h1

Η Μαντόνα και η αποτίμηση της ελαφρότητας

01/07/2008

Κάθε διείσδυση σε ζητήματα «αισθητικής» είναι κάτι που ασχολείται με το υποκειμενικό και γι’ αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για μια κριτική ή διάλογο περί «αισθητικής» γιατί η κριτική δεν γίνεται με δίπολα τύπου μου αρέσει / δεν μου αρέσει ειδικά όταν εγώ αποδέχομαι το δικαίωμα του καθένα να του αρέσει ότι εκείνος θέλει να του αρέσει και αυτό άσχετα από το αν έχω τις ενστάσεις μου για το αν ξέρει γιατί του αρέσει. Προσπερνώ λοιπόν το ζήτημα της αισθητικής, δεν θα ασχοληθώ με το τι αρέσει στον κόσμο ή με το τι «έμαθε» να του αρέσει, αυτό ας πούμε ότι είναι συνειδητή ή υποσυνείδητη επιλογή του καθένα μας ξεχωριστά και ότι εμένα δεν μου πέφτει λόγος.

Αυτό με το οποίο θα ασχοληθώ όμως είναι το πως ο κόσμος, ή καλύτερα κάποιος κόσμος, αποτιμά την αισθητική του και τι είναι διατεθειμένος να κάνει γι’ αυτήν.

Οι συναυλίες, τα μουσεία, οι χώροι που εκτίθεται και παράγεται τέχνη είναι χώροι ή καταστάσεις (situations) που στοχεύουν σε μια «αισθητική απόλαυση». Δεν θα προχωρήσω σε ορισμό του τι είναι αυτή γιατί δεν υπάρχει τελικός ορισμός και όλη η ιστορία της τέχνης είναι μάλλον η ιστορία της αναζήτησης αυτού του ορισμού. Κάποτε αυτή η «αισθητική απόλαυση» παραγόταν από το ίδιο το έργο, το καλλιτεχνικό δημιούργημα ως μικρόκοσμο ή μεγάκοσμο, ως αυτό ή ως άλλο (προσωπικά το προτιμώ ως άλλο), πάντα όμως με αρχή το ερέθισμα από το ίδιο το έργο.

Σήμερα η αρχή αυτής της απόλαυσης δεν είναι το έργο καθαυτό ούτε το αισθητικό μέρος αυτού ως υποκειμενική πρόσληψη, είναι η κατανάλωση του έργου, το να το αγοράσεις σαν υλικό δημιούργημα, σαν μνήμη, ή σαν συμμετοχή. Γιατί αυτό αυτό είναι σημαντικό; Γιατί το να αγοράσεις δείχνει ότι μπορείς να αγοράσεις και αυτό σου δίνει μια ταυτότητα. Το «μπορείς» που γράφω πιο πριν δεν αναφέρεται αποκλειστικά στο οικονομικό κομμάτι, μπορεί να αναφέρεται στην αναμονή ή στην προσπάθεια απόκτησης, όμως σε κάθε περίπτωση αυτό είναι κάτι που αλλάζει τον χαρακτήρα του έργου, τον χαρακτήρα της τέχνης και την σχέση αυτών των δύο με το υποκείμενο του θεατή – αγοραστή.

Αυτό που εννοώ είναι ότι η τέχνη, και μάλιστα όχι μόνο αυτή που είναι προϊόν μιας ποπ, μαζικής κουλτούρας αλλά συχνά και η avant garde,  είναι πλέον κάτι σαν το σαλάμι στο super market που κρέμεται εκεί για να το αγοράσεις και μετά να το φας, όχι να το φας και αν σου αρέσει να το αγοράσεις. Αυτό που αγοράζει κανείς πλέον στον κόσμο της τέχνης είναι λιγότερο το περιεχόμενο ή η «αισθητική απόλαυση» και περισσότερο η συσκευασία, το όνομα, η υπογραφή, το σύμβολο, το status που προσδίδει η κατοχή του έργου ή η συμμετοχή σε αυτό. Το έργο λοιπόν γίνεται ένα simulacrum, ένα είδωλο αποσπασμένο από το περιεχόμενο του, την ουσία του.

