Αρχείο για την κατηγορία ‘Πολιτισμός’

h1

Η Μαντόνα και η αποτίμηση της ελαφρότητας

Ιούλιος 1, 2008

Κάθε διείσδυση σε ζητήματα “αισθητικής” είναι κάτι που ασχολείται με το υποκειμενικό και γι’ αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για μια κριτική ή διάλογο περί “αισθητικής” γιατί η κριτική δεν γίνεται με δίπολα τύπου μου αρέσει / δεν μου αρέσει ειδικά όταν εγώ αποδέχομαι το δικαίωμα του καθένα να του αρέσει ότι εκείνος θέλει να του αρέσει και αυτό άσχετα από το αν έχω τις ενστάσεις μου για το αν ξέρει γιατί του αρέσει. Προσπερνώ λοιπόν το ζήτημα της αισθητικής, δεν θα ασχοληθώ με το τι αρέσει στον κόσμο ή με το τι “έμαθε” να του αρέσει, αυτό ας πούμε ότι είναι συνειδητή ή υποσυνείδητη επιλογή του καθένα μας ξεχωριστά και ότι εμένα δεν μου πέφτει λόγος.

Αυτό με το οποίο θα ασχοληθώ όμως είναι το πως ο κόσμος, ή καλύτερα κάποιος κόσμος, αποτιμά την αισθητική του και τι είναι διατεθειμένος να κάνει γι’ αυτήν.

Οι συναυλίες, τα μουσεία, οι χώροι που εκτίθεται και παράγεται τέχνη είναι χώροι ή καταστάσεις (situations) που στοχεύουν σε μια “αισθητική απόλαυση”. Δεν θα προχωρήσω σε ορισμό του τι είναι αυτή γιατί δεν υπάρχει τελικός ορισμός και όλη η ιστορία της τέχνης είναι μάλλον η ιστορία της αναζήτησης αυτού του ορισμού. Κάποτε αυτή η “αισθητική απόλαυση” παραγόταν από το ίδιο το έργο, το καλλιτεχνικό δημιούργημα ως μικρόκοσμο ή μεγάκοσμο, ως αυτό ή ως άλλο (προσωπικά το προτιμώ ως άλλο), πάντα όμως με αρχή το ερέθισμα από το ίδιο το έργο.

Σήμερα η αρχή αυτής της απόλαυσης δεν είναι το έργο καθαυτό ούτε το αισθητικό μέρος αυτού ως υποκειμενική πρόσληψη, είναι η κατανάλωση του έργου, το να το αγοράσεις σαν υλικό δημιούργημα, σαν μνήμη, ή σαν συμμετοχή. Γιατί αυτό αυτό είναι σημαντικό; Γιατί το να αγοράσεις δείχνει ότι μπορείς να αγοράσεις και αυτό σου δίνει μια ταυτότητα. Το “μπορείς” που γράφω πιο πριν δεν αναφέρεται αποκλειστικά στο οικονομικό κομμάτι, μπορεί να αναφέρεται στην αναμονή ή στην προσπάθεια απόκτησης, όμως σε κάθε περίπτωση αυτό είναι κάτι που αλλάζει τον χαρακτήρα του έργου, τον χαρακτήρα της τέχνης και την σχέση αυτών των δύο με το υποκείμενο του θεατή - αγοραστή.

Αυτό που εννοώ είναι ότι η τέχνη, και μάλιστα όχι μόνο αυτή που είναι προϊόν μιας ποπ, μαζικής κουλτούρας αλλά συχνά και η avant garde,  είναι πλέον κάτι σαν το σαλάμι στο super market που κρέμεται εκεί για να το αγοράσεις και μετά να το φας, όχι να το φας και αν σου αρέσει να το αγοράσεις. Αυτό που αγοράζει κανείς πλέον στον κόσμο της τέχνης είναι λιγότερο το περιεχόμενο ή η “αισθητική απόλαυση” και περισσότερο η συσκευασία, το όνομα, η υπογραφή, το σύμβολο, το status που προσδίδει η κατοχή του έργου ή η συμμετοχή σε αυτό. Το έργο λοιπόν γίνεται ένα simulacrum, ένα είδωλο αποσπασμένο από το περιεχόμενο του, την ουσία του.

Πιο συγκεκριμένα, αυτό που συμβαίνει λοιπόν με την Μαντόνα είναι ότι ο κόσμος αγοράζει ένα “ήμουν κι εγώ εδώ”. Ένα εισιτήριο κοστίζει κατ’ ελάχιστον 85 Ευρώ και φτάνει ποσά πολλαπλάσια αυτού. Θα προσπεράσω το αν είναι πολλά ή λίγα γιατί αυτό έχει να κάνει με το πως αξιολογεί κανείς την σχέση ποιότητας-τιμής και αυτό είναι επίσης υποκειμενικό γιατί η αξιολόγηση της ποιότητας είναι επίσης ζήτημα αισθητικής . Θα σταθώ στο ότι εκτός από το γεγονός ότι κάποιος πληρώνει, ταυτόχρονα πρέπει να περιμένει σε μια ουρά χρονικής διάρκειας 7 - 8 ωρών που εκτός της αναμονής το χειρότερο είναι ότι τον ποδοπατούν και τον σπρώχνουν ανελέητα, αν δεν τον βρίζουν κι από πάνω. Την όλη κατάσταση και λογική απεικονίζει ο συμπαθής Ethan, ο οποίος σε ένα δικό του post για την Μαντόνα. λέει,

“Είμαστε μακράν η χειρότερη φάρα στον πλανήτη. Αγένεια, γαιοδουροφωνάρες και μπινελίκια ακόμα και εις βάρος των κακόμοιρων σεκιούριτυ που απλώς έκαναν τη δουλειά τους. Βέβαια για να λέμε τα σύκα σύκα και τη σκάφη…σύκα όσο καλοπροαίρετος και να είσαι με τόση ανοργανωσιά δεν παίζει να μην σου ανεβεί το αίμα στο κεφάλι”.

Είμαστε κακή φάρα και είναι γεγονός, όμως όχι επειδή γκαρίζουμε σαν γάιδαροι και αυτό είναι αγενές, αντιαισθητικό ή αντιλειτουργικό. Είμαστε κακή φάρα επειδή στοιβαζόμαστε σαν πρόβατα υποχρεώνοντας μόνοι μας τον εαυτό μας να μπει σε αυτήν την λογική. Δεν υποχρέωσε κανείς κανέναν να περιμένει στην ουρά, μόνοι τους το επέβαλαν στον εαυτό τους όλοι όσοι πήγαν να αγοράσουν εισιτήριο ως χαρούμενοι, αν και λίγο εκνευρισμένοι καταναλωτές. Είναι όμως κι αυτό το μαρτύριο, η υστερία και ο παροξυσμός μέρος της τελετουργίας και της συμβολοποίησης της κατανάλωσης με τρόπο σχεδόν θρησκευτικό και είμαι βέβαιος ότι όσοι το έκαναν το περηφανεύονται.

Έβλεπα έναν τύπο στην TV ο οποίος είχε μόλις πάρει το εισιτήριο και δήλωνε χαμογελαστός και περήφανος, “Περιμέναμε 5 ώρες αλλά όλα καλά τώρα, άξιζε τον κόπο, καταφέραμε και εξασφαλίσαμε το “μαγικό χαρτάκι” και έμοιαζε να το λέει έχοντας αποδεχθεί ότι πρέπει να υποστεί την αναμονή σαν να είναι αυτή το μαρτύριο που θα τον οδηγήσει στην κάθαρση. Άλλωστε όλο αυτό μάλλον δεν διαφέρει και πολύ από το θέαμα που αντικρίζει κανείς στους χώρους των μεγάλων προσκυνημάτων, όπως αυτό της Τήνου όπου πολλοί άνθρωποι ανεβαίνουν μπουσουλώντας στα τέσσερα από το λιμάνι στην εκκλησία της Παναγίας για να εκπληρώσουν το τάμα τους και να δηλώσουν την πίστη τους.

Πίστη στην Μαντόνα…

h1

Της Καλομοίρας (περί Media)

Μάιος 22, 2008

Δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό και δεν είναι μόνο επειδή η Καλομοίρα είναι σέξυ. Η χαμηλή τέχνη, το kitsch και το trash όσο κι αν με εκνευρίζουν με γοητεύουν. Είναι ίσως επειδή πίσω τους υπάρχει μια ολόκληρη κοινωνία, ένας ζωντανός οργανισμός που τα γεννά, τα αναπαράγει και μετά συχνά τα αποκαθηλώνει ή τα λιθοβολεί. Το πεδίο που συμβαίνουν όλα αυτά είναι τα Media, τα οποία στην Ελλάδα είναι κάτι σαν την πλατεία σε έναν κόσμο που λειτουργεί ως υποκατάστατο του χωριού που μεγάλωσε ο “μέσος Έλληνας”.

Σε κάθε περίπτωση η μαζική κουλτούρα και η τέχνη που αυτή παράγει δεν είναι ένα πεδίο ομαλό (το αν είναι υγιές δεν θα το κρίνω και έχω τους λόγους μου) μονοδιάστατο ή προβλέψιμο. Είναι κάτι πολυεπίπεδο και εξαιρετικά σύνθετο και ο τρόπος που διαμορφώνεται εξαιρετικά δυναμικός και γι’ αυτό με ενδιαφέρει καθώς εκλαμβάνω αυτό το πεδίο ως το χώρο που η ζωή και η τέχνη συναντώνται. Για να το πω πιο απλά, η μάνα μου (λέω για τη δική μου για να μη θίξω κάποιον) παρόλο που είναι ένα πρόσωπο που υπεραγαπώ, δεν μπορεί να μου πει πολλά για τον Hubert Duprat και φαντάζομαι σχεδόν κανείς από εσάς γιατί παρόλο που είναι ένας πολύ ενδιαφέρον καλλιτέχνης είναι ένα πρόσωπο που λίγοι γνωρίζουν, όπως λίγοι γνωρίζουν τον Absalon, τον Hiroshi Sugimoto, τον Roman Opalka, τον Simon Norfolk, τον Gregory Crewdson (ήταν μια καλή ευκαιρία να δώσω links σε καλλιτέχνες λιγότερο γνωστούς που μου αρέσει πολύ η δουλειά τους). Την Καλομοίρα όμως την γνωρίζει και η μάνα μου και η γιαγιά μου και η θεία μου και η δική σας θεία και θείος αγαπητέ αναγνώστη και εκτός αυτού η Καλομοίρα και η κάθε Καλομοίρα, το οτιδήποτε υπάρχει ως κοινή γνώση ή βιωμένη εμπειρία, γίνεται κοινός τόπος και αφορμή επικοινωνίας (συχνά προϋπόθεση!) πριν γίνει πεδίο κριτικής. Κοινώς, ανεξάρτητα με το είδος της κριτικής η Καλομοίρα ενώνει γιατί γίνεται “φόρμα” και αφορμή για κουβέντα, όπως ακριβώς και η Τζούλια Αλεξανδράτου, η Ελένη Μενεγάκη, η Σάσα Μπάστα, ο Θέμος Αναστασιάδης, ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος και φυσικά ο αγαπημένος σε αυτό το blog Γεράσιμος Γιακουμάτος και ο Παναγιώτης Ψωμιάδης (βλ. Νομάρχης).

