικές που κατατάσσουν, ομαδοποιούν και διαχωρίζουν, είναι μάλλον αναμενόμενο να κατανοούν το φαινόμενο βλέποντας το πλήθος ως ομάδες – κοπάδια.  Κάποια κοπάδια είναι αυτόνομα, κάποια κατευθυνόμενα, κάποια κοπάδια περιέχουν κάποια άλλα και κάποια περιέχονται από άλλα. Σε κάθε περίπτωση αυτοί οι άνθρωποι αντί να βλέπουν μια κοινωνική έκρηξη, μια λαϊκή εξέγερση (ως τέτοια παρουσιάζεται στο εξωτερικό) βλέπουν παντού κοπάδια και γι’ αυτό μιλούν για εχθρούς της δημοκρατίας, καπελωμένους από τον ΣΥΡΙΖΑ, οργανωμένα σχέδια, υποκεινούμενους από μυστικές υπηρεσίες (έλεος ρε Αλέκα) κλπ. Οι δημοσιογράφοι ερμηνεύουν με τρόπο ίδιο με τους πολιτικούς και μάλλον δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι κι αυτοί έχουν μάθει να ερμηνεύουν την επιτυχία τους μέσα από δείκτες και αριθμούς… Ίσως από την άλλη να ισχύει το πιο απλό σενάριο που τους θέλει απλά να παίζουν το παιχνίδι των κομμάτων.

Σε κάθε περίπτωση, η συλλογιστική που κατατάσσει σε ομάδες και εφευρίσκει σενάρια τα οποία στην συνέχεια προσπαθεί να επιβεβαιώσει είναι λάθος. Αν η κοινωνία λειτουργούσε τόσο μηχανικά ώστε να μπορούν να διαχωριστούν οι άνθρωποι σε ομάδες που έχουν συγκεκριμένες και σαφείς σχέσεις τότε οι σχολές κοινωνιολογίας θα άνηκαν στα Πολυτεχνεία, όχι στις ανθρωπιστικές επιστήμες. Για να το θέσω πιο απλά και μαζί πιο σύνθετα, είναι λάθος να βλέπουμε το πλήθος που βρέθηκε στο δρόμο αυτές τις μέρες ως ένα παζλ κοινωνικών ομάδων που έχει ξεκάθαρα διαχωρισμένα κομμάτια γιατί δεν υπάρχουν τείχη ανάμεσα στους ανθρώπους και οι σχέσεις δεν είναι ψηφιακές αλλά αναλογικές. Είναι καλύτερα να δούμε το πλήθος ως ένα μωσαϊκό από πάμπολλες μοναδικές ψηφίδες, κάποιες πιθανότατα είναι ομαδοποιημένες και έλκονται ισχυρά, κάποιες άλλες είναι ανεξάρτητες, κάποιες τρίτες ανήκουν σε πολλές ομάδες ψηφίδων, ετερόκλητες, ίσως να έλκονται χαλαρά από κάποιες άλλες, ίσως και να απωθούνται. Λέω απλά ότι στην πραγματικότητα δεν μιλάμε για μάζες ούτε για ομάδες, άλλα για πολλές ανεξάρτητες δυναμικές που έλκονται και απωθούνται μέσα σε ένα συνεχές το οποίο είναι διαρκώς μεταβαλλόμενο. Μιλάμε για πολλαπλά υποκείμενα, που όλα είναι μοναδικά και γι’ αυτό σχεδόν όλα αποκλίνουν από τα μοντέλα και τα χαρακτηριστικά με τα οποία κάποιοι προσπαθούν να τα εντάξουν σε ομάδες και να τα ερμηνεύσουν. Με μια