Αρχείο για την κατηγορία ‘Λίγο πιο σοβαρά’

h1

Η Μαντόνα και η αποτίμηση της ελαφρότητας

Ιούλιος 1, 2008

Κάθε διείσδυση σε ζητήματα “αισθητικής” είναι κάτι που ασχολείται με το υποκειμενικό και γι’ αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για μια κριτική ή διάλογο περί “αισθητικής” γιατί η κριτική δεν γίνεται με δίπολα τύπου μου αρέσει / δεν μου αρέσει ειδικά όταν εγώ αποδέχομαι το δικαίωμα του καθένα να του αρέσει ότι εκείνος θέλει να του αρέσει και αυτό άσχετα από το αν έχω τις ενστάσεις μου για το αν ξέρει γιατί του αρέσει. Προσπερνώ λοιπόν το ζήτημα της αισθητικής, δεν θα ασχοληθώ με το τι αρέσει στον κόσμο ή με το τι “έμαθε” να του αρέσει, αυτό ας πούμε ότι είναι συνειδητή ή υποσυνείδητη επιλογή του καθένα μας ξεχωριστά και ότι εμένα δεν μου πέφτει λόγος.

Αυτό με το οποίο θα ασχοληθώ όμως είναι το πως ο κόσμος, ή καλύτερα κάποιος κόσμος, αποτιμά την αισθητική του και τι είναι διατεθειμένος να κάνει γι’ αυτήν.

Οι συναυλίες, τα μουσεία, οι χώροι που εκτίθεται και παράγεται τέχνη είναι χώροι ή καταστάσεις (situations) που στοχεύουν σε μια “αισθητική απόλαυση”. Δεν θα προχωρήσω σε ορισμό του τι είναι αυτή γιατί δεν υπάρχει τελικός ορισμός και όλη η ιστορία της τέχνης είναι μάλλον η ιστορία της αναζήτησης αυτού του ορισμού. Κάποτε αυτή η “αισθητική απόλαυση” παραγόταν από το ίδιο το έργο, το καλλιτεχνικό δημιούργημα ως μικρόκοσμο ή μεγάκοσμο, ως αυτό ή ως άλλο (προσωπικά το προτιμώ ως άλλο), πάντα όμως με αρχή το ερέθισμα από το ίδιο το έργο.

Σήμερα η αρχή αυτής της απόλαυσης δεν είναι το έργο καθαυτό ούτε το αισθητικό μέρος αυτού ως υποκειμενική πρόσληψη, είναι η κατανάλωση του έργου, το να το αγοράσεις σαν υλικό δημιούργημα, σαν μνήμη, ή σαν συμμετοχή. Γιατί αυτό αυτό είναι σημαντικό; Γιατί το να αγοράσεις δείχνει ότι μπορείς να αγοράσεις και αυτό σου δίνει μια ταυτότητα. Το “μπορείς” που γράφω πιο πριν δεν αναφέρεται αποκλειστικά στο οικονομικό κομμάτι, μπορεί να αναφέρεται στην αναμονή ή στην προσπάθεια απόκτησης, όμως σε κάθε περίπτωση αυτό είναι κάτι που αλλάζει τον χαρακτήρα του έργου, τον χαρακτήρα της τέχνης και την σχέση αυτών των δύο με το υποκείμενο του θεατή - αγοραστή.

Αυτό που εννοώ είναι ότι η τέχνη, και μάλιστα όχι μόνο αυτή που είναι προϊόν μιας ποπ, μαζικής κουλτούρας αλλά συχνά και η avant garde,  είναι πλέον κάτι σαν το σαλάμι στο super market που κρέμεται εκεί για να το αγοράσεις και μετά να το φας, όχι να το φας και αν σου αρέσει να το αγοράσεις. Αυτό που αγοράζει κανείς πλέον στον κόσμο της τέχνης είναι λιγότερο το περιεχόμενο ή η “αισθητική απόλαυση” και περισσότερο η συσκευασία, το όνομα, η υπογραφή, το σύμβολο, το status που προσδίδει η κατοχή του έργου ή η συμμετοχή σε αυτό. Το έργο λοιπόν γίνεται ένα simulacrum, ένα είδωλο αποσπασμένο από το περιεχόμενο του, την ουσία του.

Πιο συγκεκριμένα, αυτό που συμβαίνει λοιπόν με την Μαντόνα είναι ότι ο κόσμος αγοράζει ένα “ήμουν κι εγώ εδώ”. Ένα εισιτήριο κοστίζει κατ’ ελάχιστον 85 Ευρώ και φτάνει ποσά πολλαπλάσια αυτού. Θα προσπεράσω το αν είναι πολλά ή λίγα γιατί αυτό έχει να κάνει με το πως αξιολογεί κανείς την σχέση ποιότητας-τιμής και αυτό είναι επίσης υποκειμενικό γιατί η αξιολόγηση της ποιότητας είναι επίσης ζήτημα αισθητικής . Θα σταθώ στο ότι εκτός από το γεγονός ότι κάποιος πληρώνει, ταυτόχρονα πρέπει να περιμένει σε μια ουρά χρονικής διάρκειας 7 - 8 ωρών που εκτός της αναμονής το χειρότερο είναι ότι τον ποδοπατούν και τον σπρώχνουν ανελέητα, αν δεν τον βρίζουν κι από πάνω. Την όλη κατάσταση και λογική απεικονίζει ο συμπαθής Ethan, ο οποίος σε ένα δικό του post για την Μαντόνα. λέει,

“Είμαστε μακράν η χειρότερη φάρα στον πλανήτη. Αγένεια, γαιοδουροφωνάρες και μπινελίκια ακόμα και εις βάρος των κακόμοιρων σεκιούριτυ που απλώς έκαναν τη δουλειά τους. Βέβαια για να λέμε τα σύκα σύκα και τη σκάφη…σύκα όσο καλοπροαίρετος και να είσαι με τόση ανοργανωσιά δεν παίζει να μην σου ανεβεί το αίμα στο κεφάλι”.

Είμαστε κακή φάρα και είναι γεγονός, όμως όχι επειδή γκαρίζουμε σαν γάιδαροι και αυτό είναι αγενές, αντιαισθητικό ή αντιλειτουργικό. Είμαστε κακή φάρα επειδή στοιβαζόμαστε σαν πρόβατα υποχρεώνοντας μόνοι μας τον εαυτό μας να μπει σε αυτήν την λογική. Δεν υποχρέωσε κανείς κανέναν να περιμένει στην ουρά, μόνοι τους το επέβαλαν στον εαυτό τους όλοι όσοι πήγαν να αγοράσουν εισιτήριο ως χαρούμενοι, αν και λίγο εκνευρισμένοι καταναλωτές. Είναι όμως κι αυτό το μαρτύριο, η υστερία και ο παροξυσμός μέρος της τελετουργίας και της συμβολοποίησης της κατανάλωσης με τρόπο σχεδόν θρησκευτικό και είμαι βέβαιος ότι όσοι το έκαναν το περηφανεύονται.

Έβλεπα έναν τύπο στην TV ο οποίος είχε μόλις πάρει το εισιτήριο και δήλωνε χαμογελαστός και περήφανος, “Περιμέναμε 5 ώρες αλλά όλα καλά τώρα, άξιζε τον κόπο, καταφέραμε και εξασφαλίσαμε το “μαγικό χαρτάκι” και έμοιαζε να το λέει έχοντας αποδεχθεί ότι πρέπει να υποστεί την αναμονή σαν να είναι αυτή το μαρτύριο που θα τον οδηγήσει στην κάθαρση. Άλλωστε όλο αυτό μάλλον δεν διαφέρει και πολύ από το θέαμα που αντικρίζει κανείς στους χώρους των μεγάλων προσκυνημάτων, όπως αυτό της Τήνου όπου πολλοί άνθρωποι ανεβαίνουν μπουσουλώντας στα τέσσερα από το λιμάνι στην εκκλησία της Παναγίας για να εκπληρώσουν το τάμα τους και να δηλώσουν την πίστη τους.

Πίστη στην Μαντόνα…

h1

Κλείνω μέχρι νεωτέρας…

Ιούνιος 16, 2008

Το κλείνω το μαγαζί για μερικές ημέρες (άγνωστο πόσο) και θα απέχω. Για να είμαι ειλικρινής μάλλον δεν μου βγαίνει και να γράψω και παρόλο που έχω αρκετά να πω δεν έχω όρεξη και ούτε χρόνο. Επιπλέον εδώ και καιρό έχω την αίσθηση ότι ο κύκλος αυτού του blog σιγά σιγά κλείνει, τουλάχιστον με την μορφή που είχε, και μάλλον πρέπει να αλλάξω κάποια πράγματα, να το ξανασκεφτώ ή απλά να αποφασίσω να μην το σκέφτομαι και να αρχίσω γράφω όπως έγραφα παλιά, για τον χαβαλέ μου. Είναι άλλωστε προφανές εδώ και καιρό ότι το Crazy Cows έχει αλλάξει και ύφος και περιεχόμενο μάλλον επειδή κι εγώ άλλαξα τον τρόπο που αντιμετωπίζω το blogging και τους bloggers και από αγχολυτικό το έκανα τροφοδότη και πεδίο εργασίας (ευτυχώς όχι μάχης!). Δεν είναι κακό αυτό, μάλλον καλό είναι γιατί κατάλαβα αρκετά, όμως δεν είναι αυτό που σκεφτόμουν αρχικά και αισθάνομαι ότι ο μαξιμαλισμός των τελευταίων post μου είναι κάτι πολύ ειδικό για να καταλαμβάνει τον χώρο αυτού του blog το οποίο ξεκίνησε σαν κάτι πιο μίνιμαλ.

Πριν κλείσω όμως (για όσο κλείσω) θέλω να πω ότι κάτι που με ενοχλεί και χωρίς να είναι αιτία σίγουρα είναι αφορμή για να απέχω και να το ξανασκεφτώ, είναι ο εκφυλισμός της wordpress τον τελευταίο καιρό και ο εκφυλισμός του blogging γενικά. Όσο πάει μαζεύεται όλο και περισσότερη σαβούρα και το top 10 της wordpress με εξαίρεση κάποια “φωτεινά” blogs μοιάζει τελευταία με λαϊκή που οι πραματευτάδες φωνάζουν για να ξεπουλήσουν το εμπόρευμα τους το οποίο δεν έχει σημασία τι είναι αρκεί να πουληθεί. Το αστείο είναι ότι το αντίτιμο δεν είναι λεφτά αλλά hits πράγμα δεικτικό του πόσο βαθιά είναι πλέον ριζωμένη μέσα στους ανθρώπους η συναλλακτική λογική. Τους αρκεί να υπάρχει συναλαγή και μια αίσθηση κέρδους ακόμα κι αν αυτή δεν είναι πρακτικά - υλικά εξαργυρώσιμη. Αυτό συμβαίνει γιατί αρκεί η αίσθηση του κέρδους σαν ποσοτικό μέγεθος όχι σαν ποιοτικό, και δεν έχει καμία σημασία αν το κέρδος είναι λεφτά, hits, κουμπιά ή ρεβίθια, ακριβώς όπως όταν παίζω χαρτιά με φίλους και ποντάρουμε στραγάλια! Η διαφορά όμως εδώ είναι ότι υπάρχει ένα περιεχόμενο που μεταφέρει ένα νόημα μια σημασία, μια ουσία και αναζητά ποιοτική διάδραση και αυτό δεν μεταφράζεται σε hits. Κοινώς, δεν γουστάρω να συμμετέχω στην “κατάταξη” της wordpress ακριβώς επειδή αυτό το πράγμα μοιάζει να αγγίζει τα ορια της υπαρξιακής αγωνίας για κάποιους και τελικά να κάνει περισσότερο κακό παρά καλό στο περιεχόμενο και την ουσία της πληροφορίας που διακινείται στο διαδίκτυο.

