Αρχείο για την κατηγορία ‘Θέσεις’

h1

Blogοπαίχνιδο, 5 + και 5 -

Ιούνιος 10, 2008

Τα blogοπαίχνιδα είναι από τα όμορφα πράγματα στην blogόσφαιρα και στο συγκεκριμένο με κάλεσε ο Παράφωνος και επειδή μου άρεσε σαν concept και δεν έχω τι άλλο να γράψω αυτές τις μέρες ανταποκρίνομαι σχεδόν άμεσα! 5 πράγματα που μου αρέσουν και 5 που δεν μου αρέσουν…

Μου αρέσουν,

1. (Το εσύ) Οι άνθρωποι που δεν βασίζονται σε αυτό που έχουν κεκτημένο είτε το κέρδισαν είτε τους χαρίστηκε. Γι’ αυτό οι όμορφες γυναίκες είναι πραγματικά ωραίες όταν η ομορφιά δεν είναι το μοναδικό ενδιαφέρον πράγμα πάνω τους, όταν δεν επενδύουν αποκλειστικά σε αυτή.

2. (Το εγώ) Η αυτονομία και η αναζήτηση της, έξω από τα κεκτημένα.

3. (Το αυτό) Τα μεγάλα παράθυρα με θέα, όπως αυτό που έχω απέναντι μου, το βλέπω να στέκεται σταθερό και ταυτόχρονα να αλλάζει από χειμώνα σε καλοκαίρι και ξανά σε χειμώνα και ξανά… ξανά… ξανά…

4. (Το χθες) Οι έξυπνες ιστορίες, όπως αυτές που συναντά κανείς στην τέχνη, στην αρχιτεκτονική, στην μουσική, στο θέατρο, στην φιλοσοφία και στην ίδια την ιστορία όλων αυτών των ιστοριών οι οποίες συχνά δεν αναφέρονται παρά σε μανίες που όταν είναι αβλαβείς και όταν προέρχονται από έξυπνους ανθρώπους που ξέρουν να τις δικαιολογούν ή να τις βιώνουν τόσο έντονα που να σε συμπαρασύρουν, είναι γοητευτικές.

5. (Το αύριο) Η προσδοκία, όχι για το κοινώς εννοούμενο μέλλον, αλλά για το άλλο, το μαγικό και το ονειρικό.

Δεν μου αρέσουν,

1. (Το εσύ) Οι φασίστες κάθε είδους που δεν έμαθαν να δέχονται το άλλο. Ηλίθια ετεροπροσδιορισμένα γουρούνια που όταν αποκτούν δύναμη βγάζουν το άχτι τους.

2. (Το εγώ) Τα μανιφέστα και οι αλήθειες κάθε είδους που εναγωνίως προσπαθώ να απορρίψω και να βγάλω από το κεφάλι μου.

3. (Το αυτό) Τα σύμβολα κάθε είδους γιατί είναι στατικά, πομπώδη και συμμετρικά αλλά τελικά ασύμμετρα ως προς την κατανομή της ελευθερίας.

4. (Το χθες) Η διπολική σκέψη χωρίς αποχρώσεις που κατατάσσει και κατηγοριοποιεί αβίαστα με ποσοτικά και όχι με ποιοτικά κριτήρια. 1, 2, 3… α, β, γ… κοκ

5.  (Το αύριο) Η απουσία πολλαπλότητας και συνέχειας, η ελαφρύτητα και η μουρμούρα, η αβαθής επιφάνεια που τεντώνεται, τσαλακώνεται, διπλώνεται και ξεδιπλώνεται αλλά πάντα παραμένει επιφάνεια, χωρίς βάθος.

h1

Ιστολόγια και ερωτηματολόγια

Ιούνιος 7, 2008

Από καιρό έχω αναφερθεί, αν και μάλλον αποσπασματικά, στο ότι σε γενικές γραμμές (για το “ειδικά” θα γράψω κάποια άλλη στιγμή) είμαι κατά οποιασδήποτε ιδέας συνασπισμού που θα έχει στόχο να παράξει οργανωμένες συλλογικότητες και γι’ αυτό ετερονομίες μέσα στο χώρο του blogging. Αυτό δεν είναι βίτσιο αλλά μια άποψη μου η οποία κατευθύνεται από την λογική ότι η blogόσφαιρα είναι χώρος έκφρασης και πεδίο δράσης του υποκειμένου με τρόπο αυτόνομο και όχι ετερόνομο. Ο καθένας εδώ είναι σε θέση να διεκδικήσει την ατομικότητα του, και το δικαίωμα στην διαφορά κάτι που εκεί έξω δεν είναι τόσο εύκολο και τα γεγονότα των ημερών το αποδεικνύουν. Προφανώς και δε εννοώ ότι δεν θέλω φίλους ή ότι απορρίπτω την συνδιαμόρφωση, κάθε άλλο, ακριβώς επειδή διεκδικώ τον διάλογο και την επικοινωνία αυτό που αρνούμαι είναι ένα οργανωμένο σύστημα ή φορέα που θα τον κατευθύνει, θα τον διαμορφώνει, θα τον υποστηρίζει, ή θα τον ονοματοδοτεί (χαρακτηρίζει). Ο διάλογος εδώ είναι ελεύθερος και η δεοντολογία, η θεματολογία, οι κοινές απόψεις και οι διαφωνίες παράγονται δυναμικά όπως και όλα τα υπόλοιπα που χαρακτηρίζουν την blogόσφαιρα και που ξέχασα να αναφέρω. Για να το πάω πιο μακριά το blogging όπως συνηθίζω να λέω δεν έχει έναν generic σκοπό, είναι απλά ένα εργαλείο και μια από τις ποιότητες του είναι ακριβώς αυτή, ότι δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα εργαλείο που δεν έχει σκοπό ύπαρξης αλλά αναζητά διαρκώς τον σκοπό του και αυτό είναι κάτι που το κάνουμε όλοι μαζί αλλά ο καθένας μόνος του και αυτόνομα. Η αποδοχή οποιασδήποτε “αρχής”, και δεν εννοώ τον όρο απαραίτητα υπό την έννοια της εξουσίας, θέτει ένα “τέλος” στο blogging και εδώ εννοώ την λέξη υπό την έννοια του σκοπού. Προσωπικά θεωρώ ότι το blogging δεν χρειάζεται κανένα τέλος γιατί είναι το ίδιο εντελές, εμπεριέχει το τέλος του μέσα στην εργαλειακότητα του και διαρκώς τείνει προς αυτό χωρίς να καταλήγει ποτέ καθώς το τέλος διαρκώς μετατοπίζεται και αυτό το διασφαλίζουμε εμείς, ως πολλοί και αυτόνομοι. Δείτε τα σχετικά posts παραθέτω links στο τέλος.

Αυτός είναι και ο λόγος που προσωπικά δεν πιστεύω στον χαρακτηρισμό “κίνημα των bloggers” και θεωρώ λάθος την χρήση του και αυτό γιατί μοιάζει μοιάζει να υπονοεί ένα κοινό ιδεολογικό πλαίσιο, μια κοινή θέση ή σύνολο θέσεων τα οποία για τον έξω κόσμο είναι τα προαπαιτούμενα για την διαμόρφωση των αιτημάτων μιας συλλογικής διεκδίκησης η οποία τελικά δεν υπάρχει. Επιπλέον θεωρώ ότι οποιοσδήποτε συνολικός χαρακτηρισμός γεννά μόνο κινδύνους και καταργεί το πιο ουσιαστικό στοιχείο του blogging, την αυτονομία ως απροσδιοριστία, εισάγοντας ετερονομίες!

Γι’ αυτό και στέκομαι επιφυλακτικά απέναντι στην πρόσκληση που έλαβα από την VPRC η οποία μέσω ενός εκπροσώπου της μου έστειλε ένα ομολογουμένως πολύ ευγενικό e-mail ζητώντας μου να διαθέσω λίγο χρόνο για να συμπληρώσω ένα ερωτηματολόγιο. Tο e-mail λέει μεταξύ άλλων:

“Το μηνιαίο πολιτικό περιοδικό Monthly Review και η εταιρία ερευνών VPRC πραγματοποιούν μια έρευνα προκειμένου να αναδείξουν τα κοινωνικά, πολιτικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά των bloggers στη χώρα μας.”

Θέλω εδώ να αναφέρω ότι δεν έχω κανένα πρόβλημα να δηλώσω σε ποιόν χώρο ανήκω ιδεολογικά (παρόλο που είναι εξαιρετικά περίπλοκο), άλλωστε είναι προφανές το τι είμαι από αυτά που γράφω και από τις απόψεις μου και είναι σαφές ότι αν είχα πρόβλημα ή φοβόμουν κάτι δεν θα έγραφα αυτά που γράφω. Η πολιτική ταυτότητα του blog είναι παραπάνω από σαφής, το περιεχόμενο και η θεματική του το ίδιο, το ποιος είμαι είναι κι αυτό πλέον γνωστό, το μορφωτικό μου επίπεδο μπορεί κάποιος να το βρει πολύ εύκολα από λινκς που υπάρχουν στο blog και από σχετικά posts και comments κλπ. Δεν έχω λοιπόν πρόβλημα να δώσω και το τηλέφωνο μου αν μου ζητηθεί.

Αυτό με το οποίο όμως δυσκολεύομαι να συμβιβαστώ, και στο οποίο προτιμώ να μην συνεναίσω, είναι η λογική μιας τέτοιας έρευνας, η λογική της παραγωγής ενός μοντέλου ή καλύτερα ενός προφίλ του “μέσου Έλληνα blogger”. Ακόμα κι αν δεν είναι μέσα στις προθέσεις της VPRC (που πράγματι δεν είναι) αυτό θα λειτουργήσει σαν στοιχείο ταυτοποίησης εννοώντας ότι σε βάθος χρόνου και με βάσει τέτοιες έρευνες η απροσδιοριστία αυτού του χώρου, της blogόσφαιρας, θα χαθεί και ο χώρος θα αποκτήσει ταυτότητα, θα ονοματοδοτηθεί και μαζί με την ονοματοδότηση ο αυτοπροσδιορισμός και η αυτονομία θα γίνουν ετεροπροσδιορισμός και ετερονομία. Πλέον δεν θα είσαι κάποιος που blogάρει αλλά επειδή blogάρεις θα είσαι κάποιος ή εν δυνάμει κάποιος που θα ανταποκρίνεται σε κάποια χαρακτηριστικά, αυτά που θα αναδείξει η έρευνα ή καλύτερα οι διάφορες έρευνες. Έχοντας ασχοληθεί με τα στατιστικά ανθρωπομετρικά μοντέλα που χρησιμοποιήθηκαν στην αρχιτεκτονική θεωρώ μεν ότι ήταν χρήσιμα αλλά έγιναν πιο χρήσιμα όταν τα απορρίψαμε. Ο λόγος είναι ότι φτιάξαμε μοντέλα που ήταν η συνισταμένη όλων των ανθρωπομετρικών χαρακτηριστικών (ύψος, βάρος, άνοιγμα χεριών κλπ.) όλου του πληθισμού. Παρόλο που ήταν όλα μεγέθη πολύ εύκολα μετρήσιμα και από τη φύση τους ποσοτικοποιήσιμα, στο τελικό μοντέλο ανθρώπου ανταποκρινόταν μόνο ένα 5% του πληθυσμού παρόλο που αυτό είχε βασιστεί στο 100%, όλοι οι άλλοι ήταν πιο κοντοί, ή πιο ψηλοί κλπ. Παρόλα αυτά οι αρχιτέκτονες λάμβαναν αποφάσεις και σχεδίαζαν για το 100% του πληθυσμού με βάση το μοντέλο που ταίριαζε μόνο στο 5%. Αυτό δεν έγινε γιατί έκαναν λάθος στην μελέτη, αλλά γιατί ήταν αδύνατον να καλύψουν με ένα μοντέλο την τεράστια ποικιλία ανθρωπίνων σωμάτων. Αυτός είναι και ο λόγος που σήμερα πιστεύω ότι μπορούν να υπάρξουν αναλύτικά μοντέλα αλλά όχι συνθετικά (που παράγουν συνθέσεις δηλαδή).

