Αρχείο για την κατηγορία ‘Καταγγελίες’

h1

Επαφή από στάση προσοχής – Σημείο 4ο

Μαΐου 15, 2009

Από ανάγκη γράφω με μολύβι σε ένα μικρό σημειωματάριο ή σε χαρτάκια που βρίσκω από ‘δω κι από ‘κει κι αφού τα γράψω τα χώνω στις τσέπες μου. Μερικές φορές γράφω κρυφά, κατά τη διάρκεια υπηρεσίας, λίγες λέξεις-κλειδιά μόνο, συνθηματικά, για να συνεχίσω όταν θα μπορώ να γράψω πιο ελεύθερα, όταν οι σκέψεις και τα χέρια μου δεν θα είναι τόσο δεσμευμένα.  —> Παύση – Έφοδος στον θάλαμο όπου κάνω γερμανικό, εκτελώντας χρέη θαλαμοφύλακα – Καταμέτρηση όπλων – Όλα Καλώς – Συνέχεια —> Αυτή την αποδέσμευση την διεκδικώ στα καφέ όπου συχνά κάθομαι σκόπιμα μόνος, ακούγοντας πιο ιδιωτικά την σκέψη μου, συνεχίζοντας τα γραφόμενα μου, συνδέοντας τις λέξεις σε προτάσεις, τις προτάσεις σε παραγράφους, επιχειρώντας να ανασυντάξω τα νοήματα που σκέφτηκα και τα αισθήματα που ένοιωσα όταν μείωνα την σκέψη μου εγκλωβίζοντας την σε ένα συνθηματικό… Οι φαντάροι με παρατηρούν απορημένοι, οι ανώτεροι απλά με παρατηρούν (μου κάνουν παρατήρηση), τα γκαρσόνια μου πιάνουν κουβέντα, ίσως από ενδιαφέρον, ίσως για να διαγνώσουν αν είμαι ψυχοπαθής, ίσως για να το επιβεβαιώσουν…

“Χ. τι γράφεις εκεί;”, “ημερολόγιο…” απάντησα ο αφελής στον ανώτερο μου, “Όχι σε ώρα εργασίας, σε παρακαλώ, στον ελεύθερο χρόνο σου, όχι εδώ μέσα”… Περίπου με μάλωσε. “Μα τι να κάνω, αφού κάθομαι”… δεν το είπα, αν το έλεγα θα ήταν “λάθος”. Στον στρατό δεν λέμε κάθομαι, δεν καθόμαστε κι αν καθόμαστε δεν το λέμε, ούτε αυτός το λέει παρόλο που το κάνει. Ο λόγος που επιβάλει κάτι τέτοιο είναι ο ίδιος για τον οποίο τα στασίδια των εκκλησιών είναι ο πιο άβολος τύπος καθίσματος, η άποψη ότι η σωματική χαλάρωση επιφέρει και την πνευματική. Πρέπει να είμαστε σε διαρκή εγρήγορση και η προσοχή μας να είναι τεταμένη γι’ αυτό ακόμα κι αν δεν υπάρχει πραγματικός λόγος για να είμαστε σε κινητικότητα πρέπει να τον εφεύρουμε. Βεβαίως, στον στρατό το να μην υπάρχει λόγος για κινητικότητα είναι το σύνηθες, ο κανόνας και όχι η εξαίρεση. Έτσι, το σενάριο απλοποιείται άμεσα, αρκεί αυτοί να εφευρίσκουν δουλειές και προβλήματα και εμείς να εικονογραφούμε την λύση τους δικαιολογώντας το μισθό τους και την 12μηνη θητεία μας…

Έτσι δικαιολογούνται οι φωνές… “Τεντώστε τις κουβέρτες, φτιάξτε τα κρεβάτια”, και καθώς το “γιατί” δεν υφίσταται ως ερώτημα, υποκαθίσταται από το “μα πόσο ακόμα να το τεντώσω; Από το τέντωμα το σεντόνι εκτείνεται από τον Έβρο ως την Κρήτη”… Κι όμως, το τέντωμα είναι αυτό που εικονογραφεί την ευταξία και την καθαριότητα. Στην πραγματικότητα βέβαια ο ελληνικός στρατός επιβεβαιώνει ότι μια κουβέρτα που δεν πλαίνεται και δεν αντικαθίσταται παρά μόνο σε καταστάσεις συναγερμού (δηλαδή επίσκεψη στον θάλαμο από αξιωματικό με βαθμό από ταξίαρχο και άνω) δύναται να επιβιώνει από το 1955 μέχρι σήμερα (γεγονός)!

(Κάπου εδώ τελείωσε η υπηρεσία μου και πήγα για ύπνο, ας μου συγχωρεθεί η απουσία…)

h1

Λίγο πριν τον στρατό

Φεβρουαρίου 5, 2009

Ο Δ έβγαλε φλας, έστριψε αριστερά και επιτάχυνε περνώντας μπροστά από την στάση του λεωφορείου. Εδώ και πολλά χρόνια δεν περιμένω πια εκεί όμως το βλέμμα μου καρφώνεται σε αυτήν την στάση κάθε φορά που περνώ από μπροστά. Πέρασα εκεί πολλά πρωινά να περιμένω το λεωφορείο που δεν είχε αξιόπιστο ωράριο ή συχνότητα για να πάω σχολείο. Εκεί παρέα με το φίλο μου τον Μ ανταλλάζαμε σκέψεις καθισμένοι στο μεταλλικό κάθισμα της στάσης, ή καλύτερα μισοκαθισμένοι καθώς η σχολική τσάντα που κουβαλούσαμε δεν μας επέτρεπε να ακουμπήσουμε αναπαυτικά στην πλάτη του καθίσματος. Το πιο άβολο όμως ήταν ότι όντας καθισμένοι το διαφημιστικό σταντ της στάσης κάλυπτε την θέα από και προς τον δρόμο κι έτσι έπρεπε να σηκωνόμαστε και να βγαίνουμε έξω από αυτή για να δούμε αν έρχεται το λεωφορείο. Έτσι, δεν ήταν λίγες οι φορές που το λεωφορείο πέρασε χωρίς να σταματήσει γιατί ούτε το είδαμε να έρχεται ούτε κι ο οδηγός μας είδε που περιμέναμε. Επίσης δεν ήταν λίγες οι φορές που το λεωφορείο πέρασε αλλά δεν σταμάτησε γιατί ήταν γεμάτο ή γιατί πήγαινε με χίλια και μας είδε την τελευταία στιγμή. Κάποιες άλλες φορές απλά δεν πέρασε καθόλου… Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η λύση ήταν το τρέξιμο, δύο χιλιόμετρα με την γλώσσα έξω για να προλάβουμε την πρώτη ώρα και να μην φάμε απουσία…

Μεγαλώνοντας κατάλαβα ότι η ιστορία με το λεωφορείο δεν ήταν μια κατάσταση κακής οργάνωσης αλλά μια μικρογραφία της Ελλάδας. Ένα αναξιόπιστο σύστημα που σε αφήνει στην μοίρα σου, αδιαφορεί παρόλο που είσαι εκεί, συχνά περνάει από μπροστά σου αλλά δεν σου επιτρέπει την πρόσβαση, σε εγκαταλείπει χωρίς να φταις εσύ και μετά σου ζητάει και τα ρέστα και τελικά εσύ πρέπει να τρέξεις μόνος σου για να μη σε τιμωρήσει κι από πάνω για όλα αυτά που συμβαίνουν και για τα οποία δεν φταις. Βιώνοντας αυτόν τον υποτυπώδη αποκλεισμό αυτό που δεν είχα συνειδητοποιήσει είναι το πώς αυτός ο αποκλεισμός λειτουργεί τελικά ως εγκλεισμός. Είναι οξύμωρο αλλά είμαστε τελικά εγκλωβισμένοι μέσα σε αυτή την κατάσταση του αποκλεισμού, εγκλωβισμένοι έξω από το λεωφορείο, έξω από τη ζωή, έξω από την αξιοπρέπεια, έξω από την αλήθεια και συχνά έξω την πραγματικότητα.

Έχοντας μια αίσθηση του παραπάνω, πριν ακόμα το βίωμα το συγκροτήσω ως γνώση αλλά έχοντας το στο μυαλό μου ως αιτία, πριν από δύο και κάτι χρόνια τα μάζεψα κι έφυγα για σπουδές στην Ολλανδία χωρίς να ξέρω αν θα επιστρέψω. Άφησα πίσω ανθρώπους που αγαπούσα κι ακόμα αγαπώ, πληγώνοντας κάποιους από αυτούς και για να είμαι ειλικρινής το κουβαλάω μέσα μου ως βαρύ φορτίο γιατί κι εγώ πληγώθηκα φεύγοντας. Όμως συνήθως κατά την φυγή έχεις την ψευδαίσθηση ότι το τραύμα επουλώνεται και ότι η αλλαγή, το καινούριο, μπορεί να είναι το φάρμακο που θα φέρει την θεραπεία, όμως συχνά είναι μόνο το αναλγητικό που απλά καλύπτει τον πόνο του τραύματος χωρίς να το επουλώνει. Στην Ολλανδία οι σπουδές μου ήταν επιτυχείς, επιτυχέστατες, όμως για μια σειρά από λόγους συνδυασμένους με ατυχείς συγκυρίες, υποχρεώσεις και την οικονομική κρίση αποφάσισα να επιστρέψω ή αν προτιμάτε σε κάποιο βαθμό αναγκάστηκα και μαζί εξανάγκασα κι ο ίδιος τον εαυτό μου, μάλλον γιατί κατά βάθος δεν ήθελα να μείνω άλλο, δεν άντεχα να ζω ως “ξένος”. Βασικό επιχείρημα της επιστροφής ήταν ότι η επιτυχία μπορεί ως έννοια να τέμνεται με την ευτυχία αλλά δεν συμπίπτει με αυτή. Έτσι, καθώς η ανάγκη μου για ευτυχία υπερέχει από αυτήν για επιτυχία διάλεξα το πρώτο. Κάπως έτσι πριν τρεις μήνες επέστρεψα στην Ελλάδα για να έρθω αντιμέτωπος με κάποια ζητήματα.

Το πρώτο είναι η διαπίστωση ότι για κάποια πράγματα άργησα, σαν να έχασα το λεωφορείο πάλι και να πρέπει να τρέξω για να προλάβω και να μην φάω κι άλλη απουσία, εκτός της διετούς. Πρέπει να ξαναγνωριστώ με κάποιους ανθρώπους και να ξανασυστηθώ σε κάποιους άλλους, πρέπει κυρίως να αποδεχθώ ότι τα πράγματα δεν παρέμειναν όπως τα άφησα και επιπλέον να αφομοιώσω, να κατανοήσω και να προσαρμοστώ σε όλα όσα άλλαξαν όσο έλειψα. Κι αν αυτό σε επίπεδο ανθρώπινων σχέσεων όσο κι αν είναι στενόχωρο παραμένει λογικό και λύνεται με τον καιρό, η πραγματικότητα που το επενδύει το πολλαπλασιάζει και το διογκώνει καθώς δεν επιτρέπει την ομαλή μετάβαση κι αυτό είναι το δεύτερο ζήτημα που καλούμαι να αντιμετωπίσω.

Έτσι λοιπόν η πατρίδα την επιστροφή μου αποφάσισε να την τιμήσει με ένα φύλλο κατάταξης στον στρατό που, αν και γραμμένο με μπλε στυλό, πάνω δεξιά γράφει με κόκκινο “ανυπότακτος”. Ο λόγος της ανυποταξίας μου ήταν η ξαφνική αλλαγή των ορίων στράτευσης το καλοκαίρι του 2006 όταν μετά από προγραμματισμό περίπου ενός έτους έφυγα για Ολλανδία. Εγώ είχα προγραμματίσει, είχα γίνει δεκτός, είχα πληρώσει και εκείνοι απλά άλλαξαν τον νόμο την στιγμή που έφευγα. Με βάση τον παλιό νόμο είχα δικαίωμα αναβολής για δυο χρόνια με τον νέο μόνο έναν (που τελικά δεν μου δόθηκε ούτε αυτός γιατί το master μου ήταν διετές). Κοινώς, ενώ με τον παλιό νόμο είχα δικαίωμα να φύγω και να επιστρέψω χωρίς πρόβλημα με τον νέο με έβγαλαν ανυπότακτο μαζί με πολλούς άλλους, με τον ίδιο τρόπο που τα λεωφορεία περνούν όποτε θέλουν και σταματούν για να σε πάρουν όταν θέλουν αυτά, αν δεν μπεις τρως την απουσία, με κόκκινο στυλό πάντα… Ίσως σε ένα τέτοιο κράτος το “ανυπότακτος” να είναι τίτλος τιμής, έτσι επιβραβεύει η Ελλάδα τους νέους επιστήμονες, με στρατοδικείο. Και για να αποφύγω πιθανά σχόλια διευκρινίζω ότι παρουσιάστηκα οικειοθελώς στην στρατολογία. Παρόλα αυτά ποτέ δεν κατάλαβα τον λόγο για τον οποίο κάποιος, αυθαίρετα και χωρίς να ρωτήσει, αλλάζει έναν νόμο και επί της ουσίας διαλέγει για λογαριασμό μου το πότε θα κάνω κάτι και το πως θα προγραμματίσω τη ζωή μου.