Επειδή μιλάω ανοιχτά για εκφυλισμό και σαβούρα κανείς μπορεί να επιχειρήσει να μου χρεώσει ότι με αυτά που λέω γίνομαι ελιτίστας και στρέφομαι ενάντια στις ίδιες τις θέσεις μου για ελευθερία του λόγου, αυτοπροσδιορισμό κλπ αλλά δεν είναι καθόλου έτσι. Αυτοπροσδιορισμός και ελευθερία της έκφρασης δεν σημαίνει απαραίτητα ότι πρέπει να δεχθώ την φούσκα ή την μαλακία του καθένα ως άποψη και επιπλέον το να θεωρώ ότι κάποιος λέει μαλακίες δεν με κάνει ελιτίστα γιατί η σχέση μου με τη μαλακία του είναι διαλεκτική, προσπαθώ να εξηγήσω γιατί λέει μαλακία και επιπλέον ακούω κάποιον όταν μου λέει ότι εγώ λέω μαλακίες και το τεκμηριώνει, δεν υπάρχει άβατο για να είμαι ελιτίστας καθώς υπάρχει διάλογος και κριτική. Όμως εκεί ακριβώς είναι το πρόβλημα, ότι σταδιακά επικρατεί το light και τα αφόρητα cliche, και αρχίζουμε να διαπραγματευόμαστε και να ξαναμιλάμε για το αυτονόητο, για την δεοντολογία, και συχνά να πρέπει να αντιμετωπίσουμε την ψυχική κατάσταση του καθένα κι εγώ είμαι αρχιτέκτονας και όχι ψυχολόγος!

Για να ξεκαθαρίσω το αυτονόητο, μοναδική μου υποχρέωση απέναντι στην άποψη του καθένα είναι το να μην την εμποδίσω να ακουστεί ή να βοηθήσω να μην εμποδιστεί και να ακουστεί ελεύθερα και θα το κάνω ακόμα κι αν διαφωνώ. Από εκεί και πέρα ένα άλλο αυτονόητο είναι ότι βεβαίως δικαίωμα στην άποψη έχουν όλοι, βεβαίως όλοι είμαστε ίσοι και έτσι πρέπει αλλά δεν είμαστε όλοι ίδιοι και δεν είναι όλες οι θέσεις το ίδιο (αυτό δεν εισάγει αξιολογικό κριτήριο). Κάποιοι άνθρωποι, χωρίς να είναι αυθεντίες, είναι σίγουρα πιο ειδικοί από κάποιους άλλους σε συγκεκριμένα θέματα, είναι ικανότεροι να αντιληφθούν και να λειτουργήσουν σε συγκεκριμένα πλαίσια, και αν ισχυρισθείτε το αντίθετο τότε θα σας επιτρέψω να κάνετε εσείς την δουλειά μου και θα έρθω να κάνω εγώ τη δική σας.

Για τον λόγο αυτό και επειδή νομίζω ότι είμαι σε θέση να διακρίνω τον εκφυλισμό, και μάλλον δεν είμαι ο μόνος, λέω αυτά που λέω ανοιχτά και γι’ αυτά θα με κρίνετε και δεν έχω κανένα πρόβλημα με αυτό, άλλωστε γι’ αυτό γράφω με τα σχόλια ανοιχτά και όχι μόνο δεν κόβω κανέναν αλλά απαντώ σε όσους διαφωνούν και το συζητώ μέχρι τέλους! Ο λόγος είναι ότι προσωπικά blogάρω όχι μόνο επειδή αισθάνομαι ότι έχω κάτι να πω αλλά κυρίως επειδή νομίζω ότι υπάρχουν πάρα πολλά για να ακούσω και να αντιληφθώ, πλέον το κάνω για το feedback, όχι για να έχω hits και αυτό με ευχαριστεί! Επειδή λοιπόν τον τελευταίο καιρό δεν έχω πολλά να πω και με εξαίρεση κάποια blogs φίλων (τα οποία μάλιστα τελευταία δεν διαβάζω γιατί δεν έχω χρόνο) υπάρχουν ακόμα λιγότερα να ακούσω και δεν υπάρχει ουσιαστικό feedback είναι καλύτερα να μην blogάρω για λίγες μέρες και να ξανασκεφτώ κάποια πράγματα ώστε να βρω τον τρόπο για να αρχίσει πάλι να με ευχαριστεί το blogging!

Αφήνω τα comments ανοιχτά, για να είναι το blog ζωντανό αλλά κυρίως για όσους θέλουν να μου χρεώσουν κάτι και δεσμεύομαι να απαντήσω, για όλους τους άλλους υπάρχει το email μου! Δεν φεύγω, θα συνεχίσω κάποια στιγμή από εδώ, απλά θέλω τον χρόνο μου!… ίσως να αναδυθώ και κάπου αλλού, επόμενη επαφή μάλλον μετά το τέλος του μήνα!

h1

Ιστολόγια και ερωτηματολόγια

Ιούνιος 7, 2008

Από καιρό έχω αναφερθεί, αν και μάλλον αποσπασματικά, στο ότι σε γενικές γραμμές (για το “ειδικά” θα γράψω κάποια άλλη στιγμή) είμαι κατά οποιασδήποτε ιδέας συνασπισμού που θα έχει στόχο να παράξει οργανωμένες συλλογικότητες και γι’ αυτό ετερονομίες μέσα στο χώρο του blogging. Αυτό δεν είναι βίτσιο αλλά μια άποψη μου η οποία κατευθύνεται από την λογική ότι η blogόσφαιρα είναι χώρος έκφρασης και πεδίο δράσης του υποκειμένου με τρόπο αυτόνομο και όχι ετερόνομο. Ο καθένας εδώ είναι σε θέση να διεκδικήσει την ατομικότητα του, και το δικαίωμα στην διαφορά κάτι που εκεί έξω δεν είναι τόσο εύκολο και τα γεγονότα των ημερών το αποδεικνύουν. Προφανώς και δε εννοώ ότι δεν θέλω φίλους ή ότι απορρίπτω την συνδιαμόρφωση, κάθε άλλο, ακριβώς επειδή διεκδικώ τον διάλογο και την επικοινωνία αυτό που αρνούμαι είναι ένα οργανωμένο σύστημα ή φορέα που θα τον κατευθύνει, θα τον διαμορφώνει, θα τον υποστηρίζει, ή θα τον ονοματοδοτεί (χαρακτηρίζει). Ο διάλογος εδώ είναι ελεύθερος και η δεοντολογία, η θεματολογία, οι κοινές απόψεις και οι διαφωνίες παράγονται δυναμικά όπως και όλα τα υπόλοιπα που χαρακτηρίζουν την blogόσφαιρα και που ξέχασα να αναφέρω. Για να το πάω πιο μακριά το blogging όπως συνηθίζω να λέω δεν έχει έναν generic σκοπό, είναι απλά ένα εργαλείο και μια από τις ποιότητες του είναι ακριβώς αυτή, ότι δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα εργαλείο που δεν έχει σκοπό ύπαρξης αλλά αναζητά διαρκώς τον σκοπό του και αυτό είναι κάτι που το κάνουμε όλοι μαζί αλλά ο καθένας μόνος του και αυτόνομα. Η αποδοχή οποιασδήποτε “αρχής”, και δεν εννοώ τον όρο απαραίτητα υπό την έννοια της εξουσίας, θέτει ένα “τέλος” στο blogging και εδώ εννοώ την λέξη υπό την έννοια του σκοπού. Προσωπικά θεωρώ ότι το blogging δεν χρειάζεται κανένα τέλος γιατί είναι το ίδιο εντελές, εμπεριέχει το τέλος του μέσα στην εργαλειακότητα του και διαρκώς τείνει προς αυτό χωρίς να καταλήγει ποτέ καθώς το τέλος διαρκώς μετατοπίζεται και αυτό το διασφαλίζουμε εμείς, ως πολλοί και αυτόνομοι. Δείτε τα σχετικά posts παραθέτω links στο τέλος.

Αυτός είναι και ο λόγος που προσωπικά δεν πιστεύω στον χαρακτηρισμό “κίνημα των bloggers” και θεωρώ λάθος την χρήση του και αυτό γιατί μοιάζει μοιάζει να υπονοεί ένα κοινό ιδεολογικό πλαίσιο, μια κοινή θέση ή σύνολο θέσεων τα οποία για τον έξω κόσμο είναι τα προαπαιτούμενα για την διαμόρφωση των αιτημάτων μιας συλλογικής διεκδίκησης η οποία τελικά δεν υπάρχει. Επιπλέον θεωρώ ότι οποιοσδήποτε συνολικός χαρακτηρισμός γεννά μόνο κινδύνους και καταργεί το πιο ουσιαστικό στοιχείο του blogging, την αυτονομία ως απροσδιοριστία, εισάγοντας ετερονομίες!

Γι’ αυτό και στέκομαι επιφυλακτικά απέναντι στην πρόσκληση που έλαβα από την VPRC η οποία μέσω ενός εκπροσώπου της μου έστειλε ένα ομολογουμένως πολύ ευγενικό e-mail ζητώντας μου να διαθέσω λίγο χρόνο για να συμπληρώσω ένα ερωτηματολόγιο. Tο e-mail λέει μεταξύ άλλων:

“Το μηνιαίο πολιτικό περιοδικό Monthly Review και η εταιρία ερευνών VPRC πραγματοποιούν μια έρευνα προκειμένου να αναδείξουν τα κοινωνικά, πολιτικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά των bloggers στη χώρα μας.”

Θέλω εδώ να αναφέρω ότι δεν έχω κανένα πρόβλημα να δηλώσω σε ποιόν χώρο ανήκω ιδεολογικά (παρόλο που είναι εξαιρετικά περίπλοκο), άλλωστε είναι προφανές το τι είμαι από αυτά που γράφω και από τις απόψεις μου και είναι σαφές ότι αν είχα πρόβλημα ή φοβόμουν κάτι δεν θα έγραφα αυτά που γράφω. Η πολιτική ταυτότητα του blog είναι παραπάνω από σαφής, το περιεχόμενο και η θεματική του το ίδιο, το ποιος είμαι είναι κι αυτό πλέον γνωστό, το μορφωτικό μου επίπεδο μπορεί κάποιος να το βρει πολύ εύκολα από λινκς που υπάρχουν στο blog και από σχετικά posts και comments κλπ. Δεν έχω λοιπόν πρόβλημα να δώσω και το τηλέφωνο μου αν μου ζητηθεί.

Αυτό με το οποίο όμως δυσκολεύομαι να συμβιβαστώ, και στο οποίο προτιμώ να μην συνεναίσω, είναι η λογική μιας τέτοιας έρευνας, η λογική της παραγωγής ενός μοντέλου ή καλύτερα ενός προφίλ του “μέσου Έλληνα blogger”. Ακόμα κι αν δεν είναι μέσα στις προθέσεις της VPRC (που πράγματι δεν είναι) αυτό θα λειτουργήσει σαν στοιχείο ταυτοποίησης εννοώντας ότι σε βάθος χρόνου και με βάσει τέτοιες έρευνες η απροσδιοριστία αυτού του χώρου, της blogόσφαιρας, θα χαθεί και ο χώρος θα αποκτήσει ταυτότητα, θα ονοματοδοτηθεί και μαζί με την ονοματοδότηση ο αυτοπροσδιορισμός και η αυτονομία θα γίνουν ετεροπροσδιορισμός και ετερονομία. Πλέον δεν θα είσαι κάποιος που blogάρει αλλά επειδή blogάρεις θα είσαι κάποιος ή εν δυνάμει κάποιος που θα ανταποκρίνεται σε κάποια χαρακτηριστικά, αυτά που θα αναδείξει η έρευνα ή καλύτερα οι διάφορες έρευνες. Έχοντας ασχοληθεί με τα στατιστικά ανθρωπομετρικά μοντέλα που χρησιμοποιήθηκαν στην αρχιτεκτονική θεωρώ μεν ότι ήταν χρήσιμα αλλά έγιναν πιο χρήσιμα όταν τα απορρίψαμε. Ο λόγος είναι ότι φτιάξαμε μοντέλα που ήταν η συνισταμένη όλων των ανθρωπομετρικών χαρακτηριστικών (ύψος, βάρος, άνοιγμα χεριών κλπ.) όλου του πληθισμού. Παρόλο που ήταν όλα μεγέθη πολύ εύκολα μετρήσιμα και από τη φύση τους ποσοτικοποιήσιμα, στο τελικό μοντέλο ανθρώπου ανταποκρινόταν μόνο ένα 5% του πληθυσμού παρόλο που αυτό είχε βασιστεί στο 100%, όλοι οι άλλοι ήταν πιο κοντοί, ή πιο ψηλοί κλπ. Παρόλα αυτά οι αρχιτέκτονες λάμβαναν αποφάσεις και σχεδίαζαν για το 100% του πληθυσμού με βάση το μοντέλο που ταίριαζε μόνο στο 5%. Αυτό δεν έγινε γιατί έκαναν λάθος στην μελέτη, αλλά γιατί ήταν αδύνατον να καλύψουν με ένα μοντέλο την τεράστια ποικιλία ανθρωπίνων σωμάτων. Αυτός είναι και ο λόγος που σήμερα πιστεύω ότι μπορούν να υπάρξουν αναλύτικά μοντέλα αλλά όχι συνθετικά (που παράγουν συνθέσεις δηλαδή).

Θεωρώ λοιπόν ότι τα αποτελέσματα από αυτές τις έρευνες είναι χρήσιμα αλλά θα είναι πιο χρήσιμα όταν θα μάθουμε να τα αντιμετωπίζουμε ως μια θολή γενική εικόνα, διαισθητικά και όχι ως ταυτότητα ή ως ορισμό. Θα μου επιτρέψετε να θεωρώ ότι στην Ελλάδα όχι μόνο δεν υπάρχει από τον κόσμο η ανάλογη ωριμότητα ώστε να συμβεί το πρώτο αλλά κάποιοι Έλληνες είναι ικανοί να χρησιμοποιήσουν την ανάλυση προκειμένου να “συνθέσουν” μια ταυτότητα για το τι είναι blogger.

Επιπλέον το πεδίο του blogging είναι εξαιρετικά περίπλοκο, δεν είναι σαν το μπάσκετ όπου μπορεί κανείς πολύ εύκολα να μετρήσει φάουλ και σουτ εντός παιδιάς. Παρόλο που η blogόσφαιρα είναι ένας ψηφιακός χώρος ή πραγματικότητα της είναι απολύτως αναλογική και γι’ αυτό εξαιρετικά σύνθετη σε αντίθεση με αυτήν π.χ. του μπάσκετ που είναι σχεδόν ψηφιακό (δυαδικό), μια βολή μπαίνει ή δεν μπαίνει και για αυτό μπορεί να μετρηθεί ποσοτικά. Πώς όμως ποσοτικοποιείται το χάος του blogging χωρίς να γίνουν αφαιρέσεις; Μάλλον δεν γίνεται και προσωπικά θεωρώντας ότι ακόμα και οι τελευταίες λεπτομέρειες είναι εξαιρετικά καθοριστικές σε τέτοιου είδους συστήματα νομίζω ότι ίσως είναι καλύτερα για την blogόσφαιρα να παραμείνει ως μια θολή εικόνα και η εντύπωση που έχουμε γι’ αυτή να είναι αποκλειστικά το προϊόν της βιωματικής μας εμπειρίας και να μην μεταφραστεί σε ποσοτικά μεγέθη που όσο κι αν δεν το θέλουμε θα λειτουργήσουν ως ορισμός.

Κατανοώ τις προθέσεις της VPRC, συμφωνώ ότι έχει τεράστιο ενδιαφέρον μια στατιστική μελέτη αλλά ας μου επιτραπεί να θεωρώ ότι το χάος της blogόσφαιρας δεν χρειάζεται ούτε να προσδιοριστεί, ούτε να μπει σε τάξη καθώς αυτή είναι η σημαντικότερη ποιότητα του και ίσως και ο μοναδικός έγκυρος ορισμός που μπορεί να δωθεί. Ευχαριστώ την VPRC για την επιλογή και τον ενδιαφέρον της για το blogging αλλά δεν θα συμμετέχω στην έρευνα, όχι γιατί φοβάμαι ή διαφωνώ, άλλωστε δεν είναι η συγκεκριμένη έρευνα αυτή που θα αλλάξει τον τρόπο που σκεπτόμαστε για το blogging, κάτι τέτοιο θα συμβεί σε βάθος χρόνου. Ας μου επιτραπεί όμως η αποχή ως μια πράξη συμβολική και μαζί εργαλειακή, όχι γιατί θέλω να αποτύχει η έρευνα, αλλά γιατί θεωρώ ότι πρέπει κάποιος να πάρει την θέση αυτή, υπέρ του χάους και της απροσδιοριστίας της blogόσφαιρας, και να αναλάβει ως ρόλο να την υπερασπιστεί και να την στηρίξει, όχι για να κυριαρχήσει το χάος και η αυτονομία, αλλά για να μην εκλείψει.

Στα παρακάτω κείμενα παραθέτω κάποιες σχετικές σκέψεις και θέσεις μου για το blogging που ίσως βοηθήσουν στην καλύτερη κατανόηση ή στην επιδείνωση της παρανόησης.

Το τέλος του blogging και το καθήκον του γράφειν

Το πληκτρολόγιο του Κάφκα

Νόμος(?) - Μανιφέστο(?)


h1

Πανεπιστήμιο, μεταξύ ουτοπίας και μαλακίας

Ιούνιος 2, 2008

Οι Έλληνες πιστεύουν στο “per se”, στο “καθαυτό”, ότι δηλαδή πράγματα ή διαδικασίες, θεσμοί ή πρόσωπα είναι καλά ή κακά εγγενώς και με τρόπο απόλυτο και όχι κατά περίσταση. Αυτός είναι ο λόγος που ο Έλληνας σε όλα τα πράγματα κοιτάζει το “τι” ή το “ποιος” και χάνει το “πως” καθώς δεν αντιλαμβάνεται ότι τα πράγματα είναι σχετικά. Κοινώς, δεν υπάρχει ιδανική λύση, μια λύση δεν λύνει ένα πρόβλημα ή αν το κάνει γεννά τότε νέα προβλήματα, στην πραγματικότητα η λύση διαπραγματεύεται ανάμεσα σε πολλά προβλήματα και προσπαθεί να τα εξισορροπήσει. Όμως ο Έλληνας κουβαλάει την αλήθεια του, με τον σταυρό ή το πλακάτ στο χέρι, με την μολότωφ ή με την σημαία πάντα πιστεύει στην απόλυτη λύση και στην δική του ουτοπία, ευτοπία για τον ίδιο αλλά συχνά δυστοπία για κάποιους άλλους.

Το πρόβλημα με τις ουτοπίες είναι ότι κανείς πρέπει να τις πιστέψει, όχι να τις σκεφτεί, δεν είναι τυχαίο ότι όλες αναφέρονται σε αφηρημένες έννοιες και σε γενικές εξωτερικότητες που είναι υπερσυγκεντρωτικές, ο θεός, ο λαός, το έθνος, επιδιωκόμενος προστάτης όλων αυτών πάντα το κράτος. Έτσι επικρατεί το γενικό και όχι το σχετικό, η ετερονομία έναντι της αυτονομίας, η ιδέα έναντι της πράξης (η διαμαρτυρία είναι μεν πράξη αλλά πράξη αποδόμησης, η αντιπρόταση και η δόμηση είναι πράξη). Σέβομαι την εργαλειακή χρήση της ουτοπίας ως μέσο για την μετατόπιση της πραγματικότητας και ως τέτοιο την χρησιμοποιώ, δεν μπορώ όμως να την δεχθώ όταν γίνεται μανιφέστο, πίστη, αρχή και τέλος γιατί τότε στερείται ρεαλισμού και λειτουργεί σε βάρος όλων. Κι ας λέει ο Le Corbusier ότι “η ουτοπία του σήμερα είναι η πραγματικότητα του αύριο”, η πικρή αλήθεια είναι ότι οι ουτοπίες του Le Corbusier απέτυχαν να γίνουν πραγματικότητες και το άυριο έγινε χθες, ίσως και προχθές. Φυσικά κάποιοι έχουν κάθε δικαίωμα να περιμένουν ακόμα για το αύριο που θα φέρει την κάθαρση, την λύτρωση ή την επανάσταση. Όμως κι εγώ έχω κάθε δικαίωμα να θεωρώ ότι η ουτοπία είναι εργαλείο για την διεκδίκηση μιας καλύτερης πραγματικότητας, όχι όμως και ο στόχος.

Ένα άλλο πρόβλημα στην Ελλάδα είναι η αποσπασματική θέαση των πραγμάτων συχνά με τρόπο ομφαλοσκοπικό που αγνοεί την εξωτερική πραγματικότητα. Μερικές φορές από εδώ συνειδητοποιώ ότι για τους Έλληνες υπάρχει μόνο η Ελλάδα και ότι προσπαθούν να φτιάξουν κάτι σαν φράγμα για να αποτρέψουν οποιαδήποτε αλλαγή που έχει ήδη συντελεστεί αλλού  να λάβει χώρα εκεί. Αυτό δεν είναι παρά μια ακόμα ουτοπία η οποία προφανώς δεν θα αντέξει για πολύ. Τα φράγματα χρειάζονται υλικά, δεν γίνονται με χώμα και πέτρες και όταν περατωθούν αφήνουν μια ελεγχόμενη ροή, όχι μόνο για να μη σπάσουν από την πίεση, αλλά και για να ποτίζεται που και που η έρημος που υπάρχει από πίσω τους.

Ναι, μια έρημος υπάρχει από πίσω γεμάτη καμήλες και καμπούρες και εκτός ότι όλοι βλέπουν μόνο τις καμπούρες των άλλων και όχι την δική τους, αναλώνουν τόσο χρόνο στο να γελούν ή να καταγγέλλουν καμπούρες που τελικά η έρημος μένει έρημος. Έρημος η Ελλάδα, έρημος και τα πανεπιστήμια.

Το Ελληνικό πανεπιστήμιο είναι κακό… κάκιστο και η αιτία εντοπίζεται πολύ απλά στο γεγονός ότι δεν είναι δημόσιο όπως κάποιοι θέλουν να λένε αλλά κρατικό. Όποιος καταλαβαίνει τη διαφορά καταλαβαίνει πολλά και μπορεί να συναισθανθεί το πόσο αστείο μου μοιάζει αυτό που ακούω σαν σλόγκαν από όλες τις πλευρές αυτές τις μέρες, “η υπεράσπιση του χαρακτήρα του δημόσιου πανεπιστημίου”.

Είναι αστεία αυτά που λέει η κυβέρνηση και ακόμα κι αν υπάρχει ένα ίχνος σοβαρότητας, όπως και να το κάνουμε δικαιούμαι να μην μπορώ να ακούω για εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις από ένα κόμμα του οποίου η φοιτητική παράταξη απαρτίζεται από ξανθιές γκόμενες και τυπάκια με τζελ στο μαλλί που ακούνε Βίσση και μιλάνε αποκλειστικά για ρούχα, καλλυντικά, ποδόσφαιρο και αυτοκίνητα. Sorry dudes, δεν θα πάρω την μεταρρύθμιση σας γιατί για εμένα είστε η κοινωνία του light, πιο ελαφρείς από τους ελαφρείς και δεν θεωρώ ότι είστε αρκετά ικανοί ή διαβασμένοι ώστε να περιφρουρήσετε τον χαρακτήρα του δημόσιου πανεπιστημίου. Άλλωστε πανεπιστήμιο για εσάς είναι ο χώρος που γίνονται τα πάρτι που πρέπει να πληρώσεις είσοδο για να μπεις στη σχολή σου και να δεις Ρωσσίδες να τσιτσιδώνονται (βλέπε ΠΑΜΑΚ, γύρω στο 2002, όποιος θυμάται ας κάνει comment).

Αστείοι όμως είναι και αυτοί που φωνάζουν λίγο περισσότερο, δηλαδή οι υπόλοιποι φοιτητές. Συμμερίζομαι τις αγωνίες όμως όσοι υπερασπίζονται το κατ’ αυτούς “δημόσιο πανεπιστήμιο”, άθελα τους μοιάζουν να στηρίζουν τον αποτυχημένο κρατισμό που α) τους στοιβάζει σε βρώμικες σχολές και σε αμφιθέατρα που σχεδιάστηκαν για να εξυπηρετούν το ένα τρίτο του συνόλου, β) τους χρησιμοποιεί σαν φαντάρους και τους στέλνει να σπουδάσουν στην Κομοτηνή και την Ξάνθη γιατί το κράτος θέλει να κάνει καλύτερη γεωγραφική κατανομή του πληθυσμού αλλά ταυτόχρονα δεν παρέχει στέγαση, γ)τους αφήνει έρμαια καθηγητών οι οποίοι τους εκμεταλλεύονται αμισθί για να δουλεύουν στα ερευνητικά τους προγράμματα και να μασουλάνε τα κονδύλια της Ευρωπαϊκής ένωσης, που τελικά παράγει μηδενική έρευνα, δ) που έχει διδακτορικούς που δεν πληρώνονται, ε) έχει 407δες που πληρώνονται σαν δούλοι και στ) παράγει κακούς φοιτητές, οι οποίοι συχνά γίνονται κακοί επαγγελματίες. Μέσα σε όλα αυτά οι φοιτητές λένε “όχι στον εργασιακό Μεσαίωνα”, και γαμώ τα συνθήματα… αλλά ο Μεσαίωνας είναι ήδη εδώ και τελικά με την στάση τους οι ίδιοι τον συντηρούν. Κοινώς, προκειμένου να μην υπάρχει εκμετάλλευση από τους ιδιώτες (ελληνική ιδεοληψία) επιτρέπουν να τους εκμεταλλεύεται το κράτος.

Από την άλλη το καθολικό τους “όχι” στα ιδιωτικά πανεπιστήμια γιατί αυτό υποβαθμίζει τα δημόσια ακούγεται τουλάχιστον σαν ανέκδοτο και ο λόγος είναι ότι τα ιδιωτικά υπάρχουν ήδη τόσο εντός Ελλάδος αλλά και εκτός, απέχουν μόλις δύο ώρες με το αεροπλάνο και τα Ελληνικά δημόσια ήδη καλούνται να τα ανταγωνιστούν. Αν επιστρέψω Ελλάδα το πτυχίο του TU Delft (μιλάω για το πτυχίο όχι για τις ικανότητες) δεν μπορεί να το ανταγωνιστεί επαρκώς απόφοιτος ελληνικού πανεπιστημίου που δεν έχει κάνει μεταπτυχιακό στο το εξωτερικό (συνάδελφοι εύχομαι να μη με βρείτε στον δρόμο σας). Επιπλέον τα δημόσια υποβαθμίζονται όχι από τα ιδιωτικά αλλά από τις κακές τους επιδόσεις στην έρευνα, τις κακές τους εγκαταστάσεις, τα απαρχαιωμένα προγράμματα σπουδών, τους καθηγητές λαμόγια που κρύβονται πίσω από την μονιμότητα τους και τρώνε από τα ερευνητικά προγράμματα και την κρατική εκμετάλλευση (1000 φοιτητές σε σχολές για 200). Δεν ξέρω αν τελικά τα ιδιωτικά μπορούν μέσω του ανταγωνισμού που θα προκύψει να εξυγιάνουν ή να σκοτώσουν τα δημόσια όμως ξέρω ότι υπάρχουν και ότι είναι ουτοπικό να μιλάμε σαν να είναι εκτός πλαισίου και να λέμε “όχι”. Θα έπρεπε ήδη εδώ και χρόνια να έχει αρχίσει η κουβέντα για το πως μέσα στα πλαίσια της Ε.Ε., και όχι απλά μέσα στα πλαίσια της Ελλάδας, το Ελληνικό κρατικό πανεπιστήμιο θα αποκτήσει ειδικό βάρος και θα είναι δημόσιο με όλη της σημασία της λέξης, ουσιαστικά και όχι ονομαστικά, και ταυτόχρονα ανταγωνιστικό έναντι των ξένων και όχι των εγχώριων ιδιωτικών! Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η διαρκής άρνηση χωρίς αντιπροτάσεις οδηγεί μόνο στην καθολική υποταγή.

Κάτι που δεν έχουν καταλάβει οι περισσότεροι είναι ότι δυστυχώς ο θεσμός του κράτους σαν μηχανισμός παραγωγής και οικονομικής εισφοράς έχει όχι απλά αποτύχει αλλά κυριολεκτικά πεθάνει και αυτό δεν είναι κάτι που συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα. Τα κράτη και κάθε είδους συγκεντρωτικές δομές καταρρέουν οικονομικά και γι’ αυτόν τον λόγο έχουν γίνει λιγότερο συγκεντρωτικά και έχουν περιοριστεί στον ρόλο του ελεγκτή, του φοροεισπράκτορα και του θεσμοθέτη - νομοθέτη. Από εκεί που προσέφεραν εργασία και ήταν οι κυρίαρχοι επενδυτές για την ανάπτυξη της εκάστοτε χώρας, έχοντας πλέον αποτύχει, στοχεύουν να προστατεύσουν τους αδύνατους προσφέροντας κοινωνική πρόνοια και παροχές, ίσες ευκαιρίες, αξιοκρατία, νομική προστασία από την ενδεχόμενη εκμετάλλευση από το κεφάλαιο κλπ (το αν τα καταφέρνουν είναι άλλη ιστορία και δεν θα την αναπτύξω εδώ, πάντως κάπου τα καταφέρνουν). Μέσα σε αυτό το πλαίσιο είναι λίγο δύσκολο να περιμένει κανείς από υπερχρεωμένα και αργοκίνητα κράτη (όπως το ελληνικό) ή καταρρέοντες κρατικούς οργανισμούς (όπως οι ελληνικοί) να επενδύσουν στα πανεπιστήμια για να παράγουν έρευνα και τεχνολογία γιατί πολύ απλά τους στοιχίζει περισσότερο από όσο τους αποδίδει και είναι ευκολότερο να την αγοράζουν από ιδιώτες ή απ’ έξω και το “ευκολότερο” σημαίνει πιο οικονομικό και για τον φορολογούμενο πολίτη. Αυτή είναι η πραγματικότητα σήμερα είτε μας αρέσει είτε όχι.

Το κρατικό πανεπιστήμιο που είναι κάθε άλλο παρά δημόσιο κοστίζει στον Έλληνα φορολογούμενο πολλαπλάσια από ότι θα κόστιζε αν ήταν ιδιωτικό. Άκουσα πρόσφατα στην TV από κάποιον πανεπιστημιακό ότι είναι πρόβλημα η ελλιπής χρηματοδότηση των πανεπιστημίων. Αυτό είναι μόνο η μισή αλήθεια, η άλλη μισή είναι το που πάνε τα λεφτά που δίνονται. Εγώ δεν θα πω ότι κλέβουν, όχι γιατί δεν το πιστεύω αλλά γιατί είναι αφόρητα κλισέ και εξαιρετικά αποπροσανατολιστικό για δύο λόγους α) δεν μπορεί να το αποδείξει κανείς γιατί αν μπορούσε θα τους έκανε μήνυση και β) γιατί τα πολλά λεφτά χάνονται από τον τρόπο που το δημόσιο πανεπιστήμιο τα διαχειρίζεται και τα ελέγχει. Οι διαδικασίες των συναλλαγών του δημοσίου με ιδιώτες που είναι χρονοβόρες κάνουν το κόστος μιας συναλλαγής του δημοσίου με ένα ιδιώτη τριπλάσιο από ότι αν την έκανε ιδιώτης με ιδιώτη. Δεν υπερβάλω καθόλου και μάλιστα αν συνυπολογίσουμε το κόστος των ελέγχων και της γραφειοκρατίας για την ολοκλήρωση της συναλλαγής το κόστος πολλαπλασιάζεται!

Η ερώτηση έρχεται εύλογα και λέει “γιατί λοιπόν να μην διεκδικήσουμε ένα καλύτερο δημόσιο πανεπιστήμιο;” και η απάντηση το ίδιο εύλογα λέει ότι τόσο τα επιχειρήματα όσο και οι πρακτικές των διεκδικήσεων τόσα χρόνια έχουν όχι μόνο αποτύχει άλλα έδωσαν και πάτημα σε αυτούς που έκαναν τις αλλαγές να τις κάνουν μόνοι τους, χωρίς τη συμμετοχή των φοιτητών οι οποίοι έλεγαν όχι. Μάλλον λοιπόν το φοιτητικό κίνημα κάπου κάνει λάθος ή καλύτερα κάνει πολλά λάθη. Είναι πάρα πολλά τα οξύμωρα σχήματα. Από τα φοιτητικά μου χρόνια θυμάμαι σε γενικές συνελεύσεις το αίτημα “σύνδεση με την αγορά εργασίας” το οποίο με ενοχλούσε γιατί ήμουν υπέρ της ακαδημαϊκής φύσης του πανεπιστημίου και ακόμα είμαι. Αμέσως μετά από αυτό το αίτημα όμως ακολουθούσε το “έξω οι επιχειρήσεις από τι σχολές” το οποίο τότε υποστήριζα φοβούμενος ότι κάτι τέτοιο θα μετάλλασσε το πρόγραμμα σπουδών προς όφελος των επιχειρήσεων. Τώρα αντιλαμβάνομαι ότι εκτός του ήταν υπερβολικό αυτό που κάναμε τότε, σαν να φωνάζαμε προληπτικά “λύκος λύκος”,  ήταν και εξαιρετικά οξύμωρο από την άποψη ότι η σύνδεση με την αγορά εργασίας ήταν κάτι που επιδιώκαμε και στην αγορά υπάρχουν ιδιώτες στους οποίους όμως εμείς αρνούμαστε την συνεργασία για την παραγωγή έρευνας που κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες θα απέφερε κέρδος και στο πανεπιστήμιο και στους φοιτητές οι οποίοι θα αποκτούσαν και εμπειρία από την έρευνα, ίσως χρήματα και ευκαιρίες για εργασία και σίγουρα δημοσιεύσεις. Αν το σκεφτεί κανείς καλύτερα θα δει ότι δεν υπάρχουν άλλοι τρόποι για να γίνει σύνδεση με την αγορά όπως εμείς τότε ζητούσαμε (όποιος βρει άλλον τρόπο ας αφήσει σχόλιο). Αντί λοιπόν να καθίσουμε και να συζητήσουμε σοβαρά για το πως θα μπορούσαμε να διαμορφώσουμε τις συνθήκες ώστε να είμαστε εμείς τα αφεντικά στην σχέση μας με τις επιχειρήσεις και ταυτόχρονα να προστατεύσουμε την σχολή μας και τον ακαδημαϊκό χαρακτήρα των σπουδών μας, εμείς λέγαμε προληπτικά “όχι” γιατί η επιχειρήσεις είναι κάτι a priori “κακό” και θέλουν να μας εκμεταλλευτούν. Βέβαια, όλοι όσοι έλεγαν αυτά τότε τελείωσαν και σε τέτοιες επιχειρήσεις δουλεύουν τώρα, έχοντας μάλιστα δεχθεί να εργαστούν αμισθί καταλαμβάνοντας θέσεις εργασίας κάποιων άλλων που θα πληρώνονταν.

Η διεκδίκηση λοιπόν ενός καλύτερου δημοσίου πανεπιστημίου προϋποθέτει μια πιο ρεαλιστική και πιο συνολική στάση που θα θέτει τα προβλήματα στην βάση τους, θα έχει διαμορφωμένες προτάσεις και δεν θα αναζητά απαντήσεις και επιχειρήματα μόνο όταν έρχονται νέα νομοσχέδια προς ψήφιση. Αναρωτιέμαι αν υπάρχει έστω και μια φοιτητική παράταξη που να έχει ξεκάθαρο πλάνο για το δημόσιο πανεπιστήμιο και θέσεις ουσιαστικές; Όχι άλλα ευχολόγια και ευκαιριακά συνθήματα. Βέβαια θα μου πείτε εδώ δεν υπάρχει κόμμα που να έχει κάτι τέτοιο.

Ξέρω ότι κάποιοι αναμασώντας την καραμέλα θα πείτε ότι παρόλα αυτά το “ελληνικό πανεπιστήμιο είναι καλό, υπάρχουν τόσοι Έλληνες επιστήμονες που διαπρέπουν στο εξωτερικό” και εγώ θα σας απαντήσω ότι η αυτή η άποψη είναι άκρως αντιφατική και ότι δεν κάνει τίποτα παρά να αποδεικνύει ότι οι Έλληνες διαπρέπουν στο εξωτερικό ακριβώς επειδή το ελληνικό πανεπιστήμιο είναι κάκιστο και δεν μπορούν να διαπρέψουν στην Ελλάδα. Αντίθετα ο Γερμανός διαπρέπει στην Γερμανία, ο Ολλανδός στην Ολλανδία, ο Σουηδός στη Σουηδία κλπ. Ο Έλληνας διαπρέπει στην Αγγλία, στην Ολλανδία, στις ΗΠΑ όχι όμως στην Ελλάδα και δεν θα με πείσετε όσο κι αν χτυπάτε τον κώλο σας κάτω. Αυτή είναι η πικρή αλήθεια αν και το πιο πικρό είναι το σκηνικό των ημερών.

Είδα αυτές τις μέρες πολλά ποστ τα οποία δυστυχώς αναλώθηκαν στην επιφάνεια του προβλήματος και των προβλημάτων γενικότερα. Όλα είναι θεμιτά βεβαίως, αλλά από την άλλη πάσχουμε όλοι και μαζί μας πάσχουν όλα και γι’ αυτό το μοναδιαίο παράδειγμα, η περιπτωσιολογία αν προτιμάτε, δεν δικαιώνει το συλλογικό ούτε ανοίγει το πεδίο του διαλόγου, αντίθετα το στοχεύει σε μια μικρή κλίμακα και το κρατά κλειστό με τρόπο που βολεύει αυτούς που θέλουν να κάνουν τις αλλαγές και αυτούς που θέλουν να εκμεταλλευτούν τις αλλαγές. Επιπλέον, αν το πρόβλημα είναι η δομή του πανεπιστημίου και το αν πρέπει να υπάρχει αξιολόγηση ή ιδιωτικά πανεπιστήμια, εξειδίκευση κλπ τότε μπορεί ο καθείς να θίξει το ζήτημα και να μιλήσει για τα δομικά του χαρακτηριστικά και αν μπορεί να μας πείσει, άλλωστε οι απόψεις δεν είναι θέσει αλλά φύσει σωστές. Το πρόβλημα δεν είναι ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ, ούτε ο Κουράκης, ο ΓΑΠ, ο Πλεύρης, ο Χεϊζάνογλου ή ο Bob ο Μάστορας και σε κάθε περίπτωση το να στοχοποιείται κάθε φορά κάποιος, δικαίως ή αδίκως, είναι αποπροσανατολιστικό για την παραγωγικότητα του διαλόγου. Δεν υπερασπίζομαι κανένα Κουράκη και κανένα ΣΥΡΙΖΑ όμως υπερασπίζομαι την ουσία γιατί μου έχει κάνει εντύπωση ότι οι περισσότεροι bloggers γράφετε θεωρόντας τα γραφόμενα σας ουσιαστικά ενώ δεν είναι απαραιτήτως έτσι. Αυτό δεν το έχετε αντιληφθεί και εξακολουθείτε να αναλώνεστε σε αυτό ενώ υπάρχει ένα σύμπαν σημαντικών πραγμάτων προς διάλογο που καταλήγει να μένει στο περιθώριο. Το πρόβλημα είναι το επουσιώδες του διαλόγου και η στόχευση σε πρόσωπα και όχι σε θεσμούς. Αν δεν πάρετε απόφαση ότι η κουβέντα πρέπει να έχει σαν βάση το τι είδους παιδεία θέλετε δεν θα το λύσετε ποτέ, ούτε ο Κουράκης θα το λύσει, ούτε ο Παπανδρέου, ούτε ο Κωστάκης, ούτε κι εγώ. Όλοι μαζί θα το λύσουμε αλλά προϋπόθεση είναι να ξέρουμε τι θέλουμε και να ξέρουμε τι λέμε και όχι να περιφερόμαστε μεταξύ ουτοπίας και μαλακίας όπως κάνουν όλοι αυτές τις μέρες.

h1

Αναζητώντας τον ορισμό του προβλήματος

Μάιος 24, 2008

Αναρωτιέμαι αν πίσω από την πρόταση που επαναλαμβάνουν κάποιοι φίλοι, “το πρόβλημα δεν είναι αυτό”, “το πρόβλημα δεν είναι το άλλο”, που ομολογώ μου αρέσει και την βλέπω με συμπάθεια γιατί κι εγώ συνηθίζω να δίνω τέτοιου είδους αντίστροφους ορισμούς ώστε να καταδείξω κάτι ως το αντίθετο κάποιου άλλου πράγματος, υπάρχει ένας αυτόνομος μη ετεροπροσδιορισμένος ορισμός του προβλήματος. Κουράστηκα με τους αρνητικούς ορισμούς, πείτε μας ποιο είναι συνολικά το πρόβλημα και τι πρέπει να γίνει για να λυθεί και όχι αποσπασματικά ποιο δεν είναι το πρόβλημα και τι “δεν” πρέπει να γίνει. Κοινώς, καλή η ρήξη και η ανατροπή και τις περισσότερες φορές συμμερίζομαι απόλυτα τους λόγους αλλά αν στόχος είναι η αλλαγή και όχι απλά η αποδόμηση τότε πείτε μας κι εμάς προς ποια κατεύθυνση και με ποιο τρόπο, συνολικά και όχι αποσπασματικά. Δυστυχώς, όσο δίκιο κι αν έχετε κάποιοι σε αυτά που λέτε, ότι λέτε είναι αποσπασματικό και ο τρόπος που τα λέτε προϋποθέτει να έχω αρκετή διάθεση και “πίστη” ώστε να πεισθώ. Όμως δεν την έχω, αν δεν υπάρχει συνολική ρεαλιστική αντιπρόταση τα πράγματα δεν γίνονται καλύτερα αλλά χειρότερα γιατί ο κόσμος αλλάζει και στην Ελλάδα τα πράγματα μένουν ίδια. Ο αγώνας και το κίνημα δεν είναι ο στόχος, είναι απλά το μέσο για να κατακτήσουμε τον στόχο. Κι εγώ μαζί σας στο κίνημα, εκεί ήμουν και από εκεί ήρθα, όμως κανείς δεν μου λέει ποιος είναι ο στόχος και τι έχετε να αντιπροτείνετε, εννοώ τι είδους αλλαγές, σε ποιο context κλπ. Όλα τα άλλα είναι αποσπασματικά και γι’ αυτό όταν επιχειρήσουμε να τα δούμε όλα μαζί είναι ασύνδετα και μοιάζουν ουτοπικά. Αν επιθυμείτε να αγωνιστείτε για ρήξη και ανατροπή θα πρέπει να ορίσετε τις ριζικές αλλαγές συνολικά και να σχεδιάσετε τον τρόπο που αυτές πρέπει να γίνουν, “πρώτα αυτό”, “μετά εκείνο”, “λεφτά θα βρούμε από εδώ”, “θα τα δώσουμε εδώ”, “σε 10 χρόνια θα είμαστε κάπως έτσι”, όταν το κάνετε ίσως διαπιστώσετε ότι δεν μπορούν να γίνουν τόσο ριζικές αλλαγές αλλά ελπίζω να είμαι λάθος. Σε κάθε περίπτωση, αν δεν ορίσετε τις αλλαγές και δεν σχεδιάσετε το μέλλον είναι προτιμότερο να αφήσετε προς το παρόν την ρήξη και την ανατροπή στην άκρη γιατί η αλλαγή δεν γίνεται με συνθήματα και ευχολόγια για την καθολική επικράτηση του “καλού”. Ίσως είναι καλύτερα να σκεφτείτε πως θα διορθώσετε το σύστημα με μικρές εύλογες αλλαγές. Δεν με ικανοποιεί αλλά από το “όχι” σε όλα χωρίς να υπάρχει αντιπρόταση που αφήνει την κατάσταση να επιδεινώνεται διαρκώς είναι προτιμότερο…

h1

Της Καλομοίρας (περί Media)

Μάιος 22, 2008

Δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό και δεν είναι μόνο επειδή η Καλομοίρα είναι σέξυ. Η χαμηλή τέχνη, το kitsch και το trash όσο κι αν με εκνευρίζουν με γοητεύουν. Είναι ίσως επειδή πίσω τους υπάρχει μια ολόκληρη κοινωνία, ένας ζωντανός οργανισμός που τα γεννά, τα αναπαράγει και μετά συχνά τα αποκαθηλώνει ή τα λιθοβολεί. Το πεδίο που συμβαίνουν όλα αυτά είναι τα Media, τα οποία στην Ελλάδα είναι κάτι σαν την πλατεία σε έναν κόσμο που λειτουργεί ως υποκατάστατο του χωριού που μεγάλωσε ο “μέσος Έλληνας”.

Σε κάθε περίπτωση η μαζική κουλτούρα και η τέχνη που αυτή παράγει δεν είναι ένα πεδίο ομαλό (το αν είναι υγιές δεν θα το κρίνω και έχω τους λόγους μου) μονοδιάστατο ή προβλέψιμο. Είναι κάτι πολυεπίπεδο και εξαιρετικά σύνθετο και ο τρόπος που διαμορφώνεται εξαιρετικά δυναμικός και γι’ αυτό με ενδιαφέρει καθώς εκλαμβάνω αυτό το πεδίο ως το χώρο που η ζωή και η τέχνη συναντώνται. Για να το πω πιο απλά, η μάνα μου (λέω για τη δική μου για να μη θίξω κάποιον) παρόλο που είναι ένα πρόσωπο που υπεραγαπώ, δεν μπορεί να μου πει πολλά για τον Hubert Duprat και φαντάζομαι σχεδόν κανείς από εσάς γιατί παρόλο που είναι ένας πολύ ενδιαφέρον καλλιτέχνης είναι ένα πρόσωπο που λίγοι γνωρίζουν, όπως λίγοι γνωρίζουν τον Absalon, τον Hiroshi Sugimoto, τον Roman Opalka, τον Simon Norfolk, τον Gregory Crewdson (ήταν μια καλή ευκαιρία να δώσω links σε καλλιτέχνες λιγότερο γνωστούς που μου αρέσει πολύ η δουλειά τους). Την Καλομοίρα όμως την γνωρίζει και η μάνα μου και η γιαγιά μου και η θεία μου και η δική σας θεία και θείος αγαπητέ αναγνώστη και εκτός αυτού η Καλομοίρα και η κάθε Καλομοίρα, το οτιδήποτε υπάρχει ως κοινή γνώση ή βιωμένη εμπειρία, γίνεται κοινός τόπος και αφορμή επικοινωνίας (συχνά προϋπόθεση!) πριν γίνει πεδίο κριτικής. Κοινώς, ανεξάρτητα με το είδος της κριτικής η Καλομοίρα ενώνει γιατί γίνεται “φόρμα” και αφορμή για κουβέντα, όπως ακριβώς και η Τζούλια Αλεξανδράτου, η Ελένη Μενεγάκη, η Σάσα Μπάστα, ο Θέμος Αναστασιάδης, ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος και φυσικά ο αγαπημένος σε αυτό το blog Γεράσιμος Γιακουμάτος και ο Παναγιώτης Ψωμιάδης (βλ. Νομάρχης).

Η αναγωγή των προσώπων σε φόρμες, η αν προτιμάτε σε αφορμές επικοινωνίας είναι μια πραγματικότητα και συμβαίνει είτε μας αρέσει είτε όχι (εμένα όχι και το ξέρετε αλλά συγχωρείστε μου που δεν θα το αναπτύξω σε αυτό το κείμενο, κάνω προσπάθεια κι εγώ να συγχωρέσω τον εαυτό μου). Άλλωστε αυτό δεν είναι τίποτα παραπάνω από την τηλεοπτικοποίηση αυτού που συνέβαινε στα χωριά παλαιότερα. Σε κάθε χωριό υπήρχε (κι αν δεν υπήρχε έβρισκαν κάποιον και τον έκαναν) ο τρελός, ο χαζός, η πουτάνα, ο πούστης, ο κλέφτης, ο κτηνοβάτης και η ύπαρξη όλων αυτών των “ρόλων” ήταν προϋπόθεση για να ζήσουν όλοι οι άλλοι αισθανόμενοι κανονικοί. Αν ρίξετε μια ματιά θα βρείτε τους παραπάνω “ρόλους” σε πολλά πρόσωπα που σχολιάζονται στην μεσημεριανή ζώνη. Αυτή η εξάρτηση από τα πρόσωπα που λειτουργούν ως πεδίο σχολιασμού - επικοινωνίας, μάλλον επειδή υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν τι άλλο να πουν, είναι που δίνει δημοσιότητα σε αυτά τα πρόσωπα και την ανατροφοδοτεί διαρκώς. Από την άλλη ακόμα και κάποιοι που έχουν κάτι να πουν δεν λένε όχι στον χαβαλέ. Το πρόβλημα βέβαια δεν είναι ούτε οι ρόλοι, ούτε η Καλομοίρα ούτε ο χαβαλές, αλλά ότι υπάρχουν μόνο αυτά ή καλύτερα ότι υπάρχουν αυτά σε βάρος όλων των άλλων που θα μπορούσαν ή θα έπρεπε να υπάρχουν!

Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από το “τι θα έπρεπε να βλέπουμε” που είναι κάπως διδακτικό και μπορεί σε κάποιους να ακούγεται πολύ ελιτίστικο σε εμένα πολύ κλισέ, υπάρχει ένα πιο ουσιαστικό ζήτημα σε σχέση με την πραγματικότητα όπως υφίσταται σήμερα. Το χειρότερο λοιπόν είναι ότι μια είδηση η οποία συχνά παρουσιάζεται ως τέτοια χωρίς να είναι, π.χ. “ο Ψωμιάδης ντύθηκε Spider Man” ή “Το βρακί της Καλομοίρας σε κωλάδικο στην Μύκονο”, είναι η αφορμή αλλά και το πιο επουσιώδες στην όλη διαδικασία. Ακόμα όμως κι όταν η είδηση είναι περισσότερο ουσιαστική το σημαντικό είναι ο αντίλαλος και η διατήρηση της είδησης με κάθε μέσο, ίσως γιατί ό αντίλαλος κοστίζει λιγότερο και είναι πιο εύκολο και πιο σίγουρο από το ψάρεμα της ίδιας της είδησης. Αυτό που έχουμε λοιπόν είναι σχόλιο στο σχόλιο και σχόλιο για το σχόλιο με αφορμή την είδηση με έναν τρόπο που τελικά η είδηση χάνεται και αυτό που μένει είναι ένα βουητό.

Πάμε στην Καλομοίρα λοιπόν την οποία όλοι έχουν κοροϊδέψει και με την οποία η μέση Ελληνίδα νοικοκυρά έχει ξοδέψει ατέλειωτες ώρες διασκέδασης παρακολουθώντας την μεσημεριανή ζώνη της ελληνικής TV και το δελτίο ειδήσεων του Star, ενώ ο μέσος 16άρης έχει παίξει ατέλειωτες ώρες μαλακίας κι ας κάνει πλάκα με τους συμμαθητές του στο διάλειμμα για τα ελληνικά της. Η Καλομοίρα ήταν και είναι από τα πρόσωπα που της αποδόθηκε ένας “ρόλος” όπως αυτοί που περιγράφω πιο πάνω και παρόλο που ίσως δεν έγινε ποτέ Έφη Θώδη το μέσο την εξέθεσε υπερβολικά και, ανεξάρτητα από το αν αυτό έγινε θετικά και αρνητικά, η υπερβολή είναι από μόνη της ένα πρόβλημα. Θα μου πείτε “ήταν επιλογή της” και “η καλομοίρα βγάζει λεφτά από αυτό” και θα απαντήσω ότι η ιδέα της ηθικής μιας κοινωνίας είναι κάτι έξω από τις προσωπικές επιλογές και τις οικονομικές απολαβές και ότι έχω δικαίωμα να μην επικροτώ μια κοινωνία Κολοσσαίο ανεξάρτητα από το αν κάποιοι πληρώνονται για να μπουν στην αρένα. Από την άλλη φυσικά και δεν μπορώ να το απαγορεύσω.

Αυτή τη στιγμή που γράφω δεν είναι καθόλου απίθανο το ενδεχόμενο η Καλομοίρα να κερδίσει την Eurovision. Μάλιστα αν κερδίσει, παρά το γεγονός ότι η Eurovision δεν είναι διαγωνισμός τραγουδιού ή μάλλον ακριβώς επειδή δεν είναι, θεωρώ πιο πιθανό να κάνει “διεθνή καριέρα” από ότι η Βίσση ή η Άντζελα Δημητρίου (τους λόγους που με κάνουν και το νομίζω αυτό θα τους γράψω κάποια στιγμή σε άλλο post). Επιπλέον, ξαφνικά όλα θα λειτουργήσουν καθαρτικά και εξαγνιστικά για την Καλομοίρα και θα ξεχαστούν όλα όπως ξεχάστηκε με τον Ρουβά το περιστατικό με τον στρατό, με την συναυλία στην Κύπρο κλπ κλπ. Δεν λέω ότι δεν πρέπει να ξεχαστούν, δεν με ενδιαφέρει, αυτό που λέω είναι πόσο υποκριτική είναι η εικόνα, το σχόλιο και γενικότερα αυτό το κουτί που έχετε στο σαλόνι σας και βλέπετε τον Αυτιά να μαλώνει με τον Βερύκιο με αστείρευτη ενέργεια στις 6 το πρωί! Στις 6 λέει άλλα στις 6:10 λέει άλλα και σας υπενθυμίζω ότι το τρέχον έτος δεν είναι το 1984…

Το πρόβλημα σε αυτή τη χώρα είναι ότι υπερασπιζόμαστε ως αξία την σταθερότητα στις απόψεις μας, πράγμα που είναι εντελώς ηλίθιο σαν αξία γιατί έξυπνοι άνθρωποι είναι προφανώς αυτοί που αλλάζουν γνώμη και δεν έχουν εμμονές. Είναι αδύνατο κάποιος να εμμείνει σε μια αρχική θέση εκτός αν τα ξέρει όλα. Η σταθερότητα των θέσεων λοιπόν που ο Έλληνας διακηρύττει ως αρχή δεν είναι παρά μια ανόητη εμμονή του η οποία γίνεται ακόμα πιο ανόητη αν αναλογιστούμε ότι οι Έλληνες είναι ο πλέον ασταθής, καιροσκόπος και κωλοτούμπας λαός που υπάρχει. Αυτό που διακηρύττουν ως αρχή τους είναι κάτι εντελώς έξω από την φύση τους.

Ο Έλληνας λοιπόν πολύ εύκολα και αβίαστα εικονογραφεί μια πίστη, μια αρχή και μετά με τρόπο Οργουελικό την διαγράφει και εικονογραφεί μια άλλη διακηρύτοντας ότι αυτή ήταν η θέση του από την αρχή και ότι είναι πιστός σε αυτή και ότι όταν έλεγε πιο παλιά αυτό εννοούσε το άλλο…

Κουφάλα Έλληνα…

h1

Κάηκε ολοσχερώς, συνεχίζουμε κανονικά!

Μάιος 14, 2008

Δεν συνηθίζω να γράφω για προσωπικά μου θέματα και προσπαθώ να μην δραματοποιώ τα πράγματα παραπάνω από όσο πρέπει. Όμως εχθές (δεν είμαι προληπτικός αλλά είναι γεγονός ότι ήταν Τρίτη και 13) συνέβη κάτι πολύ δυσάρεστο. Το κτίριο του τμήματος αρχιτεκτονικής του TU Delft στο οποίο πέρασα τα τελευταία 2 χρόνια κάηκε ολοσχερώς και κατέρευσε μερικώς, χωρίς ευτυχώς να υπάρξουν θύματα. Μαζί με το κτίριο, το οποίο θα κατεδαφιστεί, χάθηκαν αμέτρητες μακέτες, σχέδια, υπολογιστές, πανάκριβος εξοπλισμός, αρχειακό υλικό, η βιβλιοθήκη της σχολής και κυρίως ο κόπος και οι προσπάθειες ανθρώπων που εργάζονταν για να παράγουν γνώση.

Αιτία ήταν μια καφετίερα στον διάδρομο του 6ου ορόφου η οποία εκτός ότι έκανε πολύ κακό καφέ βραχυκύκλωσε λόγω διαρροής.

Προσωπικά δεν έχασα ερευνητικό υλικό, ή προσωπικά αντικείμενα, το μόνο που μένει να εκκρεμεί είναι μια αίτηση μου η οποία περίμενε έγκριση και προφανώς κάηκε περιμένοντας, μικρό το κακό. Όμως, ο συγκάτοικος μου ο Anthony έχασε όλα όσα υπήρχαν στο γραφείο του το οποίο ήταν από τα πρώτα σημεία του κτιρίου που κάηκαν και είναι σε κακή ψυχολογική κατάσταση όπως οι περισσότεροι εργαζόμενοι και φοιτητές.

Αυτό όμως που έχει επηρεάσει εμένα ψυχολογικά, εκτός από τα δεδομένα προβλήματα των φίλων μου, είναι ότι σε κάθε κομβική φάση της ζωής μου συμβαίνει κάτι πολύ τραγικό που δεν μου επιτρέπει να χαρώ αυτό για το οποίο έχω κοπιάσει, αυτό το οποίο έχω ονειρευτεί.

Το θετικό είναι ότι οι Ολλανδοί είναι πολύ οργανωτικοί και δεν σκοπεύουν να χάσουν χρόνο. Πιθανότατα όλα θα λειτουργήσουν κανονικά, η σχολή ήδη αναζητά νέο κτίριο και σήμερα, μόλις 24 ώρες μετά την καταστροφή, μου τηλεφώνησαν για να με ρωτήσουν αν επιθυμώ να συνεχίσω και να παρουσιάσω κανονικά την διπλωματική μου στις 29 Μαΐου όπως ήταν ήδη προγραμματισμένο πριν την φωτιά… Είπα “ναι, συνεχίζω κανονικά”.

h1

1η Μαΐου

Μάιος 1, 2008

Η 1η Μαΐου ήταν πριν από όλα μια εξέγερση που δεν είχε ως στόχο να είναι ούτε αργία ούτε απεργία μετά από από εκατόν…τόσα χρόνια. Φιλοδοξούσε να λύσει εκείνη την στιγμή προβλήματα υπαρκτά και να σώσει τις επόμενες γενιές (εμάς) από αγώνες και διεκδικήσεις για πράγματα που από τότε οι άνθρωποι θεωρούσαν αυτονόητα και σημαντικά κι αυτά ήταν παραπάνω από το οκτάωρο. Το σύνθημα “οχτώ ώρες δουλειά, οχτώ ώρες ανάπαυση, οχτώ ώρες ύπνο” ήταν ουσιαστικά η διεκδίκηση της αντιστροφής της εικόνας του ανθρώπου που ίσχυε τότε. Αυτό που επί της ουσίας έλεγε αυτό το σύνθημα ήταν ότι δεν θέλουμε να είμαστε εργάτες που στο περιθώριο της εργασίας τους επιχειρούν να ζήσουν σαν άνθρωποι, αλλά ελεύθεροι άνθρωποι που εργάζονται 8 ώρες την ημέρα. Η διεκδίκηση του οκταώρου είχε φυσικά ως στόχο πιο ανθρώπινες συνθήκες εργασίας αλλά πρωτίστως μια κοινωνία που να σέβεται τις ατομικές ελευθερίες και να έχει ως κέντρο το άνθρωπο ως ελεύθερη προσωπικότητα και όχι ως αεικίνητο παραγωγό έργου και ενέργειας. Μετά από εκατόν…τόσα χρόνια αναρωτιέμαι αν το πετύχαμε…

h1

ΑΕΚ - Πρωταθλήτρια Ελλάδος 2007 - 2008

Απρίλιος 25, 2008

Όταν ήμουν παιδάκι και ρωτούσα τον πατέρα μου “τι ομάδα είσαι;” αυτός παρόλο που ήταν ΑΕΚ μου έλεγε ότι είναι Πανιώνιος γιατί δεν ήθελε να γίνω φανατικός οπαδός αλλά υγιής φίλαθλος που εκτιμά το θέαμα και γιορτάζει, όχι την ανταγωνιστική επιβολή έναντι των άλλων ως τσαμπουκαλίδικη ρεβάνς, αλλά το ευ αγωνίζεσθε και την ομορφιά του συναγωνισμού μέσα σε αθλητικά πλαίσια. Έτσι, μεγαλώνοντας έμαθα να μη θέλω την νίκη “με κάθε μέσο”, έμαθα να προτιμάω η ομάδα μου να χάσει από το να κερδίσει με πέτσινο πέναλτι, έμαθα να μην είμαι φανατικός κι ας μεγάλωσα στην Νέα Φιλαδέλφεια, μέσα σε μια οικογένεια που οι περισσότεροι έπαιζαν μπάλα στην ΑΕΚ από τα γεννοφάσκια τους. Αυτό όμως που συνέβη τις τελευταίες μέρες με εξοργίζει, όχι μόνο ως αθλητικό γεγονός αλλά γιατί απεικονίζει μια πραγματικότητα… Την Ελληνική…

Από τον αγώνα με τον Αστέρα Τρίπολης είδα μόνο το δεύτερο ημίχρονο. Η πάσα του Edinho και το υπέροχο γκόλ του Ismael Blanco με κάτι σαν ανάποδο ψαλίδι με έκαναν να φωνάξω “ΓΚΟΛ!” και μετά να χαμογελάσω κι ας κέρδιζε και ο Ολυμπιακός την ίδια ώρα στο Καραϊσκάκη. Όλοι ξέρουν ότι ο Ολυμπιακός είναι πρωταθλητής μόνο στα χαρτιά με 3 βαθμούς που του χαρίστηκαν από την ΕΠΟ για έναν ηλίθιο λόγο. Κάποιοι θα πουν ότι ο νόμος λέει έτσι κλπ και κολοκύθια τούμπανα. Ο νόμος μπορεί να λέει έτσι εδώ και κάπου αλλού για το ίδιο θέμα να τα λέει αλλιώς, να θυμίσω ότι τα μαλακά ναρκωτικά είναι νόμιμα στην Ολλανδία ενώ στην Ελλάδα παράνομα. Για κάτι λοιπόν που είναι νόμιμο κάπου αλλού και παράνομο εδώ στα Ζωνιανά έγινε μια μικρή μάχη που κάπου αλλού δεν θα γινόταν, οπότε το ζήτημα της νομιμότητας είναι κάτι πολύ σχετικό και συχνά πολύ διαφορετικό από την έννοια του δικαίου.

Η ουσία είναι ότι η ιστορία με τον Βάλνερ, ο Γκαγκάτσης και ο Κόκκαλης μας γάμησαν ένα ακόμα πρωτάθλημα που παρά τις κακές διαιτησίες ήταν κάπως πιο ενδιαφέρον (όχι πιο δίκαιο!) γιατί τα διαιτητικά λάθη φέτος, αν και ήταν περισσότερα από άλλες χρονιές, μοιράστηκαν με τρόπο που έφερε τις ομάδες στην κορυφή να είναι πολύ κοντά μέχρι το τέλος με πιο ευνοημένο τον Ολυμπιακό, όπως πάντα.

Ο Ολυμπιακός διεκδικεί την νίκη “με κάθε μέσο” όπως είπε κάποτε ο θείος Σωκράτης και αυτό το ξέρουμε από καιρό, άλλωστε η ρήση “ο σκοπός αγιάζει τα μέσα” ήταν η βάση που ενέπνευσε και συχνά θεμελίωσε πολλές δικτατορίες και απολυταρχικά καθεστώτα, γιατί όχι και τον θείο Σωκράτη. Όμως μέχρι πρόσφατα αυτό το “με κάθε μέσο” συνέβαινε ή τουλάχιστον εκφραζόταν εντός γηπέδου με την βοήθεια της διαιτησίας, με πέτσινα πέναλτι, με φάουλ που δεν δίνονται και με αποβολές που χαρίζονται. Αυτό που δεν είχαμε δει μέχρι τώρα, και πλέον τραβάει την κατάσταση στα άκρα, ήταν να έχει χάσει ο Ολυμπιακός εντός γηπέδου και παρόλα αυτά να του δίνονται οι τρεις βαθμοί μετά επειδή ένας παίχτης της αντίπαλης ομάδας που μπήκε αλλαγή στο τέλος του παιχνιδιού είχε παίξει για πέντε λεπτά με άλλη ομάδα σε ένα φιλικό ματς το καλοκαίρι. Τι άλλο μένει να δούμε; Ίσως τον Ολυμπιακό να κάνει save πριν από κάθε ματς και να το ξαναπαίζει όταν χάνει όπως έκανα εγώ κάποτε όταν έπαιζα Championship Manager.