Θεωρώ λοιπόν ότι τα αποτελέσματα από αυτές τις έρευνες είναι χρήσιμα αλλά θα είναι πιο χρήσιμα όταν θα μάθουμε να τα αντιμετωπίζουμε ως μια θολή γενική εικόνα, διαισθητικά και όχι ως ταυτότητα ή ως ορισμό. Θα μου επιτρέψετε να θεωρώ ότι στην Ελλάδα όχι μόνο δεν υπάρχει από τον κόσμο η ανάλογη ωριμότητα ώστε να συμβεί το πρώτο αλλά κάποιοι Έλληνες είναι ικανοί να χρησιμοποιήσουν την ανάλυση προκειμένου να “συνθέσουν” μια ταυτότητα για το τι είναι blogger.

Επιπλέον το πεδίο του blogging είναι εξαιρετικά περίπλοκο, δεν είναι σαν το μπάσκετ όπου μπορεί κανείς πολύ εύκολα να μετρήσει φάουλ και σουτ εντός παιδιάς. Παρόλο που η blogόσφαιρα είναι ένας ψηφιακός χώρος ή πραγματικότητα της είναι απολύτως αναλογική και γι’ αυτό εξαιρετικά σύνθετη σε αντίθεση με αυτήν π.χ. του μπάσκετ που είναι σχεδόν ψηφιακό (δυαδικό), μια βολή μπαίνει ή δεν μπαίνει και για αυτό μπορεί να μετρηθεί ποσοτικά. Πώς όμως ποσοτικοποιείται το χάος του blogging χωρίς να γίνουν αφαιρέσεις; Μάλλον δεν γίνεται και προσωπικά θεωρώντας ότι ακόμα και οι τελευταίες λεπτομέρειες είναι εξαιρετικά καθοριστικές σε τέτοιου είδους συστήματα νομίζω ότι ίσως είναι καλύτερα για την blogόσφαιρα να παραμείνει ως μια θολή εικόνα και η εντύπωση που έχουμε γι’ αυτή να είναι αποκλειστικά το προϊόν της βιωματικής μας εμπειρίας και να μην μεταφραστεί σε ποσοτικά μεγέθη που όσο κι αν δεν το θέλουμε θα λειτουργήσουν ως ορισμός.

Κατανοώ τις προθέσεις της VPRC, συμφωνώ ότι έχει τεράστιο ενδιαφέρον μια στατιστική μελέτη αλλά ας μου επιτραπεί να θεωρώ ότι το χάος της blogόσφαιρας δεν χρειάζεται ούτε να προσδιοριστεί, ούτε να μπει σε τάξη καθώς αυτή είναι η σημαντικότερη ποιότητα του και ίσως και ο μοναδικός έγκυρος ορισμός που μπορεί να δωθεί. Ευχαριστώ την VPRC για την επιλογή και τον ενδιαφέρον της για το blogging αλλά δεν θα συμμετέχω στην έρευνα, όχι γιατί φοβάμαι ή διαφωνώ, άλλωστε δεν είναι η συγκεκριμένη έρευνα αυτή που θα αλλάξει τον τρόπο που σκεπτόμαστε για το blogging, κάτι τέτοιο θα συμβεί σε βάθος χρόνου. Ας μου επιτραπεί όμως η αποχή ως μια πράξη συμβολική και μαζί εργαλειακή, όχι γιατί θέλω να αποτύχει η έρευνα, αλλά γιατί θεωρώ ότι πρέπει κάποιος να πάρει την θέση αυτή, υπέρ του χάους και της απροσδιοριστίας της blogόσφαιρας, και να αναλάβει ως ρόλο να την υπερασπιστεί και να την στηρίξει, όχι για να κυριαρχήσει το χάος και η αυτονομία, αλλά για να μην εκλείψει.

Στα παρακάτω κείμενα παραθέτω κάποιες σχετικές σκέψεις και θέσεις μου για το blogging που ίσως βοηθήσουν στην καλύτερη κατανόηση ή στην επιδείνωση της παρανόησης.

Το τέλος του blogging και το καθήκον του γράφειν

Το πληκτρολόγιο του Κάφκα

Νόμος(?) - Μανιφέστο(?)


h1

Χρυσή Αυγή, πυξίδα και οδηγός, ένα ευχαριστώ…

Ιούνιος 5, 2008

Δεν θα το κρύψω, άλλωστε όσοι με ξέρουν καλά από τα φοιτητικά μου χρόνια το γνωρίζουν ήδη ότι από πολύ παλιά μου είναι αδύνατο να αντισταθώ σε μερικά πράγματα. Το κιτς, την κακογουστιά, το τρας και όλα τα πολιτιστικά παραπροϊόντα τα λατρεύω (Όου γιες) και τα λατρεύω ακόμα περισσότερο όταν έχουν ένα ιδεολογικό (ή ιδεοληπτικό αν θέλετε) περιτύλιγμα που επιδιώκει να τους δώσει νόημα και να τα φορτίσει με αλήθειες, αξίες και υψηλά νοήματα.

Τι θα ήταν το κιτς χωρίς χούντα και τι θα ήταν η χούντα χωρίς το κιτς; θα ήταν σαν αγκίστρι δίχως δόλωμα, σαν σουβλάκι δίχως τζατζίκι, σαν σούσι χωρίς γουασάμπι… σαν ντολμαδάκια χωρίς κιμά, δηλαδή γιαλαντζί…

Δηλώνω λοιπόν ότι διαβάζω το blog της Χρυσής Αυγής και πλέον το κάνω φανατικά, ναι το ομολογώ! Άλλωστε είμαι σίγουρος ότι όλοι το διαβάζετε, παλιοκουφαλίτσες, όμως η διαφορά είναι ότι εγώ το μελετάω ενδελεχώς με την μανία ναρκομανούς περιμένοντας με αγωνία το κάθε ποστ! Μάλιστα πλέον το blog τους έχει αποκτήσει για εμένα και χρηστική εκτός από αισθητική αξία, έχω βρει την αλήθεια σε αυτό το blog, έχει γίνει πυξίδα μου και οδηγός και όπως ξέρετε ποτέ δεν υπερβάλω, ούτε και τώρα!

Όταν λοιπόν έχω αμφιβολία για κάτι κοιτάζω τι λέει η Χρυσή Αυγή, αν λέει το αντίθετο από αυτό που λέω εγώ τότε είμαι σίγουρος ότι λέω το σωστό! Για του λόγου το αληθές:

Για τον στρατό, http://xryshaygh.wordpress.com/2008/06/02/stratos-2/

Για την σημαία, http://xryshaygh.wordpress.com/2008/06/01/lazo/

Για τους gay, http://xryshaygh.wordpress.com/2008/06/03/tilos/

Ευχαριστώ την Χρυσή Αυγή γιατί, εκτός ότι με ενημερώνει για τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ (για να λέμε την αλήθεια σχεδόν διαφήμιση του κάνει), του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ καλύτερα και λεπτομερέστερα από οποιοδήποτε άλλο blog, με κάνει να αισθάνομαι πνευματικά υγιής όπως όταν βλέπω “Παρατράγουδα”, επαληθεύει το πόσο δίκιο έχω σε πολλά από αυτά που λέω, προωθεί τις θέσεις μου στιγματίζοντας με το όνομα της όλα όσα αντιμάχομαι και με κάνει να χαίρομαι που η κοινωνική κατασκευή, οι ερωτικές απογοητεύσεις (δεν είχα τέτοιες) και τα λάθη που έκανα σαν παιδί δεν με τραυμάτισαν τόσο ώστε να γίνω εθνικιστής!…

Συναγωνιστές ευχαριστώ, may the force be with you! Ο θεός να μου κόβει hits και να σας δίνει posts, είστε η καλύτερη δυσφήμιση του εαυτού σας!

h1

Πανεπιστήμιο, μεταξύ ουτοπίας και μαλακίας

Ιούνιος 2, 2008

Οι Έλληνες πιστεύουν στο “per se”, στο “καθαυτό”, ότι δηλαδή πράγματα ή διαδικασίες, θεσμοί ή πρόσωπα είναι καλά ή κακά εγγενώς και με τρόπο απόλυτο και όχι κατά περίσταση. Αυτός είναι ο λόγος που ο Έλληνας σε όλα τα πράγματα κοιτάζει το “τι” ή το “ποιος” και χάνει το “πως” καθώς δεν αντιλαμβάνεται ότι τα πράγματα είναι σχετικά. Κοινώς, δεν υπάρχει ιδανική λύση, μια λύση δεν λύνει ένα πρόβλημα ή αν το κάνει γεννά τότε νέα προβλήματα, στην πραγματικότητα η λύση διαπραγματεύεται ανάμεσα σε πολλά προβλήματα και προσπαθεί να τα εξισορροπήσει. Όμως ο Έλληνας κουβαλάει την αλήθεια του, με τον σταυρό ή το πλακάτ στο χέρι, με την μολότωφ ή με την σημαία πάντα πιστεύει στην απόλυτη λύση και στην δική του ουτοπία, ευτοπία για τον ίδιο αλλά συχνά δυστοπία για κάποιους άλλους.

Το πρόβλημα με τις ουτοπίες είναι ότι κανείς πρέπει να τις πιστέψει, όχι να τις σκεφτεί, δεν είναι τυχαίο ότι όλες αναφέρονται σε αφηρημένες έννοιες και σε γενικές εξωτερικότητες που είναι υπερσυγκεντρωτικές, ο θεός, ο λαός, το έθνος, επιδιωκόμενος προστάτης όλων αυτών πάντα το κράτος. Έτσι επικρατεί το γενικό και όχι το σχετικό, η ετερονομία έναντι της αυτονομίας, η ιδέα έναντι της πράξης (η διαμαρτυρία είναι μεν πράξη αλλά πράξη αποδόμησης, η αντιπρόταση και η δόμηση είναι πράξη). Σέβομαι την εργαλειακή χρήση της ουτοπίας ως μέσο για την μετατόπιση της πραγματικότητας και ως τέτοιο την χρησιμοποιώ, δεν μπορώ όμως να την δεχθώ όταν γίνεται μανιφέστο, πίστη, αρχή και τέλος γιατί τότε στερείται ρεαλισμού και λειτουργεί σε βάρος όλων. Κι ας λέει ο Le Corbusier ότι “η ουτοπία του σήμερα είναι η πραγματικότητα του αύριο”, η πικρή αλήθεια είναι ότι οι ουτοπίες του Le Corbusier απέτυχαν να γίνουν πραγματικότητες και το άυριο έγινε χθες, ίσως και προχθές. Φυσικά κάποιοι έχουν κάθε δικαίωμα να περιμένουν ακόμα για το αύριο που θα φέρει την κάθαρση, την λύτρωση ή την επανάσταση. Όμως κι εγώ έχω κάθε δικαίωμα να θεωρώ ότι η ουτοπία είναι εργαλείο για την διεκδίκηση μιας καλύτερης πραγματικότητας, όχι όμως και ο στόχος.