τέτοια λογική συνειδητοποιούμε ότι ο μετανάστης μπορεί να είναι και μαθητής και διαδηλωτής και ίσως και ο νοικοκύρης να έγινε πλιατσικολόγος και αν αρχίσουμε να διασταυρώνουμε όλες τις ομάδες που τεχνητά κάποιοι έφτιαξαν αυτές τις μέρες θα δούμε ότι δεν υπάρχουν τείχη ανάμεσα τους, ότι λιγότερο ή περισσότερο μιλάμε για πολλαπλά υποκείμενα που μπορούν να πάρουν παραπάνω από μια μορφές και ότι οι αποστάσεις που τα χωρίζουν δεν είναι τόσο μεγάλες. Μάλιστα ειδικά σε αυτή την περίπτωση αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο καθώς αυτό που κατέβασε τον κόσμο στον δρόμο δεν ήταν μια δέσμη αιτημάτων που κατευθύνονταν από ιδεολογίες ή ιδεοληψίες, δεν ήταν η διεκδίκηση αυτού που θα ήθελε η κοινωνία, ήταν απλά η οργή ενάντια σε αυτό που δεν ήθελε και δεν θέλει. Αντίθετα με κάποιους που θεωρούν ότι τα κινήματα πρέπει να έχουν ιδεολογικό υπόβαθρο εγώ θεωρώ ότι ακόμα και το «δεν θέλω» είναι υπεραρκετό για να κατατάξει το φαινόμενο των ημερών στην σφαίρα της λαϊκής εξέγερσης, κάτι που η κυβέρνηση εξακολουθεί να αγνοεί παραμένοντας γατζωμένη, αν και ασθμαίνουσα, στην εξουσία.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι όσο συνεχίζεται αυτή η λογική πολιτικών και δημοσιογράφων, που εθελοτυφλώντας θέτει εκτός του κοινωνικού πλαισίου την μερίδα των οργισμένων και αυτών που τα σπάνε, σαν όλοι αυτοί να ήρθαν από άλλο πλανήτη, θα πολλαπλασιάζονται τα χαρακώματα και οι κουκουλοφόροι. Όσο περισσότερο η πολιτικοί και οι δημοσιογράφοι στήνουν οχυρά γύρω από την κοινωνία των νοικοκυραίων και αποκλείουν όχι μόνο απροκάλυπτα αλλά επιδεικτικά αυτό το τμήμα της νεολαίας και της κοινωνίας ονομάζοντας τους κουκουλοφόρους και εγκληματίες, τόσο περισσότερο θα πρέπει να οχυρώνονται οι νοικυραίοι. Από την άλλη το ίδιο θα συμβεί και στην περίπτωση που συνεχίσει να επιχειρείται το αντίθετο, η εγκόλπωση των νέων στο παρόν σύστημα και την κοινωνία των φιλήσυχων νοικοκυραίων που ζουν χωρίς προσδοκίες. Αν κάποιοι συνεχίσουν να προσπαθούν να τους διδάξουν «αξίες» και να τους κάνουν σιωπηλούς Ελληνορθόδοξους, περήφανους ραγιάδες με άδειο στομάχι, λαμόγια με πλαστικές ζωές, φερέφωνα και γλύφτες πολιτικών και να προσπαθούν να τους κατασκευάσουν και/για να τους καπελώσουν τότε και πάλι τα χαρακώματα θα πολλαπλασιαστούν και οι κουκούλες θα επανέλθουν.

