Αρχείο για την κατηγορία ‘Θέσεις’

h1

Επαφή από στάση προσοχής – Σημείο 2ο

Μαρτίου 11, 2009

“Ορκίζομαι”… Όλοι μαζί δυνατά “ΟΡΚΙ-ΖΟΜΑΙ…”, “Να φυλάττω πίστιν εις την Πατρίδα”…

Καθώς τα παρατεταγμένα στόματα ανοιγοκλείνουν μηχανικά επαναλαμβάνοντας το προϊόν μιας υπαγόρευσης, μοιάζει η δύναμη και η σύνταξη των φωνών να αντικειμενικοποιεί τεχνητά την έννοια πατρίδα. Άλλωστε στον στρατιωτικό όρκο η λέξη πατρίδα γράφεται “Πατρίδα”, με κεφαλαίο πι για να τονίζεται η μοναδικότητα της, σαν να ήταν μια απόλυτη αλήθεια, όπως συμβαίνει και με το κεφαλαίο θήτα στην λέξη Θεός.

Όμως αλήθεια, τι είναι μια πατρίδα; Είμαι απολύτως βέβαιος ότι αν κανείς ζητήσει τον ορισμό της λέξης “πατρίδα” από όλους αυτούς που ορκίζονται πίστη σε αυτή θα είναι περίπου αδύνατο να βρει έστω και δύο άτομα που να συμφωνούν για το τι είναι μια πατρίδα, πόσο μάλλον “Η Πατρίδα” με άρθρο οριστικό και όχι αόριστο και με πι κεφαλαίο. Αυτή η πολλαπλότητα και οι ποικιλία των εν δυνάμει ορισμών δεν έχει να κάνει με αδυναμία κατανόησης της λέξης πατρίδα αλλά πολύ απλά με την ίδια την υποκειμενική φύση της έννοιας πατρίδα, ως “καθαυτό”.

Στον δικό του ορισμό της λέξης “πατρίδα” ο Ιωάννης Πολέμης λέει, “μην είναι οι κάμποι, μην είναι τ’ άσπαρτα ψηλά βουνά; (…)”

Ναι, πατρίδα για κάποιον μπορεί να είναι κι όλα αυτά όμως ο Πολέμης ενώ παράγει ποίηση μιλώντας για μια πατρίδα όπως την βλέπει ο ίδιος, κάνει ταυτόχρονα το λογικό ατόπημα να μιλάει εξ’ ονόματος όλων μας, διερωτόμενος “τι είναι η πατρίδα μας” αντί του “τι είναι η πατρίδα μου” ή του “τι είναι η πατρίδα για εμένα”. Για να μην οδηγηθούμε σε παρεξηγήσεις, σεβόμενος την ελευθερία της τέχνης και την πρόθεση του καλλιτέχνη διευκρινίζω ότι τα παραπάνω δεν συνιστούν κριτική στον Πολέμη και το έργο του, αλλά μια αφορμή για να σκεφτούμε το πως οι άνθρωποι εννοούσαν και εννοούν την λέξη – έννοια πατρίδα. Αυτό που με ενδιαφέρει άλλωστε είναι το πως η λέξη “πατρίδα” και ο τρόπος χρήσης της ιστορικά παράγει μια επικρατούσα αντίληψη για το “είναι” της πατρίδας. Αναφερόμενος λοιπόν στον Πολέμη παίρνω την αφορμή για να μιλήσω για αυτό που εγώ εντοπίζω ως θεμελιώδη παρεξήγηση, το “μας” πίσω από την λέξη “πατρίδα”.

Η έννοια Πατρίδα λοιπόν στην οποία ορκιζόμαστε πρώτα εμφανώς επιχειρεί να λειτουργήσει ως στοιχείο παραγωγής και διασφάλισης μιας τεχνητής και πολυεπίπεδης “συνοχής”, μέσω της “πίστης” σε ένα κοινό ανώτερο στοιχείο – σημείο, αυτό δηλαδή που αφηρημένα νοείται ως πατρίδα, και το οποίο υποτίθεται ότι έχουμε όλοι ως κοινή αναφορά λόγω μιας κοινής καταγωγής. Σε λειτουργικό επίπεδο, αυτή η “πίστη” υποτίθεται ότι πρέπει να υπάρχει για να διασφαλίζει αυτό που ο όρκος λέει παρακάτω “υπακοή στο σύνταγμα, τους νόμους και τα ψηφίσματα του κράτους”. Έτσι, η έννοια Παρτίδα γίνεται κάτι σαν τον Ντοστογιεφσκικό θεό ο οποίος είναι αναγκαίος για επιτελεί έναν καθαρά λειτουργικό ρόλο καθώς γίνεται προϋπόθεση για να υπάρχει τάξη σε μια κοινωνία. “Ακόμα κι αν δεν υπήρχε θεός θα έπρεπε να το εφεύρουμε” λέει ο Ντοστογιέφσκι… “Γιατί οι άνθρωποι θα έκαναν ότι ήθελαν” προσθέτω εγώ επεκτείνοντας την λογική του επιχειρήματός του.

Έναντι του Ντοστογιεφσκικού θεού ή αντίστοιχα της έννοιας Πατρίδα που φιλοδοξούν να λειτουργούν ως παραγωγοί κοινωνικής συγκρότησης και συνοχής, προσωπικά προτιμώ να δεχθώ την πιο φιλική προς τον άνθρωπο άποψη του Καστοριάδη σύμφωνα με τον οποίο οι κοινωνίες μπορούν να φτιάχνουν θεσμούς, κανόνες και νόμους και να τους τηρούν χωρίς να έχουν ανάγκη έναν ανώτερο μεταφυσικό ελεγκτή, μια ανώτερη ιδέα  – κατασκευαστή συνειδήσεων και ηθικολογιών, π.χ. Θεό (εδώ προσθέτω “Πατρίδα”). Αρκεί η συμμετοχή μας στην σύνταξη των πλαισίων των κανόνων και των νόμων μας έτσι ώστε να τους σεβόμαστε και για να πειστεί κανείς γι’αυτό αρκεί να ρίξει μια ματιά στην αρχαία Ελληνική Δημοκρατία, αυτό ονομάζεται “αυτονομία”. Κοινώς, είναι δυνατόν να σεβόμαστε τους νόμους για τον πολύ απλό λόγο ότι τους φτιάξαμε οι ίδιοι, ως πολίτες, ως κοινωνοί δηλαδή πολιτείας, πολιτικής, πολιτισμού.

Όμως, σε ένα κράτος και σε ένα σύστημα που η παραγωγή των νόμων, η λειτουργία του κράτους, η κάθε είδους θέσμιση ουσιαστικά είναι αποτέλεσμα και ταυτόχρονα έχει ως προϊόν τον εξοστρακισμό του πολίτη από  αυτό που τον καθιστά πολίτη ουσιαστικά και όχι ονομαστικά, την συμμετοχή, είναι απαραίτητη η πίστη σε μια ανώτερη έννοια ώστε να συντηρηθεί το κράτος και το υπάρχον σύστημα. Η πίστη λοιπόν υπάρχει για να λειτουργεί ως υποκατάστατο της συμμετοχής και να μας καθιστά πολίτες τεχνητά, μέσω “ετερονομιών”, μέσω κοινών εξωτερικών αναφορών (πραγματικών και κατασκευασμένων) που μας συνδέουν έμμεσα και όχι μέσω συνδιαμορφώσεων και μιας διαλεκτικής των υποκειμένων που θα μας συνέδεε άμεσα και ουσιαστικά ως συμμέτοχους και συμπαραγωγούς ενός προϊόντος – αγαθού που θα καρπωνόμασταν οι ίδιοι.

Επιπλέον, όλα όσα ζητούν την πίστη μας αποτελούν ταυτόχρονα τα συστατικά αλλά και τα προϊόντα της. Κράτος – πατρίδα – θρησκεία – ιστορία, δεν γίνονται διακριτά ούτε σαν έννοιες ούτε ως θεσμοί αλλά αντίθετα συμπλέκονται και διαπλέκονται μέσα σε αυτό το κατ’ εικόνα μεταμοντέρνο συνονθύλευμα που ονομάζεται Ελλάδα και το οποίο παραδόξως (καθόλου), στις δομές του μοιάζει να κουβαλάει όλες τις αρνητικές παρενέργειες των λογικών ενός ισοπεδωτικού κακώς νοούμενου μοντερνισμού. Έτσι, αυτό που ουσιαστικά είναι ένα είδος “τομής” ανάμεσα στα συνεχή πεδία πολλαπλών εννοιών (κράτος – πατρίδα – θρησκεία – ιστορία) παρουσιάζεται και λειτουργεί τεχνητά ως ταύτιση τους. Το κράτος ταυτίζεται τεχνητά με την πατρίδα, η πατρίδα το ίδιο τεχνητά με την θρησκεία και η θρησκεία με το κράτος και όλα αυτά να έχουν ως κοινή υποστηρικτική έννοια την ιστορία γιατί με αυτόν τον τρόπο αρκεί η πίστη σε ένα από αυτά για να συντηρήσει την ύπαρξη των άλλων. Καθόλου τυχαίο ότι μας ορκίζουν ενώπιον του θεού και μέσω ενός “εκπροσώπου” του ώστε να είμαστε πιστοί σε μια “Πατρίδα” και μέσω αυτού να διασφαλιστεί ότι θα υπακούμε “το σύνταγμα, τους νόμους και τα ψηφίσματα του κράτους”. Οι εσωτερικές ασυνέπειες του παραπάνω εγχειρήματος είναι προφανείς.

Από την μια, η λογική ότι ορκίζεται κάποιος σε έναν τέλειο θεό ότι θα υπακούει τους ατελείς ανθρώπινους νόμους μιας τεχνητής ανθρώπινης κατασκευής, του κράτους, σαν ο Θεός να έχει εξουσιοδοτήσει με κάποιο τρόπο το κράτος να λειτουργεί ως αλάθητος εκπρόσωπος του είναι, αν όχι οξύμωρη, τότε σίγουρα λογικά άτοπη (ευχαριστώ τον Β.Ν. που μου το επεσήμανε) ακόμα και για τους πιστεύοντες στον Θεό. Από την άλλη, αυτή η διαδικασία που εμφανώς επιχειρεί να ανάγει τα προϊόντα – κατασκευάσματα της ανθρώπινης ευφυίας (και μαζί ανοησίας) και του νομικού πολιτισμού σε θέσφατα είναι ανειλικρινής. Ίσως θα αρκούσε η παρουσίαση του κράτους ως αυτό που είναι, ως ατελές ανθρώπινο κατασκεύασμα το οποίο είναι υπό διαρκή αναδιαμόρφωση και στο οποίο πρέπει να “πιστεύουμε” (θα προτιμούσα απλά να συμμετέχουμε) γιατί εμείς οι ίδιοι το χτίζουμε και το αναδιαμορφώνουμε. Βεβαίως, οι λόγοι που δεν συμβαίνει αυτό είναι δύο. Ο πρώτος είναι ότι προφανώς δεν έχουμε πρόσβαση στο κράτος και επί της ουσίας η συμμετοχή μας στο κτίσιμο και την αναδιαμόρφωσή του είναι υποβιβασμένη στο επίπεδο μιας ελάχιστης εικονογράφησης. Ο δεύτερος λόγος είναι μαζί αποτέλεσμα και αιτία του πρώτου και έγκειται στο ότι κάποιοι θεωρούν ότι ενώ τα ανθρώπινα κατασκευάσματα είναι ανοιχτά σε κριτική και αμφισβήτηση, τα θέσφατα λειτουργούν αξιωματικά, απαιτούν πίστη, όχι κρίση, αμφισβήτηση ή κριτική, αυτές νοούνται ως αρνητικές παρενέργειες και όχι ως υγιείς αντιδράσεις, εγγενείς σε κάθε είδους σύστημα.