Το πιο τραγελαφικό είναι ότι ακριβώς όπως σε όλες τις συναλλαγές με το δημόσιο, έτσι και στον στρατό, κατά την κατάταξη σου ζητούν ακτινογραφία θώρακος. Πιθανότατα είναι ένας τρόπος για να σε φέρουν αντιμέτωπο με τα νεύρα σου, την γραφειοκρατεία, το ΕΣΥ και όλο το χάος για το οποίο έχουν κάνει απίστευτο κόπο για να το στήσουν, γιατί πράγματι θέλει πολύ κόπο για να κάνεις κάτι να λειτουργεί τόσο άθλια…

Έφτασα πριν τις 8 γεγονός αξιοθαύμαστο σε σχέση με τις ώρες που είχα κοιμηθεί (ίσως τρεις), πληροφορίες πουθενά. Εκείνη την ώρα μια υπάλληλος του νοσοκομείου έβριζε μια κοπέλα η οποία είχε παρκάρει σε θέση που ήταν υποτίθεται για το προσωπικό του νοσοκομείου παρόλο που δεν το έγραφε πουθενά. “30 χρόνια δουλεύουμε εδώ κι έρχεστε εσείς και δεν έχουμε που να παρκάρουμε, θα έπρεπε να ντρέπεσαι”. Αφού η κυρία μας δίδαξε ότι το δικαίωμα στο παρκάρισμα είναι ευθέως ανάλογο των χρόνων υπηρεσίας και ότι η παραβίαση αυτού του άγραφου νόμου συνιστά αιτία για να ντρέπεται κανείς, αποσύρθηκε πιθανότατα για να ασχοληθεί με αρρώστους δείχνοντας την μεγαλοψυχία της. Αφού περίμενα μισή ώρα για ένα χαρτί με το όνομα μου που το έγραψα ο ίδιος και μια σφραγίδα, με έστειλαν στην γραμματεία του ακτινολογικού όπου δεν υπήρχε κανείς. Περίμενα παρέα με τον πατέρα μου και κάτι γερόντια και καθώς ο κόσμος πολλαπλασιαζόταν δραματικά, περίπου μισή ώρα μετά άρχισα να βρίζω ευγενικά μαζί με τον πατέρα μου. Η περίπλοκη και εξειδικευμένη δουλειά της γραμματέως, δηλαδή το να κρατάει ραντεβού, να ενημερώνει βιβλία κίνησης και να βαράει σφραγίδες, προφανώς δεν επέτρεπε την άμεση εύρεση αντικαταστάτη οπότε το πράγμα καθυστερούσε κι άλλο και εμείς μαζί με κάποιους άλλους συνεχίζαμε να βρίζουμε. “Ησυχάστε κύριε, έχετε δίκιο” μου είπε ένας υπάλληλος. “Δεν θέλω κύριε να έχω δίκιο, θέλω να έχω την ακτινογραφία μου και να πάω σπίτι μου” είπα. Μετά από λίγη ώρα ακόμα και αρκετό βρίσιμο με διάφορους τύπους που δούλευαν στο νοσοκομείο (και αφού κάποιοι Ελληνάρες όσο εμείς βρίζαμε για να τους φέρουμε γραμματέα κοίταξαν πως να μας φάνε την σειρά γιατί αυτό είναι το DNA του Έλληνα) εμφανίστηκε μια κυρία η οποία ήταν η αντικαταστάτρια. Όταν την ρωτήσαμε το όνομα του προϊσταμένου και της υπαλλήλου που απουσίαζε μας είπε ότι είναι “μόνο η αντικαταστάτρια” και ότι δεν θα τα ακούσει αυτή αλλιώς δεν θα μας εξυπηρετήσει. Μετά από σχετικό βρίσιμο και αφού άρχισε να δουλεύει το πράγμα ήρθε η σειρά μου και της είπα ότι θέλω μια ακτινογραφία θώρακος. “Θα σου κλείσω ραντεβού για αύριο” μου λέει. Εκείνη την ώρα κι έχοντας φάει όλη τη μαλακία του πράγματος στη μάπα έσκυψα προς το μέρος της κι άκουσα τον εαυτό μου να της λέει “είμαι εδώ και περιμένω από το πρωί, δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να φάω τη μέρα μου και να τελικά να έρθω αύριο για να φάω την ίδια ταλαιπωρία με σήμερα, μια ακτινογραφία θώρακος θέλω, όχι εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς”. Με κοίταξε και μου ανακοίνωσε, “δεν μπορώ να κάνω κάτι…”. Εκείνη τη στιγμή τσαλάκωσα το χαρτί που κρατούσα και πήγα να φύγω βρίζοντας αλλά ο πατέρας μου που ήταν λίγο πιο πέρα με πρόλαβε και άρχισε να της τα χώνει φωνάζοντας, “θα με εξυπηρετήσεις τώρα αλλιώς θα σας κάνω μεγάλη πλάκα”. Τότε η τύπισσα τρομαγμένη και με μια άγαρμπη ευγένεια μου είπε να μπω μόνος μου στους γιατρούς και να τους πω τι θέλω κι ότι θα με δεχθούν… Το έκανα και μια άλλη γκόμενα εκεί μου είπε ότι πρέπει πρώτα να μου ανοίξουν φάκελο στη γραμματεία, “Έλεος”. Μετά από διαδοχικά πήγαινε έλα, δικά μου και του πατέρα μου μεταξύ γραμματείας, γιατρών και προϊσταμένης τελικά κατάφερα και μπήκα κι έβγαλα την ακτινογραφία σε μια διαδικασία που διήρκεσε 30 δευτερόλεπτα και για την οποία περίμενα βρίζοντας επί δύο και κάτι ώρες. Όταν βγήκα κάθισα δίπλα στον πατέρα μου που είχε ηρεμήσει λίγο, εγώ ακόμα μέσα στα νεύρα και την νύστα δεν είχα όρεξη να μιλήσω, μόνο σκεφτόμουν σκέψεις περίπλοκες με το δηλητηριασμένο μυαλό μου. Εκείνη την στιγμή πέρασε από μπροστά μας ένα παλικάρι, με σοβαρό πρόβλημα στο πόδι, με μια πατερίτσα και την υποβοήθηση μιας κυρίας που μάλλον ήταν η μητέρα του. “Αυτά είναι προβλήματα, όχι το σημερινό σκηνικό, να χαίρεσαι που δεν έχει συμβεί κάτι τέτοιο”, είπε ο πατέρας μου διαβάζοντας την σκέψη μου, μόνο που την διάβασε μισή γιατί εγώ σκέφτηκα τι είχε τραβήξει αυτός ο άνθρωπος που προφανώς χρειαζόταν κάτι πιο σύνθετο από μια ακτινογραφία θώρακος, σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να είμαι στη θέση του εγώ ή άνθρωποι δικοί μου και να βιώνουμε την ταλαιπωρία του. Σκέφτηκα ότι έτσι είναι όλα στην Ελλάδα, σκέφτηκα πόση βλακεία είχα δει κι ακούσει σήμερα και πόσο πολύ αναξιοπρέπεια υπάρχει, μετά κατάλαβα ότι κι εγώ έγινα αναξιοπρεπής, με έκαναν να γίνω γιατί δεν αντιλαμβάνονται τα προφανή, γιατί δεν κάνουν τη δουλειά τους, γιατί σε γράφουν εκεί που δεν πιάνει μελάνι. Άνθρωποι που έχουν μηδενική παιδεία και που δεν έχουν τις στοιχειώδεις ευαισθησίες ορίζουν τη ζωή σου. Άνθρωποι που έχουν καταλάβει μια θεσούλα και λειτουργούν το σύστημα έχοντας ως εξέχοντα προσόντα το εξής ένα, ήταν παιδιά κομματικών στρατών. Πόσοι έχουν χάσει τη ζωή τους από αυτό το χάος που λέγεται ΕΣΥ; Πόσοι άλλοι έχουν χαραμίσει τη ζωή τους εξαιτίας αυτού του κράτους που δεν μπορεί να χωρίσει δυο γαϊδουριών άχυρα; Η αστυνομία είναι σαν το ΕΣΥ, το ΕΣΥ είναι σαν τον ΟΣΕ, ο ΟΣΕ είναι σαν την παιδεία, η παιδεία είναι σαν τον στρατό, όλα είναι σαν το λεωφορείο και τελικά πάντα εσύ τρως την απουσία, καμία φορά αν είσαι πιο άτυχος πεθαίνεις κιόλας… Ξανακοίταξα το παιδί που κούτσαινε, έβαλα το πρόσωπο μου μέσα στις παλάμες μου και από τα νεύρα, την νύστα και την απελπισία δάκρυσα…

Όταν επέστρεψα σπίτι άνοιξα το κανάλι της βουλής. Εν μέσω οικονομικής κρίσης κι ενώ οι αγρότες είναι στον δρόμο η συνεδρίαση ήταν αφιερωμένη στον στρατηγό Πλαστήρα. Στο βήμα ήταν ο Σιούφας ο οποίος διάβαζε το “σκέφτομαι και γράφω” του στο οποίο εκθείαζε τον μεγάλο άνδρα μιλώντας για την σημασία της συλλογικής αποδοχής της ιστορίας και την αξία της ιστορικής μνήμης… Προφανώς η στροφή στον παρελθόν δεν είναι παρά ο επιτηδευμένος και άτεχνος στρουθοκαμηλισμός ενός κράτους και μιας χώρας χωρίς παρόν και μέλλον.

(Ο Χάρης και οι αγελάδες του θα παρουσιαστούν την Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου για να υπηρετήσουν με χιούμορ και αξιοπρέπεια αυτήν την πατρίδα που περιγράφεται παραπάνω προετοιμάζοντας ταυτόχρονα την δημιουργική επάνοδο τους. Αν τους πετύχετε σε κάποιο στρατόπεδο, σε σκοπιά ή στο ΚΨΜ, μη διστάσετε να τους ζητήσετε τσιγάρο. Παρόλο που δεν καπνίζουν θα χαρούν να κουβεντιάσουν μαζί σας…)

h1

Ασύμμετρη κυβέρνηση, πολιτική χρεωκοπεία…

Ιανουαρίου 6, 2009

Μια μικρή διαπίστωση από τα λίγα που μπορώ να καταλάβω από την επικοινωνιακή πρακτική / λογική της κυβέρνησης. Τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο, τον Αλέξη, τα στελέχη της κυβέρνησης τον αποκαλούσαν επί δέκα μέρες “ο άτυχος 16χρονος”, λες και το παιδάκι δεν είχε όνομα. Ήταν πιθανότατα μια επικοινωνιακή τακτική / πρακτική που είχε ως στόχο να αποπροσωποποιηθεί ο νεκρός, να γίνει ο θάνατος πιο εύπεπτος από την κοινή γνώμη και με την προσθήκη του “άτυχος” να ενισχυθεί η εκδοχή του “ατυχήματος”. Είναι εμμέσως κάτι σαν αυτό που μας είπε ο Κούγιας πιο άμεσα, ότι ο θάνατος είναι προϊόν μιας μοίρας… Έτυχε! Είναι άλλωστε αυτή η ελληνική μοιρολατρία και η πίστη στο κισμέτ που λειτουργεί απενοχοποιητικά για όλους, το “γραμμένο” δεν ζητά ευθύνες…

Αντίθετα με τον Αλέξη, ο τραυματίας αστυνομικός έχει για τον κύριο Προκόπη Παυλόπουλο και όνομα και επίθετο από την πρώτη στιγμή, Αδαμάντιος Μαντζούνης… Την μέρα που τραυματίστηκε δεν πήγε κανείς από την κυβέρνηση στα μπουζούκια ή στο γήπεδο και μάλιστα ο ίδιος ο πρωθυπουργός τον επισκέφθηκε στο νοσοκομείο (και έτσι έπρεπε, απλά δεν πήγε κι αλλού που έπρεπε). Αυτό το παιδί κατά την κυβέρνηση δεν ήταν κάποιος “άτυχος”, ούτε το θύμα μιας κακιάς μοίρας που τον έφερε στο λάθος σημείο την λάθος ώρα (όπως τον Αλέξη), ήταν το θύμα ενός οργανωμένου σχεδίου κατά της δημοκρατίας, το θύμα της στοχοποίησης της αστυνομίας…

Για να μην παρεξηγηθώ, δεν συγκρίνω τα δύο περιστατικά, θλίβομαι και για τα δύο και μακάρι το παλικάρι να γίνει σύντομα καλά. Το αίμα δεν ξεπλένεται με αίμα και τα θύματα δεν ανήκουν σε κανέναν αποκλειστικά, ανήκουν σε όλους και πρέπει να το καταλάβουμε. Αυτό που συγκρίνω είναι η στάση που κράτησε η κυβέρνηση στα δυο περιστατικά και αυτό που λέω είναι ότι είναι επιεικώς ανισοβαρής, άλλωστε δεν είναι η πρώτη φορά ούτε το πρώτο φαινόμενο που η κυβέρνηση επιδεικνύει επιλεκτική ευαισθησία. Βέβαια από την άλλη όταν έχεις μια κυβέρνηση που αποδίδει επιλεκτικά δικαιοσύνη η συμμετρία στην ευαισθησία είναι μάλλον κάτι δευτερεύον, είναι ένα αίτημα που μοιάζει με είδος πολυτελείας… Αν κάνω λάθος διορθώστε με!