Αυτό που απαιτείται δεν είναι απλά η αλλαγή πολιτικής και τα μπαλώματα του συστήματος, είναι μια νέα αντίληψη για τα πράγματα που θα ξεκινάει από την απόρυψη του παλιού τρόπου σκέψης που περιγράφω πιο πάνω και την απομάκρυνση από την συλλογιστική των πολιτικών και των νυκοκυραίων που ομαδοποιεί, κατατάσσει, εξισώνει ισοπεδωτικά και διαφοροποιεί πολικά. Αυτό διεκδικούν τα παιδιά μόνο που δεν ξέρουν πως να το πουν και δεν υπάρχει κανείς να τα ακούσει. Θέλουν μια κοινωνία με επίκεντρο τον πολίτη και όχι το κράτος, θέλουν στο προσκήνιο τον σεβασμό, όχι μόνο της ισότητας, αλλά πρωτίστως του δικαιώματος στη διαφορετικότητα, τον σεβασμό του υποκειμένου, της αυτοδιάθεσης, της αυτονομίας (όχι μόνο της οικονομικής). Δεν είναι καθόλου τυχαίο μάλλον ότι αυτές είναι διεκδικήσεις του Μάη του ’68, σαράντα χρόνια μετά.

Θέλω να συγχαρώ θερμά και ειλικρινά τα παιδιά της εκπομπής του ΑΝΤ1 Ράδιο Αρβύλα. Εδώ και μια εβδομάδα, χωρίς να είναι δημοσιογράφοι, μετέτρεψαν την χιουμοριστική εκπομπή τους σε έναν πολύ ουσιαστικό και αντικειμενικό πυρήνα σχολιασμού και είπαν χωρίς περικοπές και αυτολογοκρισία, ξεκάθαρα, αυτά που όλοι σκεφτόμαστε εμείς που δεν έχουμε μικρόφωνα και κάμερες. Σας ευχαριστώ, προσυπογράφω κάθε κουβέντα σας!

h1

Περί γνωστών και αγνώστων

09/12/2008

Παρακολουθώ από χθες το βράδυ μια έντεχνη αλλά ιδιαίτερα άτεχνη προσπάθεια να αποπροσανατολιστεί η κοινή γνώμη και να βαφτιστεί, ή μάλλον να στιγματιστεί, αυτό που είναι ξεκάθαρα μια λαϊκή εξέγερση ως πράξη αναρχικών, αντιεξιουσιαστών, κουκουλοφόρων, γνωστών αγνώστων δεν ξέρω κι εγώ τι. Ε λοιπόν φτάνει το παραμύθι, είναι ηλίθιο να προσπαθούν να μας πείσουν ότι αυτοί που τα σπάνε είναι κάποιες ομάδες εγκληματιών ή οι δέκα αναρχικοί των Εξαρχείων. Τα ξένα μέσα μαζικής ενημέρωσης μιλάνε σαφώς για λαϊκή εξέγερση, έχετε ίντερνετ και μπορείτε να το ελέγξετε, εδώ οι δημοσιογράφοι το κάνουν γαργάρα και αρνούνται να δουν το προφανές.

Ακόμα κι αν κάποιοι θεωρούν ότι αυτοί που τα σπάνε είναι κάποιοι άλλοι από τον ελληνικό λαό, κάποιοι που δεν είναι λαός, κάποιοι «λιγότερο σώφρονες» που «χτυπούν τυφλά» τις «περιουσίες» κάποιων «καλών νοικοκυραίων», μάλλον θα πρέπει να αναλογιστούν ότι αυτοί που τα έσπασαν χθες είναι κάποιες πολλές χιλιάδες και ότι δεν γεννήθηκαν οργισμένοι, κάποιος τους έκανε, τους πολλαπλασίασε, τους εξόργισε, τους έδωσε απλόχερα τα αίτια και την αφορμή να πιάσουν πέτρες και μολότοφ. Ποιος είναι αυτός ο κάποιος; Το ίδιο το κράτος και οι δημοσιογράφοι που τους βαφτίζουν «γνωστούς αγνώστους» και αυτόματα τους περιθωριοποιούν, αγνοώντας επιδεικτικά ότι αυτοί είναι ένα κομμάτι της κοινωνίας και μάλιστα ιδιαίτερα μεγάλο πλέον. Κύριοι ξυπνήστε, αυτή τη φορά αυτοί που τα σπάνε δεν είναι γνωστοί άγνωστοι, είναι τα παιδιά σας μαζί με όλους τους αποκλεισμένους και αυτοί δεν είναι μόνο κάποιοι περιθωριακοί ή κάποιοι αλήτες.

Σε καμιά περίπτωση δεν επικροτώ το να καίγονται μαγαζιά και αυτοκίνητα. Αυτό που λέω είναι ότι η συμπεριφορά των ΜΜΕ σήμερα είναι τόσο κοντόφθαλμη που περίπου συμπυκνώνεται στη φράση «εδώ ο κόσμος χάνεται και το μουνί χτενίζεται». Δεν είναι δυνατόν να μιλάμε σήμερα για το πόσα καταστήματα κάηκαν και να μας απασχολεί πρωτίστως αυτό που είναι απλά η παρενέργεια της λαϊκής οργής. Θα έπρεπε να μας απασχολεί η πολιτική κατάσταση και κυρίως η λαϊκή αγανάκτηση καθαυτή και τα αίτια της. Υπάρχουν αίτια που πυροδότησαν το κύμα ανομίας, θα έπρεπε να μας απασχολούν, θα έπρεπε να μας απασχολεί η άφαντη νυν, άλλα ήδη πρώην, κυβέρνηση του τσαμπουκά Καραμνλή και της αυλής του που περιλαμβάνει παπάδες, ακροδεξιούς, λαμόγια και κοινούς αχρήστους. Δεν μπορεί σήμερα να διερωτώνται οι δημοσιογράφοι γιατί κάηκε η Ελλάδα και να μας λένε σοκαρισμένοι για τις καταστροφές «είναι απαράδεκτο». Ναι είναι απαράδεκτο αλλά είναι επίσης πιο απαράδεκτο το ξύλο, η βία της αστυνομίας, η απουσία των ατομικών δικαιωμάτων, οι δολοφονίες μεταναστών και άοπλων πολιτών από αστυνομικούς, ο ακήρυχτος πόλεμος και τελικά η Ελληνική δικαιοσύνη η οποία δεν λειτουργεί, δεν αποδίδει δικαιοσύνη, μεροληπτεί, προστατεύει απροκάλυπτα τους «εκπροσώπους του κράτους» και προκαλεί.

Σήμερα με θίγει βαθύτατα να ακούω τις κυρίες του Κολωνακίου να κλαίνε για τους καμένους πολυελαίους των καταστημάτων τους (ναι το άκουσα κι αυτό στην TV) που ήταν ασφαλισμένοι και που θα αποζημιωθούν από το κράτος, ας πάνε να διεκδικήσουν τα καμμένα από τον άφαντο και ανίκανο Καραμανλή, αυτόν τον παλιάτσο που ψήφισαν, αυτόν που πυροδότησε την λαϊκή οργή και δεν έκανε τίποτα για να τους προστατεύσει. Συγγνώμη, αλλά σήμερα εγώ λυπάμαι για άλλα πράγματα περισσότερο από ότι λυπάμαι για το Κολωνάκι. Για να μην παρεξηγηθώ, διευκρινίζω ότι αναφέρομαι στις κυρίες του Κολωνακίου, συγγνώμη αν θίγω κάποιον άλλο, δεν έχω τέτοια πρόθεση, έχω απόλυτη συναίσθηση ότι δεν είναι όλοι εύποροι και υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι που έχουν σοβαρό πρόβλημα σήμερα, νέοι που θα χάσουν τη δουλειά τους και αυτό είναι αυτονόητα καταδικαστέο. Όμως αυτή τη στιγμή στην κλίμακα των αξιών μου οι υλικές καταστροφές είναι κάτι δεύτερο και με θίγει να παρουσιάζεται σαν πρώτο γιατί δεν είναι. Δεν μπορεί να είναι πρώτο γιατί τα προβλήματα από τις καταστροφές θα λυθούν, όμως η ανασφάλεια, η ανομία, η βία, το αίμα έχει πληγώσει και στιγματίσει ακόμα μια γενιά νέων ανθρώπων. Αυτό που καταγγέλλεται θα έπρεπε να είναι όχι οι καταστροφές αλλά η ανομία ως πραγματικότητα.  Κι αν ξεκινήσουμε μια σοβαρή κουβέντα για την ανομία θα δούμε ότι σαφώς και ξεκινάει από το ίδιο το κράτος. Δεν έχουν δικαίωμα όλοι αυτοί που εκπροσωπούν το κράτος να καταγγέλλουν τη βία όταν οι ίδιοι την τρέφουν, την συντηρούν και την αναπαράγουν. Το ίδιο ισχύει και για τους δημοσιογράφους, τους παπάδες και όλους αυτούς που αποδεδειγμένα πλέον κάνουν business με το κράτος. Όλοι αυτοί συντηρούν την ανομία, την ανέχεια, την κακομοιριά, το έλλειμμα δημοκρατίας, ισότητας, ισονομίας, αξιοκρατίας και όλα όσα οι μεγαλύτεροι έμαθαν να ονομάζουν Ελλάδα και οι νέοι σήμερα δεν ανέχονται.

Μια γιαγιά είπε το πρωί στην TV, «Αχ, πάει η Ελλαδίτσα μας», πραγματικά κατανοώ την πικρία αλλά δεν την συμμερίζομαι. Εύχομαι να πάει στο καλό η Ελλαδίτσα σας γιατί αυτό είναι το πρόβλημα, ότι είναι και Ελλαδίτσα και δική σας, προτιμώ μια χώρα που θα λέγεται Ελλάδα, δεν θα ανήκει σε κανέναν και θα μεριμνά για όλους, και για εσάς και για εμάς.

Μέσα στο χθεσινό χάος βρήκα υπέροχο το φλεγόμενο δέντρο του Συντάγματος, έργο τέχνης! Potlach!