Ένα άλλο πρόβλημα στην Ελλάδα είναι η αποσπασματική θέαση των πραγμάτων συχνά με τρόπο ομφαλοσκοπικό που αγνοεί την εξωτερική πραγματικότητα. Μερικές φορές από εδώ συνειδητοποιώ ότι για τους Έλληνες υπάρχει μόνο η Ελλάδα και ότι προσπαθούν να φτιάξουν κάτι σαν φράγμα για να αποτρέψουν οποιαδήποτε αλλαγή που έχει ήδη συντελεστεί αλλού  να λάβει χώρα εκεί. Αυτό δεν είναι παρά μια ακόμα ουτοπία η οποία προφανώς δεν θα αντέξει για πολύ. Τα φράγματα χρειάζονται υλικά, δεν γίνονται με χώμα και πέτρες και όταν περατωθούν αφήνουν μια ελεγχόμενη ροή, όχι μόνο για να μη σπάσουν από την πίεση, αλλά και για να ποτίζεται που και που η έρημος που υπάρχει από πίσω τους.

Ναι, μια έρημος υπάρχει από πίσω γεμάτη καμήλες και καμπούρες και εκτός ότι όλοι βλέπουν μόνο τις καμπούρες των άλλων και όχι την δική τους, αναλώνουν τόσο χρόνο στο να γελούν ή να καταγγέλλουν καμπούρες που τελικά η έρημος μένει έρημος. Έρημος η Ελλάδα, έρημος και τα πανεπιστήμια.

Το Ελληνικό πανεπιστήμιο είναι κακό… κάκιστο και η αιτία εντοπίζεται πολύ απλά στο γεγονός ότι δεν είναι δημόσιο όπως κάποιοι θέλουν να λένε αλλά κρατικό. Όποιος καταλαβαίνει τη διαφορά καταλαβαίνει πολλά και μπορεί να συναισθανθεί το πόσο αστείο μου μοιάζει αυτό που ακούω σαν σλόγκαν από όλες τις πλευρές αυτές τις μέρες, “η υπεράσπιση του χαρακτήρα του δημόσιου πανεπιστημίου”.

Είναι αστεία αυτά που λέει η κυβέρνηση και ακόμα κι αν υπάρχει ένα ίχνος σοβαρότητας, όπως και να το κάνουμε δικαιούμαι να μην μπορώ να ακούω για εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις από ένα κόμμα του οποίου η φοιτητική παράταξη απαρτίζεται από ξανθιές γκόμενες και τυπάκια με τζελ στο μαλλί που ακούνε Βίσση και μιλάνε αποκλειστικά για ρούχα, καλλυντικά, ποδόσφαιρο και αυτοκίνητα. Sorry dudes, δεν θα πάρω την μεταρρύθμιση σας γιατί για εμένα είστε η κοινωνία του light, πιο ελαφρείς από τους ελαφρείς και δεν θεωρώ ότι είστε αρκετά ικανοί ή διαβασμένοι ώστε να περιφρουρήσετε τον χαρακτήρα του δημόσιου πανεπιστημίου. Άλλωστε πανεπιστήμιο για εσάς είναι ο χώρος που γίνονται τα πάρτι που πρέπει να πληρώσεις είσοδο για να μπεις στη σχολή σου και να δεις Ρωσσίδες να τσιτσιδώνονται (βλέπε ΠΑΜΑΚ, γύρω στο 2002, όποιος θυμάται ας κάνει comment).

Αστείοι όμως είναι και αυτοί που φωνάζουν λίγο περισσότερο, δηλαδή οι υπόλοιποι φοιτητές. Συμμερίζομαι τις αγωνίες όμως όσοι υπερασπίζονται το κατ’ αυτούς “δημόσιο πανεπιστήμιο”, άθελα τους μοιάζουν να στηρίζουν τον αποτυχημένο κρατισμό που α) τους στοιβάζει σε βρώμικες σχολές και σε αμφιθέατρα που σχεδιάστηκαν για να εξυπηρετούν το ένα τρίτο του συνόλου, β) τους χρησιμοποιεί σαν φαντάρους και τους στέλνει να σπουδάσουν στην Κομοτηνή και την Ξάνθη γιατί το κράτος θέλει να κάνει καλύτερη γεωγραφική κατανομή του πληθυσμού αλλά ταυτόχρονα δεν παρέχει στέγαση, γ)τους αφήνει έρμαια καθηγητών οι οποίοι τους εκμεταλλεύονται αμισθί για να δουλεύουν στα ερευνητικά τους προγράμματα και να μασουλάνε τα κονδύλια της Ευρωπαϊκής ένωσης, που τελικά παράγει μηδενική έρευνα, δ) που έχει διδακτορικούς που δεν πληρώνονται, ε) έχει 407δες που πληρώνονται σαν δούλοι και στ) παράγει κακούς φοιτητές, οι οποίοι συχνά γίνονται κακοί επαγγελματίες. Μέσα σε όλα αυτά οι φοιτητές λένε “όχι στον εργασιακό Μεσαίωνα”, και γαμώ τα συνθήματα… αλλά ο Μεσαίωνας είναι ήδη εδώ και τελικά με την στάση τους οι ίδιοι τον συντηρούν. Κοινώς, προκειμένου να μην υπάρχει εκμετάλλευση από τους ιδιώτες (ελληνική ιδεοληψία) επιτρέπουν να τους εκμεταλλεύεται το κράτος.

Από την άλλη το καθολικό τους “όχι” στα ιδιωτικά πανεπιστήμια γιατί αυτό υποβαθμίζει τα δημόσια ακούγεται τουλάχιστον σαν ανέκδοτο και ο λόγος είναι ότι τα ιδιωτικά υπάρχουν ήδη τόσο εντός Ελλάδος αλλά και εκτός, απέχουν μόλις δύο ώρες με το αεροπλάνο και τα Ελληνικά δημόσια ήδη καλούνται να τα ανταγωνιστούν. Αν επιστρέψω Ελλάδα το πτυχίο του TU Delft (μιλάω για το πτυχίο όχι για τις ικανότητες) δεν μπορεί να το ανταγωνιστεί επαρκώς απόφοιτος ελληνικού πανεπιστημίου που δεν έχει κάνει μεταπτυχιακό στο το εξωτερικό (συνάδελφοι εύχομαι να μη με βρείτε στον δρόμο σας). Επιπλέον τα δημόσια υποβαθμίζονται όχι από τα ιδιωτικά αλλά από τις κακές τους επιδόσεις στην έρευνα, τις κακές τους εγκαταστάσεις, τα απαρχαιωμένα προγράμματα σπουδών, τους καθηγητές λαμόγια που κρύβονται πίσω από την μονιμότητα τους και τρώνε από τα ερευνητικά προγράμματα και την κρατική εκμετάλλευση (1000 φοιτητές σε σχολές για 200). Δεν ξέρω αν τελικά τα ιδιωτικά μπορούν μέσω του ανταγωνισμού που θα προκύψει να εξυγιάνουν ή να σκοτώσουν τα δημόσια όμως ξέρω ότι υπάρχουν και ότι είναι ουτοπικό να μιλάμε σαν να είναι εκτός πλαισίου και να λέμε “όχι”. Θα έπρεπε ήδη εδώ και χρόνια να έχει αρχίσει η κουβέντα για το πως μέσα στα πλαίσια της Ε.Ε., και όχι απλά μέσα στα πλαίσια της Ελλάδας, το Ελληνικό κρατικό πανεπιστήμιο θα αποκτήσει ειδικό βάρος και θα είναι δημόσιο με όλη της σημασία της λέξης, ουσιαστικά και όχι ονομαστικά, και ταυτόχρονα ανταγωνιστικό έναντι των ξένων και όχι των εγχώριων ιδιωτικών! Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η διαρκής άρνηση χωρίς αντιπροτάσεις οδηγεί μόνο στην καθολική υποταγή.

Κάτι που δεν έχουν καταλάβει οι περισσότεροι είναι ότι δυστυχώς ο θεσμός του κράτους σαν μηχανισμός παραγωγής και οικονομικής εισφοράς έχει όχι απλά αποτύχει αλλά κυριολεκτικά πεθάνει και αυτό δεν είναι κάτι που συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα. Τα κράτη και κάθε είδους συγκεντρωτικές δομές καταρρέουν οικονομικά και γι’ αυτόν τον λόγο έχουν γίνει λιγότερο συγκεντρωτικά και έχουν περιοριστεί στον ρόλο του ελεγκτή, του φοροεισπράκτορα και του θεσμοθέτη - νομοθέτη. Από εκεί που προσέφεραν εργασία και ήταν οι κυρίαρχοι επενδυτές για την ανάπτυξη της εκάστοτε χώρας, έχοντας πλέον αποτύχει, στοχεύουν να προστατεύσουν τους αδύνατους προσφέροντας κοινωνική πρόνοια και παροχές, ίσες ευκαιρίες, αξιοκρατία, νομική προστασία από την ενδεχόμενη εκμετάλλευση από το κεφάλαιο κλπ (το αν τα καταφέρνουν είναι άλλη ιστορία και δεν θα την αναπτύξω εδώ, πάντως κάπου τα καταφέρνουν). Μέσα σε αυτό το πλαίσιο είναι λίγο δύσκολο να περιμένει κανείς από υπερχρεωμένα και αργοκίνητα κράτη (όπως το ελληνικό) ή καταρρέοντες κρατικούς οργανισμούς (όπως οι ελληνικοί) να επενδύσουν στα πανεπιστήμια για να παράγουν έρευνα και τεχνολογία γιατί πολύ απλά τους στοιχίζει περισσότερο από όσο τους αποδίδει και είναι ευκολότερο να την αγοράζουν από ιδιώτες ή απ’ έξω και το “ευκολότερο” σημαίνει πιο οικονομικό και για τον φορολογούμενο πολίτη. Αυτή είναι η πραγματικότητα σήμερα είτε μας αρέσει είτε όχι.

Το κρατικό πανεπιστήμιο που είναι κάθε άλλο παρά δημόσιο κοστίζει στον Έλληνα φορολογούμενο πολλαπλάσια από ότι θα κόστιζε αν ήταν ιδιωτικό. Άκουσα πρόσφατα στην TV από κάποιον πανεπιστημιακό ότι είναι πρόβλημα η ελλιπής χρηματοδότηση των πανεπιστημίων. Αυτό είναι μόνο η μισή αλήθεια, η άλλη μισή είναι το που πάνε τα λεφτά που δίνονται. Εγώ δεν θα πω ότι κλέβουν, όχι γιατί δεν το πιστεύω αλλά γιατί είναι αφόρητα κλισέ και εξαιρετικά αποπροσανατολιστικό για δύο λόγους α) δεν μπορεί να το αποδείξει κανείς γιατί αν μπορούσε θα τους έκανε μήνυση και β) γιατί τα πολλά λεφτά χάνονται από τον τρόπο που το δημόσιο πανεπιστήμιο τα διαχειρίζεται και τα ελέγχει. Οι διαδικασίες των συναλλαγών του δημοσίου με ιδιώτες που είναι χρονοβόρες κάνουν το κόστος μιας συναλλαγής του δημοσίου με ένα ιδιώτη τριπλάσιο από ότι αν την έκανε ιδιώτης με ιδιώτη. Δεν υπερβάλω καθόλου και μάλιστα αν συνυπολογίσουμε το κόστος των ελέγχων και της γραφειοκρατίας για την ολοκλήρωση της συναλλαγής το κόστος πολλαπλασιάζεται!