Η ουσία του επιχειρήματος μου είναι ότι κανένα από τα δυο παιδιά δεν είναι θύμα ενός τυχαίου περιστατικού. Δεν έτυχαν αυτές οι καταστάσεις, υπάρχουν και εκκολάπτονται εδώ και χρόνια. Αυτό που δεν μας είπε κανένας είναι ποιος είναι ο λόγος που στοχοποιείται η δημοκρατία, και τελικά για ποια δημοκρατία μιλάμε σε μια χώρα που η κυβέρνηση της και το κράτος λειτουργεί σαν νταβατζής; Μήπως τελικά το γεγονός ότι σήμερα κάποιοι, είτε αστυνομικοί είτε τρομοκράτες, σηκώνουν πολύ εύκολα το όπλο και πυροβολούν είναι προϊόν μιας κατάστασης την ευθύνη για την οποία πρέπει να αναζητήσουμε στην πολιτική σκηνή της χώρας; Μήπως κανένα από τα δυο περιστατικά δεν ήταν τυχαίο; Ας σκεφτούν κάποιοι ότι ίσως φταίνε οι άχρηστες κυβερνήσεις και οι εκφυλισμένη δημοκρατία που δεν σέβονται τους πολίτες τους και τις ατομικές τους ελευθερίες, που ομαδοποιούν και εξισώνουν προς τα κάτω, που ποδοπατούν τα κεκτημένα και ισοπεδώνουν ατομικότητες, που εκφυλίζουν τη δικαιοσύνη και τους θεσμούς, που εντείνουν τις ανισότητες και το μίσος ανάμεσα στις διαφορετικές κοινωνικές ομάδες χαϊδεύοντας τα αυτιά κάποιων και τοποθετώντας προκλητικά στο περιθώριο κάποιους άλλους…

Μια κυβέρνηση τέτοια που λειτουργεί ανισοβαρώς (ακόμα και σε τέτοια περιστατικά η στάση της είναι ενδεικτική της λογικής της) είναι μια κυβέρνηση που διαχωρίζει τους πολίτες της, που τους βλέπει με διαφορετικά γυαλιά, επιλεκτικά, και γι’ αυτό εντείνει τις κοινωνικές ανισότητες, τις κοινωνικές αντιθέσεις, την πόλωση και τον διχασμό. Αυτά δίνουν λαβή σε τρομοκράτες ή μάλλον για να το πω καλύτερα, αυτά είναι που οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στον κοινωνικό αναβρασμό και στην έξαρση της τρομοκρατίας και ας μην μας ξενίζει καθόλου, ας μην ψάχνουμε για πράκτορες, προβοκάτσιες κι άλλες παλαιοκομμουνιστικές ανοησίες κι ας μην αναζητούμε τις ευθύνες αλλού γιατί αυτό απλά βολεύει τους πραγματικά υπεύθυνους που παρελαύνουν στην τηλεόραση και κάνουν δηλώσεις δήθεν περίλυποι. Κύριοι της κυβέρνησης, είστε εκεί ακριβώς για να προλαμβάνετε και να αποτρέπετε αυτά που συμβαίνουν σήμερα, είναι η δουλειά σας και αποτύχατε παταγωδώς με τρόπο που σας καθιστά όχι απλά άχρηστους αλλά επικίνδυνους!… Φύγετε για το καλό της χώρας… Αυτό είναι θέση, όχι άποψη!

Αυτό που πρέπει να αναζητηθεί τώρα (χθες) είναι το τέλος της κρίσης, η λύση, και αυτό είναι δουλειά των πολιτικών δυνάμεων όμως αναρωτιέμαι τι μπορεί να περιμένει κανείς από την νυν, αλλά ήδη πρώην, κυβέρνηση η οποία αυτές τις μέρες (εδώ και τρεις μήνες δηλαδή) κάνει μια ανεπανάληπτη επίδειξη ανικανότητας ενώ παράλληλα τα υπόλοιπα κόμματα επιδίδονται κι αυτά σε έναν βλακώδη αγώνα για την πολιτική καπηλεία ενός φαινομένου που έχουν αποτύχει να ερμηνεύσουν, είτε λόγω πολιτικής σκοπιμότητας είτε λόγω πολιτικής ανικανότητας… Μιλάμε για πολιτική χρεωκοπεία!

h1

Στον παρατημένο τόπο, τα παιδιά μεγαλώνουν νωρίς

Δεκεμβρίου 15, 2008

(Δημοσιεύω ένα κείμενο που μου έστειλε η ζωγράφος Τέτα Μακρή της οποίας τα γραφόμενα εκτιμώ και συναισθάνομαι)

ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΤΗΜΕΝΟ ΤΟΠΟ, ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΕΓΑΛΩΝΟΥΝ ΝΩΡΙΣ.

Είμαι υπέρ της συντήρησης των πραγμάτων, υπέρ της διαφύλαξης των σχέσεων.
Θλίβομαι βαθύτατα για τις φθορές στα πανεπιστήμια και τις βιβλιοθήκες.
Προσπαθώ να θυμώσω μ’ αυτά τα παιδιά που διεκδικούν (συχνά με λάθος τρόπο) ένα καλύτερο αύριο. Όμως, δεν τα καταφέρνω. Ο θυμός μου δαπανήθηκε στη διαδρομή, σε αιτίες, περισσότερο σημαντικές.

Την δολοφονία του Αλέξη και όλων των προηγούμενων από «εκπαιδευμένους» αστυνομικούς.
Τους ξυλοδαρμούς (η ιστορία με την ζαρντινιέρα έχει σχέση μήπως με οικολογικές ανησυχίες;)
Τα τροχαία. Ένα χωριό εξαφανίζεται κάθε χρόνο.
Τις αυτοκτονίες στο στρατό.
Την συστηματική συγκάλυψη των οικονομικών σκανδάλων.
Την ανεργία.
Την προβληματική περίθαλψη.
Την προβληματική παιδεία.
Το προβληματικό σωφρονιστικό σύστημα.
Την απουσία κοινωνικής νοημοσύνης και τον υφέρποντα ρατσισμό.
Την αδιαφορία για το περιβάλλον.
Την καμένη ύπαιθρο, σπαρμένη με αυθαίρετα που κάθε λίγο εντάσσονται στο σχέδιο.
Την αισθητική και λειτουργική υποβάθμιση των πόλεων.
Την πολυτέλεια, την πρόκληση, τη χυδαιότητα, ενός μέρους της κοινωνίας.

Δεν υπάρχουν αθώοι. Είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι γι’ αυτά.
Δεν ανήκω σε καμιά θρησκεία. Στην κοσμοθεωρία μου δεν έχει θέση η τιμωρία και η ανταμοιβή.
Δεν κάνουν τον ύπνο μου καλύτερο, ούτε πιο μαγική τη σχέση μου με το φαινόμενο της ζωής,.
Απαιτώ όμως να μην υπάρξει και αυτή τη φορά συγκάλυψη.
Δεν έχω, δυστυχώς, εμπιστοσύνη στο κράτος. Αισθάνομαι μόνο απογοήτευση.
Δεν καταφέρνω να οργιστώ μ’αυτά τα παιδιά. Αισθάνομαι όμως εμπιστοσύνη.
Το αύριο, το ζήσαν σήμερα. Μεγάλωσαν νωρίς!

Τέτα Μακρή, ζωγράφος.

(Στη μνήμη του Αλέξη Γρηγορόπουλου, που δεν πρόλαβε να ζήσει)

h1

Ποιοι είναι οι κουκουλοφόροι;

Δεκεμβρίου 12, 2008

Η ερμηνευτική παρελαύνει μαζί με μια ανόητη διδακτική στην τηλεόραση και τα ΜΜΕ. Κανείς δεν έχει καταλάβει τι συμβαίνει, κάποιοι προσπαθούν να συνετίσουν τους “άτακτους” μαθητές, με λόγια ή με ξύλο. Η απουσία κατανόησης του φαινομένου πέρα από παντελής είναι και εμφανής. Ο λόγος είναι η δομή και η μέθοδοι της υπάρχουσας ερμηνευτικής συλλογιστικής η οποία ηθελημένα ή μη παραμένει προκλητικά στρουκτουραλιστική, κουβαλώντας όλα τα κατάλοιπα μιας γενιάς Ελλήνων που έμαθε να σκέφτεται με έναν και μόνο τρόπο, μηχανικά, αρνούμενη να δει ότι η πραγματικότητα και τα γεγονότα, ειδικά τα σημερινά, διακρίνονται από μια απροσδιόριστη πολλαπλότητα και μια μη ελεγχόμενη δυναμική. Ίσως να φταίει ότι δεν ζήσαμε ποτέ τον Μάη του ‘68 ώστε να αλλάξουμε τρόπο αντίληψης και κατανόησης των κοινωνικών φαινομένων. Ο Μάης του ‘68 μας χάρισε τον μεταδομισμό ο οποίος μας θύμισε ότι τα φαινόμενα μπορούμε να τα αντιληφθούμε και να τα προσεγγίσουμε μόνο ως φαινόμενα (με την φιλοσοφική έννοια του όρου). Η κάθε προσπάθεια ερμηνείας οφείλει να αποδεχθεί αυτό ως βάση αλλιώς είναι καταδικασμένη να είναι ή τόσο υποθετική που να καθίσταται κατασκευασμένη, είτε τόσο απλουστευτική ώστε να είναι λανθασμένη αν όχι αποτυχημένη.

Στην προσπάθεια τους να ερμηνεύσουν το ποτάμι της οργής και χωρίς να ανήκουν οι ίδιοι στους οργισμένους, δημοσιογράφοι και πολιτικοί προσπαθούν να κατατάξουν, να ομαδοποιήσουν και να διαχωρίσουν. Σε αυτή την κοινωνική διαμάχη των ημερών κάποιοι κάνουν το λάθος να κατανέμουν το πλήθος σε διαφορετικές “ομάδες”, να κατανέμουν ρόλους και τελικά να καταλήγουν σε λάθος συμπεράσματα. Αν αυτό συμβαίνει ηθελημένα ή μη θα μου επιτρέψετε να μην το απαντήσω καθώς δεν μπορώ να το τεκμηριώσω παρόλο που έχω την άποψη μου. Σε κάθε περίπτωση το βέβαιο είναι ότι συμβαίνει. Έτσι, η διάκριση που κάνουν πολιτικοί και δημοσιογράφοι κατανέμει το πλήθος τεχνηέντως σε ομάδες όπως είναι οι διαδηλωτές, οι μαθητές,  οι αλλοδαποί (οι οποίοι άγνωστο γιατί δεν ονομάζονται μετανάστες), οι πλιατσικολόγοι, οι κομματικά ενταγμένοι, οι ανένταχτοι, οι αντιεξουσιαστές και οι αναρχικοί, οι κουκουλοφόροι κλπ. Οι σχέσεις ανάμεσα στις ομάδες αυτές εκλαμβάνονται λανθασμένα ως διχοτομίες που λειτουργούν ψηφιακά, με λογική είναι/δεν είναι. Για παράδειγμα η συλλογιστική αυτή μας λέει ότι οι πλιατσικολόγοι είναι και κουκουλοφόροι ενώ οι μαθητές δεν είναι οι πολιτικά ενταγμένοι. Το κορυφαίο δε είναι ότι γίνεται διαχωρισμός ανάμεσα σε διαδηλωτές και κουκουλοφόρους, οι δεύτεροι μάλιστα κατατάσσονται σχεδόν αυτόματα ως εχθροί της δημοκρατίας, εγκληματίες, άτομα με αποκλείνουσες συμπεριφορές, χούλιγκανς κλπ.

Αυτό που είναι γεγονός είναι ότι η παραπάνω λογική παράγει μια λάθος εικόνα για το φαινόμενο. Ταυτόχρονα όμως εκτός από αυτή την λάθος εικόνα κάποιοι κάνουν και το λάθος να υποθέτουν περισσότερα από όσα γνωρίζουν συλογιζόμενοι σύμφωνα με αυτά που νομίζουν. Θα κάνω μια παρένθεση εδώ για να πω κάτι που έχω πει και στο παρελθόν, ότι η αντίληψη είναι προβολική. Το ίδιο και η ερμηνευτική διαδικασία. Σε μεγάλο βαθμό προβάλουμε οι ίδιοι την εικόνα που βλέπουμε, το ίδιο και την ερμηνεία της. Ο μπάτσος νομίζει ότι βλέπει παντού εγκληματίες και ερμηνεύει την κάθε πράξη ως πιθανή πράξη ενοχής, αντίστοιχα ο αναρχικός νομίζει ότι όλοι είναι ασφαλίτες και ερμηνεύει όλες τις πράξεις ως πιθανό φακέλωμα, χαφιεδισμό κλπ. Δεν θα αναλύσω το γιατί αυτό συμβαίνει (ίσως κάποια άλλη στιγμή), το αναφέρω απλά ως παράδειγμα για να πω ότι το ίδιο συμβαίνει με τους πολιτικούς και εξηγώ:

Οι πολιτικοί εκλαμβάνουν τον εαυτό τους και την “δημοκρατία” ως σταθερά, ως την αρχή των αξόνων (το Καρτεσιανό 0,0), ερμηνεύουν τις κοινωνικές δυναμικές μέσα από δείκτες και στατιστικές που κατατάσσουν, ομαδοποιούν και διαχωρίζουν, είναι μάλλον αναμενόμενο να κατανοούν το φαινόμενο βλέποντας το πλήθος ως ομάδες – κοπάδια.  Κάποια κοπάδια είναι αυτόνομα, κάποια κατευθυνόμενα, κάποια κοπάδια περιέχουν κάποια άλλα και κάποια περιέχονται από άλλα. Σε κάθε περίπτωση αυτοί οι άνθρωποι αντί να βλέπουν μια κοινωνική έκρηξη, μια λαϊκή εξέγερση (ως τέτοια παρουσιάζεται στο εξωτερικό) βλέπουν παντού κοπάδια και γι’ αυτό μιλούν για εχθρούς της δημοκρατίας, καπελωμένους από τον ΣΥΡΙΖΑ, οργανωμένα σχέδια, υποκεινούμενους από μυστικές υπηρεσίες (έλεος ρε Αλέκα) κλπ. Οι δημοσιογράφοι ερμηνεύουν με τρόπο ίδιο με τους πολιτικούς και μάλλον δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι κι αυτοί έχουν μάθει να ερμηνεύουν την επιτυχία τους μέσα από δείκτες και αριθμούς… Ίσως από την άλλη να ισχύει το πιο απλό σενάριο που τους θέλει απλά να παίζουν το παιχνίδι των κομμάτων.

Σε κάθε περίπτωση, η συλλογιστική που κατατάσσει σε ομάδες και εφευρίσκει σενάρια τα οποία στην συνέχεια προσπαθεί να επιβεβαιώσει είναι λάθος. Αν η κοινωνία λειτουργούσε τόσο μηχανικά ώστε να μπορούν να διαχωριστούν οι άνθρωποι σε ομάδες που έχουν συγκεκριμένες και σαφείς σχέσεις τότε οι σχολές κοινωνιολογίας θα άνηκαν στα Πολυτεχνεία, όχι στις ανθρωπιστικές επιστήμες. Για να το θέσω πιο απλά και μαζί πιο σύνθετα, είναι λάθος να βλέπουμε το πλήθος που βρέθηκε στο δρόμο αυτές τις μέρες ως ένα παζλ κοινωνικών ομάδων που έχει ξεκάθαρα διαχωρισμένα κομμάτια γιατί δεν υπάρχουν τείχη ανάμεσα στους ανθρώπους και οι σχέσεις δεν είναι ψηφιακές αλλά αναλογικές. Είναι καλύτερα να δούμε το πλήθος ως ένα μωσαϊκό από πάμπολλες μοναδικές ψηφίδες, κάποιες πιθανότατα είναι ομαδοποιημένες και έλκονται ισχυρά, κάποιες άλλες είναι ανεξάρτητες, κάποιες τρίτες ανήκουν σε πολλές ομάδες ψηφίδων, ετερόκλητες, ίσως να έλκονται χαλαρά από κάποιες άλλες, ίσως και να απωθούνται. Λέω απλά ότι στην πραγματικότητα δεν μιλάμε για μάζες ούτε για ομάδες, άλλα για πολλές ανεξάρτητες δυναμικές που έλκονται και απωθούνται μέσα σε ένα συνεχές το οποίο είναι διαρκώς μεταβαλλόμενο. Μιλάμε για πολλαπλά υποκείμενα, που όλα είναι μοναδικά και γι’ αυτό σχεδόν όλα αποκλίνουν από τα μοντέλα και τα χαρακτηριστικά με τα οποία κάποιοι προσπαθούν να τα εντάξουν σε ομάδες και να τα ερμηνεύσουν. Με μια τέτοια λογική συνειδητοποιούμε ότι ο μετανάστης μπορεί να είναι και μαθητής και διαδηλωτής και ίσως και ο νοικοκύρης να έγινε πλιατσικολόγος και αν αρχίσουμε να διασταυρώνουμε όλες τις ομάδες που τεχνητά κάποιοι έφτιαξαν αυτές τις μέρες θα δούμε ότι δεν υπάρχουν τείχη ανάμεσα τους, ότι λιγότερο ή περισσότερο μιλάμε για πολλαπλά υποκείμενα που μπορούν να πάρουν παραπάνω από μια μορφές και ότι οι αποστάσεις που τα χωρίζουν δεν είναι τόσο μεγάλες. Μάλιστα ειδικά σε αυτή την περίπτωση αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο καθώς αυτό που κατέβασε τον κόσμο στον δρόμο δεν ήταν μια δέσμη αιτημάτων που κατευθύνονταν από ιδεολογίες ή ιδεοληψίες, δεν ήταν η διεκδίκηση αυτού που θα ήθελε η κοινωνία, ήταν απλά η οργή ενάντια σε αυτό που δεν ήθελε και δεν θέλει. Αντίθετα με κάποιους που θεωρούν ότι τα κινήματα πρέπει να έχουν ιδεολογικό υπόβαθρο εγώ θεωρώ ότι ακόμα και το “δεν θέλω” είναι υπεραρκετό για να κατατάξει το φαινόμενο των ημερών στην σφαίρα της λαϊκής εξέγερσης, κάτι που η κυβέρνηση εξακολουθεί να αγνοεί παραμένοντας γατζωμένη, αν και ασθμαίνουσα, στην εξουσία.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι όσο συνεχίζεται αυτή η λογική πολιτικών και δημοσιογράφων, που εθελοτυφλώντας θέτει εκτός του κοινωνικού πλαισίου την μερίδα των οργισμένων και αυτών που τα σπάνε, σαν όλοι αυτοί να ήρθαν από άλλο πλανήτη, θα πολλαπλασιάζονται τα χαρακώματα και οι κουκουλοφόροι. Όσο περισσότερο η πολιτικοί και οι δημοσιογράφοι στήνουν οχυρά γύρω από την κοινωνία των νοικοκυραίων και αποκλείουν όχι μόνο απροκάλυπτα αλλά επιδεικτικά αυτό το τμήμα της νεολαίας και της κοινωνίας ονομάζοντας τους κουκουλοφόρους και εγκληματίες, τόσο περισσότερο θα πρέπει να οχυρώνονται οι νοικυραίοι. Από την άλλη το ίδιο θα συμβεί και στην περίπτωση που συνεχίσει να επιχειρείται το αντίθετο, η εγκόλπωση των νέων στο παρόν σύστημα και την κοινωνία των φιλήσυχων νοικοκυραίων που ζουν χωρίς προσδοκίες. Αν κάποιοι συνεχίσουν να προσπαθούν να τους διδάξουν “αξίες” και να τους κάνουν σιωπηλούς Ελληνορθόδοξους, περήφανους ραγιάδες με άδειο στομάχι, λαμόγια με πλαστικές ζωές, φερέφωνα και γλύφτες πολιτικών και να προσπαθούν να τους κατασκευάσουν και/για να τους καπελώσουν τότε και πάλι τα χαρακώματα θα πολλαπλασιαστούν και οι κουκούλες θα επανέλθουν.

Αυτό που απαιτείται δεν είναι απλά η αλλαγή πολιτικής και τα μπαλώματα του συστήματος, είναι μια νέα αντίληψη για τα πράγματα που θα ξεκινάει από την απόρυψη του παλιού τρόπου σκέψης που περιγράφω πιο πάνω και την απομάκρυνση από την συλλογιστική των πολιτικών και των νυκοκυραίων που ομαδοποιεί, κατατάσσει, εξισώνει ισοπεδωτικά και διαφοροποιεί πολικά. Αυτό διεκδικούν τα παιδιά μόνο που δεν ξέρουν πως να το πουν και δεν υπάρχει κανείς να τα ακούσει. Θέλουν μια κοινωνία με επίκεντρο τον πολίτη και όχι το κράτος, θέλουν στο προσκήνιο τον σεβασμό, όχι μόνο της ισότητας, αλλά πρωτίστως του δικαιώματος στη διαφορετικότητα, τον σεβασμό του υποκειμένου, της αυτοδιάθεσης, της αυτονομίας (όχι μόνο της οικονομικής). Δεν είναι καθόλου τυχαίο μάλλον ότι αυτές είναι διεκδικήσεις του Μάη του ‘68, σαράντα χρόνια μετά.

Θέλω να συγχαρώ θερμά και ειλικρινά τα παιδιά της εκπομπής του ΑΝΤ1 Ράδιο Αρβύλα. Εδώ και μια εβδομάδα, χωρίς να είναι δημοσιογράφοι, μετέτρεψαν την χιουμοριστική εκπομπή τους σε έναν πολύ ουσιαστικό και αντικειμενικό πυρήνα σχολιασμού και είπαν χωρίς περικοπές και αυτολογοκρισία, ξεκάθαρα, αυτά που όλοι σκεφτόμαστε εμείς που δεν έχουμε μικρόφωνα και κάμερες. Σας ευχαριστώ, προσυπογράφω κάθε κουβέντα σας!

h1

Περί γνωστών και αγνώστων

Δεκεμβρίου 9, 2008

Παρακολουθώ από χθες το βράδυ μια έντεχνη αλλά ιδιαίτερα άτεχνη προσπάθεια να αποπροσανατολιστεί η κοινή γνώμη και να βαφτιστεί, ή μάλλον να στιγματιστεί, αυτό που είναι ξεκάθαρα μια λαϊκή εξέγερση ως πράξη αναρχικών, αντιεξιουσιαστών, κουκουλοφόρων, γνωστών αγνώστων δεν ξέρω κι εγώ τι. Ε λοιπόν φτάνει το παραμύθι, είναι ηλίθιο να προσπαθούν να μας πείσουν ότι αυτοί που τα σπάνε είναι κάποιες ομάδες εγκληματιών ή οι δέκα αναρχικοί των Εξαρχείων. Τα ξένα μέσα μαζικής ενημέρωσης μιλάνε σαφώς για λαϊκή εξέγερση, έχετε ίντερνετ και μπορείτε να το ελέγξετε, εδώ οι δημοσιογράφοι το κάνουν γαργάρα και αρνούνται να δουν το προφανές.

Ακόμα κι αν κάποιοι θεωρούν ότι αυτοί που τα σπάνε είναι κάποιοι άλλοι από τον ελληνικό λαό, κάποιοι που δεν είναι λαός, κάποιοι “λιγότερο σώφρονες” που “χτυπούν τυφλά” τις “περιουσίες” κάποιων “καλών νοικοκυραίων”, μάλλον θα πρέπει να αναλογιστούν ότι αυτοί που τα έσπασαν χθες είναι κάποιες πολλές χιλιάδες και ότι δεν γεννήθηκαν οργισμένοι, κάποιος τους έκανε, τους πολλαπλασίασε, τους εξόργισε, τους έδωσε απλόχερα τα αίτια και την αφορμή να πιάσουν πέτρες και μολότοφ. Ποιος είναι αυτός ο κάποιος; Το ίδιο το κράτος και οι δημοσιογράφοι που τους βαφτίζουν “γνωστούς αγνώστους” και αυτόματα τους περιθωριοποιούν, αγνοώντας επιδεικτικά ότι αυτοί είναι ένα κομμάτι της κοινωνίας και μάλιστα ιδιαίτερα μεγάλο πλέον. Κύριοι ξυπνήστε, αυτή τη φορά αυτοί που τα σπάνε δεν είναι γνωστοί άγνωστοι, είναι τα παιδιά σας μαζί με όλους τους αποκλεισμένους και αυτοί δεν είναι μόνο κάποιοι περιθωριακοί ή κάποιοι αλήτες.

Σε καμιά περίπτωση δεν επικροτώ το να καίγονται μαγαζιά και αυτοκίνητα. Αυτό που λέω είναι ότι η συμπεριφορά των ΜΜΕ σήμερα είναι τόσο κοντόφθαλμη που περίπου συμπυκνώνεται στη φράση “εδώ ο κόσμος χάνεται και το μουνί χτενίζεται”. Δεν είναι δυνατόν να μιλάμε σήμερα για το πόσα καταστήματα κάηκαν και να μας απασχολεί πρωτίστως αυτό που είναι απλά η παρενέργεια της λαϊκής οργής. Θα έπρεπε να μας απασχολεί η πολιτική κατάσταση και κυρίως η λαϊκή αγανάκτηση καθαυτή και τα αίτια της. Υπάρχουν αίτια που πυροδότησαν το κύμα ανομίας, θα έπρεπε να μας απασχολούν, θα έπρεπε να μας απασχολεί η άφαντη νυν, άλλα ήδη πρώην, κυβέρνηση του τσαμπουκά Καραμνλή και της αυλής του που περιλαμβάνει παπάδες, ακροδεξιούς, λαμόγια και κοινούς αχρήστους. Δεν μπορεί σήμερα να διερωτώνται οι δημοσιογράφοι γιατί κάηκε η Ελλάδα και να μας λένε σοκαρισμένοι για τις καταστροφές “είναι απαράδεκτο”. Ναι είναι απαράδεκτο αλλά είναι επίσης πιο απαράδεκτο το ξύλο, η βία της αστυνομίας, η απουσία των ατομικών δικαιωμάτων, οι δολοφονίες μεταναστών και άοπλων πολιτών από αστυνομικούς, ο ακήρυχτος πόλεμος και τελικά η Ελληνική δικαιοσύνη η οποία δεν λειτουργεί, δεν αποδίδει δικαιοσύνη, μεροληπτεί, προστατεύει απροκάλυπτα τους “εκπροσώπους του κράτους” και προκαλεί.