περισσότερα για το θέμα της δολοφονίας του μικρού Αλέξανδρου έχω γράψει στο post «σε κατάσταση ομηρίας» (κλικ)

h1

Σε κατάσταση ομηρίας…

08/12/2008

Ο καιρός είναι είρωνας, όμορφη μέρα με φως, δηλαδή ακριβώς το αντίθετο από αυτό που συμβαίνει σήμερα. Mε εξαίρεση τον καιρό είναι κακή μέρα, σκοτάδι, μεσαίωνας. Δεν είναι μόνο ότι χάθηκε μια ζωή, το χειρότερο είναι ότι αυτό δεν είναι ένα τυχαίο περιστατικό, δεν είναι μια παράπλευρη απώλεια, είναι το μάλλον αναμενόμενο τίμημα ενός ακήρυχτου πολέμου που δεν ξεκίνησε προχθές και ούτε θα λήξει αύριο. Ακριβώς για τον λόγο αυτό δεν έχει ιδιαίτερο νόημα να εστιάσει κανείς την αναζήτηση των αιτίων των επισοδείων αποκλειστικά στο γεγονός του θανάτου και είναι τουλάχιστον υποκριτικό να αναζητά η κυβέρνηση ευθύνες μόνο στην αστυνομία. Ο αστυνομικός που πάτησε την σκανδάλη δεν είναι παρά ο τελευταίος κρίκος σε μια μακρά αλυσίδα και το γεγονός της εν ψυχρώ δολοφονίας καθαυτό το προϊόν μιας πραγματικότητας που έχει διαμορφωθεί εδώ και πολλά χρόνια και οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην γέννεση τέτοιων φαινομένων.

Δεν είναι η πρώτη φορά που αστυνομικός πυροβολεί εν ψυχρώ άοπλο πολίτη και βεβαίως δεν είναι η πρώτη φορά που κάποιοι τα σπάνε. Η πόλωση, η βία, οι ακρότητες και φυσικά η κατάχρηση εξουσίας δεν εμφανίστηκαν χθες από το πουθενά. Σε μια χώρα που δεν έχει καμία κουλτούρα σεβασμού των ανθρώπινων ελευθεριών το χθεσινό δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό όπως κάποιοι (κυβέρνηση – αστυνομία) προσπαθούν να μας πείσουν, και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως τέτοιο. Το πρόβλημα είναι ευρύτατο και η έκρηξη οργής δεν αφορά αποκλειστικά την μικροκλίμακα του χθεσινού γεγονότος των Εξαρχείων, αυτό ήταν απλά η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι το οποίο παραμένει πάντα γεμάτο και περιμένει την επόμενη σταγόνα, εκτός κι αν συμβεί κάτι (απίθανο) και αποκλιμακωθεί η ένταση που είναι μόνιμη τα τελευταία χρόνια. Όταν σε αυτό το κράτος οι μπάτσοι έχουν την δυνατότητα να δρουν μονίμως κατά παράβαση και σε βάρος του πολίτη και να παραμένουν ατιμώρητοι (πάμπολλες περιπτώσεις και δεν θα αναφερθώ ονομαστικά) τότε αυτό μοιραία γεννά μια βεντέτα και ένα αβυσσαλέο μίσος που ζητά δικαίωση. Εφόσον η Ελληνική δικαιοσύνη όχι μόνο αδυνατεί να την παρέχει αλλά αντίθετα με περίσσιο θράσος μεροληπτεί προκλητικά υπέρ αυτών των αστυνομικών που θα έπρεπε να τιμωρούνται βαρύτατα είναι αναμενόμενο κάποιοι πολίτες να διεκδικούν την αυτοδικία, δεν τους μένει άλλος τρόπος. Αν διαφωνείτε ρίξτε μια ματιά στις ποινές που επιβλήθηκαν για την περίπτωση της ζαρντινιέρας.