Η ερώτηση έρχεται εύλογα και λέει “γιατί λοιπόν να μην διεκδικήσουμε ένα καλύτερο δημόσιο πανεπιστήμιο;” και η απάντηση το ίδιο εύλογα λέει ότι τόσο τα επιχειρήματα όσο και οι πρακτικές των διεκδικήσεων τόσα χρόνια έχουν όχι μόνο αποτύχει άλλα έδωσαν και πάτημα σε αυτούς που έκαναν τις αλλαγές να τις κάνουν μόνοι τους, χωρίς τη συμμετοχή των φοιτητών οι οποίοι έλεγαν όχι. Μάλλον λοιπόν το φοιτητικό κίνημα κάπου κάνει λάθος ή καλύτερα κάνει πολλά λάθη. Είναι πάρα πολλά τα οξύμωρα σχήματα. Από τα φοιτητικά μου χρόνια θυμάμαι σε γενικές συνελεύσεις το αίτημα “σύνδεση με την αγορά εργασίας” το οποίο με ενοχλούσε γιατί ήμουν υπέρ της ακαδημαϊκής φύσης του πανεπιστημίου και ακόμα είμαι. Αμέσως μετά από αυτό το αίτημα όμως ακολουθούσε το “έξω οι επιχειρήσεις από τι σχολές” το οποίο τότε υποστήριζα φοβούμενος ότι κάτι τέτοιο θα μετάλλασσε το πρόγραμμα σπουδών προς όφελος των επιχειρήσεων. Τώρα αντιλαμβάνομαι ότι εκτός του ήταν υπερβολικό αυτό που κάναμε τότε, σαν να φωνάζαμε προληπτικά “λύκος λύκος”,  ήταν και εξαιρετικά οξύμωρο από την άποψη ότι η σύνδεση με την αγορά εργασίας ήταν κάτι που επιδιώκαμε και στην αγορά υπάρχουν ιδιώτες στους οποίους όμως εμείς αρνούμαστε την συνεργασία για την παραγωγή έρευνας που κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες θα απέφερε κέρδος και στο πανεπιστήμιο και στους φοιτητές οι οποίοι θα αποκτούσαν και εμπειρία από την έρευνα, ίσως χρήματα και ευκαιρίες για εργασία και σίγουρα δημοσιεύσεις. Αν το σκεφτεί κανείς καλύτερα θα δει ότι δεν υπάρχουν άλλοι τρόποι για να γίνει σύνδεση με την αγορά όπως εμείς τότε ζητούσαμε (όποιος βρει άλλον τρόπο ας αφήσει σχόλιο). Αντί λοιπόν να καθίσουμε και να συζητήσουμε σοβαρά για το πως θα μπορούσαμε να διαμορφώσουμε τις συνθήκες ώστε να είμαστε εμείς τα αφεντικά στην σχέση μας με τις επιχειρήσεις και ταυτόχρονα να προστατεύσουμε την σχολή μας και τον ακαδημαϊκό χαρακτήρα των σπουδών μας, εμείς λέγαμε προληπτικά “όχι” γιατί η επιχειρήσεις είναι κάτι a priori “κακό” και θέλουν να μας εκμεταλλευτούν. Βέβαια, όλοι όσοι έλεγαν αυτά τότε τελείωσαν και σε τέτοιες επιχειρήσεις δουλεύουν τώρα, έχοντας μάλιστα δεχθεί να εργαστούν αμισθί καταλαμβάνοντας θέσεις εργασίας κάποιων άλλων που θα πληρώνονταν.

Η διεκδίκηση λοιπόν ενός καλύτερου δημοσίου πανεπιστημίου προϋποθέτει μια πιο ρεαλιστική και πιο συνολική στάση που θα θέτει τα προβλήματα στην βάση τους, θα έχει διαμορφωμένες προτάσεις και δεν θα αναζητά απαντήσεις και επιχειρήματα μόνο όταν έρχονται νέα νομοσχέδια προς ψήφιση. Αναρωτιέμαι αν υπάρχει έστω και μια φοιτητική παράταξη που να έχει ξεκάθαρο πλάνο για το δημόσιο πανεπιστήμιο και θέσεις ουσιαστικές; Όχι άλλα ευχολόγια και ευκαιριακά συνθήματα. Βέβαια θα μου πείτε εδώ δεν υπάρχει κόμμα που να έχει κάτι τέτοιο.

Ξέρω ότι κάποιοι αναμασώντας την καραμέλα θα πείτε ότι παρόλα αυτά το “ελληνικό πανεπιστήμιο είναι καλό, υπάρχουν τόσοι Έλληνες επιστήμονες που διαπρέπουν στο εξωτερικό” και εγώ θα σας απαντήσω ότι η αυτή η άποψη είναι άκρως αντιφατική και ότι δεν κάνει τίποτα παρά να αποδεικνύει ότι οι Έλληνες διαπρέπουν στο εξωτερικό ακριβώς επειδή το ελληνικό πανεπιστήμιο είναι κάκιστο και δεν μπορούν να διαπρέψουν στην Ελλάδα. Αντίθετα ο Γερμανός διαπρέπει στην Γερμανία, ο Ολλανδός στην Ολλανδία, ο Σουηδός στη Σουηδία κλπ. Ο Έλληνας διαπρέπει στην Αγγλία, στην Ολλανδία, στις ΗΠΑ όχι όμως στην Ελλάδα και δεν θα με πείσετε όσο κι αν χτυπάτε τον κώλο σας κάτω. Αυτή είναι η πικρή αλήθεια αν και το πιο πικρό είναι το σκηνικό των ημερών.

Είδα αυτές τις μέρες πολλά ποστ τα οποία δυστυχώς αναλώθηκαν στην επιφάνεια του προβλήματος και των προβλημάτων γενικότερα. Όλα είναι θεμιτά βεβαίως, αλλά από την άλλη πάσχουμε όλοι και μαζί μας πάσχουν όλα και γι’ αυτό το μοναδιαίο παράδειγμα, η περιπτωσιολογία αν προτιμάτε, δεν δικαιώνει το συλλογικό ούτε ανοίγει το πεδίο του διαλόγου, αντίθετα το στοχεύει σε μια μικρή κλίμακα και το κρατά κλειστό με τρόπο που βολεύει αυτούς που θέλουν να κάνουν τις αλλαγές και αυτούς που θέλουν να εκμεταλλευτούν τις αλλαγές. Επιπλέον, αν το πρόβλημα είναι η δομή του πανεπιστημίου και το αν πρέπει να υπάρχει αξιολόγηση ή ιδιωτικά πανεπιστήμια, εξειδίκευση κλπ τότε μπορεί ο καθείς να θίξει το ζήτημα και να μιλήσει για τα δομικά του χαρακτηριστικά και αν μπορεί να μας πείσει, άλλωστε οι απόψεις δεν είναι θέσει αλλά φύσει σωστές. Το πρόβλημα δεν είναι ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ, ούτε ο Κουράκης, ο ΓΑΠ, ο Πλεύρης, ο Χεϊζάνογλου ή ο Bob ο Μάστορας και σε κάθε περίπτωση το να στοχοποιείται κάθε φορά κάποιος, δικαίως ή αδίκως, είναι αποπροσανατολιστικό για την παραγωγικότητα του διαλόγου. Δεν υπερασπίζομαι κανένα Κουράκη και κανένα ΣΥΡΙΖΑ όμως υπερασπίζομαι την ουσία γιατί μου έχει κάνει εντύπωση ότι οι περισσότεροι bloggers γράφετε θεωρόντας τα γραφόμενα σας ουσιαστικά ενώ δεν είναι απαραιτήτως έτσι. Αυτό δεν το έχετε αντιληφθεί και εξακολουθείτε να αναλώνεστε σε αυτό ενώ υπάρχει ένα σύμπαν σημαντικών πραγμάτων προς διάλογο που καταλήγει να μένει στο περιθώριο. Το πρόβλημα είναι το επουσιώδες του διαλόγου και η στόχευση σε πρόσωπα και όχι σε θεσμούς. Αν δεν πάρετε απόφαση ότι η κουβέντα πρέπει να έχει σαν βάση το τι είδους παιδεία θέλετε δεν θα το λύσετε ποτέ, ούτε ο Κουράκης θα το λύσει, ούτε ο Παπανδρέου, ούτε ο Κωστάκης, ούτε κι εγώ. Όλοι μαζί θα το λύσουμε αλλά προϋπόθεση είναι να ξέρουμε τι θέλουμε και να ξέρουμε τι λέμε και όχι να περιφερόμαστε μεταξύ ουτοπίας και μαλακίας όπως κάνουν όλοι αυτές τις μέρες.

h1

Το τέλος του blogging και το καθήκον του γράφειν

Απρίλιος 4, 2008

thinking-cow2.jpg

Το όνομα του post είναι παράφραση του τίτλου ενός γνωστού κειμένου του Martin Heidegger, “the end of philosophy and the task of thinking” και προφανώς αυτο δεν έγινε τυχαία. Κάτι που με απασχολεί πολύ έντονα τον τελευταίο καιρό είναι η έννοια του “τέλους” και την λέξη την εννοώ όχι όπως συνηθίζουμε να την χρησιμοποιούμε ορίζοντας την σαν διακοπή σε μια ακολουθία γεγονότων, αλλά υπό την έννοια της εκπλήρωσης, του σκοπού, του στόχου, της ολοκλήρωσης (τελείωσης).

Η έννοια του τέλους είναι μια τεχνητή κατασκευή, κάτι εξωτερικό των πραγμάτων που προβάλλεται υποκειμενικά σε αυτά από τους αντιληπτικούς μηχανισμούς των παρατηρητών και όχι εγγενές στην ουσία (essence) της υπόστασης των πραγμάτων. Γι’ αυτό και η έννοια του τέλους (του σκοπού) έχει τις ρίζες της στον τεχνικό κόσμο (technotopia) και όχι στον φυσικό (ecotopia). Οι τεχνικές κατασκευές και δομές είναι αυτές που εξ’ αρχής φτιάχνονται με στόχο την επιτέλεση ενός τελικού σκοπού, έχουν ένα τέλος από την στιγμή που γεννώνται και γι’ αυτό η σχέση τους με το τέλος τους είναι καταληκτική, τελεσίδικη ακριβώς επειδή δεν αυτοαναπαράγονται ώστε αυτό το τέλος να αποτελέσει αρχή, καταγωγή για κάτι νέο. Αντίθετα, αυτή η συσσωρευτική ιδέα του τέλους που γίνεται καταγωγή μπορεί να βρεθεί στους εξελικτικούς μηχανισμούς που συναντούμε στον φυσικό κόσμο.

Στην φύση τα πράγματα δεν έχουν ένα συγκεκριμένο τέλος όπως στον τεχνικό κόσμο και το πιο σημαντικό δεν καταλήγουν, καθώς το τέλος τους είναι πάντα η αρχή για κάτι άλλο, είναι όμως εντελή, έχουν δηλαδή το τέλος εγγενές μέσα στις διαδικασίες εξέλιξης τους και τείνουν προς αυτό, είναι αυτό που ο Αριστοτέλης ονόμασε “εντελέχεια”. Όμως το τέλος στο οποίο τείνουν δεν είναι κάτι σταθερό, κάθε διάδραση, κάθε στιγμή στην εξελικτική διαδικασία, μετατοπίζει το τέλος τους και ταυτόχρονα δημιουργεί νέα πιθανά τέλη και τα πράγματα αποκτούν υπόσταση με τρόπο δυναμικό, κατά την πορεία της πραγμάτωσης τους η οποία είναι επίσης συνεχής και χωρίς τέλος. Μάλλον δεν έχω βρει καλύτερο και πιο περιεκτικό τρόπο για να το περιγράψω γι’ αυτό θα χρησιμοποιήσω αυτό που λέει ο Henri Bergson, “Reality… is a perpetual becoming. It makes or remakes itself, but it is never something made.

Σε αυτό το διαρκώς και πολλαπλώς μεταβαλλόμενο πλαίσιο μάλλον δεν μπορούμε να μιλάμε για ένα και μοναδικό τέλος, αλλά για πολλαπλά τέλη που βρίσκονται σε διαρκείς διαπραγματεύσεις, διασυνδέσεις, συγκρούσεις, αλληλοεξουδετερώσεις, ανακατευθύνσεις, δρομολογήσεις κλπ χωρίς ποτέ όμως να καταλήγουν στην διεκπεραίωση ενός προσχεδιασμένου συλλογικού ή ακόμα και ατομικού στόχου. Ο στόχος γεννάται στην πορεία της διαδικασίας και είναι πάντα στιγμιαίος.

Στην blogόσφαιρα της διαρκούς και αέναης δρομολόγησης, της διασύνδεσης, της δυναμικής ανάπτυξης και της θεματικής περιήγησης τα πράγματα μοιάζουν να λειτουργούν με τρόπο σχεδόν φυσικό. Σε αυτό το σημείο προτιμώ να μην αποτολμήσω μια ευρύτερη και πιο γενναία αναλογία μεταξύ των φυσικών οικοσυστημάτων (της βιόσφαιρας) και των δομών της blogόσφαιρας καθώς δεν ξέρω σε τι βαθμό λογικές μεταθέσεις (transpositions) τέτοιου είδους μπορούν να είναι έγκυρες και ακριβείς. Η εμπειρία έχει δείξει ότι δεν είναι και θεωρώ ότι δεν υπάρχει πιο επικίνδυνο πράγμα από μια ανακριβή μεταφορά ή ένα ελλιπές παράδειγμα που δύναται να μας παρασύρει σε λάθος συσχετισμούς και εσφαλμένες αναγωγές. Παρόλα αυτά μπορούμε νομίζω να μιλάμε για παρόμοια μεμονωμένα χαρακτηριστικά και να αντλούμε αποσπασματικά ιδέες από την αναλογία βιόσφαιρας - blogόσφαιρας υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα είναι αυτή η μοναδική αναλογία που θα χρησιμοποιούμε σαν νοητικό εργαλείο παρατήρησης, ανάλυσης, κατανόησης και σύνθεσης αλλά μόνο μια από τις πολλές.

Έτσι ενα τέτοιο μεμονωμένο χαρακτηριστικό της βιόσφαιρας από το οποίο νομίζω ότι είναι έγκυρο να τραβήξω τις γραμμές που διαμορφώνουν συσχετισμούς είναι αυτό που περιέγραψα παραπάνω, η έννοια του τέλους, του σκοπού.

Το ψηφιακό, μη υλικό και ενδογενές τέλος της blogόσφαιρας (αν μπορούμε να μιλάμε για κάτι τέτοιο) μάλλον διαμορφώνεται στην πορεία, δεν προϋπάρχει προκατασκευασμένο. Αυτό που βιώνουμε και αντιλαμβανόμαστε blogάροντας δεν είναι παρά ένα διαρκές κύμα μεμονωμένων στιγμών (instances) όπως τα καρέ μιας ταινίας και αυτές οι στιγμές, που έχουν η κάθε μια το δικό τους τέλος, διαρκώς δρομολογούν νέα τέλη χωρίς όμως ποτέ να καταλήγουν. Στην blogόσφαιρα λοιπόν έχουμε μια διαρκή ανάπτυξη δυνατοτήτων όμως η κατάληξη, το πραγματικό τέλος, μπορεί να συμβαίνει μόνο εκτός blogόσφαιρας καθώς προϋποθέτει την διάδραση με την υλική πραγματικότητα. Αυτό ακριβώς είναι και το μεγάλο πλεονέκτημα αυτού του τρόπου επικοινωνίας ή διάδρασης αν προτιμάτε.

Επιπλέον, ο σκοπός (τέλος) δεν είναι κάτι συνειδητά συλλογικό. Προφανώς υπάρχουν ομάδες, παρέες, συνασπισμοί, άνθρωποι με κοινούς προβληματισμούς ή επιδιώξεις αλλά ο καθένας είναι μια ανεξάρτητη μεταβλητή, ή τουλάχιστον ως τέτοια λογίζεται καθώς ο ορισμός του “τέλους” ή του στόχου είναι κάτι προσωπικό κάθε φορά. Ακόμα κι όταν ο στόχος κάποιων ανθρώπων μοιάζει να είναι ο ίδιος υπάρχουν ποιοτικές διαφορές εξαιτίας της διαφορετικής επιχειρηματολογίας τους, της διαφορετικής “αρχής” του τέλους. Κοινώς δεν έχει σημασία μόνο το που θέλουμε να καταλήξουμε αλλά και από που ξεκινάμε και ποιον δρόμο διαλέγουμε, τι καταγωγή δηλαδή έχει το κάθε τέλος και πως οδεύουμε προς αυτό.

Σε άλλο ποστ μου στο πρόσφατο παρελθόν αποπειράθηκα να μιλήσω για το ίδιο θέμα σε αναλογία με την γραφή του Κάφκα. Η ουσία των επιχειρημάτων που παραθέτω στο άλλο ποστ υποστηρίζει ότι η ανάπτυξη της blogόσφαιρας είναι δυναμική, τοπολογική και χωρίς τέλος και γι’ αυτό τον λόγο μη ελέγξιμη. Προσωπικά νομίζω ότι η blogόσφαιρα λειτουργεί έτσι και αυτό το θεωρώ κάτι μοναδικό καθώς τέτοια χαρακτηριστικά μάλλον δεν υπάρχουν σε καμία άλλη τεχνητή κατασκευή/δομή/σύστημα, τουλάχιστον όχι σε τέτοιο βαθμό. Με βάση αυτό θεωρώ ότι:

α) Η blogόσφαιρα δεν είναι δυνατόν να ελεγχθεί καθώς απαιτείται μια υπερδομή πιο σύνθετη από την ίδια που θα δύναται να προβλέπει πράγματα πριν συμβούν και θα τα καταστέλλει πριν αυτά γεννηθούν ως δυνατότητες, δηλαδή πολύ πριν γίνουν πραγματικότητες (βλέπε Minority Report).

β) Ακόμα κι αν ένας έλεγχος μεγάλης κλίμακας είναι δυνατός θα είναι μεγάλο λάθος καθώς έχουμε περισσότερα να χάσουμε παρά να κερδίσουμε. Πιθανός έλεγχος, για χάρη της πρόληψης, θα σκοτώσει ένα τεράστιο πεδίο δυνατοτήτων που προκύπτουν από αυτό το συνεχώς αυξανόμενο και μεταβαλλόμενο δημιουργικό χάος (εντροπία). Μια τέτοιου είδους πρόληψη τύπου “Protect me from what I want” (κατά την Jenny Holzer) θα ισοδυναμεί με ακρωτηριασμό.

Σε κάθε περίπτωση, η άποψη μου είναι ότι οποιαδήποτε απόπειρα ελέγχου είναι είτε καταδικασμένη είτε καταδικαστική αν και το δεύτερο θα διαρκέσει μόνο για λίγο, πριν τελικά ο έλεγχος καταρρεύσει από την δυναμική της πραγματικότητας. Όπως λέει ο Gilles Deleuze περιγράφοντας την κατασκευή ενός μονοπατιού, όσο κοντά κι αν βάλουμε τις πλάκες καλύπτοντας το έδαφος, όσο κι αν επιχειρούμε να μικρύνουμε η να καλύψουμε τους αρμούς και τα διάκενα ανάμεσα στις πλάκες, πάντα τα μικρά φυτά και το χορτάρι θα βρίσκουν τρόπο να ξεμυτίζουν από τα διάκενα. Αυτό συμβαίνει γιατί οι πέτρες έχουν ένα τέλος και έχουν καταλήξει ενώ τα φυτά αναζητούν το τέλος κατά την ανάπτυξη τους, κατά την διάρκεια, χωρίς να καταλήγουν.

Η blogόσφαιρα κάνει ακριβώς αυτό, ξεμυτίζει από τα διάκενα του πραγματικού κόσμου, από τα κενά που αφήνουν οι τεχνικές δομές που έχουν καταλήξει και γι ‘αυτό είναι ατελείς, αλλά και από αυτά άλλων δομών που δεν έχουν καταλήξει, όπως οι θεσμοί και νόμοι, αλλά είναι λιγότερο ευέλικτες και δυναμικές από την blogόσφαιρα. Αυτή η ανάδυση από τα διάκενα μπορεί να λειτουργήσει είτε συμβιωτικά με τις υπάρχουσες δομές, όπως τα παράσιτα, είτε αποσαρθρωτικά προς αυτές όπως ένας ιός, το μόνο βέβαιο είναι ότι δεν θα τις αφήσει ανέγγιχτες και θα δράσει αναμορφωτικά. Είναι επίσης απολύτως βέβαιο ότι αυτή η διάσταση της blogόσφαιρας, η δυναμική ανάπτυξη και οι συμβιωτικές και αποσαρθρωτικές τις ιδιότητες, ενοχλούν και θίγουν κάποιους οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι ή γατζωμένοι πάνω στις υπάρχουσες δομές και συνθέτουν, αναπαράγουν και υποστηρίζουν το status quo, ανεξάρτητα από το αν δηλώνουν δημοσιογράφοι, πολιτικοί, φοιτητές, εργάτες ή bloggers.

Εκτός λοιπόν από τον κίνδυνο ενός top to bottom ελέγχου ευρύτερης κλίμακας που απορρέει από νομικά πλαίσια και θεσμίσες από ανώτερες αρχές όπως το κράτος, και προσωπικά δεν τον θεωρώ απειλή γιατί είναι κάτι εξωτερικό της blogόσφαιρας, οι απόπειρες ελέγχου, καπελώματος, προπαγάνδας και εκφυλισμού της blogόσφαιρας μπορούν να ξεκινούν και από μέσα με τρόπο bottom to top και ανεξάρτητα από τον ποιον στοχεύουν να εξυπηρετήσουν και αν τελικά τον εξυπηρετούν ή όχι, να δημιουργούν τις προϋποθέσεις ώστε να ευδοκιμήσουν έλεγχοι μεγαλύτερης κλίμακας που πλήττουν το blogging συνολικά αλλά με τρόπο που στοχεύει τον κάθε blogger με διαφορετικό τρόπο και για διαφορετικό λόγο, εντός και εκτός blogόσφαιρας.