Η πίστη συνεπώς σε μια Πατρίδα (και γενικότερα σε ένα πεδίο αφηρημένων εννοιών), είτε από λάθος, είτε ως κατάλοιπο άλλων εποχών, παραμένει να είναι ένα δομικό, λειτουργικό συστατικό του κράτους. Πως γεννάται λοιπόν μια πίστη; Με αυτό που ονομάζεται κοινωνική κατασκευή, με την τεχνητή αντικειμενικοποίηση συμβόλων, λέξεων, καταστάσεων και έχει ως στόχο την υποταγή του υποκειμενικού στοιχείου, συχνά ακόμα και την χρήση του με τρόπο που να ταυτίζει το άτομο με το αντικείμενο της πίστης του. Γι’ αυτό τον λόγο η λέξη “Πατρίδα” παραμένει να λειτουργεί ως ένα όνομα κενό, ένα empty token (κενό νόμισμα), και να επικοινωνείται ως ένα simulacrum (είδωλο) αποσπασμένο από ένα πραγματικό “είναι”, ως ένα σημείο τόσο αόριστο, γενικό κι αφηρημένο ώστε ο καθένας να μπορεί να προβάλλει σε αυτό τον δικό του ορισμό της πατρίδας, να εντάξει μέσα σε αυτόν οτιδήποτε μπορεί να χωρέσει, οτιδήποτε πιστεύει ο ίδιος ότι είναι πατρίδα και τελικά να ορκιστεί πίστη σε αυτήν σαν να επρόκειτο για κάτι αντικειμενικά αναγνωρίσιμο, μάλιστα θεωρώντας εσφαλμένα ότι κι όλοι οι υπόλοιποι ορκίζονται πίστη στην ίδια πατρίδα με αυτόν ενώ επί της ουσίας ορκίζονται πίστη σε ένα κάτοπτρο που αντανακλά το υποκείμενο του καθένα χωριστά.

Ο Πολέμης παράγει κι αυτός ένα κάτοπτρο. Μιλά για κάποιους κάμπους, για κάποια βουνά που δεν έχει ονοματίσει επιτρέποντας στον καθένα να τα δει με τα δικά του μάτια. Κάποιος θεωρεί ότι βλέπει τα βουνά που θυμάται από παιδί, για κάποιον είναι ο Όλυμπος και για άλλον ο Ψηλορείτης, και έτσι γι’ αυτόν η πατρίδα φορτίζεται από την μνήμη του. Για κάποιον τρίτο τα βουνά και οι κάμποι του Πολέμη είναι απλά τα βουνά που θα ήθελε να έχει δει ή τα βουνά που φαντάστηκε και γι’ αυτόν πατρίδα γίνεται και το εν δυνάμει. Άλλοι βλέπουν τα βουνά μέσα από τα θέλω τους, κάποιοι θέλουν μόνο να τα βλέπουν, άλλοι να τα ανέβουν, άλλοι να τα ζωγραφίσουν κι άλλοι να τα κατακτήσουν. Για βουνά και κάμπους μιλά κι ο Γερμανός, ο Γάλλος, ο Ιταλός, ο Ισπανός κλπ μιλώντας ο καθένας για την δική του πατρίδα και τα δικά του αφηρημένα τοπία. Το ερώτημα τελικά είναι αν αυτό που βλέπει ο καθένας συνιστά πραγματικά την Πατρίδα μας με πι κεφαλαίο ή πολλές προσωπικές πατρίδες με μικρό πι, μέσα από πολλαπλές και ποικίλες αναγνώσεις του αφηρημένου όρου “Πατρίδα”.

Προσωπικά λοιπόν, από το αφηρημένο και το απρόσωπο μιας “Πατρίδας” η οποία γράφεται με πι κεφαλαίο για να λειτουργεί ως πεδίο προβολής, προτιμώ το συγκεκριμένο και προσωπικό, τον δικό μου ορισμό ή και τον δικό σας αν μπορεί να με συγκινήσει. Η πατρίδα δεν είναι απλά μια φορτισμένη λέξη, είναι μια φορτισμένη λέξη για λόγους που είναι διαφορετικοί για τον κάθε άνθρωπο. Πατρίδα για τον καθένα είναι αυτό που ο ίδιος ορίζει μέσα από την τροχεία του στον χώρο και τον χρόνο, η οποία είναι συγκεκριμένη και αφηρημένη μαζί. Η πατρίδα γεννάται την στιγμή που οι κάμποι και τα ψηλά βουνά δεν είναι πια μια μάζα από εικόνες (όπως αυτές του Πολέμη) αλλά διακρίνονται ξεχωριστά, όχι μόνο αφηρημένα αλλά και συγκεκριμένα, και κανείς μπορεί να τα αναγνωρίσει και να ονοματίσει το καθένα, να πλάσει μύθους και ιστορίες, να έχει μνήμη από αυτά και κυρίως ελπίδα. Πατρίδα μπορεί να είναι και αυτό που θα ήθελες να έχεις, όχι αποκλειστικά αυτό που έχεις ή είχες. Η πατρίδα τελικά δεν είναι ούτε χώρος, ούτε τόπος, είναι κατάσταση.

Η δική μου πατρίδα γράφεται με μικρό πι και δεν ζητάει πίστη γιατί η ίδια με έφτιαξε ώστε να της είμαι πιστός. Πατρίδα μου είναι όλα όσα έζησα, οι άνθρωποι που με περιέβαλλαν, οι χώροι που με φιλοξένησαν και βιωματικά έγιναν τόποι, οι θέες που γέμισαν το βλέμμα μου, οι ήχοι, οι γεύσεις και οι μυρωδιές που ερέθισαν τις αισθήσεις μου, οι στιγμές που συντελούν στο πλήρωμα της μνήμης και της σκέψης μου, όλα όσα γεννούν τόπο φορτίζοντας τον χώρο. Πατρίδα μου είναι και το εν δυνάμει, αυτό που μέσα από το διαρκές γίνωμα ελπίζω για το μέλλον, αυτό που προσδοκώ και μαζί οι προσδοκίες που έχω απολέσει. Αυτά είναι η δική μου πατρίδα, όλα αυτά που με κάνουν να είμαι εγώ, η δική σου είναι μια άλλη πατρίδα, εξίσου μοναδική με την δική μου αλλά εντελώς διαφορετική και γι’ αυτό εσύ είσαι εσύ και όχι εγώ.

Ανοίγοντας το στόμα και φωνάζοντας νοιώθω την ένταση των φωνών να μας ενώνει όλους σε ένα σώμα, αισθανόμενος τις φωνές τον άλλων μαζί με τη δική μου να συντονίζονται κάπου ανάμεσα στο στήθος και τον λαιμό μου. Όμως τι άλλο μας ενώνει εκτός από τον συντονισμό των φωνών και την παράταξη των σωμάτων; Θα μπορούσε να μας ο ενώνει ο από κοινού σεβασμός όλων όσων μας χωρίζουν;

“Ατενώς”…

(Διακοπή και πάλι, συνεχίζεται… Θα χαρώ να απαντήσω σε όλες τις ερωτήσεις που θα διατυπωθούν στα σχόλια, ζητώ όμως την υπομονή και την κατανόηση σας καθώς η πρόσβαση μου στο διαδίκτυο από στάση προσοχής δεν είναι εύκολη)

h1

Ασύμμετρη κυβέρνηση, πολιτική χρεωκοπεία…

Ιανουαρίου 6, 2009

Μια μικρή διαπίστωση από τα λίγα που μπορώ να καταλάβω από την επικοινωνιακή πρακτική / λογική της κυβέρνησης. Τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο, τον Αλέξη, τα στελέχη της κυβέρνησης τον αποκαλούσαν επί δέκα μέρες “ο άτυχος 16χρονος”, λες και το παιδάκι δεν είχε όνομα. Ήταν πιθανότατα μια επικοινωνιακή τακτική / πρακτική που είχε ως στόχο να αποπροσωποποιηθεί ο νεκρός, να γίνει ο θάνατος πιο εύπεπτος από την κοινή γνώμη και με την προσθήκη του “άτυχος” να ενισχυθεί η εκδοχή του “ατυχήματος”. Είναι εμμέσως κάτι σαν αυτό που μας είπε ο Κούγιας πιο άμεσα, ότι ο θάνατος είναι προϊόν μιας μοίρας… Έτυχε! Είναι άλλωστε αυτή η ελληνική μοιρολατρία και η πίστη στο κισμέτ που λειτουργεί απενοχοποιητικά για όλους, το “γραμμένο” δεν ζητά ευθύνες…

Αντίθετα με τον Αλέξη, ο τραυματίας αστυνομικός έχει για τον κύριο Προκόπη Παυλόπουλο και όνομα και επίθετο από την πρώτη στιγμή, Αδαμάντιος Μαντζούνης… Την μέρα που τραυματίστηκε δεν πήγε κανείς από την κυβέρνηση στα μπουζούκια ή στο γήπεδο και μάλιστα ο ίδιος ο πρωθυπουργός τον επισκέφθηκε στο νοσοκομείο (και έτσι έπρεπε, απλά δεν πήγε κι αλλού που έπρεπε). Αυτό το παιδί κατά την κυβέρνηση δεν ήταν κάποιος “άτυχος”, ούτε το θύμα μιας κακιάς μοίρας που τον έφερε στο λάθος σημείο την λάθος ώρα (όπως τον Αλέξη), ήταν το θύμα ενός οργανωμένου σχεδίου κατά της δημοκρατίας, το θύμα της στοχοποίησης της αστυνομίας…

Για να μην παρεξηγηθώ, δεν συγκρίνω τα δύο περιστατικά, θλίβομαι και για τα δύο και μακάρι το παλικάρι να γίνει σύντομα καλά. Το αίμα δεν ξεπλένεται με αίμα και τα θύματα δεν ανήκουν σε κανέναν αποκλειστικά, ανήκουν σε όλους και πρέπει να το καταλάβουμε. Αυτό που συγκρίνω είναι η στάση που κράτησε η κυβέρνηση στα δυο περιστατικά και αυτό που λέω είναι ότι είναι επιεικώς ανισοβαρής, άλλωστε δεν είναι η πρώτη φορά ούτε το πρώτο φαινόμενο που η κυβέρνηση επιδεικνύει επιλεκτική ευαισθησία. Βέβαια από την άλλη όταν έχεις μια κυβέρνηση που αποδίδει επιλεκτικά δικαιοσύνη η συμμετρία στην ευαισθησία είναι μάλλον κάτι δευτερεύον, είναι ένα αίτημα που μοιάζει με είδος πολυτελείας… Αν κάνω λάθος διορθώστε με!