Σήμερα με θίγει βαθύτατα να ακούω τις κυρίες του Κολωνακίου να κλαίνε για τους καμένους πολυελαίους των καταστημάτων τους (ναι το άκουσα κι αυτό στην TV) που ήταν ασφαλισμένοι και που θα αποζημιωθούν από το κράτος, ας πάνε να διεκδικήσουν τα καμμένα από τον άφαντο και ανίκανο Καραμανλή, αυτόν τον παλιάτσο που ψήφισαν, αυτόν που πυροδότησε την λαϊκή οργή και δεν έκανε τίποτα για να τους προστατεύσει. Συγγνώμη, αλλά σήμερα εγώ λυπάμαι για άλλα πράγματα περισσότερο από ότι λυπάμαι για το Κολωνάκι. Για να μην παρεξηγηθώ, διευκρινίζω ότι αναφέρομαι στις κυρίες του Κολωνακίου, συγγνώμη αν θίγω κάποιον άλλο, δεν έχω τέτοια πρόθεση, έχω απόλυτη συναίσθηση ότι δεν είναι όλοι εύποροι και υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι που έχουν σοβαρό πρόβλημα σήμερα, νέοι που θα χάσουν τη δουλειά τους και αυτό είναι αυτονόητα καταδικαστέο. Όμως αυτή τη στιγμή στην κλίμακα των αξιών μου οι υλικές καταστροφές είναι κάτι δεύτερο και με θίγει να παρουσιάζεται σαν πρώτο γιατί δεν είναι. Δεν μπορεί να είναι πρώτο γιατί τα προβλήματα από τις καταστροφές θα λυθούν, όμως η ανασφάλεια, η ανομία, η βία, το αίμα έχει πληγώσει και στιγματίσει ακόμα μια γενιά νέων ανθρώπων. Αυτό που καταγγέλλεται θα έπρεπε να είναι όχι οι καταστροφές αλλά η ανομία ως πραγματικότητα.  Κι αν ξεκινήσουμε μια σοβαρή κουβέντα για την ανομία θα δούμε ότι σαφώς και ξεκινάει από το ίδιο το κράτος. Δεν έχουν δικαίωμα όλοι αυτοί που εκπροσωπούν το κράτος να καταγγέλλουν τη βία όταν οι ίδιοι την τρέφουν, την συντηρούν και την αναπαράγουν. Το ίδιο ισχύει και για τους δημοσιογράφους, τους παπάδες και όλους αυτούς που αποδεδειγμένα πλέον κάνουν business με το κράτος. Όλοι αυτοί συντηρούν την ανομία, την ανέχεια, την κακομοιριά, το έλλειμμα δημοκρατίας, ισότητας, ισονομίας, αξιοκρατίας και όλα όσα οι μεγαλύτεροι έμαθαν να ονομάζουν Ελλάδα και οι νέοι σήμερα δεν ανέχονται.

Μια γιαγιά είπε το πρωί στην TV, “Αχ, πάει η Ελλαδίτσα μας”, πραγματικά κατανοώ την πικρία αλλά δεν την συμμερίζομαι. Εύχομαι να πάει στο καλό η Ελλαδίτσα σας γιατί αυτό είναι το πρόβλημα, ότι είναι και Ελλαδίτσα και δική σας, προτιμώ μια χώρα που θα λέγεται Ελλάδα, δεν θα ανήκει σε κανέναν και θα μεριμνά για όλους, και για εσάς και για εμάς.

Μέσα στο χθεσινό χάος βρήκα υπέροχο το φλεγόμενο δέντρο του Συντάγματος, έργο τέχνης! Potlach!

περισσότερα για το θέμα της δολοφονίας του μικρού Αλέξανδρου έχω γράψει στο post “σε κατάσταση ομηρίας” (κλικ)

h1

Ο άνεμος της αλλαγής και η μαλακία της ηθικής

Σεπτεμβρίου 21, 2008

Μια μέρα καθώς έριχνα νερό στις ποτίστρες άκουσα έναν πολύ δυνατό κρότο που με τρόμαξε και με ταρακούνησε. Παράτησα τον κουβά και ευθύς ανέβηκα στον ανεμόμυλο της φάρμας από όπου μπορώ να έχω καλύτερη θέα. Χωρίς να καθυστερήσω άρπαξα τα κιάλια και τα έσφιξα με δύναμη μέσα στις παλάμες μου σαν να ήθελα να τα πιέσω να μου αποκαλύψουν μια αλήθεια και την εικόνα της από απόσταση. Μάταια, για αρκετή ώρα ατένιζα τον ορίζοντα, μια με τα κιάλια και μια με γυμνό το βλέμμα μα του κάκου (το “του κάκου” είναι μια έκφραση που με τον φίλο μου τον Γιάννη θα καταργήσουμε όταν θα πάρουμε την εξουσία). Στάθηκα για αρκετή ώρα να κοιτάζω μέχρι που κατάλαβα ότι η εικόνα έχανε το βάθος της. Ο ορίζοντας δεν είχε τίποτα καινούριο να μου αποκαλύψει και έτσι απέσυρα το μοναχικό (και γοητευτικό) μου βλέμμα προς το πακέτο με τα Marlboro που το χέρι μου είχε πιάσει μηχανικά ψαχουλεύοντας μόνο του μέσα στην τσέπη μου, όπως πιάνει το κλειδί της εξώπορτας όταν επιστρέφω στο αγρόκτημα μεθυσμένος και δεν ξέρω πια που είναι η εξώπορτα. Καθώς άναψα το τσιγάρο και ο καπνός γέμισε τα πνευμόνια μου (έχουμε ξαναπεί ότι δεν καπνίζω αλλά είναι για να εντείνω την κινηματογραφικότητα της στιγμής) ένα ελαφρύ αεράκι φύσηξε τα μαλλιά μου, αργότερα μου είπαν ότι ήταν ο άνεμος της αλλαγής.

Πράγματι, η Νέα Δημοκρατία ήρθε με κρότο και λάμψη πυροτεχνήματος κι εγώ την υποδέχθηκα με τρόμο. Εκείνη με επιβεβαίωσε πλήρως καθώς πρόλαβε κι έφερε πολλές αλλαγές στη ζωή μου, και ήταν όλες προς το χειρότερο! Μιλάω για τη δική μου ζωή, εσείς τη δική σας έχετε κάθε δικαίωμα να την αξιολογήσετε όπως θέλετε, εγώ μιλάω για τη δική μου. Η αξιολόγηση που θα διαβάσετε παρακάτω είναι υποκειμενική.

Κάποια πράγματα άλλαξαν σε υπερθετικό βαθμό, σκατά ήταν και πριν αλλά σκατά από σκατά διαφέρει (ναι διαφέρει). Στα χαμηλά στρώματα του κρατικού μηχανισμού, εκεί που υπήρχαν κάποιοι βολεμένοι πονηροί Πασόκοι με ελάχιστα προσόντα, μέτρια προς κακή παιδεία και με μια μικρή γνώση του συστήματος βρέθηκαν κάποιοι πιο πεινασμένοι, πιο διψασμένοι για εξουσία, συχνά ρεβανσιστές και κουτοπόνηροι Νεοδημοκράτες χωρίς καθόλου προσόντα, ανύπαρκτη παιδεία και με παντελή άγνοια του συστήματος. Αυτοί σήμερα μπορώ να πω ότι σε γενικές γραμμές αποδεικνύεται ότι είναι είτε άχρηστοι οπότε είναι απλά ένα βάρος, είτε υπερβολικά “φιλόδοξοι” που σημαίνει ότι μοναδική φιλοδοξία τους είναι να γίνουν πασόκοι στην θέση των πασόκων και να εγκατασταθούν σε μια θέση, είτε ευθυνόφοβοι καθώς ξέρουν ότι την θέση τους δεν την αξίζουν και φοβούμενοι μην την χάσουν λειτουργούν φοβικά, που συχνά σημαίνει σαν πρόβατα προς τους ανωτέρους τους, άδικα και αυστηρά προς τους υφισταμένους τους και τον πολίτη! Αν σε όλα αυτά και στην συνολική βλακεία του συστήματος προσθέσουμε ότι κάποιοι από αυτούς κουβαλούν περίεργες απόψεις περί θεού, τάξης και ασφάλειας έχουμε ένα μείγμα εκρηκτικό που κάνει τις συναλλαγές και την επαφή με το δημόσιο και τις υπηρεσίες του τουλάχιστον επώδυνη.

Στα πιο ψηλά, σε κυβερνητικό επίπεδο, τα προβλήματα είναι χειρότερα. Η κυβέρνηση έγινε ένα πράγμα (πράμα) προσωποκεντρικό και καθόλα εξαρτημένο από το ίματζ και το ηθικό (αν όχι ηθικοπλαστικό) προφίλ του μαθητευόμενου μάγου και πρωθυπουργού Κωστάκη Καραμανλή (αν είναι δυνατόν) ο οποίος ήρθε καβάλα στο λευκό άτι με δορυφόρους τον Αλογοσκούφη και τον Ρουσσόπουλο για να φέρει την “κάθαρση” από τη διαφθορά και την νίκη του καλού έναντι του κακού, αφού στην Ελλάδα η νίκη στις εκλογές είναι αποτέλεσμα της πίστης του λαού σε πρόσωπα, όχι της γνώσης του για προγράμματα. Το εγχείρημα της κάθαρσης προφανώς άτοπο εξ’ ορισμού και τα γεγονότα των ημερών το αποδεικνύουν για πολλοστή φορά. Σε μια χώρα αναξιοκρατική που σε κάνει γλύφτη για να βρεις μια δουλίτσα, που δεν σου λέει τα δικαιώματα σου και δεν τα σέβεται, που σε διαπαιδαγωγεί στην κλεψιά και επί της ουσίας σε ωθεί να κλέψεις γιατί και η ίδια σε κλέβει, η ύπαρξη της διαφθοράς είναι το αυτονόητο, δεν είναι η ασθένεια αλλά το σύμπτωμα ενός πολύ μεγαλύτερου πράγματος που λέγεται “Ελληνικό κράτος” και είναι δομημένο λάθος εκ θεμελίων και από την γέννηση του.

Η διαφθορά λοιπόν δεν λύνεται με έναν πρωθυπουργό που το μόνο που κάνει είναι να κουνάει τα χέρια και να λέει “είμαι κατηγορηματικός, δεν θα ανεχθώ φαινόμενα διαφθοράς” περιμένοντας να πιάσει το ξόρκι ωσάν τον Harry Potter. Σόρρυ ρε Κώστα αλλά δεν αρκεί να είσαι κατηγορηματικός και να μην τα ανεχθείς όταν θα μάθεις ότι συνέβησαν, το ζήτημα είναι να μην συμβούν και να μας πεις πως θα δομήσεις το σύστημα ώστε να προλαμβάνεις τα φαινόμενα διαφθοράς. Σε όλο τον κόσμο οι άνθρωποι παράγουν θεσμούς και νόμους, χτίζουν διοικητικές δομές και ελεγκτικούς φορείς για να προλαμβάνουν πριν συμβούν αυτά που δύνανται να συμβούν και να είναι επιζήμια. Αντίθετα στην Ελλάδα επενδύουμε στην βούληση ενός φυσικού προσώπου, του πρωθυπουργού (μην μου πείτε ότι ο πρωθυπουργός είναι θεσμός, άλλο λέω), που μας λέει ότι δεν ανέχεται τη διαφθορά. Έτσι έγινε πρωθυπουργός ο Κώστας, με ευχολόγια και ηθικολογίες, και επειδή είναι χοντρούλης ο κόσμος τον πίστεψε βασιζόμενος στο θεμελιώδες λογικό λάθος σύμφωνα με το οποίο “οι χοντροί είναι καλοί άνθρωποι”. Τελικά γύρω από το προφίλ του Καραμανλή το οποίο ενδυναμώθηκε από τα ΜΜΕ τα οποία μιλούσαν για ισχυρή εικόνα, ρητορική δυνότητα και κολοκύθια τούμπανα, χτίστηκε και η πολιτική πρακτική ή μάλλον οι πολιτικές πρακτικές της κυβέρνησης οι οποίες έμοιαζαν και μοιάζουν πλήρως εξαρτημένες από τον Καραμανλή όταν επιτυγχάνουν και εντελώς αποσπασμένες από αυτόν όταν αποτυγχάνουν.

Θυμάμαι ενδεικτικά δηλώσεις Πολύδωρα όταν με τις φωτιές στην Πελοπόνησσο πέρσι το καλοκαίρι μιλούσε για τα Μπεριέφ, τα ρώσικα πυροσβεστικά αεροπλάνα που κλήθηκαν έκτακτα και έφτασαν με μεγάλη καθυστέρηση, τότε έλεγε περίπου: “Εγώ τα ήθελα τα Μπεριέφ, τα είχα ζητήσει από καιρό αλλά δεν τα έδιναν οι Ρώσοι…”. Η δημοσιογράφος τον ρώτησε το αυτονόητο “Και τι μεσολάβησε και ήρθαν;” Ο Πολύδωρας με ύφος που ομοίαζε στου Τέρενς Κουήκ όταν έγλυφε τον Μίνο Κυριακού για να τον κρατήσει στον ΑΝΤ1 και με μια εμφανέστατη άγνοια της σοβαρότητας της κατάσταση είπε, “Ε, μεσολάβησε τηλεφώνημα του πρωθυπουργού στον Πούτιν”… Λες και οι Ρώσοι δεν θα διαπραγματεύονταν με έναν υπουργό αν είχε τρόπο και διάθεση για να διαπραγματευτεί και αν προσέφερε τα κατάλληλα ανταλλάγματα, απλά δεν το έκανε ή δεν τον άφησαν να το κάνει. Πάντως η ιστορία με τις φωτιές δείχνει καλά το πόσο ανέτοιμο είναι το κράτος σε ζητήματα πρόληψης και σχεδιασμού και το πόσο ανίκανα τα στελέχη της κυβέρνησης να διαχειριστούν καταστάσεις που απαιτούν συγκροτημένη δράση, οργάνωση και φυσικά πρόληψη και σχεδιασμό.