Όσο περισσότερο ανεβαίνει το blogging και όσο γιγαντώνεται η blogόσφαιρα, τόσο περισσότερο θα εμφανίζονται και θα κερδίζουν έδαφος blogs που θα είναι στρατευμένα και ως στόχο θα έχουν να εγκαταστήσουν μια γραμμή (κυρίως πολιτική αλλά όχι μόνο) εδραιώνοντας μια ισχυρή θέση στο πεδίο της διαμόρφωσης και διακίνησης της πληροφορίας και όχι απλά να διαδώσουν ή να υπερασπιστούν μια προσωπική άποψη όπως συνέβαινε μέχρι τώρα. Άλλωστε αυτό ήδη έχει αρχίσει να συμβαίνει και είναι παραπάνω από προφανές πως κάποιοι βλέπουν την blogόσφαιρα σαν ένα παρθένο χώρο και σαν ένα νέο επικοινωνιακό μέσο που μπορεί να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα διαφορετικών κέντρων. Είναι ζήτημα χρόνου αυτοί οι κάποιοι να διεκδικήσουν θέση τσιφλικά κάνοντας κατάχρηση των δυνατοτήτων του μέσου και τελικά διαμορφώνοντας οι ίδιοι την εικόνα για το τι είναι blogging και blogόσφαιρα να διεκδικήσουν να γίνουν εκπρόσωποι της. Το blogging λοιπόν βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο, όχι απλά να καπελωθεί όπως θα έλεγαν κάποιοι, αλλά να διαμορφωθεί επικίνδυνα και να εκφυλιστεί σε ένα επίπεδο που η ατομική πρωτοβουλία, ο διάλογος, η δυναμική, η συνδιαμόρφωση και η προσωπική έκφραση θα είναι απλά παρενέργειες και όχι οι αφετηρίες καθώς θα έχουν επικρατήσει αυτοί που έχουν στρατευθεί για την επιτέλεση ενός στόχου, ενός “τέλους” θεμιτού ή αθέμιτου (κατά την άποψη μου η έννοια του τέλους είναι πάντα κάτι αθέμιτο). Προσωπικά, παρόλο που τα σημεία των καιρών είναι δυσοίωνα, είμαι αισιόδοξος ότι παρά τον κίνδυνο να συμβεί κάτι τέτοιο τα ανακλαστικά των bloggers είναι τέτοια που επαρκούν για να προλάβουν τέτοιες καταστάσεις που επιδιώκουν την επιβολή ενός τέλους.

Η πρόσφατη υπόθεση του press.gr και οι ιστορίες για το περιβόητο νομικό πλαίσιο για το internet και τα blogs έθεσαν, μάλλον τεχνηέντως, ένα δίλημμα το οποίο δεν θα έπρεπε και δεν πρέπει να ληφθεί περισσότερο σοβαρά από όσο του αξίζει. Το ζήτημα της ανωνυμίας ή επωνυμίας έγινε αφορμή για μια εκτενή κουβέντα η οποία απλώθηκε σε πάρα πολλά blogs, και στο παρόν, και κατά την γνώμη μου ήταν ως επί το πλείστον αποπροσανατολιστική καθώς σε πολλές περιπτώσεις το ζήτημα ετέθη υπό την μορφή ενός διλήμματος που δεν έχει λόγο να υπάρχει, αλλά παρόλα αυτά συζητιέται με τρόπο που μας εμποδίζει να δούμε την ουσία του πράγματος. Κατά την γνώμη μου το δίλημμα δεν είναι ανωνυμία ή επωνυμία αλλά ετερονομία ή αυτονομία. Δηλαδή, αν προτιμάμε την θέσμιση ενός κανονιστικού πλαισίου, που ανεξάρτητα από το πόσο ελεύθερο ή δεσμευτικό θα είναι, θα λειτουργεί ως κάτι εξωτερικό της blogόσφαιρας και ακόμα κι αν το θεσμίσουμε εμείς οι ίδιοι θα το αντιλαμβανόμαστε ως μια εξωτερική αρχή (όπως έναν θεό) που εισάγει ένα τέλος με τρόπο αξιωματικό (ετερονομία) ή αν θέλουμε να έχουμε την δυνατότητα να θεσμίζουμε εμείς οι ίδιοι εκ των έσω και ο καθένας με τρόπο δικό του τους κανονισμούς που θεωρούμε αναγκαίους κάθε φορά εισάγοντας ο καθένας το δικό του στιγμιαίο τέλος (αυτονομία). Προσωπικά, είμαι προφανώς υπέρ της αυτονομίας και νομίζω ότι με βάση τα παραπάνω οι λόγοι είναι σαφείς, παρόλα αυτά είναι βέβαιο ότι κάποιοι επιδιώκουν και θα συνεχίσουν να επιδιώκουν την ετερονομία και αυτό παρόλο που μπορεί να είναι μια άποψη δεν είναι πάντα κάτι αθώο.

Η blogόσφαιρα έχει ήδη ένα τέλος, έναν σκοπό, αυτόν του να μην έχει προκατασκευασμένο σκοπό αλλά να τον αναζητεί διαρκώς και αυτό εκτός από ένα μοναδικό χαρακτηριστικό μοιάζει να είναι κάτι σαν “καθήκον” που κουβαλάμε όλοι χωρίς απαραίτητα να το ξέρουμε ή να το συνειδητοποιούμε. Η blogόσφαιρα είναι φορέας μιας συλλογικής νοημοσύνης και αυτό δεν συμβαίνει από τον συνασπισμό του συνόλου των γραφόντων σε μια συνειδητοποιημένη, οργανωμένη, συνασπισμένη συλλογικότητα που στοχεύει και συστρατεύεται προς έναν σκοπό αλλά από την διαρκή αλληλεπίδραση τους ως ένα σύνολο αυτόνομων ατομικοτήτων (το αν είναι και ανεξάρτητες και με ποιόν τρόπο είναι ένα άλλο θέμα).

Σε αυτή την blogόσφαιρα το μοναδικό καθήκον μας λοιπόν είναι αυτό του γράφειν ώστε να διασφαλιστεί η συνέχεια, το μη τέλος ή άρνηση επιβολής του τέλους από τρίτους. Η λέξη blogger δεν είναι και δεν πρέπει να θεωρείται δηλωτική μιας ταυτότητας (πόσο μάλλον να ταυτιστεί με μια) παρά μόνο μιας ιδιότητας μεταξύ πολλών άλλων ετερόκλητων ιδιοτήτων. Αυτό πρέπει να το καταλάβουμε πρώτα από όλα εμείς και μετά να το καταστήσουμε κατανοητό και στους έξω γιατί όσο πιο ενιαία και ομοιογενής μοιάζει η blogόσφαιρα στους έξω τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος ο έλεγχος, το ταμπέλωμα και το καπέλωμα να είναι καθολικά και χωρίς διακρίσεις. Η αξία της blogόσφαιρας είνα το ότι λειτουργεί σαν ένα από τα τελευταία πεδία άσκησης της ατομικότητας, της υποκειμενικής κρίσης και θεωρώ ότι αυτό πρέπει να παραμείνει ως έχει γιατί πιστεύω (αυτή είναι μια λέξη που δεν λέω ποτέ και εδώ την χρησιμοποιώ εμφατικά, όχι κυριολεκτικά και απόλυτα) ότι η αυτονομία είναι η πιο ελεύθερη μορφή ελευθερίας.

Και επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να χαρακτηριστώ μηδενιστής και αρνητής της ιδέας της συλλογικότητας οφείλω να αποσαφηνίσω την στάση μου λέγοντας ότι θεωρώ την blogόσφαιρα ως έναν χώρο που χτίζονται και δυναμώνουν τα επιχειρήματα μέσα από διαρκή διάλογο ανάμεσα σε αυτόνομα άτομα, όχι ανάμεσα σε κοινωνικές ομάδες ή αντιπροσώπους τους (παρά το γεγονός ότι υπάρχουν και αυτοί). Στην blogόσφαιρα όμως που είναι ένα πεδίο δυνατοτήτων (virtual) δεν γεννάται η συλλογικότητα παρά μόνο η δυνατότητα μιας συλλογικότητας μέσα από την διαμόρφωση επιχειρημάτων όπως αυτή γίνεται από αυτόνομες ατομικότητες. Η δυνατότητα αυτή όσο μένει μέσα στην blogόσφαιρα παραμένει απλά μια εκκρεμούσα δυνατότητα που μπορεί να αλλάζει μορφές και υποστάσεις μέσα από διαρκείς αναθεωρήσεις και διαπραγματεύσεις αλλά ουσιαστικά παραμένει μια δυνατότητα που περιμένει ενεργοποίηση ώστε να γίνει πραγματικότητα και προϋπόθεση γι’ αυτό είναι η συλλογική δράση στον κόσμο εκτός της blogόσφαιρας. Στην εντός της blogόσφαιρας πραγματικότητα, και επειδή τα πράγματα είναι ακόμα αρκετά εσωστρεφή και αυτοαναφορικά (ίσως μετά από κάποια χρόνια να μιλάω με άλλους όρους έχοντας μια άλλη άποψη) προτιμώ να μιλάω για εν δυνάμει συλλογικότητα καθώς κατά την άποψη μου (και επειδή ζούμε στην Ελλάδα) όσο κι αν συμφωνούμε, συνδιοργανώνουμε και συνδιαμορφώνουμε ως bloggers εντός της blogόσφαιρας, το πραγματικό πεδίο της συλλογικής δράσης και των ενεργών πολιτών είναι και μάλλον θα παραμείνει για καιρό το πανεπιστήμιο, οι χώροι εργασίας, ο δρόμος, το εργοστάσιο και όχι η οθόνη και το πληκτρολόγιο. Το blogging είναι ο καταλύτης για την αντίδραση όχι όμως η ίδια η αντίδραση.

thinking-cow.jpg
h1

Ο Pessoa και η ιδεοληψία περί αλήθειας

Μάρτιος 17, 2008
 
O poeta é um fingidor
Finge tão completamente
Que chega a fingir que é dor
A dor que deveras sente
_____________________________
The poet is a faker
Who’s so good at his act
He even fakes the pain
Of pain he feels in fact.

Fernando Pessoa-himself: “Autopsychography” (Autopsicografia) (tr. Richard Zenith)

Ο Pessoa λέει ότι ο δημιουργός είναι ψεύτης. Μάλλον είναι καλύτερα αντί να το ποινικοποιούμε, απλά να το γνωρίζουμε!

h1

Η τέχνη είναι μια ηλίθια υπόθεση… Πηγαίνετε σπίτια σας!