Οι Έλληνες αστυνομικοί θα έπρεπε να είναι προστάτες των πολιτών και μέσω αυτού της δημοκρατίας όμως δεν μπορείς να ζητήσεις από κάποιον να προστατεύσει κάτι στο οποίο δεν πιστεύει, κάτι που δεν έμαθε ποτέ τι σημαίνει. Ο Έλληνας μπάτσος εκπαιδεύεται για να είναι μπάτσος, όχι ως πολίτης που προστατεύει πολίτες αλλά ως εξουσία που προστατεύει εξουσίες και αφηρημένες ιδέες ή αν προτιμάτε ιδεοληψίες (πατρίς, θρησκεία, μαλακία). Αυτός ο κατασκευασμένος μπάτσος κυκλοφορεί με ένα όπλο και αδυνατεί να διακρίνει την διαφορά ανάμεσα σε ένα παιδί και σε έναν κακοποιό, βλέπει τα πάντα ως απειλές για μια αόριστη εξουσία, πολλαπλασιάζει τη διαφωνία του και την κάνει δολοφονία και αυτό δεν είναι απλά μια παρενέργεια αλλά η ίδια η αρρώστια του συστήματος που ο μπάτσος μέσα στο κεφάλι του νομίζει ότι προστατεύει, με το οποίο ταυτίζεται. Αυτός ο μπάτσος δεν αισθάνεται εκπρόσωπος της εξουσίας, αισθάνεται ότι είναι ο ίδιος η εξουσία, αισθάνεται ανώτερος του πολίτη και απειλούμενος από αυτόν καθώς πιστεύει ότι όλοι είναι ένοχοι μέχρι αποδείξεως του εναντίου. Ξέρω πολλούς ανθρώπους που σκέφτονται έτσι, δεν έχουν καμία αίσθηση της κοινωνικής δικαιοσύνης και στην αξιακή τους κλίμακα τοποθετούν τις ιδεοληψίες τους υψηλότερα από την ανθρώπινη ζωή. Δεν είναι μόνο αστυνομικοί, συχνά είναι παπάδες, εκπαιδευτικοί, πολιτικοί, αθλητές, δημοσιογράφοι, οικονομολόγοι, γιατροί, αριστεροί και δεξιοί κλπ. Είναι όλοι τους βλαπτικοί για την κοινωνία όπως και ο αστυνομικός με τη διαφορά ότι αυτοί δεν έχουν όπλο. Όλοι όμως αυτοί φορτίζουν και πολώνουν και όλοι τελικά συμβάλλουν ηθελημένα ή μη στην συντήρηση ενός κοινωνικού εμφυλίου. Είμαστε όλοι όμηροι αυτής της κατάστασης.

Από εκεί και πέρα δεν τρέφω καμία ελπίδα ότι θα αλλάξει κάτι, δεν έχω καμία εμπιστοσύνη στη δικαιοσύνη και φυσικά δεν έχω καμία εμπιστοσύνη στην αστυνομία ούτε στην νυν, αλλά ήδη πρώην, κυβέρνηση η οποία μιλάει για παραδειγματικές τιμωρίες και άλλα όμορφα. Το πρόβλημα πρέπει να εξεταστεί μακροσκοπικά και να μείνουν στην άκρη τα περί παραδειγματικών τιμωριών γιατί δεν είναι παρά λόγια εντυπωσιασμού (ακούω τώρα και τον Γιακουμάτο να λέει ότι θα τιμωρηθούν «αμείλικτα» οι υπεύθυνοι). Άλλωστε η λέξη «παραδειγματικά» μάλλον επισημαίνει το πόσο σκοτεινές είναι οι αντιλήψεις που κυριαρχούν στην Ελλάδα σε σχέση με τα ανθρώπινα δικαιώματα, κυριολεκτικά Μεσαίωνας καθώς χρονολογικά η πρακτική των «παραδειγματικών τιμωριών» βρίσκει της ρίζες της κάπου εκεί. Παραδειγματικά τιμωρούν οι κοινωνίες που δεν είναι σε θέση να θεσμοθετήσουν και να οργανώσουν σωστά τα νομικά τους πλαίσια, τους ελεγκτικούς και δικαστικούς φορείς ώστε να λειτουργούν δίκαια σεβόμενοι τους πολίτες και την προσωπική τους αυτοδιάθεση. Το μόνο που τους μένει λοιπόν είναι να τιμωρούν «παραδειγματικά» κάποιον ώστε να ικανοποιήσουν το λαϊκό αίσθημα και να εκφοβίσουν (παραδειγματίσουν) όλους τους υπόλοιπους για να μην κάνουν τα ίδια. Στις οργανωμένες κοινωνίες οι τιμωρίες είναι απλά αυτές που ορίζει ο νόμος και εφαρμόζονται για όλους. Επιπλέον, το να λέει κανείς ότι θα τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι δεν είναι παρά το αυτονόητο και ανεξάρτητα από το τι τελικά θα γίνει στο δικαστικό σκέλος της υπόθεσης, αυτή η επαναλαμβανόμενη δήλωση του αυτονόητου «θα τιμωρηθούν οι ένοχοι» το μόνο που κάνει είναι να ενισχύει την αίσθηση ότι επικρατεί η ατιμωρησία.

Κλείνοντας θα προσθέσω αυτό που θεωρώ ότι είναι το χειρότερο από όλα, ότι δηλαδή αυτό το κράτος δυστυχώς κατάφερε να μεγαλώσει ακόμα μια γενιά νέων παιδιών μέσα σε ένα κλίμα βίας, μίσους και ανασφάλειας. Αυτό είναι που με θλίβει περισσότερο.

Αντίο Αλέξανδρε.