Έτσι λοιπόν θα πω αυτό που λέω και πιο πάνω αλλά θα το πω ανάποδα, στους τυφλούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος και με υπουργούς σαν τον Γιακουμάτο και τον Πολύδωρα (το blog τους έχει τιμήσει και τους δύο στο παρελθόν) ο Καραμανλής φαίνεται γίγαντας μέσα στο κυβερνητικό σχήμα, Πολύφημος μεν, αλλά γίγαντας! Σε κάθε περίπτωση όμως ήταν ζήτημα χρόνου να στραφεί η ίδια εικόνα του που καλλιέργησε ο ίδιος εναντίον του, γιατί αυτό είναι που συμβαίνει αυτές τις μέρες. Ο Καραμανλής έγινε πρωθυπουργός όχι μιλώντας γι’ αυτό που είναι και γι’ αυτό που θα κάνει αλλά επενδύοντας σε αυτο που δεν είναι (δεν είναι ΠΑΣΟΚ) και σε αυτό που δεν θα κάνει (δεν θα κλέψει), όντας πάντα σε αντίθεση με το διεφθαρμένο και βρώμικο ΠΑΣΟΚ. Έπαιξε για μεγάλο διάστημα (ακόμα και ως κυβέρνηση) το χαρτί της διαφθοράς, συχνά διογκώνοντας πράγματα και κυρίως εντείνοντας την καχυποψία του ήδη απογοητευμένου κόσμου απέναντι στην εξουσία και την πολιτική γενικά. Κερδίζοντας εξουσία συνέχισε να κάνει αντιπολίτευση χωρίς όμως επί της ουσίας να αποδομήσει και να αναδομήσει το σύστημα και όπου επιχείρησε να το κάνει προχώρησε κυρίως σε αλλαγές προσώπων με τρόπο που ήταν σε βάρος των πολλών και προς όφελος των γαλάζιων παιδιών, αυτή ήταν η επανίδρυση του κράτους. Έτσι πέρασε ο καιρός και παρά την αντιλαϊκή πολιτική και τα βολέματα των δικών του, ο ίδιος απολάμβανε μια ιδιότυπη και κατά τη γνώμη μου εντελώς αδικαιολόγητη ασυλία ακόμα και σε στιγμές κρίσης που οι υπουργοί του τα έκαναν θάλασσα (σκατά τα έκαναν, τι να λέμε;). Φαίνεται όμως ότι σε όλα αυτά τον έσωζε το σλόγκαν “είμαι κατηγορηματικός, δεν θα ανεχθώ φαινόμενα διαφθοράς”. Βέβαια σε όλα αυτά συνέβαλε και ο λήθαργος του ΠΑΣΟΚ, η μοναδική πραγματική αντιπολίτευση γινόταν από τον ΣΥΡΙΖΑ. Έτσι ο Κωστάκης πήγε σε εκλογές για δεύτερη φορά και τις ξανακέρδισε χωρίς να έχει καν συντάξει πρόγραμμα αυτή τη φορά, απόδειξη ότι αυτό που λέω πιο πάνω περί πίστης ισχύει 100% (Φυσικά όχι μόνο για την ΝΔ).

Για να είμαι ειλικρινής οι ιστορίες με τα σκάνδαλα ποτέ δεν με συγκίνησαν, δεν είναι δυνατόν να με συγκινήσουν γιατί δεν είναι το πρόβλημα αν έφαγε τόσα ο τάδε κι άλλα τόσα ο δείνα. Ο λαός έχει απτά καθημερινά προβλήματα και το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν πεινάει επειδή υπάρχουν σκάνδαλα ούτε επειδή ο Βουλγαράκης πουλάει ακίνητα με νομότυπο αλλά “ανήθικο” τρόπο. Επιπλέον δεν θεωρώ ότι το πρόβλημα είναι μόνο η οικονομία αλλά μάλλον κάτι πολύ μεγαλύτερο και συνολικό και σίγουρα η λύση δεν έρχεται από την επίκληση μιας “ηθικής” (ηλίθια λέξη). Το πρόβλημα στην Ελλάδα είναι το έλλειμμα δημοκρατίας, η παιδεία, τα ατομικά δικαιώματα και τελικά η δομή του ίδιου του κράτους πέρα από πρόσωπα και “ηθικές” αξίες, ως δομή, ως σύστημα, ως μηχανισμός.

Αυτός είναι και ο λόγος που μου φαίνεται αστείο το κλίμα των ημερών, τόσο απόλυτα Ελληνικό! Ο Καραμανλής δικάζεται για την “ηθική” υπόσταση των ανθρώπων που συγκροτούν την κυβέρνηση, όχι για το πως έχει δομήσει το κράτος και τι είδους αλλαγές έχει κάνει, αν τις έκανε κλπ. Ο Καραμανλής δεν κρίνεται για το κυβερνητικό του έργο και την πολιτική του πράξη, αλλά γι’ αυτό που ο ίδιος προέβαλε ως κριτήριο για να τον κρίνουν, το ηθική του ανάστημα. Ο κόσμος δεν άλλαξε στάση επειδή κατάλαβε ότι ο Καραμανλής είναι κακός πρωθυπουργός και δεν παράγει έργο, ούτε επειδή τα ατομικά δικαιώματα, η παιδεία, η μεταναστευτική πολιτική, η κρατική μέριμνα και οι δημόσιες υπηρεσίες και επιχειρήσεις και τελικά το επίπεδο της δημοκρατίας υποβαθμίστηκαν όλον αυτόν τον καιρό. Ο λαός αλλάζει στάση επειδή κλονίστηκε η πίστη του σε μια “εικόνα ηθικής”. Είναι τουλάχιστον αστείο και ηλίθιο!

Σε κάθε περίπτωση ατενίζοντας τον ορίζοντα του μέλλοντος (με κιάλια ή χωρίς) αυτό που βλέπω είναι το τίποτα, μια εικόνα με βάθος που έχει μειωθεί και έχει γίνει μια επιφάνεια τόσο επίπεδη όσο και το Ολλανδικό έδαφος. Τελευταίο βλέμμα στον ορίζοντα, δεν μπορώ άλλο, πάω να ταϊσω τα γελάδια… Αν μέχρι να επιστρέψω γίνουν εκλογές ξέρεις τι να κάνεις, φέρε εσύ την πίστη σου, θα φέρω κι εγώ τη δική μου, να τις πετάξουμε σε μια κάλπη και μετά να τις μετρήσουμε, να δούμε ποιος την έχει μεγαλύτερη… την πίστη!

Ζήτω η Ελλάδα, ζήτω η θρησκεία, ζήτω η Νέα Δημοκρατία…

h1

Κλείνω μέχρι νεωτέρας…

Ιουνίου 16, 2008

Το κλείνω το μαγαζί για μερικές ημέρες (άγνωστο πόσο) και θα απέχω. Για να είμαι ειλικρινής μάλλον δεν μου βγαίνει και να γράψω και παρόλο που έχω αρκετά να πω δεν έχω όρεξη και ούτε χρόνο. Επιπλέον εδώ και καιρό έχω την αίσθηση ότι ο κύκλος αυτού του blog σιγά σιγά κλείνει, τουλάχιστον με την μορφή που είχε, και μάλλον πρέπει να αλλάξω κάποια πράγματα, να το ξανασκεφτώ ή απλά να αποφασίσω να μην το σκέφτομαι και να αρχίσω γράφω όπως έγραφα παλιά, για τον χαβαλέ μου. Είναι άλλωστε προφανές εδώ και καιρό ότι το Crazy Cows έχει αλλάξει και ύφος και περιεχόμενο μάλλον επειδή κι εγώ άλλαξα τον τρόπο που αντιμετωπίζω το blogging και τους bloggers και από αγχολυτικό το έκανα τροφοδότη και πεδίο εργασίας (ευτυχώς όχι μάχης!). Δεν είναι κακό αυτό, μάλλον καλό είναι γιατί κατάλαβα αρκετά, όμως δεν είναι αυτό που σκεφτόμουν αρχικά και αισθάνομαι ότι ο μαξιμαλισμός των τελευταίων post μου είναι κάτι πολύ ειδικό για να καταλαμβάνει τον χώρο αυτού του blog το οποίο ξεκίνησε σαν κάτι πιο μίνιμαλ.

Πριν κλείσω όμως (για όσο κλείσω) θέλω να πω ότι κάτι που με ενοχλεί και χωρίς να είναι αιτία σίγουρα είναι αφορμή για να απέχω και να το ξανασκεφτώ, είναι ο εκφυλισμός της wordpress τον τελευταίο καιρό και ο εκφυλισμός του blogging γενικά. Όσο πάει μαζεύεται όλο και περισσότερη σαβούρα και το top 10 της wordpress με εξαίρεση κάποια “φωτεινά” blogs μοιάζει τελευταία με λαϊκή που οι πραματευτάδες φωνάζουν για να ξεπουλήσουν το εμπόρευμα τους το οποίο δεν έχει σημασία τι είναι αρκεί να πουληθεί. Το αστείο είναι ότι το αντίτιμο δεν είναι λεφτά αλλά hits πράγμα δεικτικό του πόσο βαθιά είναι πλέον ριζωμένη μέσα στους ανθρώπους η συναλλακτική λογική. Τους αρκεί να υπάρχει συναλαγή και μια αίσθηση κέρδους ακόμα κι αν αυτή δεν είναι πρακτικά – υλικά εξαργυρώσιμη. Αυτό συμβαίνει γιατί αρκεί η αίσθηση του κέρδους σαν ποσοτικό μέγεθος όχι σαν ποιοτικό, και δεν έχει καμία σημασία αν το κέρδος είναι λεφτά, hits, κουμπιά ή ρεβίθια, ακριβώς όπως όταν παίζω χαρτιά με φίλους και ποντάρουμε στραγάλια! Η διαφορά όμως εδώ είναι ότι υπάρχει ένα περιεχόμενο που μεταφέρει ένα νόημα μια σημασία, μια ουσία και αναζητά ποιοτική διάδραση και αυτό δεν μεταφράζεται σε hits. Κοινώς, δεν γουστάρω να συμμετέχω στην “κατάταξη” της wordpress ακριβώς επειδή αυτό το πράγμα μοιάζει να αγγίζει τα ορια της υπαρξιακής αγωνίας για κάποιους και τελικά να κάνει περισσότερο κακό παρά καλό στο περιεχόμενο και την ουσία της πληροφορίας που διακινείται στο διαδίκτυο.

Επειδή μιλάω ανοιχτά για εκφυλισμό και σαβούρα κανείς μπορεί να επιχειρήσει να μου χρεώσει ότι με αυτά που λέω γίνομαι ελιτίστας και στρέφομαι ενάντια στις ίδιες τις θέσεις μου για ελευθερία του λόγου, αυτοπροσδιορισμό κλπ αλλά δεν είναι καθόλου έτσι. Αυτοπροσδιορισμός και ελευθερία της έκφρασης δεν σημαίνει απαραίτητα ότι πρέπει να δεχθώ την φούσκα ή την μαλακία του καθένα ως άποψη και επιπλέον το να θεωρώ ότι κάποιος λέει μαλακίες δεν με κάνει ελιτίστα γιατί η σχέση μου με τη μαλακία του είναι διαλεκτική, προσπαθώ να εξηγήσω γιατί λέει μαλακία και επιπλέον ακούω κάποιον όταν μου λέει ότι εγώ λέω μαλακίες και το τεκμηριώνει, δεν υπάρχει άβατο για να είμαι ελιτίστας καθώς υπάρχει διάλογος και κριτική. Όμως εκεί ακριβώς είναι το πρόβλημα, ότι σταδιακά επικρατεί το light και τα αφόρητα cliche, και αρχίζουμε να διαπραγματευόμαστε και να ξαναμιλάμε για το αυτονόητο, για την δεοντολογία, και συχνά να πρέπει να αντιμετωπίσουμε την ψυχική κατάσταση του καθένα κι εγώ είμαι αρχιτέκτονας και όχι ψυχολόγος!

Για να ξεκαθαρίσω το αυτονόητο, μοναδική μου υποχρέωση απέναντι στην άποψη του καθένα είναι το να μην την εμποδίσω να ακουστεί ή να βοηθήσω να μην εμποδιστεί και να ακουστεί ελεύθερα και θα το κάνω ακόμα κι αν διαφωνώ. Από εκεί και πέρα ένα άλλο αυτονόητο είναι ότι βεβαίως δικαίωμα στην άποψη έχουν όλοι, βεβαίως όλοι είμαστε ίσοι και έτσι πρέπει αλλά δεν είμαστε όλοι ίδιοι και δεν είναι όλες οι θέσεις το ίδιο (αυτό δεν εισάγει αξιολογικό κριτήριο). Κάποιοι άνθρωποι, χωρίς να είναι αυθεντίες, είναι σίγουρα πιο ειδικοί από κάποιους άλλους σε συγκεκριμένα θέματα, είναι ικανότεροι να αντιληφθούν και να λειτουργήσουν σε συγκεκριμένα πλαίσια, και αν ισχυρισθείτε το αντίθετο τότε θα σας επιτρέψω να κάνετε εσείς την δουλειά μου και θα έρθω να κάνω εγώ τη δική σας.

Για τον λόγο αυτό και επειδή νομίζω ότι είμαι σε θέση να διακρίνω τον εκφυλισμό, και μάλλον δεν είμαι ο μόνος, λέω αυτά που λέω ανοιχτά και γι’ αυτά θα με κρίνετε και δεν έχω κανένα πρόβλημα με αυτό, άλλωστε γι’ αυτό γράφω με τα σχόλια ανοιχτά και όχι μόνο δεν κόβω κανέναν αλλά απαντώ σε όσους διαφωνούν και το συζητώ μέχρι τέλους! Ο λόγος είναι ότι προσωπικά blogάρω όχι μόνο επειδή αισθάνομαι ότι έχω κάτι να πω αλλά κυρίως επειδή νομίζω ότι υπάρχουν πάρα πολλά για να ακούσω και να αντιληφθώ, πλέον το κάνω για το feedback, όχι για να έχω hits και αυτό με ευχαριστεί! Επειδή λοιπόν τον τελευταίο καιρό δεν έχω πολλά να πω και με εξαίρεση κάποια blogs φίλων (τα οποία μάλιστα τελευταία δεν διαβάζω γιατί δεν έχω χρόνο) υπάρχουν ακόμα λιγότερα να ακούσω και δεν υπάρχει ουσιαστικό feedback είναι καλύτερα να μην blogάρω για λίγες μέρες και να ξανασκεφτώ κάποια πράγματα ώστε να βρω τον τρόπο για να αρχίσει πάλι να με ευχαριστεί το blogging!