Η αναγωγή των προσώπων σε φόρμες, η αν προτιμάτε σε αφορμές επικοινωνίας είναι μια πραγματικότητα και συμβαίνει είτε μας αρέσει είτε όχι (εμένα όχι και το ξέρετε αλλά συγχωρείστε μου που δεν θα το αναπτύξω σε αυτό το κείμενο, κάνω προσπάθεια κι εγώ να συγχωρέσω τον εαυτό μου). Άλλωστε αυτό δεν είναι τίποτα παραπάνω από την τηλεοπτικοποίηση αυτού που συνέβαινε στα χωριά παλαιότερα. Σε κάθε χωριό υπήρχε (κι αν δεν υπήρχε έβρισκαν κάποιον και τον έκαναν) ο τρελός, ο χαζός, η πουτάνα, ο πούστης, ο κλέφτης, ο κτηνοβάτης και η ύπαρξη όλων αυτών των “ρόλων” ήταν προϋπόθεση για να ζήσουν όλοι οι άλλοι αισθανόμενοι κανονικοί. Αν ρίξετε μια ματιά θα βρείτε τους παραπάνω “ρόλους” σε πολλά πρόσωπα που σχολιάζονται στην μεσημεριανή ζώνη. Αυτή η εξάρτηση από τα πρόσωπα που λειτουργούν ως πεδίο σχολιασμού - επικοινωνίας, μάλλον επειδή υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν τι άλλο να πουν, είναι που δίνει δημοσιότητα σε αυτά τα πρόσωπα και την ανατροφοδοτεί διαρκώς. Από την άλλη ακόμα και κάποιοι που έχουν κάτι να πουν δεν λένε όχι στον χαβαλέ. Το πρόβλημα βέβαια δεν είναι ούτε οι ρόλοι, ούτε η Καλομοίρα ούτε ο χαβαλές, αλλά ότι υπάρχουν μόνο αυτά ή καλύτερα ότι υπάρχουν αυτά σε βάρος όλων των άλλων που θα μπορούσαν ή θα έπρεπε να υπάρχουν!

Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από το “τι θα έπρεπε να βλέπουμε” που είναι κάπως διδακτικό και μπορεί σε κάποιους να ακούγεται πολύ ελιτίστικο σε εμένα πολύ κλισέ, υπάρχει ένα πιο ουσιαστικό ζήτημα σε σχέση με την πραγματικότητα όπως υφίσταται σήμερα. Το χειρότερο λοιπόν είναι ότι μια είδηση η οποία συχνά παρουσιάζεται ως τέτοια χωρίς να είναι, π.χ. “ο Ψωμιάδης ντύθηκε Spider Man” ή “Το βρακί της Καλομοίρας σε κωλάδικο στην Μύκονο”, είναι η αφορμή αλλά και το πιο επουσιώδες στην όλη διαδικασία. Ακόμα όμως κι όταν η είδηση είναι περισσότερο ουσιαστική το σημαντικό είναι ο αντίλαλος και η διατήρηση της είδησης με κάθε μέσο, ίσως γιατί ό αντίλαλος κοστίζει λιγότερο και είναι πιο εύκολο και πιο σίγουρο από το ψάρεμα της ίδιας της είδησης. Αυτό που έχουμε λοιπόν είναι σχόλιο στο σχόλιο και σχόλιο για το σχόλιο με αφορμή την είδηση με έναν τρόπο που τελικά η είδηση χάνεται και αυτό που μένει είναι ένα βουητό.

Πάμε στην Καλομοίρα λοιπόν την οποία όλοι έχουν κοροϊδέψει και με την οποία η μέση Ελληνίδα νοικοκυρά έχει ξοδέψει ατέλειωτες ώρες διασκέδασης παρακολουθώντας την μεσημεριανή ζώνη της ελληνικής TV και το δελτίο ειδήσεων του Star, ενώ ο μέσος 16άρης έχει παίξει ατέλειωτες ώρες μαλακίας κι ας κάνει πλάκα με τους συμμαθητές του στο διάλειμμα για τα ελληνικά της. Η Καλομοίρα ήταν και είναι από τα πρόσωπα που της αποδόθηκε ένας “ρόλος” όπως αυτοί που περιγράφω πιο πάνω και παρόλο που ίσως δεν έγινε ποτέ Έφη Θώδη το μέσο την εξέθεσε υπερβολικά και, ανεξάρτητα από το αν αυτό έγινε θετικά και αρνητικά, η υπερβολή είναι από μόνη της ένα πρόβλημα. Θα μου πείτε “ήταν επιλογή της” και “η καλομοίρα βγάζει λεφτά από αυτό” και θα απαντήσω ότι η ιδέα της ηθικής μιας κοινωνίας είναι κάτι έξω από τις προσωπικές επιλογές και τις οικονομικές απολαβές και ότι έχω δικαίωμα να μην επικροτώ μια κοινωνία Κολοσσαίο ανεξάρτητα από το αν κάποιοι πληρώνονται για να μπουν στην αρένα. Από την άλλη φυσικά και δεν μπορώ να το απαγορεύσω.

Αυτή τη στιγμή που γράφω δεν είναι καθόλου απίθανο το ενδεχόμενο η Καλομοίρα να κερδίσει την Eurovision. Μάλιστα αν κερδίσει, παρά το γεγονός ότι η Eurovision δεν είναι διαγωνισμός τραγουδιού ή μάλλον ακριβώς επειδή δεν είναι, θεωρώ πιο πιθανό να κάνει “διεθνή καριέρα” από ότι η Βίσση ή η Άντζελα Δημητρίου (τους λόγους που με κάνουν και το νομίζω αυτό θα τους γράψω κάποια στιγμή σε άλλο post). Επιπλέον, ξαφνικά όλα θα λειτουργήσουν καθαρτικά και εξαγνιστικά για την Καλομοίρα και θα ξεχαστούν όλα όπως ξεχάστηκε με τον Ρουβά το περιστατικό με τον στρατό, με την συναυλία στην Κύπρο κλπ κλπ. Δεν λέω ότι δεν πρέπει να ξεχαστούν, δεν με ενδιαφέρει, αυτό που λέω είναι πόσο υποκριτική είναι η εικόνα, το σχόλιο και γενικότερα αυτό το κουτί που έχετε στο σαλόνι σας και βλέπετε τον Αυτιά να μαλώνει με τον Βερύκιο με αστείρευτη ενέργεια στις 6 το πρωί! Στις 6 λέει άλλα στις 6:10 λέει άλλα και σας υπενθυμίζω ότι το τρέχον έτος δεν είναι το 1984…

Το πρόβλημα σε αυτή τη χώρα είναι ότι υπερασπιζόμαστε ως αξία την σταθερότητα στις απόψεις μας, πράγμα που είναι εντελώς ηλίθιο σαν αξία γιατί έξυπνοι άνθρωποι είναι προφανώς αυτοί που αλλάζουν γνώμη και δεν έχουν εμμονές. Είναι αδύνατο κάποιος να εμμείνει σε μια αρχική θέση εκτός αν τα ξέρει όλα. Η σταθερότητα των θέσεων λοιπόν που ο Έλληνας διακηρύττει ως αρχή δεν είναι παρά μια ανόητη εμμονή του η οποία γίνεται ακόμα πιο ανόητη αν αναλογιστούμε ότι οι Έλληνες είναι ο πλέον ασταθής, καιροσκόπος και κωλοτούμπας λαός που υπάρχει. Αυτό που διακηρύττουν ως αρχή τους είναι κάτι εντελώς έξω από την φύση τους.

Ο Έλληνας λοιπόν πολύ εύκολα και αβίαστα εικονογραφεί μια πίστη, μια αρχή και μετά με τρόπο Οργουελικό την διαγράφει και εικονογραφεί μια άλλη διακηρύτοντας ότι αυτή ήταν η θέση του από την αρχή και ότι είναι πιστός σε αυτή και ότι όταν έλεγε πιο παλιά αυτό εννοούσε το άλλο…

Κουφάλα Έλληνα…

h1

Η τέχνη είναι μια ηλίθια υπόθεση… Πηγαίνετε σπίτια σας!

Μάρτιος 9, 2008

“Η τέχνη είναι μια ηλίθια υπόθεση… Πηγαίνετε σπίτια σας” έλεγε ένας πίνακας κάποτε στην είσοδο μιας έκθεσης με στόχο προφανώς να προκαλέσει. Με αρκετή δόση σαρκασμού η παραπάνω ατάκα μπορεί να χρησιμοποιηθεί αυτές τις μέρες για να απεικονίσει το τι είχε στο μυαλό του ο διευθυντής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ανατολικής Θεσσαλονίκης, υπεύθυνος για τα τραγελαφικά που συνέβησαν με την έκθεση του Picasso στο Τελλόγλειο. Ίσως αν ο πίνακας με την παραπάνω ατάκα γινόταν πινακίδα στην είσοδο μουσείων και γκαλερί να χρησίμευε για να εκδιώξει όλους αυτούς που ανήκουν σε έναν άλλον κόσμο, οπισθοδρομικό και συχνά φανατισμένο που οι περισσότεροι θέλω να πιστεύω ότι αγνοούμε. Το θέμα έχει μάλλον ήδη απασχολήσει αρκετά την blogόσφαιρα και δεν θα ήθελα να μιλήσω περισσότερο, σας παραπέμπω στον post του Ροϊδη το οποίο βρίσκω πλήρες και περιέχει links σε αντίστοιχα posts που πραγματεύονται το ίδιο θέμα. Θα ήθελα όμως να μιλήσω για την τέχνη και την λογοκρισία γενικότερα.

monalisantm_450x400.jpg

Δεν πάνε πολλά χρόνια από εκείνο το βράδυ που με κάποιους φίλους μου συζητούσαμε για την έκθεση της Outlook και το θέμα που είχε προκύψει. Η παρέα προσπαθούσε να με πείσει ότι είναι λογικό να λογοκρίνονται και να κατεβαίνουν πίνακες που θίγουν το θρησκευτικό συναίσθημα. Τα επιχειρήματα γνωστά, “μα είναι δυνατόν;” “μα θίγουν το θρησκευτικό συναίσθημα!”… Και μέχρι εκεί, δεν ακολούθησε καμία προσπάθεια να ορίσουν το ρήμα “θίγω”, να κατανοήσουν το υποκειμενικό του όρου “θρησκευτικό συναίσθημα”, να σκεφτούν το αν έχει δικαίωμα κάποιος να θίγεται σε μια δημοκρατία, να αναρωτηθούν αν έχει δικαίωμα να μου απαγορεύσει εμένα να μη θίγομαι και να θέλω να δω τον πίνακα. Τα χρόνια πέρασαν και με την παρέα χάθηκα και γι’ αυτό δεν είχα την ευκαιρία να συζητήσω μαζί τους για τα περίφημα σκίτσα του Μωάμεθ, να δω αν θα είχαν την ίδια άποψη. Άλλωστε δεν είναι πολύ διαφορετικές οι δύο περιπτώσεις, αντί για μαυροφορεμένες γιαγιάδες που κρατούν εικόνες, έχεις γενειοφόρους με λευκές κελεμπίες που κρατούν το κοράνι. Η λογική είναι η ίδια, ο Θεός σύμβολο της μεταξύ τους αγάπης, γίνεται Θεός τιμωρός για τους απ’ έξω και οι πιστοί του μετατρέπονται σε αυτόκλητους εντολοδόχους της τιμωρίας των αμαρτωλών. Σίγουρα κάποιοι θα πουν ότι δεν είναι το ίδιο, στην περίπτωση με τα σκίτσα υπήρξαν γενικευμένα επεισόδια, μέχρι και νεκρός, ενώ στην περίπτωση της outlook την πλήρωσε μόνο ο πίνακας. Πράγματι έτσι είναι, όμως αν το μοναδικό που έχει μείνει για να διαφοροποιεί τα εδώ από τα εκεί γεγονότα είναι ο βαθμός της καφρίλας, και το ότι δεν είχαμε νεκρούς (αυτό έλειπε), μάλλον δεν είμαστε σε καλό δρόμο.

caroline_shotton_the_moo_sf.jpg

Αυτό που αδυνατούν να κατανοήσουν όλοι αυτοί οι κατά καιρούς “θιγμένοι” που αντιμάχονται το κακό και μαζί με αυτό την τέχνη είναι ότι σε όλες τις περιπτώσεις παρομοίων περιστατικών το μόνο που κατόρθωσαν ήταν να κάνουν θόρυβο και διαφήμιση που πήρε έκταση πολύ μεγαλύτερη από την ακτίνα επιρροής του ίδιου του έργου και της έκθεσης. Υπάρχει ένα σχετικό ανέκδοτο με τον πάπα που καταδεικνύει ακριβώς αυτό (θα το βρείτε εδώ). Τα παραδείγματα που μπορώ πολύ γρήγορα και χωρίς προσπάθεια να θυμιηθώ είναι τα ακόλουθα (αν θυμηθείτε κι άλλα αφήστε σχόλιο): Ο Χρηστός ξανασταυρώνεται, το like a prayer, η outlook, η Art Athina, το πρόσφατο στο Τελόγλειο και φυσικά σε πάρα πολλές περιπτώσεις ο άρχων του είδους Τζίμης Πανούσης. Σε όλα τα παραπάνω υπήρχαν θιγμένα εθνικά και θρησκευτικά συναισθήματα… Δεν υπάρχει πιο αστείο πράγμα. Το μόνο που ίσως “εθίγη” ήταν εθνικά και θρησκευτικά σύμβολα, τα οποία όμως σύμβολα δεν είναι το συναίσθημα κανενός, είναι η υλική αντιπροσώπευση του ίσως αλλά μόνο αυτό και τίποτα παραπάνω. Θιγμένος δικαιούται να είναι κάποιος που εξαιτίας ενός γεγονότος χάνει τη δουλειά του, τον παρατάει η γυναίκα του, αυτός που υπόκειται σε ψυχολογική και σωματική βία από κάποιον τρίτο αλλά σε καμία περίπτωση αυτός που νομίζει ότι απειλείται από ένα έργο ή μια έκθεση τέχνης. Στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να δεχθώ ότι “σοκάρεται”, ότι “ενοχλείται” ή ότι “διαφωνεί” και καλά κάνει, αυτονόητο είναι και δεν με ενδιαφέρει να κρίνω τι τον ενοχλεί, άλλωστε και εμένα με “ενοχλούν” ένα σωρό πράγματα αλλά στα πλαίσια της συνύπαρξης μέσα σε ένα κοινωνικό σύνολο έμαθα να τα ανέχομαι παρόλο που διαφωνώ.

Από εκεί και πέρα όμως, και επειδή μιλάμε για τέχνη, αν κάποιος αισθάνεται ότι θίγεται από την τέχνη θα πρέπει είτε να μάθει να μη θίγεται γιατί σε μια δημοκρατία αυτό δεν είναι νορμάλ ή να κάθεται στο σπίτι του. Κανένας δεν υποχρέωσε τις θεούσες να δουν την outlook, κανένας δεν υποχρέωσε τα εθνίκια να επισκεφθούν την art athina κλπ. Αντίθετα την προπαγάνδα τους και την θρησκεία τους εμείς την τρώμε στην μάπα από το σχολείο και την τηλεόραση μέχρι τον στρατό και παρόλα αυτά δεν πήγε κανείς σε καμία εκκλησία να λογοκρίνει το κήρυγμα ή να πει “τι λέτε εσείς εδώ”, “γιατί το λέτε”, “μην το λέτε γιατί με θίγει όταν βρίζετε τους άθεους”. Μην μας ενοχλείτε λοιπόν, καθίστε εσείς ήσυχοι στις εκκλησίες σας να κάτσουμε κι εμείς ήσυχοι στα μουσεία μας γιατί τελικά, δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν είναι όλα για όλους.

Ίσως τέχνη θα έπρεπε να είναι για όλους αλλά δυστυχώς δεν είναι και γι’ αυτό δεν φταίει ούτε ή τέχνη ούτε οι καλλιτέχνες. Η τέχνη, όπως όλα τα πράγματα, είναι για κάποιους, όχι για όλους. Είναι γι’ αυτούς που την αγαπούν και τους ενδιαφέρει, και αυτό που λέω δεν είναι καθόλου ελιτίστικο για τον απλούστατο λόγο ότι ποτέ κανείς δεν εμπόδισε κανέναν να ενδιαφερθεί για την τέχνη, να διαβάσει για αυτήν, να πάει σε ένα μουσείο, να διαμορφώσει προσωπική κρίση και άποψη, να κάνει ο ίδιος τέχνη! Για όλους τους άλλους που δεν τους ενδιαφέρει δεν μας ενδιαφέρει κι εμάς η άποψη τους (όπως δεν ενδιαφέρει και σχεδόν κανέναν θρήσκο η γνώμη ενός αθέου για τον θεό του).

caroline_shotton_persistenc.jpg

Η τέχνη δεν είχε και δεν θα έχει ποτέ σαφή και σταθερό ορισμό, άλλωστε η ιστορία της τέχνης είναι εν πολλοίς η ιστορία των “ορισμών” της. Σίγουρα όμως και παρά την αδυναμία μας να ορίσουμε το τι είναι τέχνη, είναι εύκολο να ξέρουμε τι δεν είναι. Η τέχνη δεν είναι μόνο αυτό που μας αρέσει, μπορεί να είναι αυτό που δεν μας αρέσει αλλά μας ενεργοποιεί, μπορεί να είναι αυτό που είναι αδιάφορο, μπορεί να είναι το αστείο, το ενοχλητικό, συχνά το καταγγελτικό και το επιθετικό, το χυδαίο, το σκοτεινό, το μυστηριώδες, το ανατρεπτικό, το Kitsch και το cliche, ο αυτοσαρκασμός του ίδιου του καλλιτέχνη, της ίδιας της τέχνης και ένα σωρό άλλα πράγματα που δεν μπορώ να σκεφτώ και που όλα βρίσκουν τον τρόπο να παράγουν και να επικονωνήσουν ένα νόημα με τρόπο τέτοιο ώστε να εντάσσονται στα πλαίσια της τέχνης. Η τέχνη τις περισσότερες φορές δεν γίνεται για να εκφράσει ή να διδάξει κάποιες γενικευμένες καθολικές αλήθειες (αν υπάρχουν τέτοιες) αλλά εκφράζει τον δημιουργό της, αν μας αρέσει αυτό καλώς αν όχι πρέπει να μάθουμε να το προσπερνάμε και να πηγαίνουμε στο επόμενο έκθεμα, στο επόμενο μουσείο. Βεβαίως, όλοι, έχουν το δικαίωμα να στέκονται μπροστά στον πίνακα και να προσπαθούν μέσα σε αυτόν να δουν τον εαυτό τους, με την προϋπόθεση όμως, ότι αν δεν τον δουν και χαλαστούν άσχημα να πάρουν την άποψη τους και να φύγουν ή να την συζητήσουν ήρεμα και παραγωγικά όπως κάνουν όλοι χωρίς να εμποδίζουν τους άλλους να αγαπήσουν ή να μισήσουν τον πίνακα με τον δικό τους τρόπο. Άλλωστε η τέχνη δεν υπόσχεται, ούτε ότι θα μας αρέσει, ούτε μας να διδάξει κάτι, ούτε να μας αντιπροσωπεύσει απεικονίζοντας τα πιστεύω μας. Μπορεί να απεικονίζει όλα όσα μας θίγουν για να μας τρομάξει, να μας προκαλέσει, να μας δοκιμάσει… Για τον λόγο αυτό, όποιος δεν είναι έτοιμος να δεχθεί το οτιδήποτε, ακόμα και το πιο τρελό, και φοβάται μήπως ή τέχνη τον βλάψει ή έστω πιστεύει ότι ή τέχνη μπορεί να βλάψει (πράγμα απίθανο), ας κάτσει σπίτι του, στον καναπέ του όπου μπορεί να είναι ο αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος του τηλεκοντρόλ του και υποσχόμαστε ότι δεν θα τον ξυπνήσουμε…

Οι εικόνες παραπάνω είναι παραλλαγές διάσημων έργων από την καλλιτέχνιδα Caroline Shotton. Η εικόνα παρακάτω είναι αφιερωμένη σε όσους περιμένουν από την τέχνη να απεικονίζει τα πιστεύω τους, τα θέλω τους, τους εαυτούς τους. (κλικ στην εικόνα για μεγέθυνση)

seeing_tanseyinnocentlg.gif
h1

Το πληκτρολόγιο του Κάφκα (περί blogging και νόμων)

Μάρτιος 4, 2008
kafka__s_castle_maze_by_mazedesigner.jpg

Η γραφή του Kafka είναι μια διαρκής επέκταση του μυστηρίου, μια διαρκής συσσώρευση πολυπλοκότητας, ένα συνεχές δημιουργικό μαστόρεμα προς άγνωστη κατεύθυνση που δεν έχει τέλος. Ο Kafka διαρκώς δρομολογεί χωρίς να διεκπεραιώνει. Η πορεία προς την πραγμάτωση του έργου φαίνεται ότι δεν ξεκινάει έχοντας εξ’ αρχής έναν στόχο αλλά γεννιέται στην διαδικασία της ίδιας της συγγραφής όπου κάθε πρόταση παράγεται από την προηγούμενη και παράγει την επόμενη. Αν τα παραπάνω μοιάζουν παράξενα είναι γιατί έχουμε μάθει μέσα σε ένα κόσμο “μηχανικό” να σκεπτόμαστε με αρχή και τέλος, με αιτία και στόχο.Αντίθετα, ο Kafka την “Δίκη” δεν έχει τελικό στόχο, στόχος είναι απλά η αρχή και η αρχή είναι απλά η αφορμή για την εκκίνηση μιας πορείας. Όταν εκκινήσει η πορεία στόχος είναι απλά το επόμενο βήμα και μετά από αυτό το επόμενο, το επόμενο, το επόμενο, το επόμενο…

Ο Kafka μοιάζει να πολλαπλασιάζει συνεχώς τα πρόσωπα, τα αντικείμενα, τα σενάρια. δεν τα διεκπεραιώνει και συχνά απλά τα ονοματοδοτεί με τρόπο τέτοιο ώστε να τα κρατάει μισάνοιχτα, να εκκρεμούν σε μια λανθάνουσα μορφή. Με αυτόν τον τρόπο καταλαμβάνει όλο και περισσότερο χώρο στο πεδίο του πιθανού (αυτό που ο Deleuze θα ονόμαζε virtual), και δημιουργεί διαρκώς νέες εκκρεμούσες δυνατότητες που περιμένουν ενεργοποίηση ώστε να γίνουν πραγματικότητες. Προφανώς αυτό το κάνει ώστε να είναι σε θέση (εφόσον η γραφή του είναι μάλλον ριζωματική και ταυτόχρονα γραμμική) να ξεκλειδώσει (ενεργοποιήσει) στην συνέχεια κάποιες από αυτές τις δυνατότητες και να συνεχίσει την ιστορία του διαμορφώνοντας δίκτυα σχέσεων ανάμεσα σε ενεργοποιημένες και εκκρεμούσες δυνατότητες. Κάποιες άλλες δυνατότητες θα παραμένουν για πάντα λανθάνουσες, να εκκρεμούν περιμένοντας μια ενεργοποίηση που μπορεί και να μην έρθει ποτέ όμως αυτό δεν τις καθιστά λιγότερο πραγματικές, λιγότερο σημαντικές ή απούσες, υπάρχουν και με την παρουσία τους αποκαλύπτουν το μηχανισμό που τις παράγει σηματοδοτώντας πιο ισχυρά τις ενεργοποιημένες.

Η γραφή του Κάφκα χαρακτηρίζεται από την συνεχή παραγωγή-κατασκευή της μηχανής που φτιάχνει την ιστορία. Η ίδια η ιστορία τελικά είναι μια μηχανή. Μια διαρκής διαπραγμάτευση ανάμεσα στο ήδη γραμμένο, σε αυτό που θα μπορούσε να έχει γραφεί, σε αυτό που πρόκειται να γραφεί και σε αυτό που δύναται να γραφεί. Το αποτέλεσμα είναι μια διαρκής δρομολόγηση χωρίς τέλος.

Στην “Δίκη” o Κ. είναι πρωταγωνιστής σε μια ιστορία που ξεκινάει ξαφνικά χωρίς να μάθουμε ποτέ την αιτία και παρά το γεγονός ότι η ιστορία έχει ένα τεχνητό τέλος ουσιαστικά δεν τελειώνει ποτέ. Παγιδευμένος μόνιμα ανάμεσα στην φαινομενική απαλλαγή και σε μια απεριόριστη αναστολή ο Κ. δεν θα βρει ποτέ την απάντηση, δεν θα καταδικαστεί ποτέ και δεν θα αθωωθεί ποτέ, θα είναι πάντα ανάμεσα στα δύο, ταυτόχρονα αθώος και ένοχος μαζί. Αυτό είναι που κρατάει την ιστορία ζωντανή, η διαρκής διαπραγμάτευση που δεν τελεσιδικεί, που δεν καταλήγει.

union_passage_dark.jpg

Το blogging είναι δυνητικό και δυναμικό όπως η γραφή του Κάφκα και ταυτόχρονα είναι ενδιάμεσα στην αθώωση και στην καταδίκη, στο σωστό και στο λάθος, στο καλό και στο κακό γιατί είναι ο ενδιάμεσος χώρος που αυτά τα δίπολα είναι υπό διαρκή διαπραγμάτευση. Αυτή η διαπραγμάτευση δεν διεκπεραιώνεται παρά μόνο δρομολογείται και δρομολογεί. Το blogging είναι ένα πεδίο δυνατοτήτων που συνδυαζόμενες, κατά την σύνθεση ή την αποσύνθεση τους, είναι ικανές να γεννούν νέες δυνατότητες δυναμικά και ατελέσφορα. Αρκεί να κατανήσουμε αυτό για να καταλάβουμε τους λόγους για τους οποίους ένας κανονιστικός μηχανισμός θα σκότωνε την φύση του μέσου. Σε κανονιστικά πλαίσια εμπίπτουν τα πράγματα και οι πρακτικές (κοινωνικές και τεχνικές) που έχουν κάποι συγκεκριμένο σκοπό ή στόχο και το τέλος του blogging θα είναι αν αυτό συνταχθεί κάτω από ένα κανονιστικό πλαίσιο ώστε να υπάρχει για να επιτελεί μια λειτουργία, ένα σκοπό, ένα τεχνητό “τέλος” υπό την έννοια της εκπλήρωσης. Δεν υπάρχει τέλος, δεν υπάρχει ολοκλήρωση που να μπορεί να επιβληθεί στο μέσο από κάτι που βρίσκεται έξω από το μέσο. Το ίδιο το μέσο φέρει εγγενώς την “εντελέχεια” και πορεύεται δυναμικά προς την τελείωση του στην οποία δεν θα φτάσει ποτέ γιατί θα βρίσκεται πάντα ανάμεσα στις άκρες των διπόλων, ακριβώς όπως ο Κάφκα.

h1

Νόμος(?) Μανιφέστο(?)

Μάρτιος 1, 2008
greek-spacecow.jpg

Νομίζω ότι και μόνο η ενασχόληση με μια τόσο αστεία ιστορία, όπως η απόπειρα χειραγώγησης του blogging, με νομοθετικά μέσα, την κάνει να φαίνεται πιο σοβαρή από όσο πραγματικά είναι, όμως επειδή έχει γίνει πολύ λόγος τελευταία θα ήθελα να πάρω θέση. Mάζεψα διάφορα comments που έχω αφήσει εδώ κι εκεί (δεν δίνω links, είναι πολλά) και με αρκετές μετατροπές και προσθήκες συνέθεσα το παρακάτω κείμενο το οποίο θεωρώ ότι απεικονίζει αρκετά καλά την άποψη που έχω διαμορφώσει αυτές τις μέρες.


α)
Περί νόμου και επωνυμίας

Η όλη ιστορία με τον νόμο είναι κατά τη γνώμη μου μια φούσκα που θα ξεφουσκώσει και γίνεται απλά για εντυπωσιασμό. Αυτό συμβαίνει πάντα άλλωστε στην Ελλάδα, όταν μια κυβέρνηση χάνει τη μπάλα εξαγγέλλει πιο αυστηρές ποινές, τύπου πονάει κεφάλι - κόβει κεφάλι, για να εικονογραφήσει μια εικόνα ελέγχου και τάξης. Αν καθίσουμε να μετρήσουμε τέτοια παραδείγματα θα γελάμε, καθώς θα μετράμε, μέχρι μεθαύριο. Πιο παλιά έλεγαν ότι θα απαγορεύσουν τα video games. Πρόσφατα εξήγγειλαν την αυστηροποίηση των ποινών για τις υποκλοπές με τρόπο υπερβολικό κι αναίτιο. Μόνο σαν παράδειγμα θα αναφέρω ότι αν με εκβιάζει κάποιος ότι θα σκοτώσει την οικογένεια μου δεν έχω δικαίωμα να τον ηχογραφήσω προκειμένου να τον καταγγείλω γιατί θα διώκομαι για κακούργημα. Όλα αυτά επειδή δεν μπορούν να ελέγξουν τους Μάκηδες και τους Θέμους… Έτσι είναι η Ελλάδα και το ξέρουμε, όταν δεν μπορεί να ελέγξει κάτι ή κάποιους νομοθετεί αυστηρά προκειμένου να τους ποινικοποιήσει όλους και όταν κάτι αδυνατεί να κάνει διακρίσεις μοιραία αποτυγχάνει γιατί αδυνατεί να περιλάβει την εξαίρεση… Μάλλον γι’ αυτό τελικά τους νόμους τους γράφουν όλοι στα τέτοια τους, και ίσως καλά κάνουν! (Ναι… αυτό μπορεί να εκληφθεί ως προτροπή σε παράνομες πράξεις! Χαχαχά)

Δεν πιστεύω ότι μπορεί να ισχύσει τέτοιος νόμος κι αν ισχύσει δεν θα έχει ποτέ σοβαρή εφαρμογή, είναι τουλάχιστον αστείο να πιστέψουμε ότι μπορεί ποτέ να υπάρξει ελεγκτικός μηχανισμός ή νομικό πλαίσιο για κάτι που αναπτύσσεται ταχύτερα από τον ίδιο τον νόμο και ταυτόχρονα είναι φαινόμενο παγκόσμιας κλίμακας. Επιπλέον, σε μια χώρα που το ΕΣΡ δεν μπορεί να ελέγξει τους 10 τηλεοπτικούς σταθμούς της χώρας μου φαίνεται αστείο να πιστεύει κάποιος ότι είναι ποτέ δυνατόν να καταφέρει να ελέγξει τους 10.000 bloggers (κρατάω την κοιλιά μου από τα γέλια). Στο κάτω κάτω αν μου την βαρέσει παίρνω το nickname και το blog μου και το κάνω σελίδα σε έναν server στην Μαλαισία που θα μου εγγυάται ότι δεν θα δώσει ποτέ το IP μου σε κανέναν. Τέλος πάντων, το νόημα είναι ότι αν έχω σκοπό να γράφω με δόλο χωρίς να με βρουν μπορώ να το κάνω και δεν θα με βρουν που να χτυπάνε τον κώλο τους κάτω! Άλλωστε ένας ισχυρός ελεγκτικός μηχανισμός ή ένας νόμος το μόνο που θα καταφέρει είναι αυτό ακριβώς, να οργανώσει καλύτερα τους μηχανισμούς που επιτρέπουν την ηλεκτρονική ανωνυμία, ακόμα και το ηλεκτρονικό έγκλημα, γιατί αν γίνει κάτι τέτοιο αμέσως θα εμφανιστεί μια εταιρία που θα παρέχει απόλυτη ανωνυμία και θα εδρεύει στα νησιά του Πάσχα, στις Αντίλλες ή στην Γουατεμάλα και τότε είναι που δεν θα μπορεί να διώκεται κανείς και για τίποτα, ακόμα κι αν ανεβάζει υλικό με παιδική πορνογραφία. Αυτός είναι και ο λόγος που ένας τέτοιος νόμος θα κάνει περισσότερο κακό παρά καλό.

Επίσης ένα άλλο μη επιλύσιμο πρόβλημα είναι ο προσδιορισμός του πεδίου της ισχύος του νόμου. Κοινώς, πριν φτιάξουν τον νόμο πρέπει να προσδιορίσουν το τι είναι ελληνικό blog. Αν είμαι Ινδός και γράφω από την άλλη άκρη του Ατλαντικού με Γερμανικό IP, ανεβάζω τα κείμενα που έχω γράψει στα Αρμενοκούρδικα σε έναν server στην Σιβηρία, και τα posts μου αφορούν Ελληνικά θέματα, ακόμα και αν με ανακαλύψουν, σε ποιο πλαίσιο κανόνων εμπίπτω; Κοινώς, ο οποιοσδήποτε νόμος θα είναι ανόητος γιατί εκτός του ότι δεν υπάρχει τρόπος ελέγχου, η πληροφορία είναι παγκόσμια ενώ οι νόμοι αφορούν τα στενά γεωγραφικά όρια μιας χώρας.

Επιπλέον, την ελευθερία του λόγου των Ελλήνων bloggers την προστατεύει η ελευθερία του λόγου όλων των bloggers του πλανήτη οι οποίοι προφανώς θα αντιδράσουν προς τις εταιρίες τους (wordpress, blogger) αν αυτές επιτρέψουν τον παρεμβατισμό και την λογοκρισία από κρατικούς μηχανισμούς. φοβούμενοι ότι αυτό είναι ικανό να δημιουργήσει προηγούμενο και το φαινόμενο της λογοκρισίας, ή της άρσης της ανωνυμίας να επεκταθεί και στην χώρα τους. Αν συμβεί λοιπόν κάτι τέτοιο αρκεί μια ελάχιστη κινητοποίηση για να κάνουμε την ελληνική κυβέρνηση ρεζίλι σε όλο το ίντερνετ (ναι… αυτό μπορεί να εκληφθεί σαν εκβιασμός! Χα!) και θα πάρει πίσω τον νόμο όπως πήρε πίσω και τον βασικό μέτοχο (άλλη μαλακία εκεί) όταν η ΕΕ έκρινε ότι ήταν καταχρηστικός.

Ο νόμος λέει αφορά τα ενημερωτικά blogs. Υπάρχει ένα ζήτημα το οποίο είναι άλυτο και μάλλον θα παραμείνει. Ποια είναι τα κριτήρια που ταυτοποιούν ένα blog ως ενημερωτικό ή ως λογοτεχνικό; Τα περισσότερα blogs είναι ποικίλης ύλης και γράφονται χωρίς να έχουν στόχο μια συγκεκριμένη θεματολογία ή ένα σταθερό ύφος αλλά διαμορφώνονται δυναμικά.

Ένα άλλο θεμελιώδες λάθος είναι ότι ζήτημα της εγκυρότητας παρά το γεγονός ότι άπτεται σε αυτό της επωνυμίας - ανωνυμίας, δεν θέτει δίλημμα ανάμεσα στην επώνυμη και ανώνυμη γραφή. Δεν είναι η ανωνυμία ή η επωνυμία που καθιστούν έγκυρο έναν λόγο, είναι ο τρόπος γραφής, είναι η παρουσίαση στοιχείων για τους ισχυρισμούς μας. Η εγκυρότητα δεν είναι μια εξωτερικότητα αλλά είναι μέσα στο κείμενο ως κάτι εγγενές γι’ αυτό και η υπογραφή δεν συνιστά καμία εγκυρότητα παρά μόνο αναλαμβάνει την ευθύνη του κειμένου.

Ο επώνυμος ιστολόγος (τι θα πει αυτό αλήθεια; μπορώ να υπογράφω σαν Χάρης και το πραγματικό μου όνομα να είναι Γεώργιος Παπαδόπουλος) ας πούμε ότι είναι πιο έγκυρος γιατί ρισκάρει το όνομα του (κι εγώ το nickname μου θα πει κάποιος άλλος) όταν λέει την άποψη του. Όμως η άποψη είναι μόνο άποψη, δεν είναι είδηση και γι’ αυτό μπορεί να υπάρχει ανώνυμα ή επώνυμα γιατί δεν μπορεί και δεν υπάρχει λόγος να ποινικοποιείται. Αυτό που είναι μεμπτό είναι η ψευδής είδηση ή η παρουσίαση της άποψης σαν είδηση αλλά αυτό είναι κάτι άμεσα επιλύσιμο γιατί είναι αναγνωρίσιμο. Αν κάποιος γράφει επώνυμα μια είδηση χωρίς να δίνει στοιχεία και χωρίς να αποκαλύπτει τις πηγές του το βάρος των λεγομένων του το σηκώνει η υπογραφή του μέσω της οποίας αναλαμβάνει να εγγυηθεί την εγκυρότητα του και αυτό είναι σεβαστό. Αν κάποιος γράφει ανώνυμα μια είδηση χωρίς να δίνει στοιχεία ή πηγές τότε δεν υπάρχει λόγος να εμπιστευθούμε την είδηση. Αν όμως αυτός δίνει στοιχεία και πηγές που διασταυρώνουν την είδηση οφείλουμε να τον σεβαστούμε έστω και αν είναι ανώνυμος. Η εγκυρότητα λοιπόν δεν είναι ζήτημα ανωνυμίας ή επωνυμίας, ζήτημα τεκμηρίωσης είναι. Πρέπει να αποθαρρύνουμε όχι τους ανώνυμους αλλά αυτούς που δεν τεκμηριώνουν τις ειδήσεις που διασπείρουν. Πρέπει εμείς οι ίδιοι να μάθουμε να αναγνωρίζουμε τι διαβάζουμε και να διακρίνουμε την βλακεία από την είδηση αντί να φτιάξουμε έναν νόμο που να το ελέγχει επιβάλλοντας μια εγκυρότητα (όπως ο νόμος την θεωρεί) και να μας προστατεύει επειδή είμαστε ανίκανοι να διακρίνουμε την αλήθεια από το ψέμα, την είδηση από το σχόλιο, τη σοβαρότητα από την μαλακία, την φήμη από το γεγονός. Με έναν τέτοιο νόμο κινδυνεύουμε να χάσουμε περισσότερα από όσα θα κερδίσουμε!

Απαιτείται απλά μια νέα αντίληψη για το ποιες πληροφορίες εμπιστευόμαστε και ποιες όχι. Αυτό που πρέπει να αλλάξει είναι η αντίληψη μας για το μέσο, όχι ο τρόπος χρήσης του. Δεν είναι δυνατόν να μιλάμε για το blogging σαν να είναι δημοσιογραφία. Δεν είναι και δεν πρέπει να γίνει!

Είναι ανόητο να θεωρείται σοβαρή απειλή η οποιαδήποτε ανώνυμη πηγή όταν ισχυρίζεται ότι διαδίδει ειδήσεις και όχι απλά απόψεις ή σχόλια. Η είδηση, όταν δεν περιέχει απόδειξη ή υπόδειξη τη πηγής της, εξαιτίας της ανωνυμίας του πομπού αυτόματα μετατρέπεται σε κοινή φημολογία η οποία άσχετα από το αν είναι σωστή η λάθος τελικά είναι μια ανεπιβεβαίωτη φημολογία. Κοινώς, όταν κάποιος μεταφέρει μια είδηση χωρίς αποδείξεις αλλά επώνυμα το βάρος της ευθύνης και της εγγύησης της αξιοπιστίας του το φέρει η υπογραφή του και για αυτό τον παίρνουμε λίγο παραπάνω σοβαρά. Όποιος ισχυρίζεται κάτι ανώνυμα χωρίς να παραθέτει αποδείξεις μάλλον απλά δεν έχουμε κανένα λόγο να τον πάρουμε στα σοβαρά γιατί ο ίδιος αρνείται να αναλάβει την ευθύνη των λεγομένων του τα οποία έχουν τόση αξία όσο και ένα σύνθημα σε έναν τοίχο, τύπου “Γαμιέται η ΑΕΚ και η Τουρκία”.

Από εκεί και πέρα το ζήτημα δεν λύνεται ούτε με μηνύσεις ούτε με νομικά πλαίσια, με κοινή λογική λύνεται και με συνείδηση ότι υπάρχουν σοβαρές και μη σοβαρές πηγές. Αν κάποιος αισθάνεται θιγμένος γιατί του αποδίδεται κάτι που δεν έπραξε ας βγει να απαντήσει ότι είναι κοινές συκοφάντες και δεν έχουν στοιχεία. Δεν καταλαβαίνω προς τι ο πανικός τους και μου φαίνεται αστεία η λέξη εκβιασμός. Εκβιασμός ως προς τι; Άμα είναι έτσι να το κάνω κι εγώ, να πάρω τηλέφωνο τον Μάκη και να του πω “Δώσε μου 100.000 ευρώ αλλιώς θα διαδώσω ανώνυμα και χωρίς αποδείξεις φήμες από το blog μου που χτυπάει 1000 hits την μέρα και θα σου κλάσω τ’ αρχίδια”… και θα μου απαντήσει ο Μάκης “Φυσικά και θα μου τα κλάσεις!”

Για να μην παρεξηγηθώ… Δεν υπερασπίζομαι το Press-gr, μπορεί να είναι μια πολύ ειδική περίπτωση που να απαιτούσε ειδική μεταχείριση. Υπερασπίζομαι όμως το δικαίωμα του καθένα να γράφει ανώνυμα και να καταγγέλλει ανώνυμα όταν έχει αποδείξεις κι όταν δεν έχει αποδείξεις το δικαίωμα του να λέει τη βλακεία του όπως την λέει στο καφενείο παίζοντας πρέφα με τους φίλους του… Τόσο αυτονόητο… Εκτός αν κάποιος μπορεί να μας δώσει έναν σαφή ορισμό του τι σημαίνει δημοσιοποίηση! Κοινώς, δημοσιοποιημένη είναι η πληροφορία που διαδίδεται σε 10, σε 100, σε 100000 άτομα; Αν κάποιος έχει απάντηση να μας την πει και σε εμάς ή να αρχίσει να κυνηγάει και τον κόσμο που κουβεντιάζει στα καφενεία!

Τέλος, επειδή όλα τα επιχειρήματα είναι αντιστρέψιμα, μπορώ να ισχυριστώ κι εγώ ότι υπάρχει ο κίνδυνος η επώνυμη υπογραφή, που είναι το νόμισμα που πληρώνει κάποιος ώστε να θεωρείται έγκυρος ακόμα και όταν γράφει χωρίς στοιχεία, να κάνει κατάχρηση αυτού του δικαιώματος (της γραφής χωρίς στοιχεία) ώστε να στοχοποιεί να καταγγέλλει και ίσως να εκβιάζει χρησιμοποιώντας το βάρος του ονόματος του. Άλλωστε το press-gr δεν εκμεταλλεύτηκε την ανωνυμία του για να μπορεί να εκβιάζει (αν το εκβίαζε), αλλά την δημοσιότητα του που το έκανε “επώνυμο” και αναγνωρίσιμο (ως blog, όχι ως φυσικό πρόσωπο).

Ένας νόμος τέτοιου είδους τοποθετεί νομικά, αλλα και στην συνείδηση του κόσμου, σε φοβερά προνομιακή θέση την επώνυμη γραφή και άποψη (τεκμηριωμένη ή όχι) ενώ ουσιαστικά αντί αυτής θα έπρεπε να τοποθετεί υψηλά την τεκμηριωμένη είδηση, ανεξάρτητα από το αν είναι επώνυμη ή ανώνυμη! Ένας τέτοιος νόμος, εκτός από το τι ποινικοποιεί, νομιμοποιεί μια πραγματικότητα που ο παραγωγός και η υπογραφή του είναι πιο σημαντικά από το ίδιο το περιεχόμενο του έργου του και την τεκμηρίωση του. Αυτό είναι εξαιρετικά επικίνδυνο να ενισχύσει τις πηγές που εκμεταλλευόμενες την επωνυμία τους διαδίδουν ατεκμηρίωτες ειδήσεις και θέσεις υπό την μορφή αξιώματος ή θεσφάτου!

Επαναλαμβάνω λοιπόν ότι η κουβέντα περί ανωνυμίας - επωνυμίας είναι μια λάθος κουβέντα. Το ζήτημα είναι η τεκμηρίωση και αυτό είναι κάτι που πρέπει να μάθουμε και να μας γίνει συνείδηση. Αυτός άλλωστε είναι ο τρόπος που λειτουργεί και συντάσσεται ο ακαδημαϊκός λόγος ο οποίος στοχεύει στην εγκυρότητα περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο είδος “λόγου”.

β) Περί “Μανιφέστων”

Μέσα στον τρόμο τους να αποφύγουν την επιβολή ενός εξωτερικού κανονιστικού πλαισίου (νόμου) κάποιοι προχώρησαν σε ένα λάθος που ήταν μάλλον αναμενόμενο, λειτούργησαν οι ίδιοι κανονιστικά. Η άποψη μου (και μπορείτε να διαφωνήσετε ελεύθερα) είναι ότι δεν χρειάζεται κανένα κανονιστικό πλαίσιο, ούτε εξωτερικό αλλά ούτε και εσωτερικό, από τους ίδιους τους bloggers.

Η ιδέα ενός μανιφέστου είναι μάλλον παλιοκαιρισμένη στην εποχή μας και μοιάζει να κουβαλάει την ιδεοληψία ότι ένα κοινό ιδεολογικό πλαίσιο, μια κοινή θέση ή σύνολο θέσεων είναι προαπαιτούμενα για την διαμόρφωση των αιτημάτων μιας συλλογικής διεκδίκησης. Εδώ όμως μιλάμε για την διεκδίκηση του δικαιώματος της ατομικότητας, της προσωπικής αυτοδιάθεσης και της υποκειμενικότητας, όχι δηλαδή για θέση αλλά για το δικαίωμα στην μεταξύ μας αντίθεση και για να είμαι ειλικρινής δεν ξέρω πως αυτό μπορεί να υπάρξει μέσα από την ενιαία σύνταξη ειδικά όταν αυτή φέρει τον συμβολικό και άκρως φορτισμένο τίτλο “μανιφέστο”.

Το κυρίως πρόβλημα είναι ότι, το κατά τα άλλα το συμπαθές “μανιφέστο”, λειτουργεί ακριβώς ως τέτοιο. Επιλέγει να προσδώσει ένα τεχνητό “τέλος” σε αυτό που λέγεται blogging, πράγμα που προσωπικά βρίσκω ιδιαίτερα φιλόδοξο, πολύ παραπάνω από όσο θα ήμουν έτοιμος να αποδεχθώ, και πολύ λάθος. Όταν λέω τέλος “εννοώ” την λέξη όπως θα την έλεγε ο Heidegger, υπό την έννοια του σκοπού ή της εκπλήρωσης. Αυτό άλλωστε κάνει πάντα ένα μανιφέστο, δημιουργεί κλειστά συστήματα που παράγουν “τεχνητά”, εξιδανικευμένες τελικές φόρμες και αυτό είναι το κύριο πρόβλημα που υπάρχει ως κάτι εγγενές σε όλα τα μανιφέστα ιστορικά. Το θεμελιώδες ερώτημα λοιπόν που κάνει την ιδέα του μανιφέστου να καταρρέει είναι το “πως μπορείς να δημιουργήσεις ένα κλειστό σύστημα αρχών που επιχειρεί να περιγράψει και να προσδιορίσει μια ανοιχτή δομή η οποία είναι χωροχρονικά μεταβαλλόμενη;”

Αλλά έστω ότι αυτό μπορεί να επιτευχθεί μερικώς με open ended δομές που είναι υπό διαρκή αναδιαμόρφωση (οι νόμοι είναι τέτοια συστήματα αν και είναι αμφίβολο αν μπορούν να αναδιαμορφώνονται τόσο γρήγορα όσο το internet ώστε να δρουν προληπτικά, σε αυτό ακόμα και τα antivirus έχουν αποτύχει!). Το πρόβλημα με το συγκεκριμένο μανιφέστο θα παρέμενε καθώς κάποιες θέσεις στις οποίες βασίζεται, εκτός ότι είναι επίσης ιδιαίτερα κλειστές, είναι υπερβολικά γενικές και θεμελιωδώς λάθος.

Η θέση ότι “τα blogs είναι διάλογος” εμπεριέχει ένα θεμελιώδες λογικό λάθος. Μπλέκει την χρήση ενός μέσου με το ίδιο το μέσο, που είναι δύο πράγματα μη ταυτόσημα και δηλώνει ότι το μέσο είναι η χρήση του ή καλύτερα μια από τις δυνατές χρήσεις του. Το μέσο είναι απλά ένα μέσο, αφόρτιστο και αυτοτελές που συντίθεται από ομάδες ιδιοτήτων που του προσδίδουν δυνατότητες. Το αν αυτές οι δυνατότητες είναι αναγνωρίσιμες από όλους και αν ενεργοποιούνται με τρόπο τέτοιο ώστε να γίνουν πραγματικότητες ή πιο απλά το πως χρησιμοποιείται το μέσο και η πράξη της χρήσης του είναι κάτι έξω από το ίδιο το μέσο και προϋποθέτει την διάδραση του με ένα υποκείμενο. Αυτή διάδραση δρα εξίσου διαμορφωτικά τόσο για το υποκείμενο όσο και για το μέσο.

Κοινώς το blog δεν είναι παρά μόνο ένα εργαλείο που δεν κουβαλάει έναν generic σκοπό ή ένα προκατασκευασμένο στόχο σαν αυτός να ήταν μια ουσία (essence) που ενυπάρχει στην φύση ή την εργαλειακότητα του μέσου ως κάτι καθολικά αναγνωρίσιμο που μπορεί να γίνει κοινά αποδεκτό. Το να λέμε λοιπόν ότι το blog είναι διάλογος, πόσο μάλλον το να προσδιορίζουμε και τι είδους διάλογος είναι (ελεύθερος και ανεμπόδιστος) είναι υπεραπλουστευτικό και εισάγει έναν σκοπό που είναι a priori λάθος γιατί το blog μπορεί να είναι διάλογος αλλά μπορεί να είναι και ένας εξωτερικευμένος εσωτερικός μονόλογος ή ένα μανιφέστο με κλειστά σχόλια ή ένα καταστασιακό derive χωρίς τέλος, χωρίς σκοπό, με μοναδικό στόχο την ίδια την πράξη. Μπορεί να είναι ένα κλειστό αυτοαναφορικό σύστημα ή ένα πανταχόθεν ελεύθερο. Μπορεί να είναι ένα σωρό πράγματα που δεν έχουμε ανακαλύψει ακόμα γιατί δεν έχουμε ενεργοποιήσει τις ανάλογες ιδιότητες του μέσου που θα μας έδιναν την δυνατότητα να τις ανακαλύψουμε. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν πρέπει να δεσμευτεί το μέσο και η δυνατότητες του, ούτε από τη νομοθεσία αλλά ούτε και από εμάς.

Αν δεχθούμε αυτό που λέει ο Henri Bergson “Reality… is a perpetual becoming. It makes or remakes itself, but it is never something made” τότε μάλλον τα blogs είναι και αυτά μια τέτοια πραγματικότητα. Ας αφήσουμε λοιπόν το blogging να γίνεται, να πορεύεται προς την ολοκλήρωση του χωρίς να καταλήγει ποτέ γιατί τα blogs είναι από τα λίγα τεχνητά δημιουργήματα που ομοιάζουν με φυσικά φέροντας ως εγγενές αυτό που ο Αριστοτέλης ονόμασε “εντελέχεια”.

face.jpg

Χαράλαμπος Χεϊζάνογλου, Rotterdam 2008
(για να με βρουν και οι τελευταίοι που με ψάχνουν…)

 

 

 

h1

Καμία δουλεία δεν είναι ντροπή… Όμως υπάρχει και μια που είναι!

Ιανουάριος 18, 2008
cash-cow.jpg

Παιδιά δεν έχω και δεν σχεδιάζω να αποκτήσω σύντομα. Παρόλα αυτά, συχνά σκέφτομαι διάφορα υποθετικά σενάρια ώστε να είμαι προετοιμασμένος για να αντιμετωπίσω την ανατροφή τους, και να προλάβω τα χειρότερα.

Αν το παιδί μου, το σπλάχνο μου, έρθει και μου πεί “Μπαμπά, θέλω να γίνω αθλητής” δεν θα τα βάψω αμέσως μαύρα. Θα του πώ κι εγώ “Παιδί μου, στην Ελλάδα, οι περισσότεροι πετυχημένοι αθλητές εκτός ότι ντοπάρονται με ένα σωρό ουσίες και πεθαίνουν από καρδιακές παθήσεις είναι και χαζοί, οι πιο πολλοί δεν ξέρουν σχεδόν τίποτα εκτός από το άθλημα τους και δεν τους ενδιαφέρει να μάθουν και τίποτα, συχνά δεν μπορούν καν να μιλήσουν, δες τον Γιάννη Γκούμα, γίνε απλά σκέτος ναρκομανής καλύτερα. Αν όμως εσύ αποφασίσεις να γίνεις αθλητής φρόντισε να γίνεις ο καλύτερος στο σπορ σου μπας και τα κονομήσεις ή μπας και γίνεις πολιτικός και τα κονομήσεις πάλι”.

Αν το παιδί μου, το σπλάχνο μου, έρθει και μου πεί “Μπαμπά, θέλω να γίνω καλλιτέχνης” δεν θα τα βάψω αμέσως μαύρα. Θα του πώ κι εγώ “Παιδί μου, στην Ελλάδα, οι περισσότεροι πετυχημένοι καλλιτέχνες εκτός ότι τον παίρνουν και κάνουν κόκα με αποτέλεσμα να πεθαίνουν από καρδιακές παθήσεις είναι και χαζοί και παπαρολόγοι, οι πιο πολλοί είναι μεγάλοι παπατζήδες, καιροσκόποι και κερδοσκόποι, δες τον Καρβέλα και τον Λαζόπουλο, γίνε απλά σκέτος ναρκομανής ή πούστης καλύτερα, ή έστω αθλητής. Αν όμως εσύ αποφασίσεις να γίνεις καλλιτέχνης φρόντισε να γίνεις ο πιο μεγάλος παπαρολόγος και παπατζής μπας και τα κονομήσεις ή μπας και γίνεις πολιτικός και τα κονομήσεις πάλι“.

Αν το παιδί μου, το σπλάχνο μου, έρθει και μου πεί “Μπαμπά, θέλω να γίνω πολιτικός” δεν θα τα βάψω αμέσως μαύρα. Θα του πώ κι εγώ “Παιδί μου, στην Ελλάδα, οι περισσότεροι πετυχημένοι πολιτικοί εκτός ότι είναι διεφθερμένοι και πίνουν το αίμα του λαουτζίκου είναι και αγάμητοι, οι πιο πολλοί είναι τόσο στερημένοι που όταν φτάσουν να έχουν αρκετή εξουσία ώστε, παρά τα περιττά κιλά τους, να μπορούν γαμάνε τις υφιστάμενες τους είναι πολύ αργά για να το χαρούν και έχουν πολλά να διακινδυνεύσουν, δες τον Ζαχόπουλο, γίνε απλά μαφιόζος καλύτερα, ή έστω καλλιτέχνης ή αθλητής. Αν όμως εσύ αποφασίσεις να γίνεις πολιτικός φρόντισε να γίνεις ο καλύτερος μπας και γίνεις υπουργός πολιτισμού, να διοικείς καλλιτέχνες κι αθλητές, και να τα κονομήσεις χοντρά“.

Αν το παιδί μου, το σπλάχνο μου, έρθει και μου πεί “Μπαμπά, θέλω να γίνω δημοσιογράφος” τότε θα τα βάψω αμέσως μαύρα και θα το αποκληρώσω.

h1

Kitsch! Kitsch! Kitsch! (η “υφοποίηση” του blogging)

Δεκέμβριος 9, 2007

newspaper2.jpg

Θα πω αυτά που σκέφτομαι με μια δόση χιούμορ και ίσως λίγο πιο καυστικά από όσο πρέπει αλλά με ξέρετε! Με έχουν κουράσει απίστευτα όλα αυτά τα ποιητικά blogs με τους εραστές της μεγάλης φυγής και τους νιού ειτζ λάτρες της φύσης που γράφουν για να μας πουν… όοοοοχι.… λάθος λάθος, να μοιραστούν, ναι να μοιραστούν μαζί μας λόγια σαν τα παρακάτω:

Πόσο όμορφα ευωδιάζουν τα νυχτολούλουδα καθώς η πανσέληνος μια νύχτα σκοτεινή χωρίς φεγγάρι τα λούζει με το πορτοκαλί φως του ηλιοβασιλέματος ενώ τα μαλλιά της σαν στάχια στον άνεμο περιελίσσονται σε έναν χορό μεθυστικό σαν αυτόν που χόρευαν οι νεραϊδες που μας πήραν τη λαλιά όταν φοβισμένοι κοιτάξαμε βαθιά στα γαλάζια τους μάτια και βυθισμένοι στους απύθμενους βυθούς τους, ψελλίσαμε απαλά στο αυτί ότι η αγάπη άργησε μια μέρα, αυτή η αγάπη που σαν λύτρωση θα μας ταξίδευε σε γωνιές ονειρικές που τα αηδόνια θα τραγουδούσαν ελεύθερα από το χρυσό κλουβί τους το τραγούδι των γρύλλων δίπλα στα νούφαρα της λίμνης που κολυμπούσαμε με γυμνοί όταν ήμασταν παιδιά.

Όλα τα θέλουν μπολντ, πουθενά δεν υπάρχει κοντράστ, σαν να πρέπει η κάθε λέξη έχει να έχει αναφορά σε κάποιο “μεγάλο” νόημα. Στην ουσία οι πομπώδεις εκφράσεις που περιβάλλονται από ένα ευγενές φωτοστέφανο αοριστίας (απέραντο, απύθμενο, άπειρο μπλα μπλα) και τόσο επιτηδευμένα και ωραιοποιημένα (πολύ συχνά χρωματισμένα) μοιάζουν να επικοινωνούν οικουμενικές αξίες και παγκόσμιες αλήθειες δεν είναι παρά το φαμφαρώδες περιτύλιγμα μιας πνευματικής κενότητας (άντε δημιουργικής ανικανότητας που είναι λιγότερο βαρύ). Αυτό που είναι γαμάτο είναι η διαρκής χρήση επιθετικών προσδιορισμών και παρομοιώσεων τύπου “αυτό σαν τετοιασμένο κάτι“… “το άλλο σαν αποτετοιασμένο εκείνο“… Το εξαιρετικό είναι ότι διαβάζοντας δυνατά κανείς διαπιστώνει ότι τέτοια κέιμενα έχουν εναν συγκεκριμένο, πάντα τον ίδιο, αναγνωρίσιμο ρυθμό παρά το γεγονός ότι δεν μιλάμε πάντα για ποίηση, σαν να είναι πάντα βασικός σκοπός τους η εικονοποίηση της “λυρικής” υπαγόρευσης τους.

Αυτό λέγεται Kitsch* (sorry guys), χονδρικά είναι η αναπαραγωγή αρχετύπων (γλωσσικών στην συγκεκριμένη περίπτωση) που είναι ήδη φορτισμένα με κάποιο τρόπο και οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στον δημιουργικό ακρωτηριασμό. (ο ορισμός του kitsch είναι κάτι εξαιρετικά περίπλοκο και γι’αυτό ακριβώς δεν θα τον αναπτύξω εκτενώς εδώ)

Πρόσφατα ο Allu Fun Marx ανέβασε ένα άρθρο του κυρίου Μπακαουνάκη ο οποίος αναφερόταν στην καλλιτεχνική παραγωγή στην Ελλάδα και στο blogging. Με αφορμή αυτό αναδημοσιεύω εδώ ένα comment που άφησα εκεί:

Το μέσο έχει απεριόριστες δυνατότητες και είναι σε θέση να επαναπροσδιορίσει, ή καλύτερα να διευρύνει, τον ορισμό του έργου τέχνης αναδεικνύοντας την ίδια την διαδικασία παραγωγής ή την συμμετοχική παραγωγή ώς καθαυτό έργο. Άλλωστε εν πολλοίς η ιστορία της τέχνης είναι πιασμένη χέρι χέρι με την ιστορία του ορισμού της όσο και με αυτήν της εξέλιξης των μέσων παραγωγής της. Αναντίρρητα η καλλιτεχνική παραγωγή στην Ελλάδα δεν διεκδικεί δάφνες και προφανώς η τέχνη αφορά αποκλειστικά την ελίτ όπως ακριβώς την ορίζει ο κύριος Μπακαουνάκης! Οι υπόλοιποι εκτός από σπάνιες περιπτώσεις συνήθως αρκούνται στην μαζική αναπαραγωγή αρχετύπων “τέχνης”, κοινώς κάνουν αυτό που έμαθαν ως τέχνη ή έχουν δει να γίνεται από άλλους γεγονός που δεν είναι ικανό να παράξει μια νέα avant garde, πράγμα απαραίτητο. Στο “κήνσορες και θεράποντες” ο Umberto Eco κάνει μια πολύ καλή ανάλυση των διαφορετικών επιπέδων της τέχνης (μιλά για τρία, υψηλό, μεσαίο και χαμηλό) και σε σημαντικό βαθμό υπερασπίζεται την μαζική κουλτούρα (χαμηλό) όσο της πρέπει ώστε να καταδείξει ότι και αυτή είναι απαραίτητη από την άλλη όμως η καινοτομία προϋποθέτει μια avant garde. Δυστυχώς από τον ψηφιακό κόσμο αυτή μοιάζει ακόμα να απουσιάζει σε σημαντικό βαθμό (τουλάχιστον στην Ελλάδα) καθώς το μέσο και οι δυνατότητες του δεν αξιοποιούνται από τους χρήστες του σαν αυτό να ήταν ένα νοητικό μέσο ή ένα παραγωγικό εργαλείο που ανασυντάσσει την λογική με την οποία γράφουμε ή σκεφτόμαστε για να γράψουμε και ακόμα κι όταν αυτό συμβαίνει δεν γίνεται συνειδητά με στόχο την παραγωγή ενός εικαστικού ή λογοτεχνικού αποτελέσματος. Νομίζω πάντως ότι τα πράγματα θα αλλάξουν σύντομα και θέλω να ελπίζω προς το καλύτερο.”

Ας αποφύγουμε λοιπόν την στείρα υφοποίηση της γραφής μας, καλή είναι κι αυτή αλλά δεν είναι το σημαντικότερο που έχουμε. Ίσως είναι ευκαιρία να αναζητήσουμε τρόπους να αξιοποιήσουμε τις δυνατότητες του μέσου το οποίο δεν πρέπει να το αντιμετωπίζουμε απλώς ως πεδίο έκφρασης της κοινωνίας με τρόπο μονόδρομο. Η blogόσφαιρα δεν αποτελεί μόνο ένα αναπαραστατικό πεδίο που αναρτά απόψεις που διαμορφώνονται έξω από αυτήν. Είναι και μελλοντικά θα γίνει ακόμα περισσότερο “νοητικό” μέσο και οι απόψεις και η καλλιτεχνική παραγωγή, ενδεχομένως και τα γεγονότα που τις τροφοδοτούν, θα συντίθενται μέσα σε αυτήν. Το blogging είναι ένα μέσο που μπορεί να δώσει περισσότερη ελευθερία στην τέχνη. Μέσα στο χάος της υπερπαραγωγής και της υπερπληροφορίας ας απεξαρτηθούμε από τα αρχέτυπα, ας διεκδικήσουμε ταυτότητες και ατομικότητες ώστε να δομήσουμε πιο υγιείς συλλογικότητες.

*Προτεινόμενη Βιβλιογραφία: Umberto Eco, Κήνσορες και Θεράποντες, Εκδόσεις “γνώση”

h1

Ελληνική Blogόσφαιρα, όπως λέμε Κολοσσαίο

Δεκέμβριος 6, 2007

artwork_cow.gif

Δεν θα μασίσω τίποτα, θα τα πω όπως τα σκέφτηκα. Μερικοί στην blogόσφαιρα είσαστε κάφροι και την κάνετε Κολοσσαίο… Διψάτε για αίμα και traffic… Μόλις τώρα είδα ότι ανέβηκαν πολλά posts για τον ηθοποιό και την υπόθεση της Κοκαΐνης. Μπράβο ρε παλικάρια, τι καταλάβατε; Τι προσφέρατε και τι κερδίσατε εκτός από traffic; Αν ο άνθρωπος που συνελήφθη δεν είναι αυτός που ισχυρίζεστε ότι είναι τότε απλά διαδίδετε φήμες, αν είναι αυτός απλά μπορείτε να χαίρεστε που ξέρετε κάτι πριν από τους άλλους, αλλά και τι έγινε; Είναι αυτό κάτι παραπάνω από κοινό κουτσομπολιό; Τι πετυχαίνετε εκτός από το να τον εκθέσετε και γιατί αυτό χρειάζεται να συμβεί; Από τη μια αν αυτός ο άνθρωπος είναι χρήστης μόνο κακό του κάνει η έκθεση, από την άλλη το αν είναι έμπορος θα το κρίνει η δικαιοσύνη εν καιρώ και όχι τα ΜΜΕ ή τα blogs και εφόσον δεν έχει καταδικαστεί ακόμα έχει δικαίωμα να διατηρεί την ανωνυμία του όπως κάθε πολίτης.

Μέτρο της ανθρωπιάς είναι πρωτίστως το πως λειτουργούν οι φυλακές, όλα τα άλλα (υγεία, παιδεία κλπ.) είναι δευτερεύοντα. Κοινώς, το πόσο δημοκρατική είναι μια κοινωνία και το πόσο σέβεται την ανθρώπινη ύπαρξη φαίνεται από το πώς φέρεται στους κρατουμένους της και στην προκειμένη περίπτωση είναι παραπάνω από προφανές ότι κάποιοι κάποιοι ζείτε στον Μεσαίωνα. Δεν έχετε στοιχειωδώς γνώση άλλα ούτε και αίσθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που όλοι έχουν και πρέπει να έχουν, ακόμα και οι έμποροι ναρκωτικών.