Πιο συγκεκριμένα, αυτό που συμβαίνει λοιπόν με την Μαντόνα είναι ότι ο κόσμος αγοράζει ένα «ήμουν κι εγώ εδώ». Ένα εισιτήριο κοστίζει κατ’ ελάχιστον 85 Ευρώ και φτάνει ποσά πολλαπλάσια αυτού. Θα προσπεράσω το αν είναι πολλά ή λίγα γιατί αυτό έχει να κάνει με το πως αξιολογεί κανείς την σχέση ποιότητας-τιμής και αυτό είναι επίσης υποκειμενικό γιατί η αξιολόγηση της ποιότητας είναι επίσης ζήτημα αισθητικής . Θα σταθώ στο ότι εκτός από το γεγονός ότι κάποιος πληρώνει, ταυτόχρονα πρέπει να περιμένει σε μια ουρά χρονικής διάρκειας 7 – 8 ωρών που εκτός της αναμονής το χειρότερο είναι ότι τον ποδοπατούν και τον σπρώχνουν ανελέητα, αν δεν τον βρίζουν κι από πάνω. Την όλη κατάσταση και λογική απεικονίζει ο συμπαθής Ethan, ο οποίος σε ένα δικό του post για την Μαντόνα. λέει,

«Είμαστε μακράν η χειρότερη φάρα στον πλανήτη. Αγένεια, γαιοδουροφωνάρες και μπινελίκια ακόμα και εις βάρος των κακόμοιρων σεκιούριτυ που απλώς έκαναν τη δουλειά τους. Βέβαια για να λέμε τα σύκα σύκα και τη σκάφη…σύκα όσο καλοπροαίρετος και να είσαι με τόση ανοργανωσιά δεν παίζει να μην σου ανεβεί το αίμα στο κεφάλι».

Είμαστε κακή φάρα και είναι γεγονός, όμως όχι επειδή γκαρίζουμε σαν γάιδαροι και αυτό είναι αγενές, αντιαισθητικό ή αντιλειτουργικό. Είμαστε κακή φάρα επειδή στοιβαζόμαστε σαν πρόβατα υποχρεώνοντας μόνοι μας τον εαυτό μας να μπει σε αυτήν την λογική. Δεν υποχρέωσε κανείς κανέναν να περιμένει στην ουρά, μόνοι τους το επέβαλαν στον εαυτό τους όλοι όσοι πήγαν να αγοράσουν εισιτήριο ως χαρούμενοι, αν και λίγο εκνευρισμένοι καταναλωτές. Είναι όμως κι αυτό το μαρτύριο, η υστερία και ο παροξυσμός μέρος της τελετουργίας και της συμβολοποίησης της κατανάλωσης με τρόπο σχεδόν θρησκευτικό και είμαι βέβαιος ότι όσοι το έκαναν το περηφανεύονται.

Έβλεπα έναν τύπο στην TV ο οποίος είχε μόλις πάρει το εισιτήριο και δήλωνε χαμογελαστός και περήφανος, «Περιμέναμε 5 ώρες αλλά όλα καλά τώρα, άξιζε τον κόπο, καταφέραμε και εξασφαλίσαμε το «μαγικό χαρτάκι» και έμοιαζε να το λέει έχοντας αποδεχθεί ότι πρέπει να υποστεί την αναμονή σαν να είναι αυτή το μαρτύριο που θα τον οδηγήσει στην κάθαρση. Άλλωστε όλο αυτό μάλλον δεν διαφέρει και πολύ από το θέαμα που αντικρίζει κανείς στους χώρους των μεγάλων προσκυνημάτων, όπως αυτό της Τήνου όπου πολλοί άνθρωποι ανεβαίνουν μπουσουλώντας στα τέσσερα από το λιμάνι στην εκκλησία της Παναγίας για να εκπληρώσουν το τάμα τους και να δηλώσουν την πίστη τους.

Πίστη στην Μαντόνα…

Advertisements

10 Σχόλια

  1. Ελπίζω να μου επιτρέψετε να παραμείνω άθεος!


  2. χωρίς το καρακατσουλιό της συγκεκριμένης ουράς, το μοντέλο της πίστης, των fans, ελληνιστί φανατικών οπαδών, αναπαράγεται ΚΑΙ στα «ποιοτικά» θεάματα. Μόνο που εκεί η ουρά είναι συν τοις άλλοις και «αόρατη», αφού το sold out γίνεται από τους ημέτερους, τους προσκλησιούχους και τους άκρα υποψιασμένους on line ή από την γραμματέα που είναι επιφορτισμένη να καλύπτει αυτή την ανάγκη του «εναλλακτικού» προιστάμενου. και όταν το αντικείμενο της λατρειας, τυχαίνει να σ΄ αρέσει κι εσένα, τον λιγότερο προνομιουχο, η απορία είναι διπλή. γιατί ως γνωστόν όλες οι εικονες, έρχεται η ώρα που αποκαθηλώνονται από τα φανατικά πλήθη. ή από τους προσδιοριζόμενους από την παραουσία σε κάποια θεάματα με το επιχείρημα that it s a must

    (Φέτος το καλοκαίρι, είναι trendy, να παρακολουθούνται ΟΛΕΣ οι παραστάσεις του Φεστιβάλ Αθηνών. με το κατάλληλο outfit, λίγο πιο casual από το Ηρώδειο. κοινά χαρακτηριστικά με τους προπάτορες, το μάυρισμα, χειροποίητα κοσμήματα «εναλλακτικά» κι αυτά, το «μετα» κανονισμένο μέρες πριν, τα ίδια ενθουσιωδη encores, τα ίδια κλισέ σχόλια κλπ).