Αφήνω τα comments ανοιχτά, για να είναι το blog ζωντανό αλλά κυρίως για όσους θέλουν να μου χρεώσουν κάτι και δεσμεύομαι να απαντήσω, για όλους τους άλλους υπάρχει το email μου! Δεν φεύγω, θα συνεχίσω κάποια στιγμή από εδώ, απλά θέλω τον χρόνο μου!… ίσως να αναδυθώ και κάπου αλλού, επόμενη επαφή μάλλον μετά το τέλος του μήνα!

h1

Χρυσή Αυγή, πυξίδα και οδηγός, ένα ευχαριστώ…

Ιουνίου 5, 2008

Δεν θα το κρύψω, άλλωστε όσοι με ξέρουν καλά από τα φοιτητικά μου χρόνια το γνωρίζουν ήδη ότι από πολύ παλιά μου είναι αδύνατο να αντισταθώ σε μερικά πράγματα. Το κιτς, την κακογουστιά, το τρας και όλα τα πολιτιστικά παραπροϊόντα τα λατρεύω (Όου γιες) και τα λατρεύω ακόμα περισσότερο όταν έχουν ένα ιδεολογικό (ή ιδεοληπτικό αν θέλετε) περιτύλιγμα που επιδιώκει να τους δώσει νόημα και να τα φορτίσει με αλήθειες, αξίες και υψηλά νοήματα.

Τι θα ήταν το κιτς χωρίς χούντα και τι θα ήταν η χούντα χωρίς το κιτς; θα ήταν σαν αγκίστρι δίχως δόλωμα, σαν σουβλάκι δίχως τζατζίκι, σαν σούσι χωρίς γουασάμπι… σαν ντολμαδάκια χωρίς κιμά, δηλαδή γιαλαντζί…

Δηλώνω λοιπόν ότι διαβάζω το blog της Χρυσής Αυγής και πλέον το κάνω φανατικά, ναι το ομολογώ! Άλλωστε είμαι σίγουρος ότι όλοι το διαβάζετε, παλιοκουφαλίτσες, όμως η διαφορά είναι ότι εγώ το μελετάω ενδελεχώς με την μανία ναρκομανούς περιμένοντας με αγωνία το κάθε ποστ! Μάλιστα πλέον το blog τους έχει αποκτήσει για εμένα και χρηστική εκτός από αισθητική αξία, έχω βρει την αλήθεια σε αυτό το blog, έχει γίνει πυξίδα μου και οδηγός και όπως ξέρετε ποτέ δεν υπερβάλω, ούτε και τώρα!

Όταν λοιπόν έχω αμφιβολία για κάτι κοιτάζω τι λέει η Χρυσή Αυγή, αν λέει το αντίθετο από αυτό που λέω εγώ τότε είμαι σίγουρος ότι λέω το σωστό! Για του λόγου το αληθές:

Για τον στρατό, http://xryshaygh.wordpress.com/2008/06/02/stratos-2/

Για την σημαία, http://xryshaygh.wordpress.com/2008/06/01/lazo/

Για τους gay, http://xryshaygh.wordpress.com/2008/06/03/tilos/

Ευχαριστώ την Χρυσή Αυγή γιατί, εκτός ότι με ενημερώνει για τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ (για να λέμε την αλήθεια σχεδόν διαφήμιση του κάνει), του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ καλύτερα και λεπτομερέστερα από οποιοδήποτε άλλο blog, με κάνει να αισθάνομαι πνευματικά υγιής όπως όταν βλέπω “Παρατράγουδα”, επαληθεύει το πόσο δίκιο έχω σε πολλά από αυτά που λέω, προωθεί τις θέσεις μου στιγματίζοντας με το όνομα της όλα όσα αντιμάχομαι και με κάνει να χαίρομαι που η κοινωνική κατασκευή, οι ερωτικές απογοητεύσεις (δεν είχα τέτοιες) και τα λάθη που έκανα σαν παιδί δεν με τραυμάτισαν τόσο ώστε να γίνω εθνικιστής!…

Συναγωνιστές ευχαριστώ, may the force be with you! Ο θεός να μου κόβει hits και να σας δίνει posts, είστε η καλύτερη δυσφήμιση του εαυτού σας!

h1

Πανεπιστήμιο, μεταξύ ουτοπίας και μαλακίας

Ιουνίου 2, 2008

Οι Έλληνες πιστεύουν στο “per se”, στο “καθαυτό”, ότι δηλαδή πράγματα ή διαδικασίες, θεσμοί ή πρόσωπα είναι καλά ή κακά εγγενώς και με τρόπο απόλυτο και όχι κατά περίσταση. Αυτός είναι ο λόγος που ο Έλληνας σε όλα τα πράγματα κοιτάζει το “τι” ή το “ποιος” και χάνει το “πως” καθώς δεν αντιλαμβάνεται ότι τα πράγματα είναι σχετικά. Κοινώς, δεν υπάρχει ιδανική λύση, μια λύση δεν λύνει ένα πρόβλημα ή αν το κάνει γεννά τότε νέα προβλήματα, στην πραγματικότητα η λύση διαπραγματεύεται ανάμεσα σε πολλά προβλήματα και προσπαθεί να τα εξισορροπήσει. Όμως ο Έλληνας κουβαλάει την αλήθεια του, με τον σταυρό ή το πλακάτ στο χέρι, με την μολότωφ ή με την σημαία πάντα πιστεύει στην απόλυτη λύση και στην δική του ουτοπία, ευτοπία για τον ίδιο αλλά συχνά δυστοπία για κάποιους άλλους.

Το πρόβλημα με τις ουτοπίες είναι ότι κανείς πρέπει να τις πιστέψει, όχι να τις σκεφτεί, δεν είναι τυχαίο ότι όλες αναφέρονται σε αφηρημένες έννοιες και σε γενικές εξωτερικότητες που είναι υπερσυγκεντρωτικές, ο θεός, ο λαός, το έθνος, επιδιωκόμενος προστάτης όλων αυτών πάντα το κράτος. Έτσι επικρατεί το γενικό και όχι το σχετικό, η ετερονομία έναντι της αυτονομίας, η ιδέα έναντι της πράξης (η διαμαρτυρία είναι μεν πράξη αλλά πράξη αποδόμησης, η αντιπρόταση και η δόμηση είναι πράξη). Σέβομαι την εργαλειακή χρήση της ουτοπίας ως μέσο για την μετατόπιση της πραγματικότητας και ως τέτοιο την χρησιμοποιώ, δεν μπορώ όμως να την δεχθώ όταν γίνεται μανιφέστο, πίστη, αρχή και τέλος γιατί τότε στερείται ρεαλισμού και λειτουργεί σε βάρος όλων. Κι ας λέει ο Le Corbusier ότι “η ουτοπία του σήμερα είναι η πραγματικότητα του αύριο”, η πικρή αλήθεια είναι ότι οι ουτοπίες του Le Corbusier απέτυχαν να γίνουν πραγματικότητες και το άυριο έγινε χθες, ίσως και προχθές. Φυσικά κάποιοι έχουν κάθε δικαίωμα να περιμένουν ακόμα για το αύριο που θα φέρει την κάθαρση, την λύτρωση ή την επανάσταση. Όμως κι εγώ έχω κάθε δικαίωμα να θεωρώ ότι η ουτοπία είναι εργαλείο για την διεκδίκηση μιας καλύτερης πραγματικότητας, όχι όμως και ο στόχος.

Ένα άλλο πρόβλημα στην Ελλάδα είναι η αποσπασματική θέαση των πραγμάτων συχνά με τρόπο ομφαλοσκοπικό που αγνοεί την εξωτερική πραγματικότητα. Μερικές φορές από εδώ συνειδητοποιώ ότι για τους Έλληνες υπάρχει μόνο η Ελλάδα και ότι προσπαθούν να φτιάξουν κάτι σαν φράγμα για να αποτρέψουν οποιαδήποτε αλλαγή που έχει ήδη συντελεστεί αλλού  να λάβει χώρα εκεί. Αυτό δεν είναι παρά μια ακόμα ουτοπία η οποία προφανώς δεν θα αντέξει για πολύ. Τα φράγματα χρειάζονται υλικά, δεν γίνονται με χώμα και πέτρες και όταν περατωθούν αφήνουν μια ελεγχόμενη ροή, όχι μόνο για να μη σπάσουν από την πίεση, αλλά και για να ποτίζεται που και που η έρημος που υπάρχει από πίσω τους.

Ναι, μια έρημος υπάρχει από πίσω γεμάτη καμήλες και καμπούρες και εκτός ότι όλοι βλέπουν μόνο τις καμπούρες των άλλων και όχι την δική τους, αναλώνουν τόσο χρόνο στο να γελούν ή να καταγγέλλουν καμπούρες που τελικά η έρημος μένει έρημος. Έρημος η Ελλάδα, έρημος και τα πανεπιστήμια.

Το Ελληνικό πανεπιστήμιο είναι κακό… κάκιστο και η αιτία εντοπίζεται πολύ απλά στο γεγονός ότι δεν είναι δημόσιο όπως κάποιοι θέλουν να λένε αλλά κρατικό. Όποιος καταλαβαίνει τη διαφορά καταλαβαίνει πολλά και μπορεί να συναισθανθεί το πόσο αστείο μου μοιάζει αυτό που ακούω σαν σλόγκαν από όλες τις πλευρές αυτές τις μέρες, “η υπεράσπιση του χαρακτήρα του δημόσιου πανεπιστημίου”.

Είναι αστεία αυτά που λέει η κυβέρνηση και ακόμα κι αν υπάρχει ένα ίχνος σοβαρότητας, όπως και να το κάνουμε δικαιούμαι να μην μπορώ να ακούω για εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις από ένα κόμμα του οποίου η φοιτητική παράταξη απαρτίζεται από ξανθιές γκόμενες και τυπάκια με τζελ στο μαλλί που ακούνε Βίσση και μιλάνε αποκλειστικά για ρούχα, καλλυντικά, ποδόσφαιρο και αυτοκίνητα. Sorry dudes, δεν θα πάρω την μεταρρύθμιση σας γιατί για εμένα είστε η κοινωνία του light, πιο ελαφρείς από τους ελαφρείς και δεν θεωρώ ότι είστε αρκετά ικανοί ή διαβασμένοι ώστε να περιφρουρήσετε τον χαρακτήρα του δημόσιου πανεπιστημίου. Άλλωστε πανεπιστήμιο για εσάς είναι ο χώρος που γίνονται τα πάρτι που πρέπει να πληρώσεις είσοδο για να μπεις στη σχολή σου και να δεις Ρωσσίδες να τσιτσιδώνονται (βλέπε ΠΑΜΑΚ, γύρω στο 2002, όποιος θυμάται ας κάνει comment).

Αστείοι όμως είναι και αυτοί που φωνάζουν λίγο περισσότερο, δηλαδή οι υπόλοιποι φοιτητές. Συμμερίζομαι τις αγωνίες όμως όσοι υπερασπίζονται το κατ’ αυτούς “δημόσιο πανεπιστήμιο”, άθελα τους μοιάζουν να στηρίζουν τον αποτυχημένο κρατισμό που α) τους στοιβάζει σε βρώμικες σχολές και σε αμφιθέατρα που σχεδιάστηκαν για να εξυπηρετούν το ένα τρίτο του συνόλου, β) τους χρησιμοποιεί σαν φαντάρους και τους στέλνει να σπουδάσουν στην Κομοτηνή και την Ξάνθη γιατί το κράτος θέλει να κάνει καλύτερη γεωγραφική κατανομή του πληθυσμού αλλά ταυτόχρονα δεν παρέχει στέγαση, γ)τους αφήνει έρμαια καθηγητών οι οποίοι τους εκμεταλλεύονται αμισθί για να δουλεύουν στα ερευνητικά τους προγράμματα και να μασουλάνε τα κονδύλια της Ευρωπαϊκής ένωσης, που τελικά παράγει μηδενική έρευνα, δ) που έχει διδακτορικούς που δεν πληρώνονται, ε) έχει 407δες που πληρώνονται σαν δούλοι και στ) παράγει κακούς φοιτητές, οι οποίοι συχνά γίνονται κακοί επαγγελματίες. Μέσα σε όλα αυτά οι φοιτητές λένε “όχι στον εργασιακό Μεσαίωνα”, και γαμώ τα συνθήματα… αλλά ο Μεσαίωνας είναι ήδη εδώ και τελικά με την στάση τους οι ίδιοι τον συντηρούν. Κοινώς, προκειμένου να μην υπάρχει εκμετάλλευση από τους ιδιώτες (ελληνική ιδεοληψία) επιτρέπουν να τους εκμεταλλεύεται το κράτος.

Από την άλλη το καθολικό τους “όχι” στα ιδιωτικά πανεπιστήμια γιατί αυτό υποβαθμίζει τα δημόσια ακούγεται τουλάχιστον σαν ανέκδοτο και ο λόγος είναι ότι τα ιδιωτικά υπάρχουν ήδη τόσο εντός Ελλάδος αλλά και εκτός, απέχουν μόλις δύο ώρες με το αεροπλάνο και τα Ελληνικά δημόσια ήδη καλούνται να τα ανταγωνιστούν. Αν επιστρέψω Ελλάδα το πτυχίο του TU Delft (μιλάω για το πτυχίο όχι για τις ικανότητες) δεν μπορεί να το ανταγωνιστεί επαρκώς απόφοιτος ελληνικού πανεπιστημίου που δεν έχει κάνει μεταπτυχιακό στο το εξωτερικό (συνάδελφοι εύχομαι να μη με βρείτε στον δρόμο σας). Επιπλέον τα δημόσια υποβαθμίζονται όχι από τα ιδιωτικά αλλά από τις κακές τους επιδόσεις στην έρευνα, τις κακές τους εγκαταστάσεις, τα απαρχαιωμένα προγράμματα σπουδών, τους καθηγητές λαμόγια που κρύβονται πίσω από την μονιμότητα τους και τρώνε από τα ερευνητικά προγράμματα και την κρατική εκμετάλλευση (1000 φοιτητές σε σχολές για 200). Δεν ξέρω αν τελικά τα ιδιωτικά μπορούν μέσω του ανταγωνισμού που θα προκύψει να εξυγιάνουν ή να σκοτώσουν τα δημόσια όμως ξέρω ότι υπάρχουν και ότι είναι ουτοπικό να μιλάμε σαν να είναι εκτός πλαισίου και να λέμε “όχι”. Θα έπρεπε ήδη εδώ και χρόνια να έχει αρχίσει η κουβέντα για το πως μέσα στα πλαίσια της Ε.Ε., και όχι απλά μέσα στα πλαίσια της Ελλάδας, το Ελληνικό κρατικό πανεπιστήμιο θα αποκτήσει ειδικό βάρος και θα είναι δημόσιο με όλη της σημασία της λέξης, ουσιαστικά και όχι ονομαστικά, και ταυτόχρονα ανταγωνιστικό έναντι των ξένων και όχι των εγχώριων ιδιωτικών! Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η διαρκής άρνηση χωρίς αντιπροτάσεις οδηγεί μόνο στην καθολική υποταγή.

Κάτι που δεν έχουν καταλάβει οι περισσότεροι είναι ότι δυστυχώς ο θεσμός του κράτους σαν μηχανισμός παραγωγής και οικονομικής εισφοράς έχει όχι απλά αποτύχει αλλά κυριολεκτικά πεθάνει και αυτό δεν είναι κάτι που συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα. Τα κράτη και κάθε είδους συγκεντρωτικές δομές καταρρέουν οικονομικά και γι’ αυτόν τον λόγο έχουν γίνει λιγότερο συγκεντρωτικά και έχουν περιοριστεί στον ρόλο του ελεγκτή, του φοροεισπράκτορα και του θεσμοθέτη – νομοθέτη. Από εκεί που προσέφεραν εργασία και ήταν οι κυρίαρχοι επενδυτές για την ανάπτυξη της εκάστοτε χώρας, έχοντας πλέον αποτύχει, στοχεύουν να προστατεύσουν τους αδύνατους προσφέροντας κοινωνική πρόνοια και παροχές, ίσες ευκαιρίες, αξιοκρατία, νομική προστασία από την ενδεχόμενη εκμετάλλευση από το κεφάλαιο κλπ (το αν τα καταφέρνουν είναι άλλη ιστορία και δεν θα την αναπτύξω εδώ, πάντως κάπου τα καταφέρνουν). Μέσα σε αυτό το πλαίσιο είναι λίγο δύσκολο να περιμένει κανείς από υπερχρεωμένα και αργοκίνητα κράτη (όπως το ελληνικό) ή καταρρέοντες κρατικούς οργανισμούς (όπως οι ελληνικοί) να επενδύσουν στα πανεπιστήμια για να παράγουν έρευνα και τεχνολογία γιατί πολύ απλά τους στοιχίζει περισσότερο από όσο τους αποδίδει και είναι ευκολότερο να την αγοράζουν από ιδιώτες ή απ’ έξω και το “ευκολότερο” σημαίνει πιο οικονομικό και για τον φορολογούμενο πολίτη. Αυτή είναι η πραγματικότητα σήμερα είτε μας αρέσει είτε όχι.

Το κρατικό πανεπιστήμιο που είναι κάθε άλλο παρά δημόσιο κοστίζει στον Έλληνα φορολογούμενο πολλαπλάσια από ότι θα κόστιζε αν ήταν ιδιωτικό. Άκουσα πρόσφατα στην TV από κάποιον πανεπιστημιακό ότι είναι πρόβλημα η ελλιπής χρηματοδότηση των πανεπιστημίων. Αυτό είναι μόνο η μισή αλήθεια, η άλλη μισή είναι το που πάνε τα λεφτά που δίνονται. Εγώ δεν θα πω ότι κλέβουν, όχι γιατί δεν το πιστεύω αλλά γιατί είναι αφόρητα κλισέ και εξαιρετικά αποπροσανατολιστικό για δύο λόγους α) δεν μπορεί να το αποδείξει κανείς γιατί αν μπορούσε θα τους έκανε μήνυση και β) γιατί τα πολλά λεφτά χάνονται από τον τρόπο που το δημόσιο πανεπιστήμιο τα διαχειρίζεται και τα ελέγχει. Οι διαδικασίες των συναλλαγών του δημοσίου με ιδιώτες που είναι χρονοβόρες κάνουν το κόστος μιας συναλλαγής του δημοσίου με ένα ιδιώτη τριπλάσιο από ότι αν την έκανε ιδιώτης με ιδιώτη. Δεν υπερβάλω καθόλου και μάλιστα αν συνυπολογίσουμε το κόστος των ελέγχων και της γραφειοκρατίας για την ολοκλήρωση της συναλλαγής το κόστος πολλαπλασιάζεται!

Η ερώτηση έρχεται εύλογα και λέει “γιατί λοιπόν να μην διεκδικήσουμε ένα καλύτερο δημόσιο πανεπιστήμιο;” και η απάντηση το ίδιο εύλογα λέει ότι τόσο τα επιχειρήματα όσο και οι πρακτικές των διεκδικήσεων τόσα χρόνια έχουν όχι μόνο αποτύχει άλλα έδωσαν και πάτημα σε αυτούς που έκαναν τις αλλαγές να τις κάνουν μόνοι τους, χωρίς τη συμμετοχή των φοιτητών οι οποίοι έλεγαν όχι. Μάλλον λοιπόν το φοιτητικό κίνημα κάπου κάνει λάθος ή καλύτερα κάνει πολλά λάθη. Είναι πάρα πολλά τα οξύμωρα σχήματα. Από τα φοιτητικά μου χρόνια θυμάμαι σε γενικές συνελεύσεις το αίτημα “σύνδεση με την αγορά εργασίας” το οποίο με ενοχλούσε γιατί ήμουν υπέρ της ακαδημαϊκής φύσης του πανεπιστημίου και ακόμα είμαι. Αμέσως μετά από αυτό το αίτημα όμως ακολουθούσε το “έξω οι επιχειρήσεις από τι σχολές” το οποίο τότε υποστήριζα φοβούμενος ότι κάτι τέτοιο θα μετάλλασσε το πρόγραμμα σπουδών προς όφελος των επιχειρήσεων. Τώρα αντιλαμβάνομαι ότι εκτός του ήταν υπερβολικό αυτό που κάναμε τότε, σαν να φωνάζαμε προληπτικά “λύκος λύκος”,  ήταν και εξαιρετικά οξύμωρο από την άποψη ότι η σύνδεση με την αγορά εργασίας ήταν κάτι που επιδιώκαμε και στην αγορά υπάρχουν ιδιώτες στους οποίους όμως εμείς αρνούμαστε την συνεργασία για την παραγωγή έρευνας που κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες θα απέφερε κέρδος και στο πανεπιστήμιο και στους φοιτητές οι οποίοι θα αποκτούσαν και εμπειρία από την έρευνα, ίσως χρήματα και ευκαιρίες για εργασία και σίγουρα δημοσιεύσεις. Αν το σκεφτεί κανείς καλύτερα θα δει ότι δεν υπάρχουν άλλοι τρόποι για να γίνει σύνδεση με την αγορά όπως εμείς τότε ζητούσαμε (όποιος βρει άλλον τρόπο ας αφήσει σχόλιο). Αντί λοιπόν να καθίσουμε και να συζητήσουμε σοβαρά για το πως θα μπορούσαμε να διαμορφώσουμε τις συνθήκες ώστε να είμαστε εμείς τα αφεντικά στην σχέση μας με τις επιχειρήσεις και ταυτόχρονα να προστατεύσουμε την σχολή μας και τον ακαδημαϊκό χαρακτήρα των σπουδών μας, εμείς λέγαμε προληπτικά “όχι” γιατί η επιχειρήσεις είναι κάτι a priori “κακό” και θέλουν να μας εκμεταλλευτούν. Βέβαια, όλοι όσοι έλεγαν αυτά τότε τελείωσαν και σε τέτοιες επιχειρήσεις δουλεύουν τώρα, έχοντας μάλιστα δεχθεί να εργαστούν αμισθί καταλαμβάνοντας θέσεις εργασίας κάποιων άλλων που θα πληρώνονταν.

Η διεκδίκηση λοιπόν ενός καλύτερου δημοσίου πανεπιστημίου προϋποθέτει μια πιο ρεαλιστική και πιο συνολική στάση που θα θέτει τα προβλήματα στην βάση τους, θα έχει διαμορφωμένες προτάσεις και δεν θα αναζητά απαντήσεις και επιχειρήματα μόνο όταν έρχονται νέα νομοσχέδια προς ψήφιση. Αναρωτιέμαι αν υπάρχει έστω και μια φοιτητική παράταξη που να έχει ξεκάθαρο πλάνο για το δημόσιο πανεπιστήμιο και θέσεις ουσιαστικές; Όχι άλλα ευχολόγια και ευκαιριακά συνθήματα. Βέβαια θα μου πείτε εδώ δεν υπάρχει κόμμα που να έχει κάτι τέτοιο.

Ξέρω ότι κάποιοι αναμασώντας την καραμέλα θα πείτε ότι παρόλα αυτά το “ελληνικό πανεπιστήμιο είναι καλό, υπάρχουν τόσοι Έλληνες επιστήμονες που διαπρέπουν στο εξωτερικό” και εγώ θα σας απαντήσω ότι η αυτή η άποψη είναι άκρως αντιφατική και ότι δεν κάνει τίποτα παρά να αποδεικνύει ότι οι Έλληνες διαπρέπουν στο εξωτερικό ακριβώς επειδή το ελληνικό πανεπιστήμιο είναι κάκιστο και δεν μπορούν να διαπρέψουν στην Ελλάδα. Αντίθετα ο Γερμανός διαπρέπει στην Γερμανία, ο Ολλανδός στην Ολλανδία, ο Σουηδός στη Σουηδία κλπ. Ο Έλληνας διαπρέπει στην Αγγλία, στην Ολλανδία, στις ΗΠΑ όχι όμως στην Ελλάδα και δεν θα με πείσετε όσο κι αν χτυπάτε τον κώλο σας κάτω. Αυτή είναι η πικρή αλήθεια αν και το πιο πικρό είναι το σκηνικό των ημερών.

Είδα αυτές τις μέρες πολλά ποστ τα οποία δυστυχώς αναλώθηκαν στην επιφάνεια του προβλήματος και των προβλημάτων γενικότερα. Όλα είναι θεμιτά βεβαίως, αλλά από την άλλη πάσχουμε όλοι και μαζί μας πάσχουν όλα και γι’ αυτό το μοναδιαίο παράδειγμα, η περιπτωσιολογία αν προτιμάτε, δεν δικαιώνει το συλλογικό ούτε ανοίγει το πεδίο του διαλόγου, αντίθετα το στοχεύει σε μια μικρή κλίμακα και το κρατά κλειστό με τρόπο που βολεύει αυτούς που θέλουν να κάνουν τις αλλαγές και αυτούς που θέλουν να εκμεταλλευτούν τις αλλαγές. Επιπλέον, αν το πρόβλημα είναι η δομή του πανεπιστημίου και το αν πρέπει να υπάρχει αξιολόγηση ή ιδιωτικά πανεπιστήμια, εξειδίκευση κλπ τότε μπορεί ο καθείς να θίξει το ζήτημα και να μιλήσει για τα δομικά του χαρακτηριστικά και αν μπορεί να μας πείσει, άλλωστε οι απόψεις δεν είναι θέσει αλλά φύσει σωστές. Το πρόβλημα δεν είναι ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ, ούτε ο Κουράκης, ο ΓΑΠ, ο Πλεύρης, ο Χεϊζάνογλου ή ο Bob ο Μάστορας και σε κάθε περίπτωση το να στοχοποιείται κάθε φορά κάποιος, δικαίως ή αδίκως, είναι αποπροσανατολιστικό για την παραγωγικότητα του διαλόγου. Δεν υπερασπίζομαι κανένα Κουράκη και κανένα ΣΥΡΙΖΑ όμως υπερασπίζομαι την ουσία γιατί μου έχει κάνει εντύπωση ότι οι περισσότεροι bloggers γράφετε θεωρόντας τα γραφόμενα σας ουσιαστικά ενώ δεν είναι απαραιτήτως έτσι. Αυτό δεν το έχετε αντιληφθεί και εξακολουθείτε να αναλώνεστε σε αυτό ενώ υπάρχει ένα σύμπαν σημαντικών πραγμάτων προς διάλογο που καταλήγει να μένει στο περιθώριο. Το πρόβλημα είναι το επουσιώδες του διαλόγου και η στόχευση σε πρόσωπα και όχι σε θεσμούς. Αν δεν πάρετε απόφαση ότι η κουβέντα πρέπει να έχει σαν βάση το τι είδους παιδεία θέλετε δεν θα το λύσετε ποτέ, ούτε ο Κουράκης θα το λύσει, ούτε ο Παπανδρέου, ούτε ο Κωστάκης, ούτε κι εγώ. Όλοι μαζί θα το λύσουμε αλλά προϋπόθεση είναι να ξέρουμε τι θέλουμε και να ξέρουμε τι λέμε και όχι να περιφερόμαστε μεταξύ ουτοπίας και μαλακίας όπως κάνουν όλοι αυτές τις μέρες.