Η ουσία του επιχειρήματος μου είναι ότι κανένα από τα δυο παιδιά δεν είναι θύμα ενός τυχαίου περιστατικού. Δεν έτυχαν αυτές οι καταστάσεις, υπάρχουν και εκκολάπτονται εδώ και χρόνια. Αυτό που δεν μας είπε κανένας είναι ποιος είναι ο λόγος που στοχοποιείται η δημοκρατία, και τελικά για ποια δημοκρατία μιλάμε σε μια χώρα που η κυβέρνηση της και το κράτος λειτουργεί σαν νταβατζής; Μήπως τελικά το γεγονός ότι σήμερα κάποιοι, είτε αστυνομικοί είτε τρομοκράτες, σηκώνουν πολύ εύκολα το όπλο και πυροβολούν είναι προϊόν μιας κατάστασης την ευθύνη για την οποία πρέπει να αναζητήσουμε στην πολιτική σκηνή της χώρας; Μήπως κανένα από τα δυο περιστατικά δεν ήταν τυχαίο; Ας σκεφτούν κάποιοι ότι ίσως φταίνε οι άχρηστες κυβερνήσεις και οι εκφυλισμένη δημοκρατία που δεν σέβονται τους πολίτες τους και τις ατομικές τους ελευθερίες, που ομαδοποιούν και εξισώνουν προς τα κάτω, που ποδοπατούν τα κεκτημένα και ισοπεδώνουν ατομικότητες, που εκφυλίζουν τη δικαιοσύνη και τους θεσμούς, που εντείνουν τις ανισότητες και το μίσος ανάμεσα στις διαφορετικές κοινωνικές ομάδες χαϊδεύοντας τα αυτιά κάποιων και τοποθετώντας προκλητικά στο περιθώριο κάποιους άλλους…

Μια κυβέρνηση τέτοια που λειτουργεί ανισοβαρώς (ακόμα και σε τέτοια περιστατικά η στάση της είναι ενδεικτική της λογικής της) είναι μια κυβέρνηση που διαχωρίζει τους πολίτες της, που τους βλέπει με διαφορετικά γυαλιά, επιλεκτικά, και γι’ αυτό εντείνει τις κοινωνικές ανισότητες, τις κοινωνικές αντιθέσεις, την πόλωση και τον διχασμό. Αυτά δίνουν λαβή σε τρομοκράτες ή μάλλον για να το πω καλύτερα, αυτά είναι που οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στον κοινωνικό αναβρασμό και στην έξαρση της τρομοκρατίας και ας μην μας ξενίζει καθόλου, ας μην ψάχνουμε για πράκτορες, προβοκάτσιες κι άλλες παλαιοκομμουνιστικές ανοησίες κι ας μην αναζητούμε τις ευθύνες αλλού γιατί αυτό απλά βολεύει τους πραγματικά υπεύθυνους που παρελαύνουν στην τηλεόραση και κάνουν δηλώσεις δήθεν περίλυποι. Κύριοι της κυβέρνησης, είστε εκεί ακριβώς για να προλαμβάνετε και να αποτρέπετε αυτά που συμβαίνουν σήμερα, είναι η δουλειά σας και αποτύχατε παταγωδώς με τρόπο που σας καθιστά όχι απλά άχρηστους αλλά επικίνδυνους!… Φύγετε για το καλό της χώρας… Αυτό είναι θέση, όχι άποψη!

Αυτό που πρέπει να αναζητηθεί τώρα (χθες) είναι το τέλος της κρίσης, η λύση, και αυτό είναι δουλειά των πολιτικών δυνάμεων όμως αναρωτιέμαι τι μπορεί να περιμένει κανείς από την νυν, αλλά ήδη πρώην, κυβέρνηση η οποία αυτές τις μέρες (εδώ και τρεις μήνες δηλαδή) κάνει μια ανεπανάληπτη επίδειξη ανικανότητας ενώ παράλληλα τα υπόλοιπα κόμματα επιδίδονται κι αυτά σε έναν βλακώδη αγώνα για την πολιτική καπηλεία ενός φαινομένου που έχουν αποτύχει να ερμηνεύσουν, είτε λόγω πολιτικής σκοπιμότητας είτε λόγω πολιτικής ανικανότητας… Μιλάμε για πολιτική χρεωκοπεία!

h1

2009, διεκδικώντας το σύννεφο.

Ιανουαρίου 1, 2009

Ας μου συγχωρεθεί η απουσία από τα ευχολόγια των ημερών, όμως δεν πιστεύω στις ευχές και ειδικά αυτές τις μέρες αισθάνομαι ακόμα πιο έντονα το πόσο μάταιες αυτές είναι. Πέρα από την καλή διάθεση και την θετική προαίρεση αυτών που τις λένε και η οποία σαφώς και πρέπει να εκτιμάται η ευχή μοιάζει πάντα να αναφέρεται σε ένα μεσοδιάστημα, σε έναν ενδιάμεσο χώρο, αυτόν ανάμεσα στο πραγματικό και στο δυνητικό, με έναν τρόπο που μάλλον αποδέχεται τη σύνδεση των δύο ως το προϊόν μιας μοίρας που «είναι γραφτό να συμβεί».

Η ευχή αν και συχνά διοχετεύει την ειλικρινή ελπίδα του ευχόμενου, ακόμα κι αν δεν το θέλει, κουβαλάει το μεταφυσικό με τρόπο που συνήθως παραμερίζει κατευναστικά τόσο το πραγματικό όσο και το δυνητικό, ως παυσίπονο ή παυσίλυπο. Όσο κι αν ελπίζω και εύχομαι για ειρήνη, παιδεία, υγεία, ευτυχία κλπ αυτές τις μέρες συνειδητοποιώ όλο και πιο έντονα ότι τόσο το πραγματικό όσο και το δυνητικό με βγάζουν λάθος (πραγματικά και δυνητικά).

Έχοντας γνώση του τι συμβαίνει εκεί έξω και τι μπορεί να συμβεί στο μέλλον έχω μάλλον απολέσει κάθε πίστη, ελπίδα, προσδοκία για καλυτέρευση, ίσως γιατί πιο πριν έχω χάσει και κάθε πίστη στους απρόσωπους θεσμούς, τους φορείς και τα κάθε είδους κέντρα (εξουσίας και όχι μόνο) που οργανώνουν, εκπαιδεύουν, διοικούν, ενημερώνουν, σχεδιάζουν, εκτελούν και ελέγχουν λειτουργώντας πάντα κατακόρυφα, από πάνω προς τα κάτω.

Αντίθετα με τα παραπάνω, προσωπικά, έχω μάθει να πιστεύω στην θέληση και την ικανότητα των απλών, ανεξάρτητων, ελεύθερων και ελεύθερα σκεπτόμενων ανθρώπων να παράγουν δυνατότητες και να τις ενεργοποιούν ώστε να φτιάξουν νέες πραγματικότητες ή να παραμορφώσουν / αναμορφώσουν τις ήδη υπάρχουσες βάζοντας στην άκρη όχι μόνο τους πραγματικούς αλλά κυρίως τους πνευματικούς μπάτσους κάθε μορφής.

Κρατώντας αυτό σαν ελπίδα η μοναδική ευχή που θα μπορούσα να κάνω είναι ταυτόχρονα και παραίνεση. Ας σταματήσουμε επιτέλους να ευχόμαστε, ας σταματήσουμε να ζούμε ο καθένας στον βάλτο του, φτύστε το placebo και ας γίνουμε για λίγο ποτάμι, διεκδικώντας το σύννεφο…

cow cloud

h1

Ποιοι είναι οι κουκουλοφόροι;

Δεκεμβρίου 12, 2008

Η ερμηνευτική παρελαύνει μαζί με μια ανόητη διδακτική στην τηλεόραση και τα ΜΜΕ. Κανείς δεν έχει καταλάβει τι συμβαίνει, κάποιοι προσπαθούν να συνετίσουν τους “άτακτους” μαθητές, με λόγια ή με ξύλο. Η απουσία κατανόησης του φαινομένου πέρα από παντελής είναι και εμφανής. Ο λόγος είναι η δομή και η μέθοδοι της υπάρχουσας ερμηνευτικής συλλογιστικής η οποία ηθελημένα ή μη παραμένει προκλητικά στρουκτουραλιστική, κουβαλώντας όλα τα κατάλοιπα μιας γενιάς Ελλήνων που έμαθε να σκέφτεται με έναν και μόνο τρόπο, μηχανικά, αρνούμενη να δει ότι η πραγματικότητα και τα γεγονότα, ειδικά τα σημερινά, διακρίνονται από μια απροσδιόριστη πολλαπλότητα και μια μη ελεγχόμενη δυναμική. Ίσως να φταίει ότι δεν ζήσαμε ποτέ τον Μάη του ‘68 ώστε να αλλάξουμε τρόπο αντίληψης και κατανόησης των κοινωνικών φαινομένων. Ο Μάης του ‘68 μας χάρισε τον μεταδομισμό ο οποίος μας θύμισε ότι τα φαινόμενα μπορούμε να τα αντιληφθούμε και να τα προσεγγίσουμε μόνο ως φαινόμενα (με την φιλοσοφική έννοια του όρου). Η κάθε προσπάθεια ερμηνείας οφείλει να αποδεχθεί αυτό ως βάση αλλιώς είναι καταδικασμένη να είναι ή τόσο υποθετική που να καθίσταται κατασκευασμένη, είτε τόσο απλουστευτική ώστε να είναι λανθασμένη αν όχι αποτυχημένη.

Στην προσπάθεια τους να ερμηνεύσουν το ποτάμι της οργής και χωρίς να ανήκουν οι ίδιοι στους οργισμένους, δημοσιογράφοι και πολιτικοί προσπαθούν να κατατάξουν, να ομαδοποιήσουν και να διαχωρίσουν. Σε αυτή την κοινωνική διαμάχη των ημερών κάποιοι κάνουν το λάθος να κατανέμουν το πλήθος σε διαφορετικές “ομάδες”, να κατανέμουν ρόλους και τελικά να καταλήγουν σε λάθος συμπεράσματα. Αν αυτό συμβαίνει ηθελημένα ή μη θα μου επιτρέψετε να μην το απαντήσω καθώς δεν μπορώ να το τεκμηριώσω παρόλο που έχω την άποψη μου. Σε κάθε περίπτωση το βέβαιο είναι ότι συμβαίνει. Έτσι, η διάκριση που κάνουν πολιτικοί και δημοσιογράφοι κατανέμει το πλήθος τεχνηέντως σε ομάδες όπως είναι οι διαδηλωτές, οι μαθητές,  οι αλλοδαποί (οι οποίοι άγνωστο γιατί δεν ονομάζονται μετανάστες), οι πλιατσικολόγοι, οι κομματικά ενταγμένοι, οι ανένταχτοι, οι αντιεξουσιαστές και οι αναρχικοί, οι κουκουλοφόροι κλπ. Οι σχέσεις ανάμεσα στις ομάδες αυτές εκλαμβάνονται λανθασμένα ως διχοτομίες που λειτουργούν ψηφιακά, με λογική είναι/δεν είναι. Για παράδειγμα η συλλογιστική αυτή μας λέει ότι οι πλιατσικολόγοι είναι και κουκουλοφόροι ενώ οι μαθητές δεν είναι οι πολιτικά ενταγμένοι. Το κορυφαίο δε είναι ότι γίνεται διαχωρισμός ανάμεσα σε διαδηλωτές και κουκουλοφόρους, οι δεύτεροι μάλιστα κατατάσσονται σχεδόν αυτόματα ως εχθροί της δημοκρατίας, εγκληματίες, άτομα με αποκλείνουσες συμπεριφορές, χούλιγκανς κλπ.

Αυτό που είναι γεγονός είναι ότι η παραπάνω λογική παράγει μια λάθος εικόνα για το φαινόμενο. Ταυτόχρονα όμως εκτός από αυτή την λάθος εικόνα κάποιοι κάνουν και το λάθος να υποθέτουν περισσότερα από όσα γνωρίζουν συλογιζόμενοι σύμφωνα με αυτά που νομίζουν. Θα κάνω μια παρένθεση εδώ για να πω κάτι που έχω πει και στο παρελθόν, ότι η αντίληψη είναι προβολική. Το ίδιο και η ερμηνευτική διαδικασία. Σε μεγάλο βαθμό προβάλουμε οι ίδιοι την εικόνα που βλέπουμε, το ίδιο και την ερμηνεία της. Ο μπάτσος νομίζει ότι βλέπει παντού εγκληματίες και ερμηνεύει την κάθε πράξη ως πιθανή πράξη ενοχής, αντίστοιχα ο αναρχικός νομίζει ότι όλοι είναι ασφαλίτες και ερμηνεύει όλες τις πράξεις ως πιθανό φακέλωμα, χαφιεδισμό κλπ. Δεν θα αναλύσω το γιατί αυτό συμβαίνει (ίσως κάποια άλλη στιγμή), το αναφέρω απλά ως παράδειγμα για να πω ότι το ίδιο συμβαίνει με τους πολιτικούς και εξηγώ:

Οι πολιτικοί εκλαμβάνουν τον εαυτό τους και την “δημοκρατία” ως σταθερά, ως την αρχή των αξόνων (το Καρτεσιανό 0,0), ερμηνεύουν τις κοινωνικές δυναμικές μέσα από δείκτες και στατιστικές που κατατάσσουν, ομαδοποιούν και διαχωρίζουν, είναι μάλλον αναμενόμενο να κατανοούν το φαινόμενο βλέποντας το πλήθος ως ομάδες – κοπάδια.  Κάποια κοπάδια είναι αυτόνομα, κάποια κατευθυνόμενα, κάποια κοπάδια περιέχουν κάποια άλλα και κάποια περιέχονται από άλλα. Σε κάθε περίπτωση αυτοί οι άνθρωποι αντί να βλέπουν μια κοινωνική έκρηξη, μια λαϊκή εξέγερση (ως τέτοια παρουσιάζεται στο εξωτερικό) βλέπουν παντού κοπάδια και γι’ αυτό μιλούν για εχθρούς της δημοκρατίας, καπελωμένους από τον ΣΥΡΙΖΑ, οργανωμένα σχέδια, υποκεινούμενους από μυστικές υπηρεσίες (έλεος ρε Αλέκα) κλπ. Οι δημοσιογράφοι ερμηνεύουν με τρόπο ίδιο με τους πολιτικούς και μάλλον δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι κι αυτοί έχουν μάθει να ερμηνεύουν την επιτυχία τους μέσα από δείκτες και αριθμούς… Ίσως από την άλλη να ισχύει το πιο απλό σενάριο που τους θέλει απλά να παίζουν το παιχνίδι των κομμάτων.