Το ζήτημα είναι ότι με αυτόν τον τρόπο ο Ολυμπιακός κερδίζει, ή καλύτερα του χαρίζουν, ένα πρωτάθλημα 30 αγωνιστικών στο οποίο η ΑΕΚ έχει την καλύτερη άμυνα, την καλύτερη επίθεση, τον πρώτο σκόρερ, τις περισσότερες νίκες και τους περισσότερους βαθμούς εντός γηπέδου. Ε σόρρυ κιόλας αλλά μετά από αυτό όποιος οπαδός του Ολυμπιακού πανηγυρίζει για το πρωτάθλημα θεωρώντας ότι το κέρδισε δίκαια είναι επιεικώς βλάκας αν όχι επικίνδυνος για την δημόσια ασφάλεια. Αν έχετε τέτοιους φίλους προσέχετε το πορτοφόλι σας.

Και μέσα στην βρώμα που αποπνέει και αυτό το πρωτάθλημα ο Κόκκαλης κόπτεται γιατί ο Ριβάλντο και ο Ντέμης μίλησαν στα αποδυτήρια της ΑΕΚ (όχι δημοσίως) γι’ αυτό που ο κόσμος έχει τούμπανο κι αυτός κρυφό καμάρι, δηλαδή ότι ο Ολυμπιακός ευνοείται με πλάγιους τρόπους. Μη μου πείτε ότι δεν το είχατε ακούσει πριν το πει ο Ντέμης; Μη μου πείτε ότι δεν το είχατε σκεφτεί; (όπου σκεφτεί βάλτε καλύτερα “καταλάβει”). Άλλωστε ο Καστίγιο έλεγε πρόσφατα ότι ο Ολυμπιακός κάθισε και έχασε από το Λεβαδειακό για να πέσει ο ΟΦΗ (ιδού). Φυσικά κάπου αλλού μετά από μια τέτοια δήλωση θα είχε επέμβει αυτεπάγγελτα ο εισαγγελέας για να διερευνήσει κατά πόσο ήταν στημένο το παιχνίδι η όχι, όμως αυτό δεν έγινε ποτέ γιατί εδώ είναι Ελλάντα.

Στο Ελλάντα λοιπόν έστειλε εξώδικο ο Κόκκαλης στον Ντέμη και στον Ριβάλντο για να ανακαλέσουν κάτι που ειπώθηκε στα αποδυτήρια σε κλειστό κύκλο. Παρόλο που αυτά που ειπώθηκαν άφηναν σαφείς αιχμές αυτό που δεν κατάλαβα είναι από τότε απαγορεύτηκε το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης, γιατί επαναλαμβάνω αυτά ειπώθηκαν σε κλειστό κύκλο και όχι με δημόσια τοποθέτηση ή σε συνέντευξη τύπου. Επιπλέον έχει σημασία το ποιος ζητάει τα ρέστα από ποιόν και το αν η πρότερη συμπεριφορά του το επιτρέπει. Κοινώς, εκτός ότι ο Ολυμπιακός έχει κλέψει ένα πρωτάθλημα στα φανερά (το φετινό) και πιθανόν πολλά άλλα στα μουλωχτά, θυμίζω ότι είναι ο κύριος Κόκκαλης αυτός που χυδαιολογεί ρεβανσιστικά (λαγοί, κότες, νταπίπα κλπ κλπ είναι γνωστά αυτά) πριν και μετά από κάθε ντέρμπι δυναμιτίζοντας το κλίμα με αντιαθλητικό τρόπο οπότε είναι μάλλον οξύμωρο να ζητάει να επανέλθει η τάξη.

Για τον Κόκκαλη μπορώ να πω πάρα πολλά, σίγουρα όχι καλά, είναι γνωστά άλλωστε αυτά που του προσάπτονται. Όμως αυτό που με θίγει πραγματικά είναι άλλο. Έχω ανεχθεί κακές διαιτησίες, πέτσινα πέναλτι, κόκκινες που δεν δόθηκαν ποτέ, ακόμα και την νεκρανάσταση του Τζόρτζεβιτς από το κώμα (ο ίδιος το δήλωσε) και την ύποπτη απόδοση του Παπαδημητρίου και της Skoda που έκανε σκόντο στον Ολυμπιακό και έφαγε 4 (προσωπική μου άποψη και αμφισβητείστε την). Όμως αυτήν την ξεφτίλα ορισμένων ανθρώπων δεν την αντέχω… Αν η ομάδα μου έπαιρνε πρωτάθλημα με τον τρόπο που το δώσανε στον Ολυμπιακό θα ντρεπόμουν πολύ, ίσως θα άλλαζα ομάδα. Κι όμως, εδώ υπάρχει κόσμος που όχι μόνο δεν ντρέπεται άλλα το πανηγυρίζει κιόλας… Ζώα λέμε, οι άνθρωποι δεν νοιώθουν, τους κοροϊδεύουν όλοι κι αυτοί γουστάρουν το χάρτινο χωρίς ίχνος ντροπής, χαίρονται μόνοι τους ενώ όλοι οι άλλοι τους απαξιώνουν, νικητές στον μικρόκοσμο τους… Ίσως απλά τυπικοί νεοέλληνες! Καληνύχτα τους…

Update 25/4/2008, 17:21: το CNN ανέβασε άρθρο με τίτλο Olympiakos Gifted another title, νομίζω αυτό τα λέει όλα, κλικ εδώ.

ΑΕΚ - ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΡΙΑ ΕΛΛΑΔΟΣ 2007 - 2008

και όποιος το αρνείται είναι άνθρωπος αδίστακτος και ικανός να κλέψει και γλειφιτζούρι από μωρό!

h1

Το τέλος του blogging και το καθήκον του γράφειν

Απρίλιος 4, 2008

thinking-cow2.jpg

Το όνομα του post είναι παράφραση του τίτλου ενός γνωστού κειμένου του Martin Heidegger, “the end of philosophy and the task of thinking” και προφανώς αυτο δεν έγινε τυχαία. Κάτι που με απασχολεί πολύ έντονα τον τελευταίο καιρό είναι η έννοια του “τέλους” και την λέξη την εννοώ όχι όπως συνηθίζουμε να την χρησιμοποιούμε ορίζοντας την σαν διακοπή σε μια ακολουθία γεγονότων, αλλά υπό την έννοια της εκπλήρωσης, του σκοπού, του στόχου, της ολοκλήρωσης (τελείωσης).

Η έννοια του τέλους είναι μια τεχνητή κατασκευή, κάτι εξωτερικό των πραγμάτων που προβάλλεται υποκειμενικά σε αυτά από τους αντιληπτικούς μηχανισμούς των παρατηρητών και όχι εγγενές στην ουσία (essence) της υπόστασης των πραγμάτων. Γι’ αυτό και η έννοια του τέλους (του σκοπού) έχει τις ρίζες της στον τεχνικό κόσμο (technotopia) και όχι στον φυσικό (ecotopia). Οι τεχνικές κατασκευές και δομές είναι αυτές που εξ’ αρχής φτιάχνονται με στόχο την επιτέλεση ενός τελικού σκοπού, έχουν ένα τέλος από την στιγμή που γεννώνται και γι’ αυτό η σχέση τους με το τέλος τους είναι καταληκτική, τελεσίδικη ακριβώς επειδή δεν αυτοαναπαράγονται ώστε αυτό το τέλος να αποτελέσει αρχή, καταγωγή για κάτι νέο. Αντίθετα, αυτή η συσσωρευτική ιδέα του τέλους που γίνεται καταγωγή μπορεί να βρεθεί στους εξελικτικούς μηχανισμούς που συναντούμε στον φυσικό κόσμο.

Στην φύση τα πράγματα δεν έχουν ένα συγκεκριμένο τέλος όπως στον τεχνικό κόσμο και το πιο σημαντικό δεν καταλήγουν, καθώς το τέλος τους είναι πάντα η αρχή για κάτι άλλο, είναι όμως εντελή, έχουν δηλαδή το τέλος εγγενές μέσα στις διαδικασίες εξέλιξης τους και τείνουν προς αυτό, είναι αυτό που ο Αριστοτέλης ονόμασε “εντελέχεια”. Όμως το τέλος στο οποίο τείνουν δεν είναι κάτι σταθερό, κάθε διάδραση, κάθε στιγμή στην εξελικτική διαδικασία, μετατοπίζει το τέλος τους και ταυτόχρονα δημιουργεί νέα πιθανά τέλη και τα πράγματα αποκτούν υπόσταση με τρόπο δυναμικό, κατά την πορεία της πραγμάτωσης τους η οποία είναι επίσης συνεχής και χωρίς τέλος. Μάλλον δεν έχω βρει καλύτερο και πιο περιεκτικό τρόπο για να το περιγράψω γι’ αυτό θα χρησιμοποιήσω αυτό που λέει ο Henri Bergson, “Reality… is a perpetual becoming. It makes or remakes itself, but it is never something made.

Σε αυτό το διαρκώς και πολλαπλώς μεταβαλλόμενο πλαίσιο μάλλον δεν μπορούμε να μιλάμε για ένα και μοναδικό τέλος, αλλά για πολλαπλά τέλη που βρίσκονται σε διαρκείς διαπραγματεύσεις, διασυνδέσεις, συγκρούσεις, αλληλοεξουδετερώσεις, ανακατευθύνσεις, δρομολογήσεις κλπ χωρίς ποτέ όμως να καταλήγουν στην διεκπεραίωση ενός προσχεδιασμένου συλλογικού ή ακόμα και ατομικού στόχου. Ο στόχος γεννάται στην πορεία της διαδικασίας και είναι πάντα στιγμιαίος.

Στην blogόσφαιρα της διαρκούς και αέναης δρομολόγησης, της διασύνδεσης, της δυναμικής ανάπτυξης και της θεματικής περιήγησης τα πράγματα μοιάζουν να λειτουργούν με τρόπο σχεδόν φυσικό. Σε αυτό το σημείο προτιμώ να μην αποτολμήσω μια ευρύτερη και πιο γενναία αναλογία μεταξύ των φυσικών οικοσυστημάτων (της βιόσφαιρας) και των δομών της blogόσφαιρας καθώς δεν ξέρω σε τι βαθμό λογικές μεταθέσεις (transpositions) τέτοιου είδους μπορούν να είναι έγκυρες και ακριβείς. Η εμπειρία έχει δείξει ότι δεν είναι και θεωρώ ότι δεν υπάρχει πιο επικίνδυνο πράγμα από μια ανακριβή μεταφορά ή ένα ελλιπές παράδειγμα που δύναται να μας παρασύρει σε λάθος συσχετισμούς και εσφαλμένες αναγωγές. Παρόλα αυτά μπορούμε νομίζω να μιλάμε για παρόμοια μεμονωμένα χαρακτηριστικά και να αντλούμε αποσπασματικά ιδέες από την αναλογία βιόσφαιρας - blogόσφαιρας υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα είν