Μάρτιος 9, 2008

“Η τέχνη είναι μια ηλίθια υπόθεση… Πηγαίνετε σπίτια σας” έλεγε ένας πίνακας κάποτε στην είσοδο μιας έκθεσης με στόχο προφανώς να προκαλέσει. Με αρκετή δόση σαρκασμού η παραπάνω ατάκα μπορεί να χρησιμοποιηθεί αυτές τις μέρες για να απεικονίσει το τι είχε στο μυαλό του ο διευθυντής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ανατολικής Θεσσαλονίκης, υπεύθυνος για τα τραγελαφικά που συνέβησαν με την έκθεση του Picasso στο Τελλόγλειο. Ίσως αν ο πίνακας με την παραπάνω ατάκα γινόταν πινακίδα στην είσοδο μουσείων και γκαλερί να χρησίμευε για να εκδιώξει όλους αυτούς που ανήκουν σε έναν άλλον κόσμο, οπισθοδρομικό και συχνά φανατισμένο που οι περισσότεροι θέλω να πιστεύω ότι αγνοούμε. Το θέμα έχει μάλλον ήδη απασχολήσει αρκετά την blogόσφαιρα και δεν θα ήθελα να μιλήσω περισσότερο, σας παραπέμπω στον post του Ροϊδη το οποίο βρίσκω πλήρες και περιέχει links σε αντίστοιχα posts που πραγματεύονται το ίδιο θέμα. Θα ήθελα όμως να μιλήσω για την τέχνη και την λογοκρισία γενικότερα.

monalisantm_450x400.jpg

Δεν πάνε πολλά χρόνια από εκείνο το βράδυ που με κάποιους φίλους μου συζητούσαμε για την έκθεση της Outlook και το θέμα που είχε προκύψει. Η παρέα προσπαθούσε να με πείσει ότι είναι λογικό να λογοκρίνονται και να κατεβαίνουν πίνακες που θίγουν το θρησκευτικό συναίσθημα. Τα επιχειρήματα γνωστά, “μα είναι δυνατόν;” “μα θίγουν το θρησκευτικό συναίσθημα!”… Και μέχρι εκεί, δεν ακολούθησε καμία προσπάθεια να ορίσουν το ρήμα “θίγω”, να κατανοήσουν το υποκειμενικό του όρου “θρησκευτικό συναίσθημα”, να σκεφτούν το αν έχει δικαίωμα κάποιος να θίγεται σε μια δημοκρατία, να αναρωτηθούν αν έχει δικαίωμα να μου απαγορεύσει εμένα να μη θίγομαι και να θέλω να δω τον πίνακα. Τα χρόνια πέρασαν και με την παρέα χάθηκα και γι’ αυτό δεν είχα την ευκαιρία να συζητήσω μαζί τους για τα περίφημα σκίτσα του Μωάμεθ, να δω αν θα είχαν την ίδια άποψη. Άλλωστε δεν είναι πολύ διαφορετικές οι δύο περιπτώσεις, αντί για μαυροφορεμένες γιαγιάδες που κρατούν εικόνες, έχεις γενειοφόρους με λευκές κελεμπίες που κρατούν το κοράνι. Η λογική είναι η ίδια, ο Θεός σύμβολο της μεταξύ τους αγάπης, γίνεται Θεός τιμωρός για τους απ’ έξω και οι πιστοί του μετατρέπονται σε αυτόκλητους εντολοδόχους της τιμωρίας των αμαρτωλών. Σίγουρα κάποιοι θα πουν ότι δεν είναι το ίδιο, στην περίπτωση με τα σκίτσα υπήρξαν γενικευμένα επεισόδια, μέχρι και νεκρός, ενώ στην περίπτωση της outlook την πλήρωσε μόνο ο πίνακας. Πράγματι έτσι είναι, όμως αν το μοναδικό που έχει μείνει για να διαφοροποιεί τα εδώ από τα εκεί γεγονότα είναι ο βαθμός της καφρίλας, και το ότι δεν είχαμε νεκρούς (αυτό έλειπε), μάλλον δεν είμαστε σε καλό δρόμο.

caroline_shotton_the_moo_sf.jpg

Αυτό που αδυνατούν να κατανοήσουν όλοι αυτοί οι κατά καιρούς “θιγμένοι” που αντιμάχονται το κακό και μαζί με αυτό την τέχνη είναι ότι σε όλες τις περιπτώσεις παρομοίων περιστατικών το μόνο που κατόρθωσαν ήταν να κάνουν θόρυβο και διαφήμιση που πήρε έκταση πολύ μεγαλύτερη από την ακτίνα επιρροής του ίδιου του έργου και της έκθεσης. Υπάρχει ένα σχετικό ανέκδοτο με τον πάπα που καταδεικνύει ακριβώς αυτό (θα το βρείτε εδώ). Τα παραδείγματα που μπορώ πολύ γρήγορα και χωρίς προσπάθεια να θυμιηθώ είναι τα ακόλουθα (αν θυμηθείτε κι άλλα αφήστε σχόλιο): Ο Χρηστός ξανασταυρώνεται, το like a prayer, η outlook, η Art Athina, το πρόσφατο στο Τελόγλειο και φυσικά σε πάρα πολλές περιπτώσεις ο άρχων του είδους Τζίμης Πανούσης. Σε όλα τα παραπάνω υπήρχαν θιγμένα εθνικά και θρησκευτικά συναισθήματα… Δεν υπάρχει πιο αστείο πράγμα. Το μόνο που ίσως “εθίγη” ήταν εθνικά και θρησκευτικά σύμβολα, τα οποία όμως σύμβολα δεν είναι το συναίσθημα κανενός, είναι η υλική αντιπροσώπευση του ίσως αλλά μόνο αυτό και τίποτα παραπάνω. Θιγμένος δικαιούται να είναι κάποιος που εξαιτίας ενός γεγονότος χάνει τη δουλειά του, τον παρατάει η γυναίκα του, αυτός που υπόκειται σε ψυχολογική και σωματική βία από κάποιον τρίτο αλλά σε καμία περίπτωση αυτός που νομίζει ότι απειλείται από ένα έργο ή μια έκθεση τέχνης. Στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να δεχθώ ότι “σοκάρεται”, ότι “ενοχλείται” ή ότι “διαφωνεί” και καλά κάνει, αυτονόητο είναι και δεν με ενδιαφέρει να κρίνω τι τον ενοχλεί, άλλωστε και εμένα με “ενοχλούν” ένα σωρό πράγματα αλλά στα πλαίσια της συνύπαρξης μέσα σε ένα κοινωνικό σύνολο έμαθα να τα ανέχομαι παρόλο που διαφωνώ.

Από εκεί και πέρα όμως, και επειδή μιλάμε για τέχνη, αν κάποιος αισθάνεται ότι θίγεται από την τέχνη θα πρέπει είτε να μάθει να μη θίγεται γιατί σε μια δημοκρατία αυτό δεν είναι νορμάλ ή να κάθεται στο σπίτι του. Κανένας δεν υποχρέωσε τις θεούσες να δουν την outlook, κανένας δεν υποχρέωσε τα εθνίκια να επισκεφθούν την art athina κλπ. Αντίθετα την προπαγάνδα τους και την θρησκεία τους εμείς την τρώμε στην μάπα από το σχολείο και την τηλεόραση μέχρι τον στρατό και παρόλα αυτά δεν πήγε κανείς σε καμία εκκλησία να λογοκρίνει το κήρυγμα ή να πει “τι λέτε εσείς εδώ”, “γιατί το λέτε”, “μην το λέτε γιατί με θίγει όταν βρίζετε τους άθεους”. Μην μας ενοχλείτε λοιπόν, καθίστε εσείς ήσυχοι στις εκκλησίες σας να κάτσουμε κι εμείς ήσυχοι στα μουσεία μας γιατί τελικά, δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν είναι όλα για όλους.

Ίσως τέχνη θα έπρεπε να είναι για όλους αλλά δυστυχώς δεν είναι και γι’ αυτό δεν φταίει ούτε ή τέχνη ούτε οι καλλιτέχνες. Η τέχνη, όπως όλα τα πράγματα, είναι για κάποιους, όχι για όλους. Είναι γι’ αυτούς που την αγαπούν και τους ενδιαφέρει, και αυτό που λέω δεν είναι καθόλου ελιτίστικο για τον απλούστατο λόγο ότι ποτέ κανείς δεν εμπόδισε κανέναν να ενδιαφερθεί για την τέχνη, να διαβάσει για αυτήν, να πάει σε ένα μουσείο, να διαμορφώσει προσωπική κρίση και άποψη, να κάνει ο ίδιος τέχνη! Για όλους τους άλλους που δεν τους ενδιαφέρει δεν μας ενδιαφέρει κι εμάς η άποψη τους (όπως δεν ενδιαφέρει και σχεδόν κανέναν θρήσκο η γνώμη ενός αθέου για τον θεό του).

caroline_shotton_persistenc.jpg

Η τέχνη δεν είχε και δεν θα έχει ποτέ σαφή και σταθερό ορισμό, άλλωστε η ιστορία της τέχνης είναι εν πολλοίς η ιστορία των “ορισμών” της. Σίγουρα όμως και παρά την αδυναμία μας να ορίσουμε το τι είναι τέχνη, είναι εύκολο να ξέρουμε τι δεν είναι. Η τέχνη δεν είναι μόνο αυτό που μας αρέσει, μπορεί να είναι αυτό που δεν μας αρέσει αλλά μας ενεργοποιεί, μπορεί να είναι αυτό που είναι αδιάφορο, μπορεί να είναι το αστείο, το ενοχλητικό, συχνά το καταγγελτικό και το επιθετικό, το χυδαίο, το σκοτεινό, το μυστηριώδες, το ανατρεπτικό, το Kitsch και το cliche, ο αυτοσαρκασμός του ίδιου του καλλιτέχνη, της ίδιας της τέχνης και ένα σωρό άλλα πράγματα που δεν μπορώ να σκεφτώ και που όλα βρίσκουν τον τρόπο να παράγουν και να επικονωνήσουν ένα νόημα με τρόπο τέτοιο ώστε να εντάσσονται στα πλαίσια της τέχνης. Η τέχνη τις περισσότερες φορές δεν γίνεται για να εκφράσει ή να διδάξει κάποιες γενικευμένες καθολικές αλήθειες (αν υπάρχουν τέτοιες) αλλά εκφράζει τον δημιουργό της, αν μας αρέσει αυτό καλώς αν όχι πρέπει να μάθουμε να το προσπερνάμε και να πηγαίνουμε στο επόμενο έκθεμα, στο επόμενο μουσείο. Βεβαίως, όλοι, έχουν το δικαίωμα να στέκονται μπροστά στον πίνακα και να προσπαθούν μέσα σε αυτόν να δουν τον εαυτό τους, με την προϋπόθεση όμως, ότι αν δεν τον δουν και χαλαστούν άσχημα να πάρουν την άποψη τους και να φύγουν ή να την συζητήσουν ήρεμα και παραγωγικά όπως κάνουν όλοι χωρίς να εμποδίζουν τους άλλους να αγαπήσουν ή να μισήσουν τον πίνακα με τον δικό τους τρόπο. Άλλωστε η τέχνη δεν υπόσχεται, ούτε ότι θα μας αρέσει, ούτε μας να διδάξει κάτι, ούτε να μας αντιπροσωπεύσει απεικονίζοντας τα πιστεύω μας. Μπορεί να απεικονίζει όλα όσα μας θίγουν για να μας τρομάξει, να μας προκαλέσει, να μας δοκιμάσει… Για τον λόγο αυτό, όποιος δεν είναι έτοιμος να δεχθεί το οτιδήποτε, ακόμα και το πιο τρελό, και φοβάται μήπως ή τέχνη τον βλάψει ή έστω πιστεύει ότι ή τέχνη μπορεί να βλάψει (πράγμα απίθανο), ας κάτσει σπίτι του, στον καναπέ του όπου μπορεί να είναι ο αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος του τηλεκοντρόλ του και υποσχόμαστε ότι δεν θα τον ξυπνήσουμε…

Οι εικόνες παραπάνω είναι παραλλαγές διάσημων έργων από την καλλιτέχνιδα Caroline Shotton. Η εικόνα παρακάτω είναι αφιερωμένη σε όσους περιμένουν από την τέχνη να απεικονίζει τα πιστεύω τους, τα θέλω τους, τους εαυτούς τους. (κλικ στην εικόνα για μεγέθυνση)

seeing_tanseyinnocentlg.gif
h1

Νόμος(?) Μανιφέστο(?)

Μάρτιος 1, 2008
greek-spacecow.jpg

Νομίζω ότι και μόνο η ενασχόληση με μια τόσο αστεία ιστορία, όπως η απόπειρα χειραγώγησης του blogging, με νομοθετικά μέσα, την κάνει να φαίνεται πιο σοβαρή από όσο πραγματικά είναι, όμως επειδή έχει γίνει πολύ λόγος τελευταία θα ήθελα να πάρω θέση. Mάζεψα διάφορα comments που έχω αφήσει εδώ κι εκεί (δεν δίνω links, είναι πολλά) και με αρκετές μετατροπές και προσθήκες συνέθεσα το παρακάτω κείμενο το οποίο θεωρώ ότι απεικονίζει αρκετά καλά την άποψη που έχω διαμορφώσει αυτές τις μέρες.


α)
Περί νόμου και επωνυμίας

Η όλη ιστορία με τον νόμο είναι κατά τη γνώμη μου μια φούσκα που θα ξεφουσκώσει και γίνεται απλά για εντυπωσιασμό. Αυτό συμβαίνει πάντα άλλωστε στην Ελλάδα, όταν μια κυβέρνηση χάνει τη μπάλα εξαγγέλλει πιο αυστηρές ποινές, τύπου πονάει κεφάλι - κόβει κεφάλι, για να εικονογραφήσει μια εικόνα ελέγχου και τάξης. Αν καθίσουμε να μετρήσουμε τέτοια παραδείγματα θα γελάμε, καθώς θα μετράμε, μέχρι μεθαύριο. Πιο παλιά έλεγαν ότι θα απαγορεύσουν τα video games. Πρόσφατα εξήγγειλαν την αυστηροποίηση των ποινών για τις υποκλοπές με τρόπο υπερβολικό κι αναίτιο. Μόνο σαν παράδειγμα θα αναφέρω ότι αν με εκβιάζει κάποιος ότι θα σκοτώσει την οικογένεια μου δεν έχω δικαίωμα να τον ηχογραφήσω προκειμένου να τον καταγγείλω γιατί θα διώκομαι για κακούργημα. Όλα αυτά επειδή δεν μπορούν να ελέγξουν τους Μάκηδες και τους Θέμους… Έτσι είναι η Ελλάδα και το ξέρουμε, όταν δεν μπορεί να ελέγξει κάτι ή κάποιους νομοθετεί αυστηρά προκειμένου να τους ποινικοποιήσει όλους και όταν κάτι αδυνατεί να κάνει διακρίσεις μοιραία αποτυγχάνει γιατί αδυνατεί να περιλάβει την εξαίρεση… Μάλλον γι’ αυτό τελικά τους νόμους τους γράφουν όλοι στα τέτοια τους, και ίσως καλά κάνουν! (Ναι… αυτό μπορεί να εκληφθεί ως προτροπή σε παράνομες πράξεις! Χαχαχά)

Δεν πιστεύω ότι μπορεί να ισχύσει τέτοιος νόμος κι αν ισχύσει δεν θα έχει ποτέ σοβαρή εφαρμογή, είναι τουλάχιστον αστείο να πιστέψουμε ότι μπορεί ποτέ να υπάρξει ελεγκτικός μηχανισμός ή νομικό πλαίσιο για κάτι που αναπτύσσεται ταχύτερα από τον ίδιο τον νόμο και ταυτόχρονα είναι φαινόμενο παγκόσμιας κλίμακας. Επιπλέον, σε μια χώρα που το ΕΣΡ δεν μπορεί να ελέγξει τους 10 τηλεοπτικούς σταθμούς της χώρας μου φαίνεται αστείο να πιστεύει κάποιος ότι είναι ποτέ δυνατόν να καταφέρει να ελέγξει τους 10.000 bloggers (κρατάω την κοιλιά μου από τα γέλια). Στο κάτω κάτω αν μου την βαρέσει παίρνω το nickname και το blog μου και το κάνω σελίδα σε έναν server στην Μαλαισία που θα μου εγγυάται ότι δεν θα δώσει ποτέ το IP μου σε κανέναν. Τέλος πάντων, το νόημα είναι ότι αν έχω σκοπό να γράφω με δόλο χωρίς να με βρουν μπορώ να το κάνω και δεν θα με βρουν που να χτυπάνε τον κώλο τους κάτω! Άλλωστε ένας ισχυρός ελεγκτικός μηχανισμός ή ένας νόμος το μόνο που θα καταφέρει είναι αυτό ακριβώς, να οργανώσει καλύτερα τους μηχανισμούς που επιτρέπουν την ηλεκτρονική ανωνυμία, ακόμα και το ηλεκτρονικό έγκλημα, γιατί αν γίνει κάτι τέτοιο αμέσως θα εμφανιστεί μια εταιρία που θα παρέχει απόλυτη ανωνυμία και θα εδρεύει στα νησιά του Πάσχα, στις Αντίλλες ή στην Γουατεμάλα και τότε είναι που δεν θα μπορεί να διώκεται κανείς και για τίποτα, ακόμα κι αν ανεβάζει υλικό με παιδική πορνογραφία. Αυτός είναι και ο λόγος που ένας τέτοιος νόμος θα κάνει περισσότερο κακό παρά καλό.

Επίσης ένα άλλο μη επιλύσιμο πρόβλημα είναι ο προσδιορισμός του πεδίου της ισχύος του νόμου. Κοινώς, πριν φτιάξουν τον νόμο πρέπει να προσδιορίσουν το τι είναι ελληνικό blog. Αν είμαι Ινδός και γράφω από την άλλη άκρη του Ατλαντικού με Γερμανικό IP, ανεβάζω τα κείμενα που έχω γράψει στα Αρμενοκούρδικα σε έναν server στην Σιβηρία, και τα posts μου αφορούν Ελληνικά θέματα, ακόμα και αν με ανακαλύψουν, σε ποιο πλαίσιο κανόνων εμπίπτω; Κοινώς, ο οποιοσδήποτε νόμος θα είναι ανόητος γιατί εκτός του ότι δεν υπάρχει τρόπος ελέγχου, η πληροφορία είναι παγκόσμια ενώ οι νόμοι αφορούν τα στενά γεωγραφικά όρια μιας χώρας.

Επιπλέον, την ελευθερία του λόγου των Ελλήνων bloggers την προστατεύει η ελευθερία του λόγου όλων των bloggers του πλανήτη οι οποίοι προφανώς θα αντιδράσουν προς τις εταιρίες τους (wordpress, blogger) αν αυτές επιτρέψουν τον παρεμβατισμό και την λογοκρισία από κρατικούς μηχανισμούς. φοβούμενοι ότι αυτό είναι ικανό να δημιουργήσει προηγούμενο και το φαινόμενο της λογοκρισίας, ή της άρσης της ανωνυμίας να επεκταθεί και στην χώρα τους. Αν συμβεί λοιπόν κάτι τέτοιο αρκεί μια ελάχιστη κινητοποίηση για να κάνουμε την ελληνική κυβέρνηση ρεζίλι σε όλο το ίντερνετ (ναι… αυτό μπορεί να εκληφθεί σαν εκβιασμός! Χα!) και θα πάρει πίσω τον νόμο όπως πήρε πίσω και τον βασικό μέτοχο (άλλη μαλακία εκεί) όταν η ΕΕ έκρινε ότι ήταν καταχρηστικός.

Ο νόμος λέει αφορά τα ενημερωτικά blogs. Υπάρχει ένα ζήτημα το οποίο είναι άλυτο και μάλλον θα παραμείνει. Ποια είναι τα κριτήρια που ταυτοποιούν ένα blog ως ενημερωτικό ή ως λογοτεχνικό; Τα περισσότερα blogs είναι ποικίλης ύλης και γράφονται χωρίς να έχουν στόχο μια συγκεκριμένη θεματολογία ή ένα σταθερό ύφος αλλά διαμορφώνονται δυναμικά.

Ένα άλλο θεμελιώδες λάθος είναι ότι ζήτημα της εγκυρότητας παρά το γεγονός ότι άπτεται σε αυτό της επωνυμίας - ανωνυμίας, δεν θέτει δίλημμα ανάμεσα στην επώνυμη και ανώνυμη γραφή. Δεν είναι η ανωνυμία ή η επωνυμία που καθιστούν έγκυρο έναν λόγο, είναι ο τρόπος γραφής, είναι η παρουσίαση στοιχείων για τους ισχυρισμούς μας. Η εγκυρότητα δεν είναι μια εξωτερικότητα αλλά είναι μέσα στο κείμενο ως κάτι εγγενές γι’ αυτό και η υπογραφή δεν συνιστά καμία εγκυρότητα παρά μόνο αναλαμβάνει την ευθύνη του κειμένου.

Ο επώνυμος ιστολόγος (τι θα πει αυτό αλήθεια; μπορώ να υπογράφω σαν Χάρης και το πραγματικό μου όνομα να είναι Γεώργιος Παπαδόπουλος) ας πούμε ότι είναι πιο έγκυρος γιατί ρισκάρει το όνομα του (κι εγώ το nickname μου θα πει κάποιος άλλος) όταν λέει την άποψη του. Όμως η άποψη είναι μόνο άποψη, δεν είναι είδηση και γι’ αυτό μπορεί να υπάρχει ανώνυμα ή επώνυμα γιατί δεν μπορεί και δεν υπάρχει λόγος να ποινικοποιείται. Αυτό που είναι μεμπτό είναι η ψευδής είδηση ή η παρουσίαση της άποψης σαν είδηση αλλά αυτό είναι κάτι άμεσα επιλύσιμο γιατί είναι αναγνωρίσιμο. Αν κάποιος γράφει επώνυμα μια είδηση χωρίς να δίνει στοιχεία και χωρίς να αποκαλύπτει τις πηγές του το βάρος των λεγομένων του το σηκώνει η υπογραφή του μέσω της οποίας αναλαμβάνει να εγγυηθεί την εγκυρότητα του και αυτό είναι σεβαστό. Αν κάποιος γράφει ανώνυμα μια είδηση χωρίς να δίνει στοιχεία ή πηγές τότε δεν υπάρχει λόγος να εμπιστευθούμε την είδηση. Αν όμως αυτός δίνει στοιχεία και πηγές που διασταυρώνουν την είδηση οφείλουμε να τον σεβαστούμε έστω και αν είναι ανώνυμος. Η εγκυρότητα λοιπόν δεν είναι ζήτημα ανωνυμίας ή επωνυμίας, ζήτημα τεκμηρίωσης είναι. Πρέπει να αποθαρρύνουμε όχι τους ανώνυμους αλλά αυτούς που δεν τεκμηριώνουν τις ειδήσεις που διασπείρουν. Πρέπει εμείς οι ίδιοι να μάθουμε να αναγνωρίζουμε τι διαβάζουμε και να διακρίνουμε την βλακεία από την είδηση αντί να φτιάξουμε έναν νόμο που να το ελέγχει επιβάλλοντας μια εγκυρότητα (όπως ο νόμος την θεωρεί) και να μας προστατεύει επειδή είμαστε ανίκανοι να διακρίνουμε την αλήθεια από το ψέμα, την είδηση από το σχόλιο, τη σοβαρότητα από την μαλακία, την φήμη από το γεγονός. Με έναν τέτοιο νόμο κινδυνεύουμε να χάσουμε περισσότερα από όσα θα κερδίσουμε!

Απαιτείται απλά μια νέα αντίληψη για το ποιες πληροφορίες εμπιστευόμαστε και ποιες όχι. Αυτό που πρέπει να αλλάξει είναι η αντίληψη μας για το μέσο, όχι ο τρόπος χρήσης του. Δεν είναι δυνατόν να μιλάμε για το blogging σαν να είναι δημοσιογραφία. Δεν είναι και δεν πρέπει να γίνει!

Είναι ανόητο να θεωρείται σοβαρή απειλή η οποιαδήποτε ανώνυμη πηγή όταν ισχυρίζεται ότι διαδίδει ειδήσεις και όχι απλά απόψεις ή σχόλια. Η είδηση, όταν δεν περιέχει απόδειξη ή υπόδειξη τη πηγής της, εξαιτίας της ανωνυμίας του πομπού αυτόματα μετατρέπεται σε κοινή φημ