    τώρα, αν το ίδιο θέαμα-ακρόαμα προσφέρεται τυχόν από πλανόδιο μουσικό, θα προσπεραστεί αδιάφορα, γιατί δεν προσδίδει καμία απολύτως αίγλη, ούτε και μπορείς να πεις μετά «ημουν κι εγώ εκεί». πού εκεί? τί να πείς? πως να προσδιοριστέις ως φιλαθεάμον κοινό, που ανήκεις σ΄ αυτή τη ράτσα, κι αν δεν ανήκεις, υιοθετέις τουλάχιστον τις αισθητικές της επιλογές?

    τουλάχιστον οι μαντονολάτρες, εκτός των άλλων, είναι πιο γνήσιοι


  3. …κι όμως ο τύπος που πήρε το πρώτο εισιτήριο στην Αθήνα είναι φίλος μου.


  4. κάθε φορά που θίγεται αυτό το θέμα, αναπόφευκτα μου έρχεται στο μυαλό η σύγκριση με τις ουρές των σοσιαλιστικών κρατών.

    οι ουρές του καπιταλισμού είναι χειρότερες, γιατί ο κόσμος βρίσκεται σε αυτές κατ’επιλογήν και νομίζοντας πως είναι λογικό, σωστό και οκ -όταν δεν είναι και στοιχείο αυτο-αναβάθμισης.


  5. @Krot, δεν μπορείς να φανταστείς πόσο με εκφράζει αυτό που λες και το σκέφτομαι κι εγώ σχεδόν πάντα! Μάλιστα σκέφτηκα να ανεβάσω σχετική φωτογραφία από ουρά ανατολικού μπλοκ αλλά μου φάνηκε υπερβολή να κάνω την παρομοίωση γιατί τότε οι άνθρωποι περίμεναν στην ουρά για φαγητό και γι’ αυτό κάθε παραλληλισμός θα ήταν δυσάρεστος όσο σωστός κι αν ήταν! Πάντως με κάλυψες και με το παραπάνω!


  6. @Σαγλύψ, να τους χαίρεσαι τους φίλους σου!


  7. «Έχω εγώ την ελευθερία να κυκλοφορήσω με αραβική κελεμπία στο δρόμο;»
    […]
    «Το θέμα μου είναι πως στις κοινωνίες μας, όπως τις έχουν / έχουμε ( ; ) διαμορφώσει, η ελευθερία, η οποία είναι διακηρυκτικά κατοχυρωμένη από το Σύνταγμα, περιορίζεται, έως και καταστέλλεται από την οικονομική μας δύναμη, από ιδεολογήματα /παραδόσεις / “αξίες” / “ηθική”, από τον κρατικό και κάθε άλλο μηχανισμό. Σε μια καπιταλιστική κοινωνία, αν δεν έχεις χρήμα, δεν είσαι ελεύθερος, η ελευθερία σου (ακόμα και το “πόσο αξίζεις” ως άνθρωπος) ορίζεται από το πόσα έχεις στο πορτοφόλι σου.
    Αλλά, ακόμα κι αν το έχεις το χρήμα, δεν αρκεί: χρειάζεται να ασπαστείς ένα συγκεκριμένο αξιακό σύστημα, ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής, να ανήκεις σε συγκεκριμένη φυλή / κάστα / τάξη. Κάποιοι είναι πιο ίσοι, κάποιοι είναι πιο ελεύθεροι.»
    […]

    τα παραπάνω τα είχα γράψει σε ένα παλιότερο κειμενάκι σε σχέση με την ελευθερία, όπου γινόταν μια πρωτόλεια σύγκριση μεταξύ κομμουνιστικών και δυτικών καθεστώτων στο θέμα ακριβώς της ελευθερίας.

    Νομίζω πως δεν είναι εντελώς άσχετα. Εννοώ αυτό που υποννοείς κι εσύ σε κάποιο σημείο στο κείμενό σου: αν, φίλε μου, επέλεξες να γουστάρεις τη Μαντόνα και να δώσεις τα 100 ευρώ για να πας στη συναυλία, μαγκιά σου.
    Πόσο βέβαιος είσαι πως το έχεις όντως επιλέξει και πως δεν επηρρεάστηκες από την πλύση εγκεφάλου σε σημείο λοβοτομής που γίνεται παντιόθεν καθημερινά; όχι μόνο για τη μουσική, αλλά για κάθε μορφής trend, όπως το ντύσιμο, τα καταναλωτικά αγαθά, ο τρόπος ζωής, όλα με δυο κουβέντες.