Σε κάθε περίπτωση, η συλλογιστική που κατατάσσει σε ομάδες και εφευρίσκει σενάρια τα οποία στην συνέχεια προσπαθεί να επιβεβαιώσει είναι λάθος. Αν η κοινωνία λειτουργούσε τόσο μηχανικά ώστε να μπορούν να διαχωριστούν οι άνθρωποι σε ομάδες που έχουν συγκεκριμένες και σαφείς σχέσεις τότε οι σχολές κοινωνιολογίας θα άνηκαν στα Πολυτεχνεία, όχι στις ανθρωπιστικές επιστήμες. Για να το θέσω πιο απλά και μαζί πιο σύνθετα, είναι λάθος να βλέπουμε το πλήθος που βρέθηκε στο δρόμο αυτές τις μέρες ως ένα παζλ κοινωνικών ομάδων που έχει ξεκάθαρα διαχωρισμένα κομμάτια γιατί δεν υπάρχουν τείχη ανάμεσα στους ανθρώπους και οι σχέσεις δεν είναι ψηφιακές αλλά αναλογικές. Είναι καλύτερα να δούμε το πλήθος ως ένα μωσαϊκό από πάμπολλες μοναδικές ψηφίδες, κάποιες πιθανότατα είναι ομαδοποιημένες και έλκονται ισχυρά, κάποιες άλλες είναι ανεξάρτητες, κάποιες τρίτες ανήκουν σε πολλές ομάδες ψηφίδων, ετερόκλητες, ίσως να έλκονται χαλαρά από κάποιες άλλες, ίσως και να απωθούνται. Λέω απλά ότι στην πραγματικότητα δεν μιλάμε για μάζες ούτε για ομάδες, άλλα για πολλές ανεξάρτητες δυναμικές που έλκονται και απωθούνται μέσα σε ένα συνεχές το οποίο είναι διαρκώς μεταβαλλόμενο. Μιλάμε για πολλαπλά υποκείμενα, που όλα είναι μοναδικά και γι’ αυτό σχεδόν όλα αποκλίνουν από τα μοντέλα και τα χαρακτηριστικά με τα οποία κάποιοι προσπαθούν να τα εντάξουν σε ομάδες και να τα ερμηνεύσουν. Με μια τέτοια λογική συνειδητοποιούμε ότι ο μετανάστης μπορεί να είναι και μαθητής και διαδηλωτής και ίσως και ο νοικοκύρης να έγινε πλιατσικολόγος και αν αρχίσουμε να διασταυρώνουμε όλες τις ομάδες που τεχνητά κάποιοι έφτιαξαν αυτές τις μέρες θα δούμε ότι δεν υπάρχουν τείχη ανάμεσα τους, ότι λιγότερο ή περισσότερο μιλάμε για πολλαπλά υποκείμενα που μπορούν να πάρουν παραπάνω από μια μορφές και ότι οι αποστάσεις που τα χωρίζουν δεν είναι τόσο μεγάλες. Μάλιστα ειδικά σε αυτή την περίπτωση αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο καθώς αυτό που κατέβασε τον κόσμο στον δρόμο δεν ήταν μια δέσμη αιτημάτων που κατευθύνονταν από ιδεολογίες ή ιδεοληψίες, δεν ήταν η διεκδίκηση αυτού που θα ήθελε η κοινωνία, ήταν απλά η οργή ενάντια σε αυτό που δεν ήθελε και δεν θέλει. Αντίθετα με κάποιους που θεωρούν ότι τα κινήματα πρέπει να έχουν ιδεολογικό υπόβαθρο εγώ θεωρώ ότι ακόμα και το “δεν θέλω” είναι υπεραρκετό για να κατατάξει το φαινόμενο των ημερών στην σφαίρα της λαϊκής εξέγερσης, κάτι που η κυβέρνηση εξακολουθεί να αγνοεί παραμένοντας γατζωμένη, αν και ασθμαίνουσα, στην εξουσία.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι όσο συνεχίζεται αυτή η λογική πολιτικών και δημοσιογράφων, που εθελοτυφλώντας θέτει εκτός του κοινωνικού πλαισίου την μερίδα των οργισμένων και αυτών που τα σπάνε, σαν όλοι αυτοί να ήρθαν από άλλο πλανήτη, θα πολλαπλασιάζονται τα χαρακώματα και οι κουκουλοφόροι. Όσο περισσότερο η πολιτικοί και οι δημοσιογράφοι στήνουν οχυρά γύρω από την κοινωνία των νοικοκυραίων και αποκλείουν όχι μόνο απροκάλυπτα αλλά επιδεικτικά αυτό το τμήμα της νεολαίας και της κοινωνίας ονομάζοντας τους κουκουλοφόρους και εγκληματίες, τόσο περισσότερο θα πρέπει να οχυρώνονται οι νοικυραίοι. Από την άλλη το ίδιο θα συμβεί και στην περίπτωση που συνεχίσει να επιχειρείται το αντίθετο, η εγκόλπωση των νέων στο παρόν σύστημα και την κοινωνία των φιλήσυχων νοικοκυραίων που ζουν χωρίς προσδοκίες. Αν κάποιοι συνεχίσουν να προσπαθούν να τους διδάξουν “αξίες” και να τους κάνουν σιωπηλούς Ελληνορθόδοξους, περήφανους ραγιάδες με άδειο στομάχι, λαμόγια με πλαστικές ζωές, φερέφωνα και γλύφτες πολιτικών και να προσπαθούν να τους κατασκευάσουν και/για να τους καπελώσουν τότε και πάλι τα χαρακώματα θα πολλαπλασιαστούν και οι κουκούλες θα επανέλθουν.

Αυτό που απαιτείται δεν είναι απλά η αλλαγή πολιτικής και τα μπαλώματα του συστήματος, είναι μια νέα αντίληψη για τα πράγματα που θα ξεκινάει από την απόρυψη του παλιού τρόπου σκέψης που περιγράφω πιο πάνω και την απομάκρυνση από την συλλογιστική των πολιτικών και των νυκοκυραίων που ομαδοποιεί, κατατάσσει, εξισώνει ισοπεδωτικά και διαφοροποιεί πολικά. Αυτό διεκδικούν τα παιδιά μόνο που δεν ξέρουν πως να το πουν και δεν υπάρχει κανείς να τα ακούσει. Θέλουν μια κοινωνία με επίκεντρο τον πολίτη και όχι το κράτος, θέλουν στο προσκήνιο τον σεβασμό, όχι μόνο της ισότητας, αλλά πρωτίστως του δικαιώματος στη διαφορετικότητα, τον σεβασμό του υποκειμένου, της αυτοδιάθεσης, της αυτονομίας (όχι μόνο της οικονομικής). Δεν είναι καθόλου τυχαίο μάλλον ότι αυτές είναι διεκδικήσεις του Μάη του ‘68, σαράντα χρόνια μετά.

Θέλω να συγχαρώ θερμά και ειλικρινά τα παιδιά της εκπομπής του ΑΝΤ1 Ράδιο Αρβύλα. Εδώ και μια εβδομάδα, χωρίς να είναι δημοσιογράφοι, μετέτρεψαν την χιουμοριστική εκπομπή τους σε έναν πολύ ουσιαστικό και αντικειμενικό πυρήνα σχολιασμού και είπαν χωρίς περικοπές και αυτολογοκρισία, ξεκάθαρα, αυτά που όλοι σκεφτόμαστε εμείς που δεν έχουμε μικρόφωνα και κάμερες. Σας ευχαριστώ, προσυπογράφω κάθε κουβέντα σας!

h1

Αποσπάσματα

Οκτωβρίου 9, 2008

Τα πλήκτρα γράφουν γράμματα, τα γράμματα λέξεις, οι λέξεις προτάσεις και κομμάτι κομμάτι από πολλαπλά αποσπάσματα παράγεται νόημα. Όμως πέρα από την επανασύνδεση των αποσπασμάτων προς ένα όλο, υπάρχει και ένα όλο που παράγει τα αποσπάσματα του.  αυτό που εννοώ είναι ότι η φυσική παρουσία δεν είναι απαραίτητη όμως όταν υπάρχει λειτουργεί συμπληρωματικά και καταλυτικά προς την διαμόρφωση της εικόνας του όλου. Είναι πολύ ευχάριστο να μαθαίνεις πως γελάει κάποιος που αρχικά συμπάθησες μόνο μέσω των ιχνών που αφήνουν στην οθόνη τα δάχτυλα του χτυπώντας κουμπιά σε ένα πληκτρολόγιο. Το χαμόγελο, η μπύρα και η κουβέντα είναι το αυτό και το όλο.

Πάνε μέρες που δεν έχω ανεβάσει κάτι αλλά δεν έχω εξαφανιστεί από τον κόσμο του blogging ούτε απαρνήθηκα τους φίλους που με διαβάζουν και τους διαβάζω. Κάθε άλλο μάλιστα, είχα την χαρά αυτές τις μέρες, σε δύο διαδοχικά σαββατοκύριακα, να συναντήσω κάποιους ανθρώπους (δεν θέλω να λέω bloggers) από κοντά και μέσω της φυσικής επαφής να τους συμπαθήσω ακόμα περισσότερο και να τους κάνω ακόμα πιο δικούς μου ανθρώπους, ακόμα πιο πολύ φίλους μου.

Σε μια απόπειρα να συνθέσω λοιπόν καλύτερα τα δικά μου αποσπάσματα και να γίνω πιο προσβάσιμος ως όλο και όχι ως σύνολο αποσπασμάτων (όχι μόνο σε εσάς αλλά κυρίως σε εμένα) και χρησιμοποιώντας ως αφορμή το παιχνίδι που επινόησε η Batgirl και με κάλεσε να συμμετέχω ας μου επιτραπεί  να γράψω λίγο αυτοβιογραφικά, ίσως αυτοαναφορικά και μάλλον αρκετά εκτενώς γιατί όταν γράφω μου έρχονται σκέψεις και μνήμες συχνά πολύ ευχάριστες, ειδικά όταν πρόκειται για ερωτήματα όπως αυτά του blogοπαίχνιδου.

Ποιο ρητό ή ποίημα (ή και τα δύο) καθώς και/ή ποιος πίνακας σας επηρέασε περισσότερο στη ζωή σας;

Οφείλω να παραδεχθώ ότι δεν είμαι από αυτούς που έχουν πολύ μεγάλη γνώση του χώρου της ποίησης. Ομολογώ ότι δεν έχω διαβάσει πολύ και παρόλο που μου αρέσει ο λόγος ως μέσο δημιουργίας, έκφρασης και επικοινωνίας σε όλες του της μορφές, όσο αφηρημένες ή συγκεκριμένες μπορεί αυτές να είναι, τα ποιήματα που έχω διαβάσει και έχω συγκρατήσει ως σημεία αναφοράς είναι ελάχιστα, ίσως κάτι του Καρυωτάκη επειδή ένα βράδυ το απήγγειλε ο Δημήτρης.

Από την άλλη μπορώ να θυμηθώ πάμπολλες ρήσεις που έχω χρησιμοποιήσει και συνεχίζω να χρησιμοποιώ κατά καιρούς. Θα διαλέξω δύο που σημειώνουν τον τρόπο που σκέφτομαι σήμερα και μιλούν καλύτερα για τον κόσμο όπως τον αντιλαμβάνομαι εγώ.

“Reality… is a perpetual becoming. It makes or remakes itself, but it is never something made.” Henri Bergson

“My own words take me by surprise and teach me what I think.” Jacques Derrida

Ο κόσμος λοιπόν όπως τον αντιλαμβάνομαι εγώ, ίσως θα μπορούσε κανείς να πει “ο δικός μου κόσμος, είναι σε ένα διαρκές γίνωμα που δεν είναι ποτέ κάτι τελικό και ο τρόπος για να τον αντιληφθώ είναι μέσα από τα εκφραστικά και ταυτόχρονα νοητικά μου μέσα (όπως ο λόγος), μέσα από την έκφραση προσπαθώ να χτίσω μια συνείδηση. Ακόμα και τώρα που το έγραψα αυτό έμαθα κάτι παραπάνω για εμένα. Είμαι σίγουρος ότι το ίδιο κάνουμε όλοι είτε το αντιλαμβανόμαστε είτε όχι, η έκφραση είναι πράξη – σημείωση της ύπαρξης και χτίζει την συνείδηση της.

Το να διαλέξω έναν πίνακα είναι κάτι πάρα πολύ δύσκολο. Έχοντας συναναστραφεί αρκετά με ανθρώπους του κόσμου των εικαστικών και σεβόμενος τις “εμμονές”, την “μανία” και το “πάθος” τους (όχι όλων, υπάρχουν και τενεκέδες), την αναζήτηση της συνείδησης ή του βαθμού της ασυνειδησίας τους μου είναι πολύ δύσκολο να διαλέξω. Πώς να διαλέξει κανείς ανάμεσα από “μοναδικότητες” μη συγκρίσημες; Δεν μπορώ να ζυγίσω τον Rothko και να τον συγκρίνω με τον Hopper και “μου αρέσουν” και οι δύο όντας εξαιρετικά διαφορετικοί, όχι απλά ως φόρμα αλλά ως ουσία! Δεν μπορώ να παραμερίσω τον Magritte ή τον Duchamp και φυσικά δεν μπορώ να μην αναφερθώ στον Beuys. Όλοι αυτοί, και όχι μόνο αυτοί, συγκροτούν ένα σύμπαν ιδεών και υλοποιήσεων που συμμετέχουν στο διαρκές γίνωμα και την έκφραση του, όπως τα αναφέρω πιο πάνω, προς αυτό που οι άνθρωποι επιμένουν να ονομάζουν “τέχνη” αλλά στην ουσία για εμένα, όπως και για τον Beuys, είναι η ίδια η κοινωνία και η ζωή. Γι’ αυτό τον λόγο δεν μπορώ να διαλέξω με κριτήρια “επιρροής” γιατί όλα είναι σημαντικά και απαραίτητα για το γίνωμα. Μπορώ όμως να διαλέξω κάποια έργα που αφορούν το ίδιο το “γίνωμα” και μπορούν να κάνουν ίσως πιο σαφές τι εννοώ (ή να το μπλέξουν περισσότερο) εικονοποιώντας το. Δεν θα εξηγήσω πολλά, μόνο τα δέοντα.

Ο Huber Duprat, ρίχνει ψήγματα χρυσού και πολύτιμους λίθους στο ενυδρείο όπου μεγαλώνουν αυτά τα μικρά αρθρόποδα τα οποία κατά τη μεταμόρφωση τους από προνύμφες σε νύμφες φτιάχνουν το κουκούλι τους χρησιμοποιώντας υλικά από το άμεσο περιβάλλον τους.

Ο Giuseppe Penone, τοποθετεί ένα μεταλλικό ομοίωμα του χεριού του γύρω από τον κορμό ενός νεαρού δέντρου, σαν να το κρατάει σφιχτά. Αρχικά ο κορμός είναι μέσα και το χέρι έξω, με το πέρασμα του χρόνου το χέρι είναι μέσα στον κορμό ο οποίος το έχει εγκολπώσει. Όταν το χέρι αφαιρέθηκε έμεινε το σημάδι.

O Hiroshi Sugimoto, με ένα εξαιρετικά αργό φιλμ βγάζει φωτογραφία με μια λήψη μια ολόκληρη ταινία, στο τέλος αυτό που φαίνεται στην οθόνη είναι μόνο λευκό.

O Roman Opalka, εδώ και πάρα πολλά χρόνια γράφει αριθμούς μετρώντας από το 1 χωρίς να ξέρει που θα φτάσει ως το τέλος της ζωής του. Ξεκίνησε με με μαύρο χρώμα και κάθε φορά που γράφει έναν αριθμό προσθέτει μια σταγόνα λευκό στο μαύρο. Ξεκίνησε με λευκό χαρτί και σήμερα χρησιμοποιεί μαύρο για να φαίνονται οι αριθμοί του. Κάθε φορά που ολοκληρώνει έναν κύκλο αριθμών βγάζει μια φωτογραφία του εαυτού του.

Αυτά περίπου θεωρώ επιρροές γιατί με ενδιαφέρουν αλλά κυρίως γιατί με συγκινούν. Αφήνω εσάς να συνεχίσετε τον συλλογισμό κι αν νομίζετε ότι υπάρχει κάτι να μοιραστείτε τα σχόλια είναι ανοιχτά.

h1

Ο άνεμος της αλλαγής και η μαλακία της ηθικής

Σεπτεμβρίου 21, 2008

Μια μέρα καθώς έριχνα νερό στις ποτίστρες άκουσα έναν πολύ δυνατό κρότο που με τρόμαξε και με ταρακούνησε. Παράτησα τον κουβά και ευθύς ανέβηκα στον ανεμόμυλο της φάρμας από όπου μπορώ να έχω καλύτερη θέα. Χωρίς να καθυστερήσω άρπαξα τα κιάλια και τα έσφιξα με δύναμη μέσα στις παλάμες μου σαν να ήθελα να τα πιέσω να μου αποκαλύψουν μια αλήθεια και την εικόνα της από απόσταση. Μάταια, για αρκετή ώρα ατένιζα τον ορίζοντα, μια με τα κιάλια και μια με γυμνό το βλέμμα μα του κάκου (το “του κάκου” είναι μια έκφραση που με τον φίλο μου τον Γιάννη θα καταργήσουμε όταν θα πάρουμε την εξουσία). Στάθηκα για αρκετή ώρα να κοιτάζω μέχρι που κατάλαβα ότι η εικόνα έχανε το βάθος της. Ο ορίζοντας δεν είχε τίποτα καινούριο να μου αποκαλύψει και έτσι απέσυρα το μοναχικό (και γοητευτικό) μου βλέμμα προς το πακέτο με τα Marlboro που το χέρι μου είχε πιάσει μηχανικά ψαχουλεύοντας μόνο του μέσα στην τσέπη μου, όπως πιάνει το κλειδί της εξώπορτας όταν επιστρέφω στο αγρόκτημα μεθυσμένος και δεν ξέρω πια που είναι η εξώπορτα. Καθώς άναψα το τσιγάρο και ο καπνός γέμισε τα πνευμόνια μου (έχουμε ξαναπεί ότι δεν καπνίζω αλλά είναι για να εντείνω την κινηματογραφικότητα της στιγμής) ένα ελαφρύ αεράκι φύσηξε τα μαλλιά μου, αργότερα μου είπαν ότι ήταν ο άνεμος της αλλαγής.

Πράγματι, η Νέα Δημοκρατία ήρθε με κρότο και λάμψη πυροτεχνήματος κι εγώ την υποδέχθηκα με τρόμο. Εκείνη με επιβεβαίωσε πλήρως καθώς πρόλαβε κι έφερε πολλές αλλαγές στη ζωή μου, και ήταν όλες προς το χειρότερο! Μιλάω για τη δική μου ζωή, εσείς τη δική σας έχετε κάθε δικαίωμα να την αξιολογήσετε όπως θέλετε, εγώ μιλάω για τη δική μου. Η αξιολόγηση που θα διαβάσετε παρακάτω είναι υποκειμενική.

Κάποια πράγματα άλλαξαν σε υπερθετικό βαθμό, σκατά ήταν και πριν αλλά σκατά από σκατά διαφέρει (ναι διαφέρει). Στα χαμηλά στρώματα του κρατικού μηχανισμού, εκεί που υπήρχαν κάποιοι βολεμένοι πονηροί Πασόκοι με ελάχιστα προσόντα, μέτρια προς κακή παιδεία και με μια μικρή γνώση του συστήματος βρέθηκαν κάποιοι πιο πεινασμένοι, πιο διψασμένοι για εξουσία, συχνά ρεβανσιστές και κουτοπόνηροι Νεοδημοκράτες χωρίς καθόλου προσόντα, ανύπαρκτη παιδεία και με παντελή άγνοια του συστήματος. Αυτοί σήμερα μπορώ να πω ότι σε γενικές γραμμές αποδεικνύεται ότι είναι είτε άχρηστοι οπότε είναι απλά ένα βάρος, είτε υπερβολικά “φιλόδοξοι” που σημαίνει ότι μοναδική φιλοδοξία τους είναι να γίνουν πασόκοι στην θέση των πασόκων και να εγκατασταθούν σε μια θέση, είτε ευθυνόφοβοι καθώς ξέρουν ότι την θέση τους δεν την αξίζουν και φοβούμενοι μην την χάσουν λειτουργούν φοβικά, που συχνά σημαίνει σαν πρόβατα προς τους ανωτέρους τους, άδικα και αυστηρά προς τους υφισταμένους τους και τον πολίτη! Αν σε όλα αυτά και στην συνολική βλακεία του συστήματος προσθέσουμε ότι κάποιοι από αυτούς κουβαλούν περίεργες απόψεις περί θεού, τάξης και ασφάλειας έχουμε ένα μείγμα εκρηκτικό που κάνει τις συναλλαγές και την επαφή με το δημόσιο και τις υπηρεσίες του τουλάχιστον επώδυνη.

Στα πιο ψηλά, σε κυβερνητικό επίπεδο, τα προβλήματα είναι χειρότερα. Η κυβέρνηση έγινε ένα πράγμα (πράμα) προσωποκεντρικό και καθόλα εξαρτημένο από το ίματζ και το ηθικό (αν όχι ηθικοπλαστικό) προφίλ του μαθητευόμενου μάγου και πρωθυπουργού Κωστάκη Καραμανλή (αν είναι δυνατόν) ο οποίος ήρθε καβάλα στο λευκό άτι με δορυφόρους τον Αλογοσκούφη και τον Ρουσσόπουλο για να φέρει την “κάθαρση” από τη διαφθορά και την νίκη του καλού έναντι του κακού, αφού στην Ελλάδα η νίκη στις εκλογές είναι αποτέλεσμα της πίστης του λαού σε πρόσωπα, όχι της γνώσης του για προγράμματα. Το εγχείρημα της κάθαρσης προφανώς άτοπο εξ’ ορισμού και τα γεγονότα των ημερών το αποδεικνύουν για πολλοστή φορά. Σε μια χώρα αναξιοκρατική που σε κάνει γλύφτη για να βρεις μια δουλίτσα, που δεν σου λέει τα δικαιώματα σου και δεν τα σέβεται, που σε διαπαιδαγωγεί στην κλεψιά και επί της ουσίας σε ωθεί να κλέψεις γιατί και η ίδια σε κλέβει, η ύπαρξη της διαφθοράς είναι το αυτονόητο, δεν είναι η ασθένεια αλλά το σύμπτωμα ενός πολύ μεγαλύτερου πράγματος που λέγεται “Ελληνικό κράτος” και είναι δομημένο λάθος εκ θεμελίων και από την γέννηση του.

Η διαφθορά λοιπόν δεν λύνεται με έναν πρωθυπουργό που το μόνο που κάνει είναι να κουνάει τα χέρια και να λέει “είμαι κατηγορηματικός, δεν θα ανεχθώ φαινόμενα διαφθοράς” περιμένοντας να πιάσει το ξόρκι ωσάν τον Harry Potter. Σόρρυ ρε Κώστα αλλά δεν αρκεί να είσαι κατηγορηματικός και να μην τα ανεχθείς όταν θα μάθεις ότι συνέβησαν, το ζήτημα είναι να μην συμβούν και να μας πεις πως θα δομήσεις το σύστημα ώστε να προλαμβάνεις τα φαινόμενα διαφθοράς. Σε όλο τον κόσμο οι άνθρωποι παράγουν θεσμούς και νόμους, χτίζουν διοικητικές δομές και ελεγκτικούς φορείς για να προλαμβάνουν πριν συμβούν αυτά που δύνανται να συμβούν και να είναι επιζήμια. Αντίθετα στην Ελλάδα επενδύουμε στην βούληση ενός φυσικού προσώπου, του πρωθυπουργού (μην μου πείτε ότι ο πρωθυπουργός είναι θεσμός, άλλο λέω), που μας λέει ότι δεν ανέχεται τη διαφθορά. Έτσι έγινε πρωθυπουργός ο Κώστας, με ευχολόγια και ηθικολογίες, και επειδή είναι χοντρούλης ο κόσμος τον πίστεψε βασιζόμενος στο θεμελιώδες λογικό λάθος σύμφωνα με το οποίο “οι χοντροί είναι καλοί άνθρωποι”. Τελικά γύρω από το προφίλ του Καραμανλή το οποίο ενδυναμώθηκε από τα ΜΜΕ τα οποία μιλούσαν για ισχυρή εικόνα, ρητορική δυνότητα και κολοκύθια τούμπανα, χτίστηκε και η πολιτική πρακτική ή μάλλον οι πολιτικές πρακτικές της κυβέρνησης οι οποίες έμοιαζαν και μοιάζουν πλήρως εξαρτημένες από τον Καραμανλή όταν επιτυγχάνουν και εντελώς αποσπασμένες από αυτόν όταν αποτυγχάνουν.

Θυμάμαι ενδεικτικά δηλώσεις Πολύδωρα όταν με τις φωτιές στην Πελοπόνησσο πέρσι το καλοκαίρι μιλούσε για τα Μπεριέφ, τα ρώσικα πυροσβεστικά αεροπλάνα που κλήθηκαν έκτακτα και έφτασαν με μεγάλη καθυστέρηση, τότε έλεγε περίπου: “Εγώ τα ήθελα τα Μπεριέφ, τα είχα ζητήσει από καιρό αλλά δεν τα έδιναν οι Ρώσοι…”. Η δημοσιογράφος τον ρώτησε το αυτονόητο “Και τι μεσολάβησε και ήρθαν;” Ο Πολύδωρας με ύφος που ομοίαζε στου Τέρενς Κουήκ όταν έγλυφε τον Μίνο Κυριακού για να τον κρατήσει στον ΑΝΤ1 και με μια εμφανέστατη άγνοια της σοβαρότητας της κατάσταση είπε, “Ε, μεσολάβησε τηλεφώνημα του πρωθυπουργού στον Πούτιν”… Λες και οι Ρώσοι δεν θα διαπραγματεύονταν με έναν υπουργό αν είχε τρόπο και διάθεση για να διαπραγματευτεί και αν προσέφερε τα κατάλληλα ανταλλάγματα, απλά δεν το έκανε ή δεν τον άφησαν να το κάνει. Πάντως η ιστορία με τις φωτιές δείχνει καλά το πόσο ανέτοιμο είναι το κράτος σε ζητήματα πρόληψης και σχεδιασμού και το πόσο ανίκανα τα στελέχη της κυβέρνησης να διαχειριστούν καταστάσεις που απαιτούν συγκροτημένη δράση, οργάνωση και φυσικά πρόληψη και σχεδιασμό.

Έτσι λοιπόν θα πω αυτό που λέω και πιο πάνω αλλά θα το πω ανάποδα, στους τυφλούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος και με υπουργούς σαν τον Γιακουμάτο και τον Πολύδωρα (το blog τους έχει τιμήσει και τους δύο στο παρελθόν) ο Καραμανλής φαίνεται γίγαντας μέσα στο κυβερνητικό σχήμα, Πολύφημος μεν, αλλά γίγαντας! Σε κάθε περίπτωση όμως ήταν ζήτημα χρόνου να στραφεί η ίδια εικόνα του που καλλιέργησε ο ίδιος εναντίον του, γιατί αυτό είναι που συμβαίνει αυτές τις μέρες. Ο Καραμανλής έγινε πρωθυπουργός όχι μιλώντας γι’ αυτό που είναι και γι’ αυτό που θα κάνει αλλά επενδύοντας σε αυτο που δεν είναι (δεν είναι ΠΑΣΟΚ) και σε αυτό που δεν θα κάνει (δεν θα κλέψει), όντας πάντα σε αντίθεση με το διεφθαρμένο και βρώμικο ΠΑΣΟΚ. Έπαιξε για μεγάλο διάστημα (ακόμα και ως κυβέρνηση) το χαρτί της διαφθοράς, συχνά διογκώνοντας πράγματα και κυρίως εντείνοντας την καχυποψία του ήδη απογοητευμένου κόσμου απέναντι στην εξουσία και την πολιτική γενικά. Κερδίζοντας εξουσία συνέχισε να κάνει αντιπολίτευση χωρίς όμως επί της ουσίας να αποδομήσει και να αναδομήσει το σύστημα και όπου επιχείρησε να το κάνει προχώρησε κυρίως σε αλλαγές προσώπων με τρόπο που ήταν σε βάρος των πολλών και προς όφελος των γαλάζιων παιδιών, αυτή ήταν η επανίδρυση του κράτους. Έτσι πέρασε ο καιρός και παρά την αντιλαϊκή πολιτική και τα βολέματα των δικών του, ο ίδιος απολάμβανε μια ιδιότυπη και κατά τη γνώμη μου εντελώς αδικαιολόγητη ασυλία ακόμα και σε στιγμές κρίσης που οι υπουργοί του τα έκαναν θάλασσα (σκατά τα έκαναν, τι να λέμε;). Φαίνεται όμως ότι σε όλα αυτά τον έσωζε το σλόγκαν “είμαι κατηγορηματικός, δεν θα ανεχθώ φαινόμενα διαφθοράς”. Βέβαια σε όλα αυτά συνέβαλε και ο λήθαργος του ΠΑΣΟΚ, η μοναδική πραγματική αντιπολίτευση γινόταν από τον ΣΥΡΙΖΑ. Έτσι ο Κωστάκης πήγε σε εκλογές για δεύτερη φορά και τις ξανακέρδισε χωρίς να έχει καν συντάξει πρόγραμμα αυτή τη φορά, απόδειξη ότι αυτό που λέω πιο πάνω περί πίστης ισχύει 100% (Φυσικά όχι μόνο για την ΝΔ).

Για να είμαι ειλικρινής οι ιστορίες με τα σκάνδαλα ποτέ δεν με συγκίνησαν, δεν είναι δυνατόν να με συγκινήσουν γιατί δεν είναι το πρόβλημα αν έφαγε τόσα ο τάδε κι άλλα τόσα ο δείνα. Ο λαός έχει απτά καθημερινά προβλήματα και το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν πεινάει επειδή υπάρχουν σκάνδαλα ούτε επειδή ο Βουλγαράκης πουλάει ακίνητα με νομότυπο αλλά “ανήθικο” τρόπο. Επιπλέον δεν θεωρώ ότι το πρόβλημα είναι μόνο η οικονομία αλλά μάλλον κάτι πολύ μεγαλύτερο και συνολικό και σίγουρα η λύση δεν έρχεται από την επίκληση μιας “ηθικής” (ηλίθια λέξη). Το πρόβλημα στην Ελλάδα είναι το έλλειμμα δημοκρατίας, η παιδεία, τα ατομικά δικαιώματα και τελικά η δομή του ίδιου του κράτους πέρα από πρόσωπα και “ηθικές” αξίες, ως δομή, ως σύστημα, ως μηχανισμός.

Αυτός είναι και ο λόγος που μου φαίνεται αστείο το κλίμα των ημερών, τόσο απόλυτα Ελληνικό! Ο Καραμανλής δικάζεται για την “ηθική” υπόσταση των ανθρώπων που συγκροτούν την κυβέρνηση, όχι για το πως έχει δομήσει το κράτος και τι είδους αλλαγές έχει κάνει, αν τις έκανε κλπ. Ο Καραμανλής δεν κρίνεται για το κυβερνητικό του έργο και την πολιτική του πράξη, αλλά γι’ αυτό που ο ίδιος προέβαλε ως κριτήριο για να τον κρίνουν, το ηθική του ανάστημα. Ο κόσμος δεν άλλαξε στάση επειδή κατάλαβε ότι ο Καραμανλής είναι κακός πρωθυπουργός και δεν παράγει έργο, ούτε επειδή τα ατομικά δικαιώματα, η παιδεία, η μεταναστευτική πολιτική, η κρατική μέριμνα και οι δημόσιες υπηρεσίες και επιχειρήσεις και τελικά το επίπεδο της δημοκρατίας υποβαθμίστηκαν όλον αυτόν τον καιρό. Ο λαός αλλάζει στάση επειδή κλονίστηκε η πίστη του σε μια “εικόνα ηθικής”. Είναι τουλάχιστον αστείο και ηλίθιο!

Σε κάθε περίπτωση ατενίζοντας τον ορίζοντα του μέλλοντος (με κιάλια ή χωρίς) αυτό που βλέπω είναι το τίποτα, μια εικόνα με βάθος που έχει μειωθεί και έχει γίνει μια επιφάνεια τόσο επίπεδη όσο και το Ολλανδικό έδαφος. Τελευταίο βλέμμα στον ορίζοντα, δεν μπορώ άλλο, πάω να ταϊσω τα γελάδια… Αν μέχρι να επιστρέψω γίνουν εκλογές ξέρεις τι να κάνεις, φέρε εσύ την πίστη σου, θα φέρω κι εγώ τη δική μου, να τις πετάξουμε σε μια κάλπη και μετά να τις μετρήσουμε, να δούμε ποιος την έχει μεγαλύτερη… την πίστη!

Ζήτω η Ελλάδα, ζήτω η θρησκεία, ζήτω η Νέα Δημοκρατία…

h1

Το ασυμβίβαστο και η εικονογράφηση του

Σεπτεμβρίου 5, 2008

Δεν ξέρω αν ο Βουλγαράκης είναι αθώος ή ένοχος, περίπου δεν με ενδιαφέρει για να είμαι ειλικρινής και δεν θα αναφερθώ στο συγκεκριμένο πρόσωπο, τα παρακάτω είναι μια αφαίρεση και μια απόπειρα αποδόμησης. Με την ευκαιρία όσων λέγονται αυτές τις μέρες θέλω να αναφερθώ στο περίφημο ασυμβίβαστο των βουλευτών το οποίο δεν προσφέρει τίποτα ουσιαστικό αλλά είναι απλά ένας φερετζές για να φαίνεται ότι τα πράγματα σε αυτόν τον τόπο λειτουργούν νομότυπα ενώ στην ουσία υπάρχουν ένα σωρό τρύπες. Λες κι αν ήθελε ο Βουλγαράκης και ο κάθε Βουλγαράκης να εξυπηρετήσει την τσέπη του ή τις τσέπες άλλων δεν θα μπορούσε να το κάνει και θα τον εμπόδιζε το ασυμβίβαστο.

Κατά τη γνώμη μου η εκχώρηση αρμοδιοτήτων υπουργού σε έναν άνθρωπο σημαίνει αυτόματα και παραχώρηση της διαχείριση υποθέσεων που θα μπορεί να εκμεταλλευτεί προς ίδιον όφελος, το αν θα το κάνει ή όχι είναι άλλο ζήτημα. Αυτό είναι ένα αναγκαίο κακό και η καταπολέμηση του δεν μπορεί να γίνεται με προληπτικά (μην τυχόν και) μέτρα όπως το ασυμβίβαστο που απλά εικονογραφεί μια πολιτική σκηνή που διέπεται από μια έννομη τάξη χωρίς σε καμία περίπτωση να την διασφαλίζει. Ίσως τελικά είναι καλύτερα να πάρουμε απόφαση ότι κανένα μέτρο δεν θα την διασφαλίζει ποτέ και ότι είναι μάλλον σωστότερο και πιο εύστοχο αντί να φερόμαστε σε όλους σαν να είναι εν δυνάμει ένοχοι (αυτό ακριβώς κάνει το ασυμβίβαστο) να τιμωρούμε αυστηρά αυτούς που αποδεικνύεται ότι εκμεταλλεύονται την θέση τους προς ίδιον όφελος ή προς όφελος τρίτων.

Η κουβέντα για το αν κάποιος έκλεψε ή κλέβει δεν έχει νόημα όταν δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι έκλεψε και όταν δεν αλλάζει κάτι ώστε να μην μπορεί να ξανακλέψει, ο ίδιος ή κάποιος άλλος. Όμως στην Ελλάδα που η πολιτική είναι ένα αυτοαναφορικό πράγμα και ο πολιτικός διάλογος είναι κάτι φατικό, δηλαδή οι πολιτικοί μιλούν για τους πολιτικούς και όχι για την πραγματικότητα που βρίσκεται εκεί έξω,  αυτό τους επιτρέπει και τους ωθεί να μιλούν περισσότερο για το “εν δυνάμει” και λιγότερο για το “αυτό”. Το ίδιο κάνει το ΠΑΣΟΚ, η ΝΔ, ο ΣΥΡΙΖΑ και φυσικά το ΚΚΕ. (το ΛΑΟΣ δεν το αναφέρω, μπορεί και να μου κλείσουν το blog!). Έτσι καταλήγουμε να ασχολούμαστε με το ποιος δύναται να κλέψει και τελικά όχι με το ποιος κλέβει. Το αποτέλεσμα είναι αστείο, η κουβέντα αναλώνεται στην ανταλλαγή κατηγοριών, περίπου ποτέ δεν αποδεικνύεται τίποτα, δεν γίνονται μηνύσεις, δεν διώκεται κανείς και όταν διώκεται συνήθως αθωώνεται, συχνά δικαίως (συμβαίνει κι αυτό) αλλά πλέον είναι πολύ αργά για να διώξει από πάνω του τη λάσπη καθώς τα φώτα της δημοσιότητας έχουν σβήσει. Βεβαίως συχνά αθωώνεται αδίκως αλλά και πάλι κανείς δεν ασχολείται. Στις ελάχιστες περιπτώσεις που κάποιος καταδικάζεται είναι έξω με αναστολή, καπνίζει πούρα στο γήπεδο ή συμμετέχει σε τηλεοπτικά panels.

Σε κάθε περίπτωση, η αλήθεια, το ψέμμα, το δίκαιο και το άδικο παραμένουν υπό εικονογράφηση σε ένα θέατρο με ηθοποιούς και θεατές όπου όλοι έχουν διαλέξει και παίζουν έναν ρόλο, ακόμα και οι θεατές.

h1

Blogοπαίχνιδο, 5 + και 5 -

Ιουνίου 10, 2008

Τα blogοπαίχνιδα είναι από τα όμορφα πράγματα στην blogόσφαιρα και στο συγκεκριμένο με κάλεσε ο Παράφωνος και επειδή μου άρεσε σαν concept και δεν έχω τι άλλο να γράψω αυτές τις μέρες ανταποκρίνομαι σχεδόν άμεσα! 5 πράγματα που μου αρέσουν και 5 που δεν μου αρέσουν…

Μου αρέσουν,

1. (Το εσύ) Οι άνθρωποι που δεν βασίζονται σε αυτό που έχουν κεκτημένο είτε το κέρδισαν είτε τους χαρίστηκε. Γι’ αυτό οι όμορφες γυναίκες είναι πραγματικά ωραίες όταν η ομορφιά δεν είναι το μοναδικό ενδιαφέρον πράγμα πάνω τους, όταν δεν επενδύουν αποκλειστικά σε αυτή.

2. (Το εγώ) Η αυτονομία και η αναζήτηση της, έξω από τα κεκτημένα.

3. (Το αυτό) Τα μεγάλα παράθυρα με θέα, όπως αυτό που έχω απέναντι μου, το βλέπω να στέκεται σταθερό και ταυτόχρονα να αλλάζει από χειμώνα σε καλοκαίρι και ξανά σε χειμώνα και ξανά… ξανά… ξανά…

4. (Το χθες) Οι έξυπνες ιστορίες, όπως αυτές που συναντά κανείς στην τέχνη, στην αρχιτεκτονική, στην μουσική, στο θέατρο, στην φιλοσοφία και στην ίδια την ιστορία όλων αυτών των ιστοριών οι οποίες συχνά δεν αναφέρονται παρά σε μανίες που όταν είναι αβλαβείς και όταν προέρχονται από έξυπνους ανθρώπους που ξέρουν να τις δικαιολογούν ή να τις βιώνουν τόσο έντονα που να σε συμπαρασύρουν, είναι γοητευτικές.

5. (Το αύριο) Η προσδοκία, όχι για το κοινώς εννοούμενο μέλλον, αλλά για το άλλο, το μαγικό και το ονειρικό.

Δεν μου αρέσουν,

1. (Το εσύ) Οι φασίστες κάθε είδους που δεν έμαθαν να δέχονται το άλλο. Ηλίθια ετεροπροσδιορισμένα γουρούνια που όταν αποκτούν δύναμη βγάζουν το άχτι τους.

2. (Το εγώ) Τα μανιφέστα και οι αλήθειες κάθε είδους που εναγωνίως προσπαθώ να απορρίψω και να βγάλω από το κεφάλι μου.

3. (Το αυτό) Τα σύμβολα κάθε είδους γιατί είναι στατικά, πομπώδη και συμμετρικά αλλά τελικά ασύμμετρα ως προς την κατανομή της ελευθερίας.

4. (Το χθες) Η διπολική σκέψη χωρίς αποχρώσεις που κατατάσσει και κατηγοριοποιεί αβίαστα με ποσοτικά και όχι με ποιοτικά κριτήρια. 1, 2, 3… α, β, γ… κοκ

5.  (Το αύριο) Η απουσία πολλαπλότητας και συνέχειας, η ελαφρύτητα και η μουρμούρα, η αβαθής επιφάνεια που τεντώνεται, τσαλακώνεται, διπλώνεται και ξεδιπλώνεται αλλά πάντα παραμένει επιφάνεια, χωρίς βάθος.

h1

Ιστολόγια και ερωτηματολόγια

Ιουνίου 7, 2008

Από καιρό έχω αναφερθεί, αν και μάλλον αποσπασματικά, στο ότι σε γενικές γραμμές (για το “ειδικά” θα γράψω κάποια άλλη στιγμή) είμαι κατά οποιασδήποτε ιδέας συνασπισμού που θα έχει στόχο να παράξει οργανωμένες συλλογικότητες και γι’ αυτό ετερονομίες μέσα στο χώρο του blogging. Αυτό δεν είναι βίτσιο αλλά μια άποψη μου η οποία κατευθύνεται από την λογική ότι η blogόσφαιρα είναι χώρος έκφρασης και πεδίο δράσης του υποκειμένου με τρόπο αυτόνομο και όχι ετερόνομο. Ο καθένας εδώ είναι σε θέση να διεκδικήσει την ατομικότητα του, και το δικαίωμα στην διαφορά κάτι που εκεί έξω δεν είναι τόσο εύκολο και τα γεγονότα των ημερών το αποδεικνύουν. Προφανώς και δε εννοώ ότι δεν θέλω φίλους ή ότι απορρίπτω την συνδιαμόρφωση, κάθε άλλο, ακριβώς επειδή διεκδικώ τον διάλογο και την επικοινωνία αυτό που αρνούμαι είναι ένα οργανωμένο σύστημα ή φορέα που θα τον κατευθύνει, θα τον διαμορφώνει, θα τον υποστηρίζει, ή θα τον ονοματοδοτεί (χαρακτηρίζει). Ο διάλογος εδώ είναι ελεύθερος και η δεοντολογία, η θεματολογία, οι κοινές απόψεις και οι διαφωνίες παράγονται δυναμικά όπως και όλα τα υπόλοιπα που χαρακτηρίζουν την blogόσφαιρα και που ξέχασα να αναφέρω. Για να το πάω πιο μακριά το blogging όπως συνηθίζω να λέω δεν έχει έναν generic σκοπό, είναι απλά ένα εργαλείο και μια από τις ποιότητες του είναι ακριβώς αυτή, ότι δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα εργαλείο που δεν έχει σκοπό ύπαρξης αλλά αναζητά διαρκώς τον σκοπό του και αυτό είναι κάτι που το κάνουμε όλοι μαζί αλλά ο καθένας μόνος του και αυτόνομα. Η αποδοχή οποιασδήποτε “αρχής”, και δεν εννοώ τον όρο απαραίτητα υπό την έννοια της εξουσίας, θέτει ένα “τέλος” στο blogging και εδώ εννοώ την λέξη υπό την έννοια του σκοπού. Προσωπικά θεωρώ ότι το blogging δεν χρειάζεται κανένα τέλος γιατί είναι το ίδιο εντελές, εμπεριέχει το τέλος του μέσα στην εργαλειακότητα του και διαρκώς τείνει προς αυτό χωρίς να καταλήγει ποτέ καθώς το τέλος διαρκώς μετατοπίζεται και αυτό το διασφαλίζουμε εμείς, ως πολλοί και αυτόνομοι. Δείτε τα σχετικά posts παραθέτω links στο τέλος.

Αυτός είναι και ο λόγος που προσωπικά δεν πιστεύω στον χαρακτηρισμό “κίνημα των bloggers” και θεωρώ λάθος την χρήση του και αυτό γιατί μοιάζει μοιάζει να υπονοεί ένα κοινό ιδεολογικό πλαίσιο, μια κοινή θέση ή σύνολο θέσεων τα οποία για τον έξω κόσμο είναι τα προαπαιτούμενα για την διαμόρφωση των αιτημάτων μιας συλλογικής διεκδίκησης η οποία τελικά δεν υπάρχει. Επιπλέον θεωρώ ότι οποιοσδήποτε συνολικός χαρακτηρισμός γεννά μόνο κινδύνους και καταργεί το πιο ουσιαστικό στοιχείο του blogging, την αυτονομία ως απροσδιοριστία, εισάγοντας ετερονομίες!

Γι’ αυτό και στέκομαι επιφυλακτικά απέναντι στην πρόσκληση που έλαβα από την VPRC η οποία μέσω ενός εκπροσώπου της μου έστειλε ένα ομολογουμένως πολύ ευγενικό e-mail ζητώντας μου να διαθέσω λίγο χρόνο για να συμπληρώσω ένα ερωτηματολόγιο. Tο e-mail λέει μεταξύ άλλων:

“Το μηνιαίο πολιτικό περιοδικό Monthly Review και η εταιρία ερευνών VPRC πραγματοποιούν μια έρευνα προκειμένου να αναδείξουν τα κοινωνικά, πολιτικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά των bloggers στη χώρα μας.”

Θέλω εδώ να αναφέρω ότι δεν έχω κανένα πρόβλημα να δηλώσω σε ποιόν χώρο ανήκω ιδεολογικά (παρόλο που είναι εξαιρετικά περίπλοκο), άλλωστε είναι προφανές το τι είμαι από αυτά που γράφω και από τις απόψεις μου και είναι σαφές ότι αν είχα πρόβλημα ή φοβόμουν κάτι δεν θα έγραφα αυτά που γράφω. Η πολιτική ταυτότητα του blog είναι παραπάνω από σαφής, το περιεχόμενο και η θεματική του το ίδιο, το ποιος είμαι είναι κι αυτό πλέον γνωστό, το μορφωτικό μου επίπεδο μπορεί κάποιος να το βρει πολύ εύκολα από λινκς που υπάρχουν στο blog και από σχετικά posts και comments κλπ. Δεν έχω λοιπόν πρόβλημα να δώσω και το τηλέφωνο μου αν μου ζητηθεί.

Αυτό με το οποίο όμως δυσκολεύομαι να συμβιβαστώ, και στο οποίο προτιμώ να μην συνεναίσω, είναι η λογική μιας τέτοιας έρευνας, η λογική της παραγωγής ενός μοντέλου ή καλύτερα ενός προφίλ του “μέσου Έλληνα blogger”. Ακόμα κι αν δεν είναι μέσα στις προθέσεις της VPRC (που πράγματι δεν είναι) αυτό θα λειτουργήσει σαν στοιχείο ταυτοποίησης εννοώντας ότι σε βάθος χρόνου και με βάσει τέτοιες έρευνες η απροσδιοριστία αυτού του χώρου, της blogόσφαιρας, θα χαθεί και ο χώρος θα αποκτήσει ταυτότητα, θα ονοματοδοτηθεί και μαζί με την ονοματοδότηση ο αυτοπροσδιορισμός και η αυτονομία θα γίνουν ετεροπροσδιορισμός και ετερονομία. Πλέον δεν θα είσαι κάποιος που blogάρει αλλά επειδή blogάρεις θα είσαι κάποιος ή εν δυνάμει κάποιος που θα ανταποκρίνεται σε κάποια χαρακτηριστικά, αυτά που θα αναδείξει η έρευνα ή καλύτερα οι διάφορες έρευνες. Έχοντας ασχοληθεί με τα στατιστικά ανθρωπομετρικά μοντέλα που χρησιμοποιήθηκαν στην αρχιτεκτονική θεωρώ μεν ότι ήταν χρήσιμα αλλά έγιναν πιο χρήσιμα όταν τα απορρίψαμε. Ο λόγος είναι ότι φτιάξαμε μοντέλα που ήταν η συνισταμένη όλων των ανθρωπομετρικών χαρακτηριστικών (ύψος, βάρος, άνοιγμα χεριών κλπ.) όλου του πληθισμού. Παρόλο που ήταν όλα μεγέθη πολύ εύκολα μετρήσιμα και από τη φύση τους ποσοτικοποιήσιμα, στο τελικό μοντέλο ανθρώπου ανταποκρινόταν μόνο ένα 5% του πληθυσμού παρόλο που αυτό είχε βασιστεί στο 100%, όλοι οι άλλοι ήταν πιο κοντοί, ή πιο ψηλοί κλπ. Παρόλα αυτά οι αρχιτέκτονες λάμβαναν αποφάσεις και σχεδίαζαν για το 100% του πληθυσμού με βάση το μοντέλο που ταίριαζε μόνο στο 5%. Αυτό δεν έγινε γιατί έκαναν λάθος στην μελέτη, αλλά γιατί ήταν αδύνατον να καλύψουν με ένα μοντέλο την τεράστια ποικιλία ανθρωπίνων σωμάτων. Αυτός είναι και ο λόγος που σήμερα πιστεύω ότι μπορούν να υπάρξουν αναλύτικά μοντέλα αλλά όχι συνθετικά (που παράγουν συνθέσεις δηλαδή).

Θεωρώ λοιπόν ότι τα αποτελέσματα από αυτές τις έρευνες είναι χρήσιμα αλλά θα είναι πιο χρήσιμα όταν θα μάθουμε να τα αντιμετωπίζουμε ως μια θολή γενική εικόνα, διαισθητικά και όχι ως ταυτότητα ή ως ορισμό. Θα μου επιτρέψετε να θεωρώ ότι στην Ελλάδα όχι μόνο δεν υπάρχει από τον κόσμο η ανάλογη ωριμότητα ώστε να συμβεί το πρώτο αλλά κάποιοι Έλληνες είναι ικανοί να χρησιμοποιήσουν την ανάλυση προκειμένου να “συνθέσουν” μια ταυτότητα για το τι είναι blogger.

Επιπλέον το πεδίο του blogging είναι εξαιρετικά περίπλοκο, δεν είναι σαν το μπάσκετ όπου μπορεί κανείς πολύ εύκολα να μετρήσει φάουλ και σουτ εντός παιδιάς. Παρόλο που η blogόσφαιρα είναι ένας ψηφιακός χώρος ή πραγματικότητα της είναι απολύτως αναλογική και γι’ αυτό εξαιρετικά σύνθετη σε αντίθεση με αυτήν π.χ. του μπάσκετ που είναι σχεδόν ψηφιακό (δυαδικό), μια βολή μπαίνει ή δεν μπαίνει και για αυτό μπορεί να μετρηθεί ποσοτικά. Πώς όμως ποσοτικοποιείται το χάος του blogging χωρίς να γίνουν αφαιρέσεις; Μάλλον δεν γίνεται και προσωπικά θεωρώντας ότι ακόμα και οι τελευταίες λεπτομέρειες είναι εξαιρετικά καθοριστικές σε τέτοιου είδους συστήματα νομίζω ότι ίσως είναι καλύτερα για την blogόσφαιρα να παραμείνει ως μια θολή εικόνα και η εντύπωση που έχουμε γι’ αυτή να είναι αποκλειστικά το προϊόν της βιωματικής μας εμπειρίας και να μην μεταφραστεί σε ποσοτικά μεγέθη που όσο κι αν δεν το θέλουμε θα λειτουργήσουν ως ορισμός.

Κατανοώ τις προθέσεις της VPRC, συμφωνώ ότι έχει τεράστιο ενδιαφέρον μια στατιστική μελέτη αλλά ας μου επιτραπεί να θεωρώ ότι το χάος της blogόσφαιρας δεν χρειάζεται ούτε να προσδιοριστεί, ούτε να μπει σε τάξη καθώς αυτή είναι η σημαντικότερη ποιότητα του και ίσως και ο μοναδικός έγκυρος ορισμός που μπορεί να δωθεί. Ευχαριστώ την VPRC για την επιλογή και τον ενδιαφέρον της για το blogging αλλά δεν θα συμμετέχω στην έρευνα, όχι γιατί φοβάμαι ή διαφωνώ, άλλωστε δεν είναι η συγκεκριμένη έρευνα αυτή που θα αλλάξει τον τρόπο που σκεπτόμαστε για το blogging, κάτι τέτοιο θα συμβεί σε βάθος χρόνου. Ας μου επιτραπεί όμως η αποχή ως μια πράξη συμβολική και μαζί εργαλειακή, όχι γιατί θέλω να αποτύχει η έρευνα, αλλά γιατί θεωρώ ότι πρέπει κάποιος να πάρει την θέση αυτή, υπέρ του χάους και της απροσδιοριστίας της blogόσφαιρας, και να αναλάβει ως ρόλο να την υπερασπιστεί και να την στηρίξει, όχι για να κυριαρχήσει το χάος και η αυτονομία, αλλά για να μην εκλείψει.

Στα παρακάτω κείμενα παραθέτω κάποιες σχετικές σκέψεις και θέσεις μου για το blogging που ίσως βοηθήσουν στην καλύτερη κατανόηση ή στην επιδείνωση της παρανόησης.

Το τέλος του blogging και το καθήκον του γράφειν

Το πληκτρολόγιο του Κάφκα

Νόμος(?) – Μανιφέστο(?)


h1

Χρυσή Αυγή, πυξίδα και οδηγός, ένα ευχαριστώ…

Ιουνίου 5, 2008

Δεν θα το κρύψω, άλλωστε όσοι με ξέρουν καλά από τα φοιτητικά μου χρόνια το γνωρίζουν ήδη ότι από πολύ παλιά μου είναι αδύνατο να αντισταθώ σε μερικά πράγματα. Το κιτς, την κακογουστιά, το τρας και όλα τα πολιτιστικά παραπροϊόντα τα λατρεύω (Όου γιες) και τα λατρεύω ακόμα περισσότερο όταν έχουν ένα ιδεολογικό (ή ιδεοληπτικό αν θέλετε) περιτύλιγμα που επιδιώκει να τους δώσει νόημα και να τα φορτίσει με αλήθειες, αξίες και υψηλά νοήματα.

Τι θα ήταν το κιτς χωρίς χούντα και τι θα ήταν η χούντα χωρίς το κιτς; θα ήταν σαν αγκίστρι δίχως δόλωμα, σαν σουβλάκι δίχως τζατζίκι, σαν σούσι χωρίς γουασάμπι… σαν ντολμαδάκια χωρίς κιμά, δηλαδή γιαλαντζί…

Δηλώνω λοιπόν ότι διαβάζω το blog της Χρυσής Αυγής και πλέον το κάνω φανατικά, ναι το ομολογώ! Άλλωστε είμαι σίγουρος ότι όλοι το διαβάζετε, παλιοκουφαλίτσες, όμως η διαφορά είναι ότι εγώ το μελετάω ενδελεχώς με την μανία ναρκομανούς περιμένοντας με αγωνία το κάθε ποστ! Μάλιστα πλέον το blog τους έχει αποκτήσει για εμένα και χρηστική εκτός από αισθητική αξία, έχω βρει την αλήθεια σε αυτό το blog, έχει γίνει πυξίδα μου και οδηγός και όπως ξέρετε ποτέ δεν υπερβάλω, ούτε και τώρα!

Όταν λοιπόν έχω αμφιβολία για κάτι κοιτάζω τι λέει η Χρυσή Αυγή, αν λέει το αντίθετο από αυτό που λέω εγώ τότε είμαι σίγουρος ότι λέω το σωστό! Για του λόγου το αληθές:

Για τον στρατό, http://xryshaygh.wordpress.com/2008/06/02/stratos-2/

Για την σημαία, http://xryshaygh.wordpress.com/2008/06/01/lazo/

Για τους gay, http://xryshaygh.wordpress.com/2008/06/03/tilos/

Ευχαριστώ την Χρυσή Αυγή γιατί, εκτός ότι με ενημερώνει για τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ (για να λέμε την αλήθεια σχεδόν διαφήμιση του κάνει), του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ καλύτερα και λεπτομερέστερα από οποιοδήποτε άλλο blog, με κάνει να αισθάνομαι πνευματικά υγιής όπως όταν βλέπω “Παρατράγουδα”, επαληθεύει το πόσο δίκιο έχω σε πολλά από αυτά που λέω, προωθεί τις θέσεις μου στιγματίζοντας με το όνομα της όλα όσα αντιμάχομαι και με κάνει να χαίρομαι που η κοινωνική κατασκευή, οι ερωτικές απογοητεύσεις (δεν είχα τέτοιες) και τα λάθη που έκανα σαν παιδί δεν με τραυμάτισαν τόσο ώστε να γίνω εθνικιστής!…

Συναγωνιστές ευχαριστώ, may the force be with you! Ο θεός να μου κόβει hits και να σας δίνει posts, είστε η καλύτερη δυσφήμιση του εαυτού σας!