Κάποιοι μέσα από τα blogs ζητούν δημοσίευση του ονόματος από τις αρχές ή τελικά το δημοσιεύουν οι ίδιοι. Κάποιοι άλλοι σε comments θα ζητήσουν παραδειγματικές τιμωρίες κι άλλα απαράδεκτα.

Ξέρω, δεν φταίτε εσείς, φταίει η κοινωνία της Espresso, της Τατιάνας, του κουτσομπολιού και της τηλεοπτικής ονείρωξης… της κλειδαρότρυπας που ικανοποιεί τα ανικανοποίητα, ηδονοβλεπτικά, μικροαστικά άγχη σας και γεμίζει τη ζωή που δεν έχετε. Ίσως θα ήταν καλύτερα να έχετε τα άντερα να γίνετε κι εσείς ναρκομανείς γιατί τουλάχιστον αυτό που κάνουν αυτοί, όταν δεν κλέβουν για να πάρουν τη δόση τους, αφορά τους εαυτούς τους και μόνο και την προσωπική τους ψεύτικη ικανοποίηση. Αντίθετα με αυτούς κάποιοι άλλοι, περιφέρεστε έγκαυλοι και επίσης ανικανοποίητοι με μοναδικό στόχο να πείτε σε όλους τους υπόλοιπους πως γαμάει και τι κάνει ο Α, ο Β, ο Γιάννης, η Μαρία, ο Χάρης, ο Μουράτ, ο Γιωργάκης, ο κοντός, ο ψηλός κι ο Χατζηπετρής.

Αγαπητά ετερόφωτα, αυτό είναι χειρότερο από την “παραμύθα”. Στην γαμημένη κοινωνία του light, σας κυβερνάει ο φασισμός τον αδαών… Όλα όμως έχουν και τα όρια τους! Μια ερώτηση μόνο θα κάνω. Αν συνέβαινε στο παιδί σας αυτό θα κάνατε το ίδιο ή θα επιχειρούσατε να το προστατεύσετε από τη δημοσιότητα και να διασφαλίσετε ότι θα έχει μια δίκαιη δίκη; Η παραπάνω σκέψη πρέπει να είναι αυτόματη και εγγενής σε κάθε πράξη μας αν θέλουμε να λεγόμαστε άνθρωποι. Άνθρωπος είναι αυτός που μπορεί, ανα πάσα στιγμή, να βάλει τον εαυτό του στη θέση του άλλου και να δομεί τις αποφάσεις και τις πράξεις του σύμφωνα με αυτό.

Διαβάστε από Foucault το “Επιτήρηση και Τιμωρία, η Γέννηση της φυλακής”, καλό θα σας κάνει…

h1

Μπορώ να τα έχω όλα χωρίς να χαθεί τίποτα; (Μουσείο Ακρόπολης)

Δεκέμβριος 2, 2007

Πρόσφατα διάβαζα για ακόμα μια φορά κάτι που αναφερόταν στο θέμα του Μουσείου της Ακρόπολης και των νεοκλασικών. Αρχικά και όταν ξεκίνησε η αντιπαράθεση είχα πάρει την απόφαση να μη συμμετέχω για πολλούς λόγους. Κυρίως ήταν η άποψη ότι δεν είμαι ειδικότερος των ειδικών και ότι γνωρίζω το θέμα αποσπασματικά. Καθώς όμως το θέμα πήρε διαστάσεις και οι απόψεις άρχισαν να γίνονται όλο και περισσότερες και το επίπεδο του διαλόγου και των επιχειρημάτων να πέφτει όλο και πιο χαμηλά πήρα την απόφαση να γράψω την άποψη μου παρά το γεγονός ότι το crazy cows δεν είναι ένα αρχιτεκτονικό blog και δεν θέλω να γίνει.

Ακόμα και σήμερα θεωρώ ότι δεν έχω παρακολουθήσει την υπόθεση σε βάθος καθώς ζω στο εξωτερικό. Σίγουρα όμως την παρακολούθησα πιο βαθιά από ότι οι περισσότεροι που εκφέρουν άποψη καθώς είναι σχετική με το αντικείμενο μου και επιπλέον η ιστορία του μουσείου έχει ξεκινήσει αρκετά χρόνια πριν όταν ακόμα ήμουν στην Ελλάδα. Αυτό που θέλω να ξεκαθαρίσω είναι ότι θεωρώ το γεγονός πολύ λιγότερο σημαντικό απ’ όσο παρουσιάζεται και σε καμία περίπτωση δεν θεωρώ ότι είναι ένα μεγάλο ζήτημα ικανό να δικαιολογήσει τον θόρυβο που έχει δημιουργηθεί. Πριν συνεχίσω πρέπει να διευκρινίσω ότι είμαι κατά της κατεδάφισης των δύο νεοκλασικών σε περίπτωση που αυτή μπορεί να αποφευχθεί. Διαφωνώ όμως κάθετα με την κουβέντα που έχει αναπτυχθεί τον τελευταίο καιρό γύρω από μια σειρά ζητημάτων σχετικά με το μουσείο, όπως επίσης και με το ύφος και την προσέγγιση κάποιων οι οποίοι είναι προφανές ότι στερούνται βασικών γνώσεων και ενημέρωσης αλλά παρόλα αυτά επιμένουν να διεκδικούν να έχουν άποψη με ιδιαίτερη βαρύτητα.

Επιπλέον, ένα άλλο πρόβλημα είναι ότι ενώ ο διάλογος ξεκίνησε από τα νεοκλασικά μοιάζει να ολισθαίνει προς μια κριτική του μουσείου και μάλιστα με όρους “αισθητικής”. Η λέξη είναι τουλάχιστον αστεία και ένα πράγμα που πρέπει να κρατηθεί σαν παραδοχή είναι ότι η αντιπαράθεση για τα νεοκλασικά δεν έχει, και δεν πρέπει να έχει, σχέση με την “αισθητική αξία” του κτιρίου που είναι άλλωστε υποκειμενική και γι’αυτό η οποιαδήποτε απόπειρα συζήτησης είναι καταδικασμένη σε μη παραγωγικό διάλογο επιπέδου “μου αρέσει” / “δεν μου αρέσει”. Η αντιπαράθεση πρέπει να έχει να κάνει το τι στόχο έχει μια ενδεχόμενη κατεδάφιση και αν μια τέτοια πρακτική έχει λόγο να λάβει χώρα. Πάνω σε αυτό λοιπόν αναπτύχθηκε η γνωστή φημολογία για το εστιατόριο η οποία κατά την άποψη μου είναι τουλάχιστον αβάσιμη.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση λοιπόν δεν πιστεύω ότι η κατεδάφιση έχει να κάνει με το εστιατόριο και όσο πιο πολύ το σκέφτομαι τόσο πιο απίθανος μου φαίνεται ο λόγος για να μην πω αστείος. Αυτή η αιτιολόγηση περισσότερο μου μοιάζει σαν δημοσιογραφικό κατασκεύασμα ή σαν αυθαίρετη υπόθεση κάποιου η οποία πήρε διαστάσεις γενικευμένης άποψης όπως πολύ συχνά συμβαίνει στην Ελλάδα. Όσο αδιάφορη κι αν είναι στον Bernard Tschumi η αρχιτεκτονική μας “κληρονομιά” (αν τα δυο νεοκλασικά μπορούν να χαρακτηριστούν έτσι) δεν θα έκανε κάτι τέτοιο απλά για την θέα από το εστιατόριο διακινδυνεύοντας να έρθει σε αντιπαράθεση. Επιπλέον, θεωρώ ότι αυτός ο λόγος δεν είναι αρκετός για να οδηγήσει στην απόφαση της κατεδάφισης με την οποία μπορεί να διαφωνώ αλλά την ψήφισαν οι μισοί της επιτροπής και δεν νομίζω να είναι όλοι τους λαμόγια ή άσχετοι. Επιπλέον, η επιτροπή εκτός από αρχιτέκτονες απαρτίζεται και από αρχαιολόγους (αν δεν είχαν αναμειχθεί οι αρχαιολόγοι θα είχε κερδίσει τον διαγωνισμό Libeskind) οι οποίοι είναι υπερπροστατευτικοί και συντηρητικοί, δεν θα επέτρεπαν παρεμβάσεις στον αστικό ιστό χωρίς να θεωρούν ότι υπάρχει ουσιαστικός λόγος και το εστιατόριο δεν είναι ουσιαστικός λόγος. Αυτό που με ξενίζει ακόμα περισσότερο είναι ότι σε κανένα δημοσίευμα, σε blogs ή εφημερίδες, δεν έχω δει κάποια αναφορά για το ποια είναι η επίσημη αιτιολόγηση της επιτροπής, του υπουργείου πολιτισμού και του γραφείου του Tschumi για την ενδεχόμενη κατεδάφιση. Αυτό που βλέπω είναι μόνο φωνές κατά της κατεδάφισης σαν αυτό να είναι a priori κακό ενώ η άλλη άποψη δεν παρουσιάζεται πουθενά παρόλο που είμαι σίγουρος ότι υπάρχει (όχι απλά είμαι σίγουρος, ξέρω ότι υπάρχει αλλά δεν την έχω ακούσει). Κοινώς υπάρχει η δεδομένη “αντίθεση” αλλά δεν υπάρχει πουθενά η αρχική “θέση” και γι αυτό δεν μπορεί να γίνει σύνθεση. Μια αντιπαράθεση γίνεται πάνω σε επιχειρήματα και προσωπικά η υποκειμενική αυτοδιάθεση του καθένα δεν με πείθει εύκολα και δεν με ενδιαφέρει. Επιχειρήματα λοιπόν δεν έχω δει και όλα κινούνται στη σφαίρα του αυτονόητου της “προστασίας” κάτι το οποίο στο πεδίο αρχιτεκτονικής, όπως και σε αυτό της αρχαιολόγίας, δεν είναι κάτι αυτονόητο αλλά περνάει μέσα από αξιολογήσεις και διαρκή σύνθεση. Και για να είμαι σαφής ξεκαθαρίζω ότι μιλάω για το επίπεδο της αντιπαράθεσης και δεν εννοώ με τα παραπάνω ότι η πράξη της κατεδάφισης είναι σωστή. Λέω όμως ότι αν ακούσω την επίσημη αιτιολόγηση ίσως να την θεωρήσω λιγότερο λάθος από αυτό που προσπαθούν κάποιοι να με πείσουν ότι είναι.

Αυτό που θεωρώ πιθανότερο είναι ότι η πρόθεση του Tschumi να κατεδαφιστούν τα κτίρια έχει να κάνει με την θέση του μουσείου σε σχέση με την Ακρόπολη και με το γεγονός ότι τα δυο κτίρια στέκονται ανάμεσα στο παλιό και σε αυτό που φιλοδοξεί να αποτελέσει “νέο μνημείο”… Δεν είναι παράλογο να θέλει ο Tschumi το μουσείο να φαίνεται χωρίς να υπάρχουν εμπόδια, όσο παλιοκαιρισμένη κι αν είναι σήμερα μια τέτοια αρχιτεκτονική θέση, γιατί μιλάμε για ένα κτίριο που η ιδέα της “θέασης” παίζει κομβικό ρόλο, ειδικά αν αυτή η θέαση είναι από και προς την Ακρόπολη. Και επειδή μιλάμε για ένα κτίριο που θα δημοσιευθ