    Για το λόγο αυτό θεωρώ πιο ύπουλο, έξυπνο και επικίνδυνο το καπιταλιστικό σύστημα. Διότι τελικά μανιπουλάρεται ο κόσμος σε βαθμό που δεν φανταζόμαστε καν, τόσο τεχνηέντως ώστε να νομίζει πως το έχει επιλέξει και να το γουστάρει και τρελά.

    Εν προκειμένω, νομίζεις πως είσαι μάγκας που έσκασες το κατοστάρικο για να πας να δεις τη Μαντόνα και μάλιστα θα κάνεις και την τρελή φιγούρα. Ούτε μια στιγμή δεν σκέφτηκες αν όντως θες να δώσεις το κατοστάρικο για να πας ή αν το κάνεις επειδή είναι trend κι επειδή θα ζηλέψουν οι φίλοι σου (που είναι στην ίδια λούμπα), επειδή τελικά είσαι ό,τι και όσα έχεις στο πορτοφόλι σου.

    συγγνώμη για το σεντονίδιο… 🙂


  8. «Ήμουν κι εγώ στην ουρά», σα να λέμε. Μ’ αρέσει αυτή η προσέγγιση, δεν την είχα σκεφτεί. Συμφωνώ απολύτως.

    Και κάτι για το σχόλιο της maria: τηλεφώνησα να κλείσω εισητήριο για τα ντουέτα που παρουσιάζει ο Μπαρίσνικωφ στο Φεστιβάλ Αθηνών (έρωτας παιδιόθεν, δεν θέλω ου) και η τηλεφωνήτρια μόνο που δεν έσκασε στα γέλια. «Έχουν εξαντληθεί προ πολλού, κυρία μου», με ενημέρωσε για το αυτονόητο. Για έξι παραστάσεις, όλα τα εισιτήρια, προ πολλού. Κι ας μην είδαμε πουθενά ουρές. Ζήτω το sex and the city!

    ΥΓ Πάντως έχω βάλει μια γνωστή μου δημοσιογράφο των καλλιτεχνικών να παρακαλέσει μια γνωστή της πι-αρτζού να ψάξει να μου βρει έστω ένα σκαμνάκι έστω σε μια γωνίτσα. Έχω σταυρώσει τα δάχτυλά μου και περιμένω. Όχι στην ουρά, βέβαια!


  9. Καλημέρα!
    Περνούσα μια βόλτα και είπα να πω ένα γειά,έχουμε πολυυυυυ καιρό να τα πούμε παρεπιμπτόντως…
    Βασικα έπεσα πάνω σε αυτό το καταπληκτικό κείμενο,το οποίο περιλαμβάνει πέρα από την Μαντόνα κάποια πολύ σωστά για το ορισμό της τέχνης σήμερα.
    Προσωπικά θεωρώ πως είναι διαφορετικά τα πράγματα για μένα,για τις συνευλίες και όλα αυτά…
    (βασικα δεν μπορώ καν αυτή τη στιγμή να θυμηθώ τι ήθελα να σου γράψω,απλά ήθελα να πω ότι αυτό με την υπογραφή και με την τέχνη είναι μια πραγματικότητα της τέχνης σήμερα,ωστόσο δεν πιστεύω πως το εισιτήριο εξασφαλίζει το ότι ήμουν και εγώ εκεί,καθώς θεωρώ πως οι συναυλίες για μένα είναι εμπειρίες που δεν θα δείξω ότι πήγα αλλά ότι τις έζησα και αυτό θα είναι μέσα μου,όχι κάπου αλλού γιατί στην τελική διαφέρει πολύ το ντιβιντι από κάτι ζωντανό,αυτα…)


  10. Επειδή «καταπιάστηκα» κι εγώ με το θέμα από μια κάποια άλλη γωνιά, κατ’ αρχήν συμφωνώ με την maria και κατά δεύτερον δεν είναι τόσο τσουβαλοποιημένη η κατάσταση, με αφορμή την Μαντόνα πάντα, και όχι σαν αιτία.Μακάρι νάταν το πρόβλημα μόνον έτσι, πάντως πολύς κόσμος δεν εμφορείται απ’ το «ήμουν κι εγώ εκεί», απλά θα είναι.Την καλημέρα μου.Όλο θέματα ανοίγεις, αγαπητέ μου, μ’ αρέσει.



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: